Legislator Case Law & Legislation
2102/2006 AI generated

2102/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2102/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση και Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.

Legislator headnote

AI generated

2102/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, είναι αβάσιμοι και εντεύθεν απορριπτέοι οι προβαλλόμενοι από τον αναιρεσείοντα Χ1 με την υπό κρίση αίτηση και προβλεπόμενοι από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β΄ & δ΄ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως και πρέπει να απορριφθούν, συνακόλουθα δε πρέπει να απορριφθεί και η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 του ΚΠΔ).

Keywords

AI generated
dismissal of fraud charges detoxification clinic bogus self-employment deemed withdrawal declaration of nullity fraudulent obtaining of a benefit
AI generated
1511/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαϊου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/12/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κερκύρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 260/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 289/2003 οριστική του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6/11/2006 αίτησή τους.
1885/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
850/2023
Με την από 28-12-2021 κλήση του ήδη αναιρεσείοντος, φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η από 18-06-2019 αίτηση αυτού για αναίρεση της υπ' αριθμ. 149/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής ..., μετά τη ματαίωση της συζήτησής της κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 13-09-2021. Με την ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτή την έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων και αφού εξαφάνισε την υπ` αριθμ. 275/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που είχε κάνει εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν την αγωγή του αναιρεσείοντος, απέρριψε την αγωγή.
1563/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1457/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Αποστολόπουλο, Προεδρεύων Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Αικατερίνη Πατσιαρά, Γεώργιο Μικρούδη, Αθανάσιο Νικολόπουλο και Παναγιώτη Μπολτέτσο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2102 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 2102/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση και Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 54/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Χ2 και 2)Χ3.

Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22.3.2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 733/2006.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου με αριθμό 359/17.8.2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 του ΚΠΔ, την υπ' αριθ. 10/22-3-2006 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένουΧ1, κατά του υπ' αριθ. 54/2-3-2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και εκθέτω τα εξής:

Ι.- Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιώς, με υπ' αριθ. 674/2005 βούλευμά του, εκτός των άλλων διατάξεών του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τους κατηγορουμένους: 1)Χ2, 2) Χ3, δημοτικό υπάλληλο, κάτοικο ομοίως, και 3) Χ1, προκειμένου να δικαστούν αντίστοιχα οι μεν δύο πρώτοι για ψευδή βεβαίωση κατά συναυτουργία, με σκοπό προσπορισμού σε άλλον αθεμίτου οφέλους, το οποίο υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ, ο δε τρίτος για ηθική αυτουργία στην ως άνω ψευδή βεβαίωση των συγκατηγορουμένων του (άρθρα 13 εδ. α΄, 26 § 1α, 27 §§ 1 & 2, 45, 46 § 1α, 48, 49 § 2 και 242 §§ 1 & 3 του ΠΚ, όπως η παρ. 3 του άρθρου 242 συμπληρώθηκε αρχικά με το άρθρο 1 § 7β του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια με το άρθρο 14 § 6 του Ν. 2721/1999), πράξεις τις οποίες φέρονται ότι διέπραξαν αντίστοιχα στον Πειραιά στις 29-7-1999. Κατά του παραπεμπτικού αυτού βουλεύματος, άσκησε ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ1 μόνο την υπ' αριθ. 87/2005 εμπρόθεσμη και νομότυπη έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε το υπ'αριθ. 54/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με το οποίο έγινε η έφεση αυτή τυπικώς δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν, επικυρώθηκε δε ως προς τις παραπεμπτικές για τον εκκαλούντα και τους συγκατηγορουμένους του διατάξεις του το εκκαλούμενο βούλευμα.

Κατά του εφετειακού αυτού (υπ'αριθ. 54/2006) βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, στρέφεται ήδη ο αναιρεσείων Χ1 με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε εμπροθέσμως, νομοτύπως και παραδεκτώς από δικαιούμενο στην άσκησή της πρόσωπο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 463, 465 § 1, 473 § 1, 474 § 1 και 482 § 1 εδ.α΄ του ΚΠΔ, όπως η παρ.1 του άρθρου 482 αντικ. με το άρθρο 41 § 1 του Ν. 3160/2003, καθόσον α) ασκήθηκε αυτή στις 22-3-2006, με δήλωση του έχοντος ειδική προς τούτο εντολή, δυνάμει της από 21-3-2006 έγγραφης εξουσιοδοτήσεως του ιδίου, το γνήσιο της υπογραφής του οποίου έχει βεβαιωθεί από τη δικηγόρο Μαγδαληνή Μαργώνη, ειδικού πληρεξουσίου και αντιπροσώπου του δικηγόρου Αθηνών Ιωάννη Ζαγκανά, ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Πειραιώς, για την οποία συντάχθηκε η υπ'αριθ. 10/2006 έγκυρη έκθεση, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον ίδιο με θυροκόλληση στις 18-3-2006 και στον αντίκλητο δικηγόρο του επίσης με θυροκόλληση στις 13-3-2006, και β) διαλαμβάνονται στην αίτηση αυτή σαφείς και ορισμένοι λόγοι αναιρέσεως και συγκεκριμένα εκείνοι της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 484 § 1 στοιχ. β΄ και δ΄ του ΚΠΔ).

