Legislator Case Law & Legislation
2101/2022 AI generated

Appeal dismissed for inadmissibility as it attacks uncontrollable facts and lacks specific grounds under Article 560.6 of the Code of Civil Procedure.

Case Number 2101/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal as inadmissible because the appellant's arguments attacked uncontrollable facts and the lower court's substantive judgment. The appellant claimed the single-instance court arbitrarily rejected evidence regarding Saturday work and overtime without specific reasoning, despite the lower court having already accepted the employer's full payment defense. The court ruled that since the contested issues fell outside the scope of appellate review, the appeal lacked the specific grounds required by Article 560.6 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560.6, 577.3 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it attacks uncontrollable facts or lacks specific grounds as required by Article 560.6, particularly when the contested issues fall outside the scope of appellate review.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal uncontrollable facts Article 560.6 appellate review scope specific grounds requirement substantive judgment labor dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 416 of the Civil Code
Article 560 paragraph 6 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2101 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2101/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Μαρία Χασιρτζόγλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ατομικώς και με την ιδιότητα του νόμιμου εκπροσώπου της ατομικής επιχείρησης με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ..., και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλέξανδρου Κατσιφού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Λ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νίκου Νικολόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-10-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1629/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 12771/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-11-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία Χασιρτζόγλου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 28.11.2019 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών 105104/160/2019 αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) γι' αυτό και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με την ως άνω αίτηση προσβάλλεται η 12771/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και με την οποία έγινε δεκτή η έφεση του αναιρεσείοντος και κατ' ουσίαν, εξαφανίστηκε η 1629/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών και έγινε μερικώς δεκτή, για το ποσό 6.975,45 ευρώ, η από 5.10.2017 αγωγή της αναιρεσίβλητης για αξιώσεις της από τη μεταξύ τω διαδίκων σύμβαση εργασίας.

Από τη διάταξη του άρθρου 416 του ΑΚ, που ορίζει ότι η ενοχή αποσβέννυται με καταβολή, συνάγεται ότι στοιχεία της ενστάσεως εξοφλήσεως είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής. Επομένως, για να είναι σαφής και ορισμένη, ειδικότερα, η υποβαλλόμενη από τον εναγόμενο εργοδότη ένσταση εξοφλήσεως των πάσης φύσεως αποδοχών και αξιώσεων του εργαζομένου από την σχέση εργασίας, με την επίκληση σχετικών έγγραφων στοιχείων (αποδείξεων πληρωμής, μισθοδοτικών καταστάσεων) περί πληρωμής όλων των απαιτήσεών του, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται κατά τρόπο γενικό το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στον μισθωτό για την εργασία του, εκτός αν πρόκειται για μία και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, αλλά πρέπει να αναφέρονται αναλυτικά και τα επί μέρους ποσά που καταβλήθηκαν για την κάθε μία αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών, γιατί μόνο με αυτές τις διευκρινίσεις είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος και η προστασία έτσι του εργαζομένου από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων που απαγορεύουν τον περιορισμό των δικαιωμάτων του για την απόληψη των ελαχίστων ορίων αποδοχών (άρθρα 3, 174, 679 ΑΚ, 8 του Ν. 2112/1920, 8 παρ. 4 του Ν. 4020/1959).

Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, με τα άρθρα 18 του Ν. 1082/1980 και 20 παρ. 2 του Ν. 1469/1984 (με την οποία παρ. 2 προστέθηκε εδάφιο ε' στο τέλος της παρ. 9 του άρθρου 26 του Α.Ν. 1846/1951) επιβάλλεται στους εργοδότες η υποχρέωση να χορηγούν, εφόσον πρόκειται περί φυσικών ή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού τους, εκκαθαριστικό σημείωμα ή, σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος, ανάλυση μισθοδοσίας.

Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει να απεικονίζονται αναλυτικά οι πάσης φύσεως αποδοχές του προσωπικού, καθώς και οι κρατήσεις που έγιναν σ' αυτές (ΑΠ 1069/2014, 123/2020). Αντικείμενο της αξιώσεως, άρα και της δίκης για αποδοχές μισθωτού είναι οι ακαθάριστες (μικτές) αποδοχές του, δηλαδή εκείνες στις οποίες περιλαμβάνονται και οι κατά νόμο κρατήσεις υπέρ ασφαλιστικών οργανισμών, όπως το ΙΚΑ και το ΤΕΑΜ (άρθρα 26 παρ. 5 α.ν. 1846/1951, 22 και 32 ν. 2084/1997), ο φόρος μισθωτών υπηρεσιών, χαρτόσημο εξοφλήσεως μισθού κλπ.

Ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να παρακρατεί από το μισθό την εργατική εισφορά, που υπολογίζεται στις πραγματικές αποδοχές του εργαζομένου και αποτελεί μέρος αυτών, καθώς και να καταβάλει αυτή στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα εκείνου κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, διαφορετικά βαρύνεται ο ίδιος με την καταβολή σε περίπτωση που δεν εκπληρώσει την υποχρέωση της παρακρατήσεώς τους, δηλαδή ενέχεται πλέον αυτός έναντι του ΙΚΑ.

Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι ο εργοδότης που κατέβαλε ήδη τις εν λόγω εισφορές δεν μπορεί να τις αναζητήσει από τον εργαζόμενο. Τα ποσά, τα οποία ο εργοδότης πρέπει κατά νόμο να παρακρατεί από το μισθό του εργαζομένου και να αποδίδει εμπροθέσμως σε ορισμένους τρίτους, όπως είναι και οι υπέρ του ΙΚΑ ασφαλιστικές εισφορές, περιλαμβάνονται στον από το νόμο ή τη σύμβαση προβλεπόμενο μισθό του εργαζομένου, ο οποίος και αποτελεί αντικείμενο της περί αποδοχών δίκης.

Έτσι, αν ο εργοδότης έχει ήδη εκουσίως ή συνεπεία ΠΕΕ καταβάλει στο ΙΚΑ τις εισφορές για οφειλόμενες σε εργαζόμενο αποδοχές, τούτο στηρίζει την κατά τα ανωτέρω ένσταση καταβολής του άρθρου 416 ΑΚ η οποία είναι αποσβεστική κατά το οικείο ποσό της αξιώσεως του εργαζομένου, για δεδουλευμένες αποδοχές. Αν δεν υποβληθεί τέτοια ένσταση οι εν λόγω ασφαλιστικές εισφορές παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της αποφάσεως (ΑΠ 383/2012) και δεν αποτελούν αντικείμενο της δίκης κατά την οποία ο εργαζόμενος ζητά τη διαφορά μεταξύ των νόμιμων και των καταβληθεισών αποδοχών του (ΑΠ 2126/2007).

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 115 παρ. 3, 256 παρ. 1δ', 591 παρ. 1γ ΚΠολΔ συνάγεται ότι στην ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο. Επί πλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρισθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν.

Απαιτείται, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, προφορική προβολή των ισχυρισμών και αντίστοιχη καταχώρηση στα πρακτικά, τα οποία αποτελούν την πλήρη (και μόνη) απόδειξη ως προς τη συζήτηση και το περιεχόμενο αυτής (ΚΠολΔ 259). Έμμεση συναγωγή της προβολής των ισχυρισμών από το περιεχόμενο είτε των μαρτυρικών καταθέσεων που επακολουθούν, είτε των προτάσεων που κατατίθενται στην έδρα, δεν επιτρέπεται (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 817/2014).

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής του ο αναιρεσείων πλήττει την αναιρεσιβαλλομένη επειδή, παραβιάζοντας κανόνες ουσιαστικού δικαίου αλλά και τα διδάγματα της κοινής πείρας απέρριψε την ένστασή του ότι εξόφλησε τις επίδικες αξιώσεις. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθώς από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και ειδικότερα των πρακτικών συζήτησης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προκύπτει ότι δεν προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, σύμφωνα με το άρθρο 591 περ.

γ ΚΠολΔ, ένσταση εξοφλήσεως κατ' άρθρο 416 ΑΚ, κατά τη συζήτηση της αγωγής. Απαράδεκτος είναι και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσιβαλλομένη πλήττεται επειδή κατά τον υπολογισμό των οφειλομένων έλαβε υπόψη της και επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη μεικτές και όχι καθαρές αποδοχές, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων δεν προέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι απέδωσε τα ανάλογα ποσά των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν την αναιρεσίβλητη στον οικείο ασφαλιστικό φορέα.

Επομένως ορθώς το δικαστήριο επιδίκασε μεικτές αποδοχές, αφού ο αναιρεσείων θα παρακρατήσει τα σχετικά ποσά κατά την εκτέλεση της απόφασης.

Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε, όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε δικαστής του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο δέχτηκε ή δεν δέχτηκε τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.".

Η απαρίθμηση των προαναφερόμενων λόγων αναίρεσης είναι περιοριστική, όπως συνάγεται από τη λέξη "μόνον", και αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1285/2017). Συνακόλουθα οι λόγοι αναίρεσης (4ος και 6ος) που στηρίζονται στον αριθμό 11 του άρθρ. 559 με τους οποίους ο αναιρεσείων αιτιάται την αναιρεσιβαλλομένη α) ότι στήριξε τις ουσιαστικές παραδοχές της για την εργασία της αναιρεσίβλητης τα Σάββατα ως έκτη ημέρα εργασίας στις χειρόγραφες σημειώσεις της τελευταίας και β) επειδή δεν έλαβε υπόψη τις 4250, 4251 και 4252/2019 ένορκες βεβαιώσεις, διότι έκρινε ότι ο αναιρεσείων είχε τη δυνατότητα να εξετάσει τους ενόρκως βεβαιούντες κατά την πρωτόδικη δίκη και δεν το έκανε από βαριά αμέλεια, χωρίς να αιτιολογήσει την κρίση της είναι απαράδεκτοι.

