Legislator Case Law & Legislation
2101/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeals against bank's liability for forced closure of textile cooperatives due to creditworthiness issues.

Case Number 2101/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeals filed by two textile cooperatives against a lower court judgment. The appellants argued that the bank's actions caused their sudden closure and reputational damage during a critical period. The court rejected these claims, finding the cooperatives' creditworthiness problems and high debts were the primary causes of their inability to operate, rather than the bank's conduct.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(19), 559(18) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that a bank's liability for the sudden closure of textile cooperatives is not established when the cooperatives' own creditworthiness issues and high debts were the decisive factors preventing their operation.

Keywords

AI generated
textile cooperatives bank liability creditworthiness forced closure reputational damage civil appeal Supreme Court

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(18) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 182, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2101 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2101/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια και Στυλιανή Μπλέτα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειουσών: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΕΚΚΟΚΙΣΤΗΡΙΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο Πολυνέρι Φαρσάλων και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... TEXTILES ΒΑΜΒΑΚΙ ΝΗΜΑ ΥΦΑΣΜΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "... TEX Α.Β.Ε.Ε.", που εδρεύει στα Φάρσαλα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σκαρίπα που ανακάλεσε την από 14/2/2025 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ξανάλατο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις,

Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ξανάλατο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΕΚΚΟΚΙΣΤΗΡΙΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο Πολυνέρι Φαρσάλων και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... TEXTILES ΒΑΜΒΑΚΙ ΝΗΜΑ ΥΦΑΣΜΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "... TEX Α.Β.Ε.Ε.", που εδρεύει στα Φάρσαλα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σκαρίπα που ανακάλεσε την από 14/2/2025 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/11/2005 αγωγή των υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσειουσών και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6377/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1090/2010 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσίβλητη και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσείουσα με την από 28/6/2010 αίτησή της και τους από 5/10/2012 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 1942/2013 απόφαση του Α2' Πολιτικού Τμήματος, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση προς συζήτηση στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Ακολούθως εκδόθηκε η 1/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου σε Τακτική Ολομέλεια, η οποία παρέπεμψε στην Πλήρη Ολομέλεια τον αναφερόμενο στο σκεπτικό λόγο.

Εκδόθηκε η 10/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 1090/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Ακολούθως, εκδόθηκε η 5973/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσες με την από 30/11/2020 αίτησή τους και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 3/12/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των υπό στοιχείο Α αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της από 30/11/2020 αιτήσεως, την απόρριψη της από 3/12/2020 αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, ο Άρειος Πάγος μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων υποθέσεων, που εκκρεμούν ενώπιόν του μεταξύ των ίδιων ή διαφορετικών διαδίκων, αν κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 3/2022, ΑΠ 205/2020, ΑΠ 147/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο συζητήθηκαν: α) η από 30-11-2020 αίτηση αναίρεσης των εναγουσών εταιρειών με τις επωνυμίες : 1) ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΕΚΚΟΚΙΣΤΗΡΙΑ ΑΒΕΕ" και 2) "... TEXTILES ΒΑΜΒΑΚΙ ΝΗΜΑ ΥΦΑΣΜΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ ΑΒΕΕ" και β) η από 3-12-2020 αίτηση αναίρεσης της εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ". Οι αιτήσεις αυτές, οι οποίες στρέφονται κατά της αυτής, υπ` αριθ. 5973/2018 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 και 566 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τα άρθρα 74 του Ν. 4690/2020 και 83 Ν. 4790/2021) και είναι παραδεκτές (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, αφού συνεκδικαστούν, διότι έτσι επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ), Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες - αναιρεσίβλητες εταιρείες, εκ των οποίων η δεύτερη σχηματίσθηκε με απορρόφηση των κλάδων εκκοκκίσεως και εμπορίας βάμβακος των εταιριών "BELCOT Α.Ε." και "ΒΙΒΑΤΟΜ Α.Ε." και τυγχάνει οιονεί καθολική διάδοχος αυτών, με την από 17-11-2005 ένδικη αγωγή τους εξέθεταν ότι δραστηριοποιούνται από την ίδρυσή τους στην επεξεργασία βάμβακος, στην εκκόκκιση αυτού, στην παραγωγή νημάτων και άλλων συναφών προϊόντων και στην εμπορία αυτών σε ιδιόκτητες εκκοκκιστικές μονάδες, με κύκλο εργασιών περί τα 60.000.000 ευρώ ετησίως, κατέχοντας την πρώτη και τρίτη θέση αντιστοίχως μεταξύ 34 ομοειδών επιχειρήσεων.

Ότι η πρώτη εξ αυτών και οι ως άνω απορροφηθείσες από την δεύτερη ανώνυμες εταιρείες χρηματοδοτούνταν, για τις ανάγκες λειτουργίας τους, από την πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη - αναιρεσείουσα Τράπεζα (ΑΤΕ ΑΕ), συνάπτοντας μαζί της συμβάσεις πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό και παρέχοντας σε αυτή τις ανάλογες εμπράγματες εξασφαλίσεις.

Ότι στα πλαίσια των πιστώσεων αυτών η εναγομένη Τράπεζα χορηγούσε, κατόπιν αίτησής τους, στις ενάγουσες ανώνυμες εταιρείες εγγυητικές επιστολές έναρξης - καλής λειτουργίας και προκαταβολής, η προκατάθεση των οποίων στον Οργανισμό Βάμβακος, σύμφωνα με την ισχύουσα μέχρι και το έτος 2005 νομοθεσία, ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για τη λειτουργία των εκκοκκιστικών μονάδων, αφού διαφορετικά δεν μπορούσαν να αγοράσουν σύσπορο βαμβάκι από τους παραγωγούς και επομένως, να ασκήσουν την εμπορική τους δραστηριότητα.

Ότι κατόρθωσαν μέχρι τις 9-11-2005 να μειώσουν τις βραχυχρόνιες και μακροπρόθεσμες δανειακές τους υποχρεώσεις προς την εναγομένη Τράπεζα στα αναγραφόμενα στην αγωγή επιμέρους ποσά. Ότι, ενώ οι δύο ενάγουσες εταιρείες ήταν συνεπείς στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους έναντι της εναγομένης Τράπεζας, όταν απευθύνθηκαν σε αυτή δια του εκπροσώπου τους τον Ιούνιο 2005, προκειμένου να καταρτίσουν τις αναγκαίες για τη λειτουργία των εκκοκκιστηρίων συμβάσεις χορήγησης εγγυητικών επιστολών, όπως συνέβαινε κάθε έτος, και να προβούν στην αναδιάρθρωση των δανειακών τους υποχρεώσεων, προσφέροντας επιπλέον εξασφαλίσεις, η εναγομένη Τράπεζα περιορίσθηκε στο να αποδεχθεί το αίτημα αναδιάρθρωσης των δανειακών υποχρεώσεών τους για ένα έτος, υπό τον όρο καταβολής του ποσού των 4.000.000 ευρώ σε πίστωση των βραχυπρόθεσμων οφειλών τους, απορρίπτοντας σιωπηρά το αίτημα χορήγησης των εγγυητικών επιστολών, αν και γνώριζε, ότι με την παράλειψη αυτή οι εκκοκκιστικές μονάδες θα ετίθεντο εκτός λειτουργίας, όπως και συνέβη.