Aπό τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 § 5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι έχει το παραπεμπτικό βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ΄ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ'αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε αυτό ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλ' αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η αιτιολογία δ' αυτή επιτρεπτώς γίνεται και με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, η οποία καλύπτει και το κεφάλαιο της μνείας των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1687/2002 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΓ΄ σελ. 638, ΑΠ 336/2002 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΒ΄ σελ. 978, ΑΠ 348/1996 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΜΖ΄ σελ. 33).

Εξάλλου, υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 § 1 περ. β΄ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, όταν το συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 2002/2002 ΠΧρ. ΝΓ΄ σελ. 734, ΑΠ 692/2000 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΑ΄ σελ. 47 κ.λπ.).

ΙΙ.- Κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 242 του ΠΚ, όπως η παρ. 3 του άρθρου αυτού συμπληρώθηκε αρχικά με το άρθρο 1 § 7β του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια με το άρθρο 14 § 6 του Ν. 2721/1999, το οποίο άρχισε να ισχύει από τις 3-6-1999, δηλαδή από την ημέρα της δημοσιεύσεως του Νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α΄ 112/3-6/1999), υπάλληλος στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.

Αν όμως ο υπαίτιος της πράξεως είχε ως σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, επιβάλλεται κάθειρξη "εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών" ή των 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας), που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία και όχι περί τα υπομνήματα, απαιτούνται τα εξής: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ.

α΄ και 263α του ΠΚ, αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπον για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ΄ του ίδιου Κώδικα, το οποίο πρέπει να είναι δημόσιο, όπως αυτό προσδιορίζεται από το άρθρο 438 του ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην περιοχή του ποινικού δικαίου, γιατί το άρθρο 13 εδ.

γ΄ του ΠΚ δεν καθορίζει την έννοιά του. Κατά το άρθρο αυτό (438 ΚΠολΔ), δημόσιο έγγραφο είναι εκείνο που συντάχθηκε από αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό και προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία, προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται μ' αυτό έναντι πάντων, όχι δε και εκείνο που αφορά την εσωτερική υπηρεσία των δημόσιων αρχών.

γ) Βεβαίωση στο παραπάνω έγγραφο ψευδών περιστατικών, που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνα που αφορούν στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια ενός δικαιώματος ή μιας έννομης σχέσεως ή καταστάσεως. Ψευδή είναι τα περιστατικά, όταν δεν ανταποκρίνονται αυτά προς την πραγματικότητα και ειδικότερα όταν βεβαιώνονται περιστατικά τα οποία δεν είναι αληθή ή όταν δεν αναφέρεται στο έγγραφο περιστατικό, το οποίο είναι αληθές και το οποίο έπρεπε να αναφερθεί.

και δ) Δόλος του δράστη, ο οποίος συνίσταται στη γνώση και στη θέλησή του να βεβαιώσει ψευδή πραγματικά περιστατικά, τα οποία μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, ή τουλάχιστον στη γνώση ως ενδεχόμενης της παραγωγής αυτών από την πράξη του και συγχρόνως στην εκ προοιμίου αποδοχή αυτής (ΑΠ 1134/2002 ΠΧρ. ΝΓ΄ σελ. 403, ΑΠ 932/2000 ΠΧρ.

ΝΑ΄ σελ. 217, ΑΠ 473/1997 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΜΗ΄ σελ. 70, ΑΠ 350/1995 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΜΕ΄ σελ. 720 κ.λπ.).

Εξάλλου, για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της πράξεως αυτής, σύμφωνα με την παρ.3 του άρθρου 242 ΠΚ, απαιτείται επί πλέον και σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, χωρίς να είναι αναγκαία και η επίτευξη του οφέλους αυτού, αλλά πρέπει να υπερβαίνει το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή των 73.000 ευρώ. Υπάρχει δε σκοπός αθεμίτου οφέλους, κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, όταν επιζητείται η άμεση ή έμμεση, πρόσκαιρη ή διαρκής, απόλαυση περιουσιακών ωφελημάτων με όχι νόμιμα μέσα, ενώ η επιδίωξη απλώς και μόνο ηθικών ωφελημάτων δεν αρκεί για να αναχθεί το πλημμέλημα της ψευδούς βεβαιώσεως σε κακουργηματική πράξη (βλ. ΑΠ 530/2004 σε Συμβούλιο ΕλλΔνη έτους 2004 σελ. 1575, ΑΠ 63/1998 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΜΗ΄ σελ. 733, ΑΠ 349/1996 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΜΣΤ΄ σελ. 1690).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 § 1α του ίδιου Κώδικα, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται θεληματική, με οποιονδήποτε τρόπο, πρόκληση και παραγωγή αποφάσεως από κάποιον σε άλλον, για διάπραξη ορισμένης άδικης πράξεως και ο άλλος (ο αυτουργός) να διαπράξει την άδικη πράξη, την οποία με τον ανωτέρω τρόπο αποφάσισε (βλ. ΑΠ 2522/2003 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΔ΄ σελ. 925, ΑΠ 733/1998 ΠΧρ. ΜΘ΄ σελ. 327, ΑΠ 273/1996 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΜΣΤ΄ σελ. 1116 κ.λπ.).