Όπως ορίζει το ισχύον άρθρο 560 αριθμός 5 ΚΠολΔ -το οποίο εννοιολογικώς ταυτίζεται με το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ- ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και κατά αποφάσεων των πρωτοδικείων σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας, εσφαλμένως, τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως 'πράγματα' θεωρούνται οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους στο δικαστήριο της ουσίας, συγκροτούν την ιστορική βάση (και, συνεπώς, θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Οι λόγοι εφέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως αποτελούν 'πράγματα', όταν έχουν αυτοτέλεια δηλ., όταν αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών. 'Πράγματα', υπό την άνω έννοια, δεν είναι τα νομικά επιχειρήματα, που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους, σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου (ΟλΑΠ 3/1997, 25/2003, ΑΠ 517/2019, 737/2020).

Με τον 5ο λόγο της αναίρεσής του ο αναιρεσείων πλήττει την αναιρεσιβαλλομένη επειδή δεν έλαβε υπόψη της την ένστασή του για εξόφληση των αποδοχών και επιδομάτων αδείας των ετών 2012 και 2014. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο αναιρεσείων δεν υπέβαλε ένσταση εξόφλησης οποιουδήποτε από τα αγωγικά κονδύλια, ενώ τα επιχειρήματα με τα οποία υποστηρίζει ότι οι επίδικες αξιώσεις έχουν εξοφληθεί, δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 που αντιστοιχεί στη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Τούτο σημαίνει ότι ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984).

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (πρβλ ΑΠ 572/2009, 630/2019 που αναφέρονται στην αντίστοιχη παράβαση του άρθρου 559 αρ. 19).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης κατά το άρθρο 560 παρ. 6 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει η ως άνω εξαιρετική περίπτωση απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1046/2017).

Με τον 7ο και τελευταίο λόγο της αναίρεσής του ο αναιρεσείων πλήττει την αναιρεσιβαλλομένη επειδή: Παντελώς αυθαίρετα και χωρίς καμία νόμιμη αιτιολογία έκρινε τις ... ένορκες βεβαιώσεις στον Ειρηνοδίκη Αθηνών αλλά και την κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον του Δικαστηρίου ως μη πειστικές ως προς τη λειτουργία της επιχείρησης για την ημέρα του Σαββάτου.

Ότι δεν εξηγεί για ποιον λόγο οι μαρτυρικές καταθέσεις των μαρτύρων μεταξύ των οποίων και εργαζομένης που δεν απασχολείται πια στην επιχείρηση του δεν είναι πειστικές. Ότι χωρίς καμία αιτιολογία κάνει δεκτό το ημερολόγιο που έχει συντάξει η αναιρεσίβλητη και δέχεται άνευ κάποιου άλλου αποδεικτικού μέσου ότι εργαζόταν Σάββατο αλλά και καθημερινά επιπλέον του ωραρίου της.

Ότι δεν υπάρχει καμία συγκεκριμένη αιτιολογία πως καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η αναιρεσίβλητη εργαζόταν πέραν του ωραρίου της και ότι δεν αιτιολογεί για ποιο λόγο δεν κάνει δεκτές τις προσκομισθείσες εξοφλητικές αποδείξεις από τις οποίες αποδεικνύεται ότι έχει εξοφληθεί για τις δεδουλευμένες αποδοχές της και για τα επιδόματα αδείας 2012 και 2014 και για τις αποδοχές μη ληφθείσας άδειας 2019 καθώς και τις αποδοχές ασθενείας.

Ότι δεν αιτιολογεί πως δεν κάνει δεκτό τον ισχυρισμό του περί εξοφλήσεως ης αναιρεσίβλητης, ο οποίος αποδεικνύεται από τις μαρτυρικές καταθέσεις περί του ότι όλοι οι εργαζόμενοι και η αναιρεσίβλητη πληρώνονταν κάθε βδομάδα και δεν υπογράφονταν οι εξοφλητικές αποδείξεις παρά μόνο μήνες μετά, ούτε δεν εξηγεί με ποια κριτήρια απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι η αναιρεσίβλητη δεν εργάστηκε Σάββατο και δεν εργαζόταν επιπλέον του ωραρίου της τέλος ότι η αιτιολογία είναι παντελώς ελλιπής ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού περί πλήρους εξοφλήσεως της αναιρεσίβλητης.

Με το περιεχόμενο αυτό ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, επειδή πλήττει την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση της αναιρεσιβαλλομένης και την εκ μέρους της απόρριψη των επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος. Συνακόλουθα και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, αυτή πρέπει να απορριφθεί.

Συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να καταδικασθεί o αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτής, ως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28.11.2019 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών 105104/160/2019 αίτηση για αναίρεση της 12771/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τoν αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης ποσού χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.-.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2022.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