Ότι η άρνηση χορήγησης των εγγυητικών επιστολών, παρά την φερεγγυότητα των εναγουσών εταιρειών και μάλιστα όταν η εκκοκκιστική περίοδος, διαρκείας μόλις 60 ημερών ετησίως, είχε αρχίσει και ήταν αδύνατη η από τις ενάγουσες εταιρείες προσφυγή σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα για την έκδοση των εγγυητικών επιστολών, που για το τελευταίο έτος, λόγω μεταβολής της νομοθεσίας, ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για τη λειτουργία των εκκοκκιστικών μονάδων, γεγονός που η εναγομένη Τράπεζα γνώριζε, με αποτέλεσμα την εκτόπιση αυτών από την αγορά, αντίκειται στα χρηστά ήθη και είναι παράνομη και καταχρηστική.

Ότι από την ανωτέρω αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων οι ενάγουσες εταιρείες υπέστησαν τις ακόλουθες θετικές και αποθετικές ζημίες: α) ζημία ύψους 2.673.254 ευρώ, που υπέστη η πρώτη των εναγουσών εταιρεία, η οποία, πιστεύοντας ότι θα καταρτισθούν οι συμβάσεις παροχής εγγυητικών επιστολών και θα λειτουργήσουν τα εκκοκκιστήρια αυτής την περίοδο 2005, προέβη στην προπώληση των εκτιθέμενων ποσοτήτων βάμβακος στις αναφερόμενες στην αγωγή εταιρείες του εξωτερικού αντί του αναγραφόμενου στις επιμέρους συμβάσεις τιμήματος, τις οποίες θα υποχρεωθεί να αποζημιώσει, σύμφωνα με τους διεθνώς ισχύοντες κανόνες του Διεθνούς Συνδέσμου Βάμβακος, γνωστούς ως κανόνες του Λίβερπουλ, με τη διαφορά του τιμήματος, που αυτές θα κληθούν να καταβάλουν σε άλλους προμηθευτές για την αγορά ίσων ποσοτήτων βάμβακος με βάση την τότε χρηματιστηριακή τιμή του προϊόντος και του τιμήματος που αυτές θα κατέβαλαν στην πρώτη ενάγουσα με βάση τις πιο πάνω πωλήσεις, εξαιτίας της αδυναμίας να παραδώσει στις αγοράστριες εταιρείες τις προπωληθείσες από αυτήν ποσότητες βάμβακος λόγω αδυναμίας λειτουργίας των εκκοκκιστηρίων της, διαφορά που ανέρχεται στο πιο πάνω ποσό, β) ζημία ύψους 2.163.186,63 ευρώ, που υπέστη η πρώτη των εναγουσών εταιρεία, η οποία, εξαιτίας της κατά τα ανωτέρω αδυναμίας λειτουργίας της, δεν είχε έσοδα και δεν μπορεί να αποπληρώσει ισόποση ληξιπρόθεσμη οφειλή της προς τη ΔΟΥ Φαρσάλων, γ) ζημίες ύψους 1.600.000 ευρώ και 1.200.000 ευρώ, που υπέστησαν οι ενάγουσες εταιρείες αντιστοίχως, οι οποίες υποβλήθηκαν σε δαπάνες ύψους 400.000 ευρώ για καθένα από τα επτά (4+3) εκκοκκιστήρια αυτών, για τη διενέργεια των αναγραφομένων στην αγωγή επιμέρους εργασιών συντήρησης και προετοιμασίας, ώστε να είναι έτοιμα προς λειτουργία τη νέα εκκοκκιστική περίοδο, δ) ζημίες ύψους 3.013.400 ευρώ και 1.622.600 ευρώ που υπέστησαν οι ενάγουσες εταιρείες αντιστοίχως και συνίστανται στα καθαρά τους κέρδη, μετ' αφαίρεση των δαπανών λειτουργίας τους, τα οποία κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκέρδαιναν από την πώληση των αναγραφομένων στην αγωγή ποσοτήτων εκκοκκισμένου βάμβακος και υποπροϊόντων αυτού και τα οποία απώλεσαν εξαιτίας της κατά τα ανωτέρω αδυναμίας λειτουργίας των εκκοκκιστηρίων τους.

Ότι από την προκληθείσα από την ανωτέρω αδικοπραξία της εναγομένης Τράπεζας παύση της λειτουργίας των εναγουσών ανεκόπη η ανοδικά εξελισσόμενη πορεία τους και προσεβλήθη η φήμη και η εμπορική τους πίστη στην αγορά, με συνέπεια να υποστούν αυτές ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης ύψους 25.000.000 ευρώ και 20.000.000 ευρώ αντιστοίχως.

Ζήτησαν δε, κατόπιν περιορισμού του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη Τράπεζα οφείλει να τους καταβάλει τα εν λόγω ποσά προς αποκατάσταση της θετικής και αποθετικής ζημίας τους, καθώς και προς αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 6377/2007 οριστική απόφαση, αφού απέρριψε τα επιμέρους αιτήματα της αγωγής πλην εκείνου για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης των εναγουσών εταιρειών, αναγνώρισε ότι η εναγομένη Τράπεζα υποχρεούται να καταβάλει, ως χρηματική ικανοποίηση, 1.000.000 ευρώ στην πρώτη ενάγουσα και 750.000 ευρώ στη δεύτερη ενάγουσα.

Μετά από άσκηση αντίθετων εφέσεων από την εναγομένη Τράπεζα αφενός και τις ενάγουσες εταιρείες αφετέρου, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1090/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία : α) απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 25-7-2008 έφεση της εναγομένης Τράπεζας ως προς το εκκληθέν κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης, δεχόμενο το Εφετείο ότι η συμπεριφορά της ως προς τη μη χορήγηση των εγγυητικών επιστολών που αναφέρονται στην αγωγή χωρίς εύλογη αιτία, συνιστά συμπεριφορά που αντίκειται στα χρηστά ήθη έναντι των εναγουσών εταιρειών και β) απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 16.2.2009 έφεση των εναγουσών ως προς την δεύτερη αυτών, ενώ έγινε αυτή δεκτή κατ' ουσίαν ως προς την πρώτη εκκαλούσα - ενάγουσα ως προς το κεφάλαιο αποζημίωσης ύψους 2.673.254 ευρώ και, αφού εξαφανίστηκε η πρωτοβάθμια απόφαση, απορρίφθηκε ως αβάσιμη η αγωγή ως προς το κονδύλιο αυτό.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από την εναγομένη Τράπεζα αίτηση αναίρεσης με προσθέτους λόγους. Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1942/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκαν ομόφωνα οι προβληθέντες από την εναγομένη τράπεζα από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 919 και 932ΑΚ και από το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, ενώ απορρίφθηκε κατά πλειοψηφία και παραπέμφθηκε στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ο τέταρτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα παραπονείτο για την υπέρβαση από το Εφετείο των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας και παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, με την επιδίκαση εις βάρος της των παραπάνω χρηματικών ποσών.