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 46 § 1α, 49 § 2 και 242 §§ 1 & 3 του ΠΚ προκύπτει ότι η επιβαρυντική περίσταση της ψευδούς βεβαιώσεως (σκοπός προσπορισμού αθεμίτου περιουσιακού οφέλους ύψους μεγαλύτερου των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000.000 ευρώ), που της προσδίδει κακουργηματικό χαρακτήρα, πρέπει να συντρέχει ιδιαιτέρως και αυτοτελώς και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού, για να έχει και γι' αυτόν η πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση κακουργηματικό χαρακτήρα, γιατί δεν αρκεί η συνδρομή της στο πρόσωπο του φυσικού αυτουργού (βλ. ΑΠ 479/2000 σε Συμβούλιο ΠΧρ. Ν΄ σελ. 931, ΑΠ 68/1999 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΜΘ΄ σελ. 311, ΑΠ 1030/1997 σε Συμβούλιο ΝοΒ 46 σελ. 547). Η συνδρομή δε της επιβαρυντικής αυτής περιστάσεως είναι αυτονόητη και δεν απαιτείται να εξαίρεται ιδιαιτέρως στο παραπεμπτικό βούλευμα ή την καταδικαστική απόφαση, όταν ο φυσικός αυτουργός με την πράξη του, την περί εκτελέσεως της οποίας απόφασή του προκάλεσε ο ηθικός αυτουργός, σκόπευε να προσπορίσει περιουσιακό όφελος στον τελευταίο (ηθικό αυτουργό) ή στη νομίμως εκπροσωπούμενη από αυτόν εταιρεία, βλάπτοντας τρίτο (ΑΠ 1237/1988 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΛΘ΄ σελ. 215).

ΙΙΙ.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 54/2006 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς που το εξέδωσε, έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστικό συμβούλιο ορθώς παρέπεμψε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα Χ1 στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, προκειμένου να δικασθεί για το αξιόποινο αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση κατά συναυτουργία, με σκοπό προσπορισμού σε άλλον αθεμίτου οφέλους, το οποίο υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ.

ή των 73.000 ευρώ. Δέχθηκε, δηλαδή, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με δικές του αποκλειστικά σκέψεις, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται και προσδιορίζονται στο προβαλλόμενο βούλευμα κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις μαρτυρικές καταθέσεις, τα έγγραφα, την απολογία και το υπόμνημα του εκκαλούντος κατηγορουμένου και τις απολογίες των συγκατηγορουμένων του Χ2 και Χ3, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Με την υπ' αριθ. 29.240/22-7-1999 απόφαση του Δημάρχου Πειραιώς ανακλήθηκε η υπ' αριθ. Β/1476/98 άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας του καταστήματος εστιατορίου-μπαρ με την επωνυμία "..." που βρίσκεται στον ... και επί της οδού..., ιδιοκτησίας της εταιρείας με την επωνυμία "ΝΟΤΙΑ ΕΠΕ", της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο εκκαλών.

Με την ίδια απόφαση κλήθηκε η ιδιοκτήτρια εταιρεία, όπως απομακρύνει από το κατάστημα τα αντικείμενα αξίας, καθώς και τα προϊόντα που ήταν ευαλλοίωτα και αναλώσιμα, προκειμένου το αρμόδιο όργανο να προβεί στη σφράγιση του καταστήματος την 29-7-1999. Αντίγραφο της αποφάσεως αυτής θυροκολλήθηκε στο κατάστημα της ως άνω εταιρείας αυθημερόν.

Στις 29-7-1999 οι Χ2 και Χ3, υπάλληλοι του Δήμου Πειραιώς και μέλη του αρμοδίου οργάνου για την ανάκληση αδειών λειτουργίας και σφράγισης των καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος, που ορίστηκαν με την υπ' αριθ. 269/6-5-1999 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Πειραιώς, ενεργώντας με την ως άνω ιδιότητά τους, μετέβησαν στο προαναφερθέν κατάστημα και σε εκτέλεση της υπ' αριθ. 458/1-7-1999 αποφάσεως του Δημάρχου Πειραιώς, προέβησαν στην ανάκληση της αδείας λειτουργίας και στη σφράγισή του και συνέταξαν από κοινού σχετική έκθεση, στην οποία ανέφεραν τις ενέργειες αυτές.

Στο αντίγραφο της εκθέσεως αυτής, που κοινοποιήθηκε αυθημερόν στο Αστυνομικό Τμήμα Δραπετσώνας, ανέγραψαν επί πλέον ως ημερομηνία αποσφράγισης του καταστήματος την 29-7-1999, καίτοι τέτοια αποσφράγιση καταστήματος δεν πραγματοποιήθηκε, ενώ στο αντίγραφο της ίδιας εκθέσεως, που κατατέθηκε στο Δήμο Πειραιώς, η ημερομηνία αποσφράγισης είχε διαγραφεί.

Τη διαφοροποίηση της εκθέσεως ανακλήσεως της αδείας λειτουργίας και σφραγίσεως του καταστήματος, ως προς το περιστατικό αυτό, γνωστοποίησε εγγράφως στις 28-2-2000 ο Δήμος Πειραιώς προς το Αστυνομικό Τμήμα Δραπετσώνας (βλ. έγγραφο με αριθ. πρωτ. 8054/24-2-2000 και αποδεικτικό επιδόσεως αυτού). Αντίγραφο της ως άνω εκθέσεως, που επιδόθηκε στην προαναφερθείσα εταιρεία δεν επικαλείται και δεν προσκομίζει κανένα από τα διάδικα μέρη.