Με την υπ' αριθμ. 1/2015 απόφαση της τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκε ο λόγος αυτός αναίρεσης στην πλήρη Ολομέλεια, ενώ με την υπ' αριθμ. 10/2017 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου ο παραπεμφθείς ως άνω λόγος αναίρεσης κρίθηκε βάσιμος κατά πλειοψηφία και αναιρέθηκε η προσβληθείσα υπ' αρ. 1090/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών στην έκταση που καθορίστηκε από τον ως άνω γενόμενο δεκτό αναιρετικό λόγο.

Κατόπιν αυτών, η υπόθεση επαναφέρθηκε στο Εφετείο και αφού συζητήθηκε, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία : α) απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 16-2-2009 έφεση των εναγουσών εταιρειών κατά το μέρος που με αυτή προσβλήθηκε το σχετικό με την αξίωση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, κεφάλαιο της υπ' αρ. 6377/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και β) έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση της εναγομένης Τράπεζας κατά το μέρος που με αυτή προσβλήθηκε το σχετικό με την αξίωση χρηματικής ικανοποίησης των εναγουσών εταιρειών κεφάλαιο της υπ' αρ. 6377/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς το οποίο είχε αναιρεθεί η προηγούμενη απόφαση του Εφετείου και ακολούθως, αφού εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση ως προς το σχετικό με την χρηματική ικανοποίηση των δύο εναγουσών εταιρειών κεφάλαιο αυτής, έγινε εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή και αναγνωρίστηκε ότι η εναγομένη Τράπεζα οφείλει να καταβάλει, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 100.000 ευρώ και στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 80.000 ευρώ, πλέον των νομίμων τόκων.

Α. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 4/2014, ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1406/2021).

Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ, όπως συνάγεται από το συνδυασμό της διάταξης αυτής, προς τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 4 και 581 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε, όσον αφορά το νομικό ζήτημα, που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση, τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο.

Το νομικό ζήτημα μπορεί ν' ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 1090/2019, ΑΠ 814/2019, ΑΠ 2274/2009). Β. Η αρχή της αναλογικότητας, που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, έστω και αν τούτο ρητά δεν αναφέρεται σε αυτήν.

Η εν λόγω αρχή αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος που επίσης καθιερώνει η διάταξη της παρ.3 του ιδίου άρθρου του Συντάγματος, γεγονός που συμβαίνει όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει προφανώς τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.

Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ. το ασκούμενο δικαίωμα (μέσο) έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του δεν είναι επιτρεπτή. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, ακόμη και του ιδιωτικού δικαίου.

Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αυτά αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, οπότε και πάλι παραβιάζεται η εν λόγω αρχή.

Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης αυτής είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη ή ψυχική οδύνη, που αυτός υπέστη λόγω της αδικοπραξίας, ήτοι για την μη αποτιμητή σε χρήμα ζημία που υφίσταται ο παθών από την προσβολή των μη περιουσιακών αγαθών του (ζωής, υγείας, ελευθερίας, τιμής κλπ), η οποία είναι ανεξάρτητη από την κατά τα άρθρα 297 και 298 του ΑΚ ζημία σε περιουσιακά αγαθά αυτού, ώστε αυτός να απολαύσει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, η οποία άλλωστε δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Δικαιούχοι χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να είναι και νομικά πρόσωπα, γιατί και αυτά είναι φορείς εννόμων αγαθών, εφόσον βέβαια επικαλεστούν και αποδείξουν μια συγκεκριμένη βλάβη, που έχει υλική υπόσταση. Έτσι, αποκατάσταση της ηθικής βλάβης μπορούν να ζητήσουν και οι εταιρείες με νομική προσωπικότητα, αν με την αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη και γενικά το εμπορικό τους μέλλον (ΑΠ 574/2024, ΑΠ 766/2021, ΑΠ 932/2019, ΑΠ 704/2017).

Με βάση τον παραπάνω σκοπό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα κριτήρια που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης αυτής. Τέτοια κριτήρια είναι ιδίως το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, η έκταση της βλάβης, οι όλες ειδικότερες συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη, η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος.

Τα κριτήρια αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ` εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε, το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας, του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, αποφασίζεται (κατ` αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα), τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Με βάση αυτά, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ύψος του ποσού της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης ελέγχεται αναιρετικά από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ.1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ ΑΠ 9/2015, ΑΠ 1230/2021, ΑΠ 367/2020, AΠ 76/2016, ΑΠ 221/2016).

Με τον μοναδικό λόγο της από 30-11-2020 αίτησης αναίρεσης των εναγουσών εταιρειών και τον, αντίθετο, πρώτο (υπό την αρίθμηση του δικαστηρίου) λόγο της από 3-12-2020 αίτησης αναίρεσης της εναγομένης τράπεζας, οι αναιρεσείουσες, αντίστοιχα, αποδίδουν, κατ' εκτίμηση, στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο κατά τον υπολογισμό της επιδικασθείσας στις ενάγουσες εταιρείες χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με αντιφατικές αιτιολογίες την αρχή της αναλογικότητας κατά την εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 932 ΑΚ, κατά μεν τις αναιρεσείουσες ενάγουσες εταιρείες επειδή επιδίκασε ευτελή ποσά, κατά δε την αναιρεσείουσα εναγομένη τράπεζα επειδή επιδίκασε υπέρογκα ποσά. Επιπροσθέτως, με τον δεύτερο (υπό την αρίθμηση του δικαστηρίου) λόγο της από 3-12-2020 αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, επιδικάζοντας σε βάρος της τα ανωτέρω ποσά χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, δεν συμμορφώθηκε με την υπ' αρ. 10/2017 απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.

Aπό την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα : "Οι εκκαλούσες-ενάγουσες εταιρίες έχουν αντικείμενο επιχειρηματικής δραστηριότητας την αγορά από αγρότες παραγωγούς ποσοτήτων συσπόρου βάμβακος, την βιομηχανική επεξεργασία του σε εκκοκκισμένο βαμβάκι, την παραγωγή νημάτων και την εμπορία των προϊόντων αυτών και των υποπροϊόντων τους σε επιχειρήσεις του εσωτερικού και ιδίως του εξωτερικού.

Η πρώτη εξ αυτών διατηρεί προς το σκοπό αυτό εκκοκκιστικές μονάδες στις περιοχές Παλαμά Καρδίτσας, Ερμίτση Καρδίτσας, Αλμυρού Μαγνησίας και Πολυνερίου Φαρσάλων και δραστηριοποιείται κατά τα ανωτέρω ήδη από το έτος 1991. Η δεύτερη εκκαλούσα-ενάγουσα συνεστήθη νόμιμα το έτος 2005 με απορρόφηση και εισφορά σε αυτή των κλάδων εκκοκκίσεως και εμπορίας βάμβακος, που αποσχίσθηκαν από τις εταιρίες "BELCOT Α.Ε." και " ΒΙΒΑΤΟΜ Α.Ε.", οι οποίες λειτουργούσαν από τα έτη 1997 και 2001 αντιστοίχως και διατηρούσαν εκκοκκιστικές μονάδες στη Νιγρίτα Σερρών η πρώτη και στη Ρεματιά Φαρσάλων και Νέα Πέλλα η δεύτερη.

Οι επιχειρήσεις αυτές είναι εποχιακές με περίοδο λειτουργίας από τις αρχές Οκτωβρίου έως τέλη Δεκεμβρίου κάθε έτους. Από τη σύστασή τους οι εταιρίες αυτές χρηματοδοτούνταν για τις ανάγκες λειτουργίας τους αποκλειστικά από την εναγομένη Τράπεζα, που ήδη τελεί υπό ειδική εκκαθάριση, συνάπτοντας μαζί της συμβάσεις πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και παρέχοντας τις ανάλογες εμπράγματες εξασφαλίσεις.

Ειδικότερα, κατά την έναρξη της εκκοκκιστικής περιόδου έτους 2002 είχαν συναφθεί η υπ' αριθμ. ....2002 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, ποσού 53.684.600 ευρώ, που αυξήθηκε με την από 30.9.2004 πρόσθετη πράξη σε 63.684.600 ευρώ προς την πρώτη ενάγουσα, η υπ' αριθμ. ....2002 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, ποσού 11.232.000 ευρώ προς την εταιρία "BELCOT Α.Ε." και η υπ' αριθμ. ....2002 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, ποσού 15.060.000 ευρώ, που με τις από 22.10.2003 και 1.10.2004 πρόσθετες πράξεις μειώθηκε σε 9.100.000 και 6.000.000 ευρώ αντιστοίχως προς την εταιρία "ΒΙΒΑΤΟΜ Α.Ε.", προς την οποία είχε επίσης χορηγηθεί με την υπ' αριθμ. ....2002 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου ύψους 735.000 ευρώ για αγορά μηχανημάτων του εργοστασίου εκκοκκίσεως βάμβακος.

Οι ανωτέρω πιστώσεις ανοίχθηκαν με σκοπό να χρησιμοποιηθούν από τις πιστούχους για την πληρωμή της εμπορικής αξίας συσπόρου βάμβακος και την έκδοση εγγυητικών επιστολών, όπως αναγράφεται στις συμβάσεις αυτές. Στα πλαίσια των εν λόγω συμβάσεων και γενικότερα της συνεργασίας των μερών, η εναγομένη Τράπεζα χορηγούσε πάντοτε στις ως άνω εταιρίες εγγυητικές επιστολές ενάρξεως - καλής λειτουργίας και προκαταβολών από τις οποίες οι πρώτες αφορούσαν την φερεγγυότητα των εκκοκκιστικών μονάδων και οι δεύτερες εγγυήσεις ότι θα πληρωθούν οι παραγωγοί (κοινοτική ενίσχυση από τον ΟΠΕΚΕΠΕ και εμπορική αξία) για την ποσότητα βάμβακος που παρέδιδαν στα εκκοκκιστήρια.

Η προκατάθεση των ανωτέρω εγγυητικών επιστολών στον αρμόδιο οργανισμό ελέγχου (ΟΠΕΚΕΠΕ) αποτελούσε μέχρι και την εκκοκκιστική περίοδο του έτους 2005 απαραίτητη από το νόμο προϋπόθεση, σύμφωνα με σχετική κοινή υπουργική απόφαση που εκδιδόταν κάθε έτος, για τη λειτουργία των πιο πάνω μονάδων, διότι διαφορετικά αυτές δεν επιτρεπόταν να αγοράσουν σύσπορο βαμβάκι από τους αγρότες παραγωγούς, με συνέπεια να τίθενται εκτός λειτουργίας.

Η προϋπόθεση αυτή έπαυσε να ισχύει από την επομένη εκκοκκιστική περίοδο του έτους 2006 δυνάμει της υπ' αριθμ. 34395/28.2.2006 ΚΥΑ των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, ήταν δε ήδη γνωστό σε όσους εμπλέκονταν στη δραστηριότητα της εκκοκκίσεως βάμβακος ότι επίκειται η ανωτέρω νομοθετική μεταβολή.

Οι ανωτέρω εταιρίες από την ίδρυσή τους είχαν αξιόλογη και ανοδική πορεία στον τομέα δραστηριότητάς τους με κύκλο εργασιών, κατά την περίοδο 2003-2004,49.578.878 ευρώ η πρώτη ενάγουσα και 4.158.493 ευρώ η εταιρία "BELCOT Α.Ε." καταλαμβάνοντας ως όμιλος την πρώτη θέση ανάμεσα σε 34 συνολικά δραστηριοποιούμενες στο χώρο αυτό εταιρίες και κατέχοντας το 10% της ελληνικής αγοράς.

Μάλιστα, η πρώτη ενάγουσα εταιρία κατέχει συνεχώς την πρώτη Θέση μεταξύ των ανταγωνιστριών εταιριών από άποψη κύκλου εργασιών από την περίοδο 1997-1998 και από άποψη αξίας παγίων και συνόλου ενεργητικού από την περίοδο 1998-1999, ενώ η εταιρία "BELCOT Α.Ε." ανήλθε στην τρίτη Θέση από άποψη παγίων και αξίας ενεργητικού.

Τα καθαρά προ φόρων κέρδη αυτών δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλα, αφού κατά τις περιόδους των ετών 2001-2002, 2002-2003 και 2003-2004 ανήλθαν για την πρώτη ενάγουσα σε 1.567.530 ευρώ, 815.302 ευρώ και 1.007.861 ευρώ αντιστοίχως και για την εταιρία "BELCOT Α.Ε." σε 144.876 έυρώ και 67.500 ευρώ για τις δύο πρώτες περιόδους, με ζημίες 449.769 ευρώ για την τελευταία περίοδο.

Όμως, όλες οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στο χώρο αυτό εμφανίζουν είτε μικρά προ φόρων κέρδη είτε ζημίες, ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι η πρώτη ενάγουσα από ζημίες που κυμαίνονταν από 1.512.523 ευρώ την περίοδο 1997-1998 έως 3.489.913 ευρώ την περίοδο 2000-2001 (πλην της περιόδου 1999-2000 που εμφάνισε κέρδη 1.222.536 ευρώ) κατάφερε να εμφανίσει κέρδη κατά την τελευταία τριετία, όπως προαναφέρθηκε.

Για την περίοδο 2004-2005 τα εκτιμώμενα προ φόρων κέρδη του ομίλου ανέρχονταν σε 1.601.000 ευρώ. Κατά την παραγωγική περίοδο απασχολούνται στα εκκοκκιστήρια συνολικά 500 περίπου άτομα, ενώ το μόνιμο προσωπικό ανέρχεται σε 70 άτομα. Η χορήγηση των ανωτέρω εγγυητικών επιστολών, ως εκ του προαναφερθέντος σκοπού για τον οποίον χορηγούντο, ενείχε πολύ χαμηλό κίνδυνο κατάπτωσης για την εναγομένη Τράπεζα, ουδέποτε δε καθ' όλη τη διάρκεια συνεργασίας των εναγουσών με την εναγομένη είχε ανακύψει τέτοιο ζήτημα.