Η ενέργεια αυτή των προαναφερομένων υπαλλήλων είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί η εντύπωση στα αρμόδια αστυνομικά όργανα, που διενεργούσαν τους σχετικούς ελέγχους, ότι δήθεν είχε διενεργηθεί αποσφράγιση του καταστήματος και ότι δεν είχε ανακληθεί η άδεια λειτουργίας του. Οι προαναφερόμενοι υπάλληλοι προέβησαν από κοινού και εν γνώσεις τους, στη βεβαίωση του ψευδούς γεγονότος της αποσφράγισης του ως άνω καταστήματος με προτροπές και παραινέσεις του εκκαλούντος, νομίμου εκπροσώπου της ιδιοκτήτριας εταιρείας, σκοπεύοντας να προσπορίσουν στην εταιρεία αθέμιτο περιουσιακό όφελος, το οποίο αντιστοιχεί στα έσοδα από την παράνομη λειτουργία του καταστήματος αυτού, που υπερέβαιναν, κατά τον ως άνω χρόνο και μέχρι αφαιρέσεως της άδειας την 1-3-2000 το ποσό των 73.000 ευρώ.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το κατάστημα εξακολούθησε να λειτουργεί τη χειμερινή περίοδο 1999-2000 με την επωνυμία "...". Σε ελέγχους που έγιναν από αστυνομικούς σ'αυτό στις 27-1-2000 και 1-3-2000 επεδείχθη η άδεια λειτουργίας η οποία δεν είχε αφαιρεθεί, με αποτέλεσμα να παραπλανώνται οι αστυνομικοί και οι υπάλληλοι της υγειονομικής υπηρεσίας.

Κατά τον έλεγχο από αστυνομικούς που έγινε την 1-3-2000 αποκαλύφθηκε η πραγματικότητα, η άδεια ίδρυσης και λειτουργίας του καταστήματος αφαιρέθηκε (κατασχέθηκε), ο εκκαλών παραπέμφθηκε στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς για παράβαση της Α1β/8577/1983 υγειονομικής διατάξεως και παραβίαση σφραγίδων και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης 30 ημερών για κάθε πράξη.

Ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι το κατάστημα συνέχισε να λειτουργεί, καίτοι ανακλήθηκε η άδειά του, εκ του λόγου ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του άσκησε στις 15-2-2000 και 3-3-2000 προσφυγές κατά της υπ΄αριθ. 458/1999 αποφάσεως του Δημάρχου Πειραιώς και κατέθεσε συγχρόνως σχετικές αιτήσεις αναστολής εκτελέσεως, οι οποίες κατ' άρθρα 203 και 204 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, που ίσχυε κατά το χρόνο εκείνο, επέφεραν αυτοδίκαια αναστολή εκτελέσεως της καθ' ης οι προσφυγές πράξεως μέχρι την έκδοση αποφάσεως επ' αυτών.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι μεν νομικά βάσιμος, δεν ασκεί όμως έννομη επιρροή για το χρονικό διάστημα μέχρι τις 15-2-2000, οπότε κατατέθηκε η πρώτη αίτηση αναστολής στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιώς, ενώ για το χρονικό διάστημα από 15-2-2000 μέχρι 1-3-2000 ο ισχυρισμός αυτός είναι ουσιαστικά αβάσιμος, διότι δεν επιβεβαιώνεται ο χρόνος επίδοσης αντιγράφου της αιτήσεως αναστολής προς τη Διοίκηση, η οποία επιφέρει αυτοδίκαια την αναστολή εκτελέσεως.

Ακόμη, ισχυρίζεται ο εκκαλών ότι δεν υπήρξε δόλια προαίρεση στους υπαλλήλους του Δήμου Πειραιώς, ότι η ημερομηνία αποσφραγίσεως ετέθη από παραδρομή και ότι δεν θεμελιώνεται εις βάρος του ηθική αυτουργία. Ο ισχυρισμός του, όμως, αυτός δεν επιβεβαιώθηκε κατ' ουσίαν από το αποδεικτικό υλικό, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε πότε αυτός έλαβε γνώση των ενεργειών των υπαλλήλων, ενόψει και του ότι ο Χ2 στην απολογία του στην ανακρίτρια ισχυρίστηκε ότι κατά τη σφράγιση έθεσαν στο κατάστημα ευμεγέθη αυτοκόλλητα του Δήμου Πειραιώς, που χρησιμοποιούνται για τις περιπτώσεις αυτές.

Ενταύθα πρέπει να σημειωθεί ότι με το εκκαλούμενο βούλευμα παραπέμφθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς οι προαναφερόμενοι υπάλληλοι για την πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως από κοινού, από υπαιτίους που σκόπευαν να προσπορίσουν σε άλλον αθέμιτο όφελος, το οποίο υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ.

ή των 73.000 ευρώ. Οι ίδιοι υπάλληλοι παραπέμφθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς για την πράξη της παράβασης καθήκοντος, θεμελιούμενη στη μη διενέργεια της σφράγισης και στην παράλειψη αφαίρεσης της άδειας λειτουργίας του ως άνω καταστήματος και αθωώθηκαν με την υπ' αριθ. 7.220/2003 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου.