Ήδη από το έτος 2002, λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζαν οι εταιρίες, που είχαν ως συνέπεια να καταβάλλουν μεν τα τοκοχρεωλύσια των μακροπρόθεσμων υποχρεώσεων τους προς την εναγομένη Τράπεζα και τους τόκους επί των βραχυπρόθεσμων οφειλών τους, αλλά να μην μειώνουν τα υπόλοιπα των βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεών τους με την καταβολή μέρους του κεφαλαίου προς αυτήν, είχαν γίνει διαδοχικές ρυθμίσεις (παρατάσεις) του χρόνου καταβολής των βραχυπρόθεσμων οφειλών, έναντι προσθέτων εγγυήσεων παροχής ενεχύρου επί του εκκοκκισμένου βάμβακος και των λογαριασμών όψεως που ετηρούντο στην εναγομένη Τράπεζα.

Παράλληλα συμφωνήθηκε στις 30.9.2004 με πρόσθετες πράξεις στις υπ' αριθμ. ... και ....2002 ανωτέρω συμβάσεις πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, που είχαν καταρτισθεί με την πρώτη ενάγουσα και την εταιρία "BELCOT Α.Ε.", ότι οι ανωτέρω συμβάσεις Θα λειτουργούν μόνο πιστωτικά (δεν θα γίνονταν νέες χορηγήσεις κεφαλαίων από την εναγομένη Τράπεζα), εκτός από την έκδοση των εγγυητικών επιστολών προς ΟΠΕΚΕΠΕ, με προφανή σκοπό τη μείωση του χρεωστικού καταλοίπου, ενώ ο εκπρόσωπος των ανωτέρω εταιριών, αρχικά τρίτος ενάγων, ανέλαβε και ατομικά την υποχρέωση μείωσης του βραχυπρόθεσμου δανεισμού των πιο πάνω εταιριών κατά 3.200.000 ευρώ μέχρι 30.12.2004 και 10.000.000 ευρώ μέχρι 30.4.2005.

Για το λόγο αυτό ο εκπρόσωπος των εταιριών εξέδωσε δύο ισόποσες επιταγές εις διαταγήν της εναγόμενης Τράπεζας, από τις οποίες καταβλήθηκε μέρος της πρώτης, ύψους 625.000 ευρώ και αντικαταστάθηκε με άλλη επιταγή ποσού 2.575.000 ευρώ με ημερομηνία έκδοσης 30.4.2005. Οι επιταγές αυτές δεν πληρώθηκαν και η Τράπεζα προχώρησε σε σφράγιση στις 9.5.2005.

Στις 15.9.2005 οι ενάγουσες εταιρίες δια του νομίμου εκπροσώπου τους υπέβαλαν εγγράφως αίτημα προς τη διεύθυνση μεγάλων πελατών της εναγομένης Τράπεζας, με το οποίο ζητούσαν αφενός τηv εκ νέου αναδιάρθρωση των βραχυπρόθεσμων και ληξιπρόθεσμων δανείων τους, ύψους 38.588.000 ευρώ και 4.300.000 ευρώ αντιστοίχως με δεκαετή αποπληρωμή τους, αφετέρου τη χορήγηση εγγυητικών επιστολών έναρξης και καλής λειτουργίας, ύψους 3.600.000 ευρώ, δηλαδή 400.000 ευρώ για κάθε εκκοκκιστήριο (εννέα συνολικά) και εγγυητικών επιστολών προκαταβολών ύψους 50.000.000 ευρώ, προσφέροντας προς περαιτέρω εξασφάλιση της Τράπεζας πέραν των μέχρι τότε εγγυήσεων για τις προηγούμενες χρηματοδοτήσεις, και ενέχυρο επί 6.441.120 ανώνυμων μετοχών της δεύτερης ενάγουσας των απορροφηθεισών από αυτή εταιριών, που ήταν εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών και 8.258.470 μετοχών της εισηγμένης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΛΩΣΤΗΡΙΑ ΝΑΟΥΣΗΣ Α.Ε.", που υπήρχαν στο χαρτοφυλάκιο της πρώτης ενάγουσας.

Ήδη πριν την υποβολή του αιτήματος είχαν λάβει χώρα σχετικές συζητήσεις μεταξύ των μερών αναφορικά με το ζήτημα της αναδιάρθρωσης των όρων των βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων των εταιριών προς την εναγομένη Τράπεζα και στα πλαίσια αυτά υποβλήθηκε με υπόδειξη των οργάνων αυτής μελέτη από τον ανεξάρτητο οίκο GRANT THORNTON σχετικά με τη βιωσιμότητα των εταιριών του ομίλου.

Το εν λόγω αίτημα τέθηκε υπόψη του αρμοδίου οργάνου της πρώτης εναγομένης Τράπεζας και συγκεκριμένα του Γενικού Συμβουλίου Χορηγήσεων, στο οποίο μετείχε και ο αρχικά δεύτερος εναγόμενος, διοικητής της Τράπεζας, ως Πρόεδρος αυτού. Το όργανο αυτό συνεδρίασε στις 29 Σεπτεμβρίου 2005 για να αποφασίσει επί του ανωτέρω αιτήματος, αρμόδιος δε εισηγητής προς τούτο ορίσθηκε ο υπεύθυνος λογαριασμού Ι.

Σ. Στην εισήγησή του αυτή, την οποία υπογράφουν επίσης ο διευθυντής και ο υποδιευθυντής της διευθύνσεως μεγάλων πελατών της εναγομένης, Χ. Σ. και Δ. Σ. αντιστοίχως, ο τελευταίος δε εξετάσθηκε πρωτοδίκως ως μάρτυρας, ο ανωτέρω εισηγητής διαπιστώνει τα εξής κρίσιμα για τη λήψη απόφασης επί της ανωτέρω αιτήσεως στοιχεία:

α) ότι οι συνολικές (μακροπρόθεσμες και βραχυπρόθεσμες) οφειλές των δύο πρώτων εναγουσών από την μέχρι τότε χρηματοδότησή τους από την Τράπεζα ανέρχονται στο ποσό των 67.030.479 ευρώ, από το οποίο ποσό 4.258.668 ευρώ (2.961.932 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα, 813.285 ευρώ για την εταιρία "BELCOT Α.Ε." και 483.451 ευρώ για την εταιρία "ΒΙΒΑΤΟΜ Α.Ε.") αφορά ληξιπρόθεσμες οφειλές και το υπόλοιπο άληκτες, β) ότι η εμπορική αξία των πέντε από τα εννέα εκκοκκιστήρια, επί των οποίων η εναγόμενη Τράπεζα είχε εγγράψει υποθήκες, εκτιμήθηκε σε 11.310.000 ευρώ και των λοιπών τεσσάρων εκτιμάται σε 9.000.000 ευρώ, γ) ότι οι μακροπρόθεσμες οφειλές τους και οι τόκοι των βραχυπρόθεσμων οφειλών εξυπηρετούντο κανονικά μέχρι το Μάρτιο 2005, οι δε ως άνω ληξιπρόθεσμες οφειλές προέκυψαν από τη δόση της 31.3.2005 και μετά, δ) ότι οι δύο πρώτες ενάγουσες δεν τήρησαν τη δέσμευση που απέρρεε από προηγούμενη συμβατική ρύθμιση των χρεών τους να μειώσουν τις βραχυπρόθεσμες οφειλές τους κατά 3.200.000 ευρώ μέχρι 31.12.2004 και κατά 10.000.000 ευρώ μέχρι 30.4.2005, παρά μόνο κατά 625.000 ευρώ, οι δε εκδοθείσες προς εξασφάλιση της πιο πάνω υποχρέωσης τραπεζικές επιταγές ποσού 2.575.000 ευρώ και 10.000.000 ευρώ, έκδοσης του τρίτου ενάγοντος ατομικά, σφραγίσθηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων προς πληρωμή.

Γίνεται, επίσης, μνεία στην εισήγηση ότι η μείωση των βραχυπρόθεσμων οφειλών κατά 10.000.000 ευρώ δεν κατέστη δυνατή λόγω αδυναμίας εισπράξεως απαιτήσεων από την εταιρία "ΚΛΩΣΤΗΡΙΑ ΝΑΟΥΣΗΣ Α.Ε." έναντι των οποίων η πρώτη ενάγουσα υποχρεώθηκε να αποκτήσει μετοχές αυτής, ε) ότι το μεγαλύτερο μέρος των εγγυητικών επιστολών που είχαν χορηγηθεί επιστράφηκαν κανονικά στο υποκατάστημα Φαρσάλων και αναμένεται η επιστροφή των υπολοίπων, ενώ το υποκατάστημα Φαρσάλων εισέπραξε για την έκδοσή τους προμήθειες της τάξεως των 348.390 ευρώ, στ) ότι οι ενάγουσες έχουν την προπεριγραφείσα κυρίαρχη θέση στον κλάδο που δραστηριοποιούνται, ενώ ο τρίτος ενάγων έχει μακρά παρουσία στο χώρο και ανάλογη εμπειρία, ζ) ότι οι ενάγουσες εμφανίζουν χαμηλά προ φόρων κέρδη κατά την τελευταία τριετία, η) ότι με βάση τις εκτιμήσεις του ανεξάρτητου οίκου GRANT ΤΗΟΡΝΤΟΝ οι εταιρίες είναι βιώσιμες, πλην όμως είναι αβέβαιο εάν σε χρονικό ορίζοντα επταετίας οι ταμειακές ροές θα επιτρέψουν σε αυτές να αποπληρώσουν το σύνολο των υποχρεώσεών τους, ενώ τουλάχιστον για την περίοδο 2005-2006 θα υπάρξει αδυναμία καταβολής του συνόλου των χρεωλυσίων.

Ενόψει των ανωτέρω διαπιστώσεων, ο εισηγητής εισηγήθηκε στο ως άνω Γενικό Συμβούλιο Χορηγήσεων, είτε την καταγγελία των δανειακών συμβάσεων και τη λήψη μέτρων εκ μέρους της εναγομένης Τράπεζας, λύση που θα είχε ως συνέπεια τη λογιστικοποίηση των επισφαλειών και την είσπραξή μικρού μέρους των απαιτήσεων μέχρι την αξία των υποθηκευμένων παγίων στοιχείων, είτε την ανανέωση των πιστοδοτικών ορίων για ένα ακόμη έτος μέχρι τις 30.9.2006, τα οποία θα λειτουργούν μόνο πιστωτικά, με εξαίρεση τα όρια για την ταυτόχρονη έκδοση των απαιτούμενων εγγυητικών επιστολών καλής λειτουργίας, ύψους 300.000 ευρώ για κάθε εκκοκκιστήριο και προκαταβολών ύψους 50.000.000 ευρώ.

Αυτή η τελευταία ενέργεια της Τράπεζας περιγράφεται από τον εισηγητή ως αυτονόητη προϋπόθεση για την περίπτωση επιλογής της δεύτερης λύσης, γεγονός απόλυτα εύλογο, διότι μόνο αν οι ενάγουσες εταιρίες ασκούσαν την παραγωγική τους δραστηριότητα κατά την τρέχουσα εκκοκκιστική περίοδο θα μπορούσαν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους έναντι της εναγομένης, αφού η λειτουργία τους προϋπέθετε την έκδοση των εγγυητικών επιστολών.

Διαφορετική αντιμετώπιση του ζητήματος, δηλαδή μη έκδοση των εγγυητικών επιστολών, θα καθιστούσε άνευ νοήματος την επιλογή της ανανέωσης των δανειακών συμβάσεων για περαιτέρω χρόνο, διότι ούτε οι ενάγουσες θα μπορούσαν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους προς την Τράπεζα και ειδικότερα να καταβάλουν τις ληξιπρόθεσμες προς αυτήν οφειλές τους, αφού δεν Θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ούτε η Τράπεζα θα μπορούσε να προσδοκά σε οποιοδήποτε όφελος από την ανανέωση αυτή, οπότε μόνο η καταγγελία των δανειακών συμβάσεων και η λήψη εξαναγκαστικών μέτρων σε βάρος των εναγουσών με όλα τα μειονεκτήματα της σχετικής επιλογής θα ήταν η ενδεδειγμένη λύση.

Μάλιστα, στους συνημμένους στην πιο πάνω εισήγηση πίνακες εκτιμήσεως πιστωτικού κινδύνου πελάτη, η εκτιμώμενη ζημία από τη χορήγηση των ανωτέρω εγγυητικών επιστολών προκαταβολής, ύψους 50.000.000 ευρώ (40.000.000 ευρώ στην πρώτη ενάγουσα και 5.000.000 ευρώ για καθεμία από τις εταιρίες "BELCOT Α.Ε." και "ΒΙΒΑΤΟΜ Α.Ε.") ορίζεται μηδενική.

Στη συνέχεια το Γενικό Συμβούλιο Χορηγήσεων της Τράπεζας με την υπ' αριθμ. ....2005 ομόφωνη απόφασή του αποφάσισε την επιλογή της δεύτερης λύσης, δηλαδή την ανανέωση του χρόνου λήξης των βραχυπρόθεσμων χρηματοδοτήσεων των πιο πάνω εταιριών μέχρι 30.9.2006 που θα λειτουργούν μόνο πιστωτικά, υπό την προϋπόθεση ότι προηγουμένως θα κατατεθεί το ποσό των 4.000.000 ευρώ σε πίστωση των βραχυπρόθεσμων οφειλών τους, χωρίς να αποφανθεί συγχρόνως και για την ικανοποίηση του αιτήματος χορήγησης των εγγυητικών επιστολών.

Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στο υποκατάστημα Φαρσάλων που εξέδιδε τις εγγυητικές επιστολές μόλις στις 25.10.2005 με το υπ' αριθμ. ....2005 έγγραφο της Διευθύνσεως μεγάλων πελατών της Τράπεζας στον δε τρίτο ενάγοντα, ως εκπρόσωπο του ομίλου των εταιριών, στις 8.11.2005. Ήδη όμως από 12.10.2005 η Περιφερειακή Διεύθυνση Θεσσαλίας με τα υπ' αριθμ. ...