Η απόφαση αυτή, καθώς και το γεγονός ότι οι ανωτέρω υπάλληλοι κατέθεσαν ως μάρτυρες κατηγορίας στις αποδοθείσες στον εκκαλούντα πράξεις της παράβασης υγειονομικής διατάξεως και παραβίασης των σφραγίδων, που προαναφέρθηκαν, για τις οποίες εκδόθηκε η υπ'αριθ. 4401/2002 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, ουδεμία ασκούν επιρροή στην υπό κρίση υπόθεση.

Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις περί της τελέσεως από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ1 της αποδιδόμενης σ'αυτόν αξιόποινης πράξεως ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση κατά συναυτουργία, με σκοπό προσπορισμού σε άλλον αθεμίτου οφέλους, το οποίο υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ, ενώ συγχρόνως απέρριψε, ως αβάσιμα, τα όσα υποστήριξε ο ίδιος με την έφεση και το υπόμνημά του, για τον λόγο δ' αυτόν απέρριψε την υπ' αυτού ασκηθείσα κατά του υπ' αριθ. 674/2005 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς τις παραπεμπτικές για τον εκκαλούντα διατάξεις του.

IV.- Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε το Συμβούλιο αυτό ότι υπάρχουν αποχρώσες (σοβαρές) ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος Χ1 στο ακροατήριο, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και ερμήνευσε και τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.

Είναι δε αβάσιμη η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι αυτός προκάλεσε στους συγκατηγορουμένους του Χ2 και Χ3 την απόφαση για την τέλεση της κακουργηματικής πράξεως ψευδούς βεβαιώσεως, με αποτέλεσμα να μην έχει το προσβαλλόμενο βούλευμα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον αιτιολογείται στο συγκεκριμένο βούλευμα πλήρως η παραπεμπτική για την πράξη αυτή κρίση του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και γίνεται δεκτό ότι έπεισε ο αναιρεσείων τους ως άνω συγκατηγορουμένους του με προτροπές και παραινέσεις να προβούν στην παραπάνω περιγραφόμενη άδικη πράξη ψευδούς βεβαιώσεως και προκάλεσε σ' αυτούς την απόφαση να την διαπράξουν, όπως και την διέπραξαν αυτοί τελικά.

Επίσης, είναι αβάσιμη η δεύτερη αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν αιτιολογείται η παραδοχή του προσβαλλόμενου βουλεύματος ότι τα έσοδα του εστιατορίου-μπαρ "..." υπερέβησαν το ποσό των 73.000 ευρώ, καθόσον συνάγεται τούτο από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς και κυρίως από την ένορκη κατάθεση του ....

Τέλος, είναι αβάσιμη η τρίτη αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι ουδεμία ωφέλεια προσδοκούσε και ουδένα λόγο είχε για να προβεί στην πράξη που του αποδίδεται, αφού υπήρξε απλώς διαχειριστής και εκπρόσωπος της εταιρείας "ΝΟΤΙΑ ΕΠΕ" και επομένως η οποιαδήποτε ωφέλεια θα υπήρχε θα την καρπωνόταν το νομικό πρόσωπο της εταιρείας αυτής και οι ιδιοκτήτες των εταιρικών μεριδίων της και όχι φυσικά ο ίδιος, καθόσον, ενεργώντας αυτός στα πλαίσια των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί, διέπραξε κατά τις υπάρχουσες επαρκείς ενδείξεις την άδικη πράξη της κακουργηματικής ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση, προκειμένου να ωφελήσει την εκπροσωπούμενη από τον ίδιο εταιρεία "ΝΟΤΙΑ ΕΠΕ", για την πρόοδο και ευμάρεια της οποίας δεν ενδιαφέρονται μόνο οι ιδιοκτήτες των εταιρικών μεριδίων της, αλλά και ο εκπρόσωπος και διαχειριστής της.

Επομένως, είναι αβάσιμοι και εντεύθεν απορριπτέοι οι προβαλλόμενοι από τον αναιρεσείοντα Χ1 με την υπό κρίση αίτηση και προβλεπόμενοι από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β΄ & δ΄ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως και πρέπει να απορριφθούν, συνακόλουθα δε πρέπει να απορριφθεί και η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 του ΚΠΔ).

Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί η υπ' αριθ. 10/22-3-2006 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένουΧ1, κατά του υπ' αριθ. 54/2-3-2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. και 2) Να επιβληθούν στον ως άνω αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα Αθήνα, 31 Ιουλίου 2006

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κρινόμενη 10/22-3-2006 έκθεση αναιρέσεως του Χ1, κατά του 54/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με το οποίο απορρίφθηκε κατ΄ ουσίαν η έφεση αυτού κατά του 674/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, που παρέπεμψε αυτόν και τους συγκατηγορουμένους του Χ2 και Χ3, δημοτικούς υπαλλήλους (που δεν άσκησαν αναίρεση), στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Πειραιώς, για να δικαστούν, οι μεν Χ2 και Χ3 για την πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως σε βαθμό κακουργήματος, ο δε αναιρεσείων για ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι΄ αυτό και, πρέπει, να γίνει τυπικά δεκτή.

ΙΙ. Kατά την έννοια του αρ.242 παρ.1 του ΠΚ , για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας), που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 α και 263 Α του ΠΚ, αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπο για την σύνταξη ή έκδοση εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13 γ του ΠΚ και δημόσιο κατά την έννοια του άρθρου 438 του ΚΠολΔ, δηλαδή, έγγραφο που συντάσσεται από καθ΄ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο που έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη έναντι όλων για κάθε γεγονός που βεβαιώνεται σ΄ αυτό, γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών πραγματικών περιστατικών, τα οποία μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνα που αφορούν στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης και δ) δόλος του δράστη που συνίσταται στη γνώση και θέληση να βεβαιώσει ψευδή πραγματικά περιστατικά.

Για την κακουργηματική μορφή της πράξης της ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται, προσέτι, η διαπίστωση ότι ο δράστης ενήργησε με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο περιουσιακό όφελος ή να βλάψει παράνομα κάποιον άλλο, χωρίς να είναι απαραίτητο να πραγματοποιηθεί ο επιδιωκόμενος σκοπός, εφόσον, σύμφωνα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.7 εδ.

β του Ν. 2408/1996, η οποία ως επιεικέστερη έχει αναδρομική ισχύ, το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών ( ήδη 73.000 ευρώ - άρθρο 5 ν.2943/2001). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ. α ΠΚ με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, απειλή κλπ. β) διάπραξη από άλλον της πράξεως αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με γνώση, θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 46 παρ. 1α, 49 παρ.2 και 242 παρ.1 και 3 του ΠΚ προκύπτει, ότι η επιβαρυντική περίσταση της ψευδούς βεβαιώσεως (σκοπός προσπορισμού αθέμιτου περιουσιακού οφέλους ύψους άνω των 73.000 ευρώ), πρέπει να συντρέχει ιδιαιτέρως και αυτοτελώς και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού για να έχει και γι' αυτόν η πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση κακουργηματικό χαρακτήρα.

Η συνδρομή της επιβαρυντικής αυτής περιστάσεως είναι αυτονόητη και δεν απαιτείται να αναφέρεται ιδιαιτέρως στο παραπεμπτικό βούλευμα ή την καταδικαστική απόφαση, όταν ο φυσικός αυτουργός σκόπευε να προσπορίσει περιουσιακό όφελος στον ηθικό αυτουργό βλάπτοντας τρίτο. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.

δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται στο βούλευμα με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε, ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία.

Για την ύπαρξη αυτής της αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης.

Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι κατ' επιλογή μερικά εξ αυτών. Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β του ΚΠΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως.

Εσφαλμένη ερμηνεία δε τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίασή της γίνεται εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του συμβουλίου από την ανάκριση ή προανάκριση που διενεργήθηκε, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως.

I

ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό και το διατακτικό του, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεων μαρτύρων, απολογία κατηγορουμένων και λοιπών εγγράφων της δικογραφίας), δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά.

Με την υπ' αριθ. 29240/22-7/1999 απόφαση του Δημάρχου Πειραιώς ανακλήθηκε η υπ' αριθ. Β/1476/98 άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας του καταστήματος εστιατορίου- μπαρ με την επωνυμία "..." που βρίσκεται στον ... και επί της οδού..., ιδιοκτησίας της εταιρείας με την επωνυμία "ΝΟΤΙΑ ΕΠΕ", της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο εκκαλών.

Με την ίδια απόφαση κλήθηκε η ιδιοκτήτρια εταιρεία, όπως απομακρύνει από το κατάστημα τα αντικείμενα αξίας, καθώς και τα προϊόντα που ήταν ευαλλοίωτα και αναλώσιμα, προκειμένου το αρμόδιο όργανο να προβεί στη σφράγιση του καταστήματος την 29-7-1999. Αντίγραφο της αποφάσεως αυτής θυροκολλήθηκε στο κατάστημα της ως άνω εταιρείας αυθημερόν.

Στις 29-7-1999 οι Χ2 και Χ3, υπάλληλοι του Δήμου ... και μέλη του αρμοδίου οργάνου για την ανάκληση αδειών λειτουργίας και σφράγισης των καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος, που ορίστηκαν με την υπ' αριθ. 269/6-5-1999 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Πειραιώς, ενεργώντας με την ως άνω ιδιότητά τους, μετέβησαν στο προαναφερθέν κατάστημα και σε εκτέλεση της υπ' αριθ. 458/1-7-1999 αποφάσεως του Δημάρχου Πειραιώς, προέβησαν στην ανάκληση της αδείας λειτουργίας και στη σφράγισή του και συνέταξαν από κοινού σχετική έκθεση, στην οποία ανέφεραν τις ενέργειες αυτές.

Στο αντίγραφο της εκθέσεως αυτής, που κοινοποιήθηκε αυθημερόν στο Αστυνομικό Τμήμα Δραπετσώνας, ανέγραψαν επί πλέον ως ημερομηνία αποσφράγισης του καταστήματος την 29-7-1999, καίτοι τέτοια αποσφράγιση καταστήματος δεν πραγματοποιήθηκε, ενώ στο αντίγραφο της ίδιας εκθέσεως, που κατατέθηκε στο Δήμο Πειραιώς, η ημερομηνία αποσφράγισης είχε διαγραφεί.

Τη διαφοροποίηση της εκθέσεως ανακλήσεως της αδείας λειτουργίας και σφραγίσεως του καταστήματος, ως προς το περιστατικό αυτό, γνωστοποίησε εγγράφως στις 28-2-2000 ο Δήμος Πειραιώς προς το Αστυνομικό Τμήμα Δραπετσώνας (βλ. έγγραφο με αριθ. πρωτ. 8054/24-2-2000 και αποδεικτικό επιδόσεως αυτού). Αντίγραφο της ως άνω εκθέσεως, που επιδόθηκε στην προαναφερθείσα εταιρεία δεν επικαλείται και δεν προσκομίζει κανένα από τα διάδικα μέρη.

Η ενέργεια αυτή των προαναφερομένων υπαλλήλων είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί η εντύπωση στα αρμόδια αστυνομικά όργανα, που διενεργούσαν τους σχετικούς ελέγχους, ότι δήθεν είχε διενεργηθεί αποσφράγιση του καταστήματος και ότι δεν είχε ανακληθεί η άδεια λειτουργίας του. Οι προαναφερόμενοι υπάλληλοι προέβησαν από κοινού και εν γνώσεις τους, στη βεβαίωση του ψευδούς γεγονότος της αποσφράγισης του ως άνω καταστήματος με προτροπές και παραινέσεις του εκκαλούντος, νομίμου εκπροσώπου της ιδιοκτήτριας εταιρείας, σκοπεύοντας να προσπορίσουν στην εταιρεία αθέμιτο περιουσιακό όφελος, το οποίο αντιστοιχεί στα έσοδα από την παράνομη λειτουργία του καταστήματος αυτού, που υπερέβαιναν, κατά τον ως άνω χρόνο και μέχρι αφαιρέσεως της άδειας την 1-3-2000 το ποσό των 73.000 ευρώ.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το κατάστημα εξακολούθησε να λειτουργεί τη χειμερινή περίοδο 1999-2000 με την επωνυμία "...". Σε ελέγχους που έγιναν από αστυνομικούς σ' αυτό στις 27-1-2000 και 1-3-2000 επεδείχθη η άδεια λειτουργίας η οποία δεν είχε αφαιρεθεί, με αποτέλεσμα να παραπλανώνται οι αστυνομικοί και οι υπάλληλοι της υγειονομικής υπηρεσίας.

Κατά τον έλεγχο από αστυνομικούς που έγινε την 1-3-2000 αποκαλύφθηκε η πραγματικότητα, η άδεια ίδρυσης και λειτουργίας του καταστήματος αφαιρέθηκε (κατασχέθηκε), ο εκκαλών παραπέμφθηκε στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς για παράβαση της Α1β/8577/1983 υγειονομικής διατάξεως και παραβίαση σφραγίδων και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης 30 ημερών για κάθε πράξη.

Ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι το κατάστημα συνέχισε να λειτουργεί, καίτοι ανακλήθηκε η άδειά του, εκ του λόγου ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του άσκησε στις 15-2-2000 και 3-3-2000 προσφυγές κατά της υπ΄αριθ. 458/1999 αποφάσεως του Δημάρχου Πειραιώς και κατέθεσε συγχρόνως σχετικές αιτήσεις αναστολής εκτελέσεως, οι οποίες κατ' άρθρα 203 και 204 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, που ίσχυε κατά το χρόνο εκείνο, επέφεραν αυτοδίκαια αναστολή εκτελέσεως της καθ' ης οι προσφυγές πράξεως μέχρι την έκδοση αποφάσεως επ' αυτών.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι μεν νομικά βάσιμος, δεν ασκεί όμως έννομη επιρροή για το χρονικό διάστημα μέχρι τις 15-2-2000, οπότε κατατέθηκε η πρώτη αίτηση αναστολής στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιώς, ενώ για το χρονικό διάστημα από 15-2-2000 μέχρι 1-3-2000 ο ισχυρισμός αυτός είναι ουσιαστικά αβάσιμος, διότι δεν επιβεβαιώνεται ο χρόνος επίδοσης αντιγράφου της αιτήσεως αναστολής προς τη Διοίκηση, η οποία επιφέρει αυτοδίκαια την αναστολή εκτελέσεως.

Ακόμη, ισχυρίζεται ο εκκαλών ότι δεν υπήρξε δόλια προαίρεση στους υπαλλήλους του Δήμου Πειραιώς, ότι η ημερομηνία αποσφραγίσεως ετέθη από παραδρομή και ότι δεν θεμελιώνεται εις βάρος του ηθική αυτουργία. Ο ισχυρισμός του, όμως, αυτός δεν επιβεβαιώθηκε κατ' ουσίαν από το αποδεικτικό υλικό, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε πότε αυτός έλαβε γνώση των ενεργειών των υπαλλήλων, ενόψει και του ότι ο Χ2 στην απολογία του στην ανακρίτρια ισχυρίστηκε ότι κατά τη σφράγιση έθεσαν στο κατάστημα ευμεγέθη αυτοκόλλητα του Δήμου Πειραιώς, που χρησιμοποιούνται για τις περιπτώσεις αυτές.

Ενταύθα πρέπει να σημειωθεί ότι με το εκκαλούμενο βούλευμα παραπέμφθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς οι προαναφερόμενοι υπάλληλοι για την πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως από κοινού, από υπαιτίους που σκόπευαν να προσπορίσουν σε άλλον αθέμιτο όφελος, το οποίο υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ.

ή των 73.000 ευρώ. Οι ίδιοι υπάλληλοι παραπέμφθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς για την πράξη της παράβασης καθήκοντος, θεμελιούμενη στη μη διενέργεια της σφράγισης και στην παράλειψη αφαίρεσης της άδειας λειτουργίας του ως άνω καταστήματος και αθωώθηκαν με την υπ' αριθ. 7.220/2003 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου.

Η απόφαση αυτή, καθώς και το γεγονός ότι οι ανωτέρω υπάλληλοι κατέθεσαν ως μάρτυρες κατηγορίας στις αποδοθείσες στον εκκαλούντα πράξεις της παράβασης υγειονομικής διατάξεως και παραβίασης των σφραγίδων, που προαναφέρθηκαν, για τις οποίες εκδόθηκε η υπ' αριθ. 4401/2002 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, ουδεμία ασκούν επιρροή στην υπό κρίση υπόθεση.......".

ΙV. Με βάση τα πιο πάνω περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της αξιόποινης πράξεως της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση, κατά συναυτουργία, με σκοπό προσπορισμού σε άλλον αθεμίτου οφέλους, το οποίο υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ.

ή των 73.000 ευρώ και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατά του πρωτοδίκου 674/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα πιο πάνω αξιόποινη πράξη και από τα οποία συνήγαγε την κρίση για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης αυτής πράξεως, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντα στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 46 παρ. 1α, 242 παρ. 1, 3 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ή με άλλο τρόπο.

Για την πληρότητα δε της πιο πάνω αιτιολογίας δεν υπήρχε ανάγκη να διαληφθούν και τα αναφερόμενα στην αίτηση επί πλέον στοιχεία. Ειδικότερα με την παραδοχή του συμβουλίου ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, έπεισε τους συγκατηγορούμενούς του Χ2 και Χ3, οι οποίοι ήταν υπάλληλοι του δήμου Πειραιώς και μέλη του αρμοδίου οργάνου για την ανάκληση αδειών λειτουργίας και σφράγισης των καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος, με προτροπές και παραινέσεις να προβούν στην πιο πάνω περιγραφόμενη κακουργηματική πράξη ψευδούς βεβαιώσεως και προκάλεσε σε αυτούς την απόφαση να την διαπράξουν, όπως και τελικά την διέπραξαν, πλήρως αιτιολογείται ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο κατηγορούμενος προκάλεσε στην συγκεκριμένη περίπτωση στους πιο πάνω φυσικούς αυτουργούς την απόφαση να εκτελέσουν την προαναφερόμενη άδικη πράξη και οι περί αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες.

Επίσης, είναι αβάσιμη η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν αιτιολογείται η παραδοχή του προσβαλλόμενου βουλεύματος ότι τα έσοδα του εστιατορίου- μπαρ "..." υπερέβησαν το ποσό των 73.000 ευρώ. Το εν λόγω ποσό αποτελεί το αθέμιτο περιουσιακό όφελος που σκόπευαν οι φυσικοί αυτουργοί της πιο πάνω αδίκου πράξεως να προσπορίσουν στην ιδιοκτήτρια εταιρεία του πιο πάνω καταστήματος, και συνακόλουθα στο αναιρεσείοντα, ως νόμιμο εκπρόσωπο αυτής.

Με την παραδοχή του προσβαλλόμενου βουλεύματος, αφενός μεν ότι το ποσό αυτό αντιστοιχεί στα έσοδα από την παράνομη λειτουργία του καταστήματος αυτού κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό διάστημα, αφετέρου δε ότι τούτο προέκυψε από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στην αρχή του σκεπτικού, πλήρως αιτιολογείται το ύψος του πιο πάνω ποσού που συνιστά το σκοπούμενο παράνομο περιουσιακό όφελος και δεν υπήρχε ανάγκη να διαληφθούν άλλα επί πλέον στοιχεία και ειδικότερα τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψε η παραδοχή αυτή.

Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεώς του αναφέρει, ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της πιο πάνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, το προσβαλλόμενο βούλευμα του καταλογίζει ότι διέπραξε ηθική αυτουργία σε κακουργηματική ψευδή βεβαίωση, διότι αυτός δεν είχε εταιρική σχέση με την ιδιοκτήτρια του πιο πάνω καταστήματος εταιρεία, αλλά υπήρξε απλώς διαχειριστής και εκπρόσωπος αυτής και, επομένως, όπως υποστηρίζει, "οποιαδήποτε ωφέλεια θα υπήρχε στο νομικό πρόσωπο της εταιρείας και όχι σε εμένα, συνεπώς, ουδεμία ωφέλεια προσδοκούσα και ουδείς λόγος υφίστατο να προβώ στην πράξη που μου αποδίδεται".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με το πρόσχημα της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου (484 παρ.1 στοιχ. β ΚΠΔ) πλήττεται, απαραδέκτως η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου. Επομένως, μετά την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως, πρέπει, η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα ( 583 παρ.1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 10/22-3-2006 έκθεση αναιρέσεως του..., κατά του 54/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με το οποίο απορρίφθηκε κατ΄ ουσία η έφεση αυτού κατά του 674/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειο-δικών Πειραιώς. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2006. Και,

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2006.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