και ....2005 έγγραφά της προς τις ενάγουσες είχε τάξει προθεσμία δύο ημερών, μέχρι 14.10.2005, για την κατάθεση των φακέλων φερεγγυότητας, κατάθεση που δεν έλαβε χώρα, αφού δεν εκδόθηκαν οι εγγυητικές επιστολές εκ μέρους της Τράπεζας ούτε είχαν δοθεί από αυτή οδηγίες στο υποκατάστημα Φαρσάλων για τις προϋποθέσεις εκδόσεώς τους.

Συνέπεια αυτού ήταν η αδυναμία λειτουργίας των εκκοκκιστηρίων των εναγουσών και τον εκτοπισμό τους από την παραγωγική λειτουργία κατά την ανωτέρω εκκοκκιστική περίοδο, αφού λόγω της μικρής διάρκειας αυτής που είχε ήδη αρχίσει και της παρόδου της ταχθείσας από την αρμόδια κρατική υπηρεσία προθεσμίας για την προσκόμιση των φακέλων φερεγγυότητας, ως εκ του χρόνου αποστολής του ανωτέρω εγγράφου στο υποκατάστημα Φαρσάλων, ήταν αδύνατη η προσφυγή των εναγουσών σε οποιοδήποτε άλλο πιστωτικό ίδρυμα για την έκδοση των αναγκαίων για τη λειτουργία τους εγγυητικών επιστολών.

Μάλιστα, λίγες ημέρες πριν, στις 10.10.2005, υπήρξε μείωση των ληξιπρόθεσμων οφειλών των πιο πάνω εταιριών κατά 1.474.675,77 ευρώ και κατά 66.557.646 γιεν Ιαπωνίας (JPY), με χρέωση των λογαριασμών των ομίλων. Η ως άνω συμπεριφορά της εκκαλούσας Τράπεζας, δηλαδή η χωρίς εύλογη αιτία παράλειψή της να χορηγήσει τις απαιτούμενες για τη λειτουργία των εκκοκκιστηρίων των εναγουσών εταιριών εγγυητικές επιστολές με το να μην αποφανθεί σχετικά στην υπ' αριθμ. ....2005 απόφαση του αρμοδίου οργάνου, συνιστά συμπεριφορά που αντίκειται στα χρηστά ήθη, καθώς επιλέγει ως πιστωτικό ίδρυμα να αναδιαρθρώσει τους όρους του βραχυπρόθεσμου δανεισμού πελάτη του, παρέχοντας περαιτέρω προθεσμία εξόφλησης, ενώ ταυτοχρόνως του στερεί τη δυνατότητα λειτουργίας και συνακόλουθα αποπληρωμής των χρεών του, δεδομένου ότι αφενός η έκδοση των εγγυητικών επιστολών προς τις ενάγουσες απαιτείτο ως αναγκαίος όρος της λειτουργίας τους για τελευταία φορά, λόγω επικείμενης αλλαγής της νομοθεσίας, αφετέρου η ως άνω απόφαση της Τράπεζας περιήλθε σε γνώση του εκπροσώπου των εναγουσών σε τέτοιο χρόνο που στερούσε από αυτές κάθε δυνατότητα εύρεσης εναλλακτικής λύσης.

Η εκκαλούσα Τράπεζα γνώριζε δια των εκπροσώπων της ότι η παράλειψη ικανοποίησης του αιτήματος των εναγουσών εταιριών, με τις οποίες είχε πολυετή και μάλιστα αποκλειστική συνεργασία από την ίδρυση της πρώτης και των απορροφηθεισών από τη δεύτερη εταιριών, θα είχε ως συνέπεια την αδυναμία λειτουργίας τους κατά την εκκοκκιστική περίοδο του έτους 2005 που είχε ουσιαστικά αρχίσει και την συνακόλουθη πρόκληση ζημίας από την παύση της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας και τον εκτοπισμό τους από τη σχετική αγορά, στην οποία κατείχαν την πρώτη θέση και παρά ταύτα ενέμεινε στη συμπεριφορά της.

Ο ισχυρισμός της Τράπεζας, με σχετική αναφορά και στην κατάθεση του μάρτυρά της, ότι η παράλειψη χορήγησης των εγγυητικών επιστολών οφείλεται στα προαναφερθέντα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι ενάγουσες εταιρίες ως προς την πληρωμή των βραχυπρόθεσμων οφειλών τους και την αδυναμία μείωσης του ύψους αυτών, που είχε ως συνέπεια τη σφράγιση των επιταγών εκδόσεως του τρίτου ενάγοντος, δεν κρίνεται πειστική, αφού, παρά τη σχετική εισήγηση, στην απόφαση του Γενικού Συμβουλίου Χορηγήσεων δεν διαλαμβάνεται κάτι τουλάχιστον ρητά για τους όρους χορήγησης των εγγυητικών επιστολών, ενώ τα οικονομικά προβλήματα των εταιριών του ομίλου ήταν σε γνώση του αρμοδίου οργάνου της Τράπεζας κατά τη λήψη της απόφασής του, διαλαμβάνονταν δε με κάθε λεπτομέρεια στην εισήγηση.

Για το λόγο αυτό δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 809 Α.Κ., την οποία αβασίμως επικαλείται η Τράπεζα, που προϋποθέτει άγνοια της αφερεγγυότητας του δανειολήπτη από το δανειστή, γεγονός που δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.

Από την πιο πάνω περιγραφόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των εκπροσώπων της εναγομένης Τράπεζας οι ενάγουσες εταιρίες υπέστησαν ηθική βλάβη, καθώς δεν κατέστη δυνατό να λειτουργήσουν τα εκκοκκιστήρια κατά τη συγκεκριμένη εκκοκκιστική περίοδο, η οποία σημειωτέον διαρκεί από τις αρχές Οκτωβρίου έως τέλη Δεκεμβρίου κάθε έτους, αναγκασθείσες να διακόψουν αιφνιδιαστικά την επιχειρηματική τους δραστηριότητα. Επλήγη η φήμη των νομικών προσώπων αυτών, καθώς, λόγω και της προνομιακής Θέσης τους στην εμπορία βάμβακος, έγινε γνωστή στους οικείους εμπορικούς κύκλους η διακοπή της δραστηριότητάς τους για το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και προκλήθηκε δυσμενής αντίκτυπος στο χώρο αυτό εις βάρος τους. Ήδη, όμως, κατά τον ίδιο χρόνο, είχε δημιουργηθεί πρόβλημα στη φερεγγυότητα των εταιριών, ενόψει και των υψηλών χρεών που τις βάρυναν και που προφανώς αυτές δεν μπορούσαν να καλύψουν, γεγονός που επηρέαζε αρνητικά και τη φήμη τους και ήγειρε αμφιβολίες για τη δυνατότητα διατήρησης της προνομιακής θέσης τους στον εκκοκκιστικό κλάδο. Την προηγούμενη, μάλιστα, εκκοκκιστική περίοδο 2004-2005 τα εκτιμώμενα προ φόρων κέρδη του ομίλου ανέρχονταν, όπως προεκτέθηκε, σε 1.601.000 ευρώ.

Εξάλλου συγκεκριμένη ζημία από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης Τράπεζας δεν υπέστησαν οι ενάγουσες, τα δε επιμέρους αγωγικά κονδύλια αποζημίωσης για κάθε εταιρία έχουν ήδη απορριφθεί αμετάκλητα. Δεν αποδείχθηκε, επίσης, ότι η επικαλούμενη αδυναμία επανένταξης των εναγουσών στη σχετική εμπορική αγορά συνδέεται αιτιωδώς με την πιο πάνω αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων της εναγομένης.

Με βάση τα ανωτέρω, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που οι ενάγουσες εταιρίες υπέστησαν, ενόψει των ειδικών περιστάσεων της αδικοπραξίας που αποδείχθηκαν και ειδικότερα του είδους και της βαρύτητας της αδικοπραξίας, του βαθμού του πταίσματος (δόλου) των εκπροσώπων της εναγομένης, των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, της έκτασης των συνεπειών αυτής της αναστάτωσης που προκλήθηκε στην εν γένει εμπορική δραστηριότητα των εναγουσών για τη συγκεκριμένη εκκοκκιστική περίοδο, της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, πρέπει να επιδικαστεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στην πρώτη ενάγουσα εταιρία εύλογη χρηματική ικανοποίηση ποσού 100.000 ευρώ και στη δεύτερη ενάγουσα 80.000 ευρώ.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επιδικάζοντας με την προσβαλλόμενη απόφαση τα ποσά των 1.000.000 ευρώ και 750.000 ευρώ αντιστοίχως ως χρηματική ικανοποίηση, έσφαλε στην κρίση του ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 932 Α.Κ., σύμφωνα με τα βάσιμα αναφερόμενα στην έφεση της εναγομένης Τράπεζας. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η από 16.2.2009 έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Πρέπει, επίσης, να γίνει δεκτή η από 25.7.2008 έφεση της εναγομένης Τράπεζας ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το κεφάλαιο επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης στις ενάγουσες εταιρίες. Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό (....) και ερευνηθεί εκ νέου η αγωγή κατά την ίδια έκτασή της, πρέπει αυτή να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη (.....) και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης Τράπεζας να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα 100.000 ευρώ και στη δεύτερη ενάγουσα 80.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο με το να επιδικάσει τα ως άνω ποσά στις εταιρείες "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΕΚΚΟΚΙΣΤΗΡΙΑ ΑΒΕΕ" και 2) "... TEXTILES ΒΑΜΒΑΚΙ ΝΗΜΑ ΥΦΑΣΜΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ ΑΒΕΕ", ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την προκληθείσα από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης τράπεζας, συμμορφούμενο με την υπ' αρ. 10/2017 απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 932ΑΚ με κριτήρια αντικειμενικά, αντλούμενα από το σκοπό του κανόνα δικαίου στον οποίο περιέχεται και στα οποία υπόκειται με έμμεση εφαρμογή και η αρχή της αναλογικότητας, την οποία δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο δεν υπερτερούν ούτε υπολείπονται καταφανώς εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Ειδικότερα, τα παραπάνω ποσά δεν είναι υπέρμετρα μεγάλα λαμβανομένων υπόψη των ανελέγκτως δεκτών γενόμενων από το Εφετείο ότι: α) οι ενάγουσες εταιρείες είχαν αξιόλογη ανοδική πορεία από την ίδρυσή τους στον τομέα της δραστηριότητάς τους, κατέχοντας η πρώτη εξ αυτών συνεχώς την πρώτη θέση μεταξύ των ανταγωνιστριών εταιρειών από άποψη κύκλου εργασιών από την περίοδο 1997-1998 και από άποψη αξίας παγίων και συνόλου ενεργητικού από την περίοδο 1998-1999, ενώ η εταιρεία "BELCOT AE", καθολική διάδοχος της οποίας είναι η δεύτερη ενάγουσα, ανήλθε στην τρίτη θέση από άποψη παγίων και αξίας ενεργητικού, β) για την περίοδο 2004-2005 τα εκτιμώμενα προ φόρων κέρδη του ομίλου των εναγουσών ανέρχονταν σε 1.601.000 ευρώ, γ) κατά την παραγωγική περίοδο απασχολούσαν στα εκκοκκιστήρια των εναγουσών περί τα 500 άτομα περίπου, ενώ το μόνιμο προσωπικό ανερχόταν σε 70 άτομα και δ) λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των προστηθέντων της εναγομένης τράπεζας δεν κατέστη δυνατό για τις ενάγουσες να λειτουργήσουν τα εκκοκκιστήρια κατά τη συγκεκριμένη εκκοκκιστική περίοδο που διαρκούσε από τις αρχές Οκτωβρίου έως το τέλος Δεκεμβρίου του έτους 2005, με αποτέλεσμα αυτές να αναγκαστούν να διακόψουν αιφνιδίως την επιχειρηματική τους δραστηριότητα στο διάστημα αυτό και να πληγεί η φήμη τους, καθώς τούτο έγινε γνωστό στους οικείους εμπορικούς κύκλους και προκλήθηκε δυσμενής αντίκτυπος στο χώρο αυτό εις βάρος τους.

Περαιτέρω, τα ίδια ως άνω ποσά δεν είναι υπέρμετρα μικρά, λαμβανομένων υπόψη των μη αντιφατικών προς τα ανωτέρω παραδοχών του Εφετείου ότι : α) κατά τον κρίσιμο χρόνο είχε ήδη δημιουργηθεί πρόβλημα φερεγγυότητας των εναγουσών εταιρειών, λόγω και των υψηλών χρεών που τις βάρυναν και που προφανώς δεν μπορούσαν να καλύψουν, γεγονός που επηρέαζε αρνητικά τη φήμη τους και καθιστούσε αμφίβολη τη διατήρηση στο μέλλον της προνομιακής θέσης τους στον εκκοκκιστικό κλάδο και β) η επικαλούμενη από τις ενάγουσες αδυναμία επανένταξής τους στη σχετική εμπορική αγορά δεν συνδέεται αιτιωδώς με την συγκεκριμένη αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων της εναγομένης τράπεζας.

Επομένως, οι από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ παραπάνω αντίθετοι λόγοι των κρινόμενων αναιρέσεων, καθώς και ο από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της από 3-12-2020 αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες, αντίστοιχα, υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να διαταχθεί η εισαγωγή των αντίστοιχων παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας των αναιρεσειουσών (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης στην από 30-11-2020 αναίρεση, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειουσών, λόγω της ήττας αυτών, ενώ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων στην από 3-12-2020 αναίρεση, που δεν κατέθεσαν προτάσεις πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας αυτής (άρθρα 176, 182, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις από 30-11-2020 και 3-12-2020 αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αρ. 5973/2018 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ι. Επί της από 30-11-2020 αίτησης αναίρεσης:

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση αναίρεσης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείουσες.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΙΙ. Επί της από 3-12-2020 αίτησης αναίρεσης :

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση αναίρεσης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης