Supreme Court dismisses appeal against labor law ruling on unequal treatment of lawyers versus public officials.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision rejecting his claim for equal treatment. The appellant argued that he should receive the same supplements and allowances granted to lawyers employed by local authorities, but the court found his employment conditions and employer differed fundamentally from those of the favored group. Consequently, the court ruled that the distinction was justified and the appeal was inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4 § 1 of the Constitution; The principle of equality before the law does not prohibit differential treatment of employees in distinct categories if the distinction is objectively justified by different working conditions and employer types.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2101 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2101/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, κωλυομένου του Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου Νικόλαο Λεοντή, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα, Χρήστο Βρυνιώτη, και Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Β. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου του Άννας Κουνιάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (Ε.Τ.Ε.Α.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του καταργηθέντος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ" (Τ.Ε.Α.Ι.Τ.), το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Πυργάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-11-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:152/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1551/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-3-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Πάσσος, ανέγνωσε την από 7-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.(Α) Με την διάταξη του άρθ. 4§1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", δεν θεσπίζεται μόνο η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η έναντι αυτών ισότητα του νόμου, με την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, ρυθμίζοντας με τον τρόπο αυτόν τις εν λόγω καταστάσεις ανόμοια, εκτός αν η διαφορετική τους ρύθμιση επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (ΟλΑΠ 11/2008, 31/2007, 3/2006 και 38/2005, ΑΠ 22/2013), μπορεί, όμως, ο νόμος να ρυθμίζει διαφορετικά για όμοιες σχέσεις ή καταστάσεις προσώπων που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες λειτουργών ή υπαλλήλων ή εργαζομένων και δικαιολογείται η διάκριση αυτή, χωρίς να παραβιάζεται έτσι η αρχή της ισότητας (ΟλΑΠ 3/2009).
Κατά συνέπεια, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από την ρύθμιση αυτή κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, συντελείται παραβίαση της αρχής της ισότητας και η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Τα παραπάνω ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικά μισθωτό του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, στην περίπτωση δε που γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση τα δικαστήρια, προς αποκατάσταση της αρχής της ισότητας, επιδικάζουν την παροχή αυτήν και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται με διεύρυνση της εφαρμογής του νόμου που περιέχει την ευμενέστερη ρύθμιση (ΑΠ 955/2014, 587/2011).
Ειδικότερη εκδήλωση της ως άνω κατ' άρθ.4§1 του Συντάγματος αρχής της ισότητας, αποτελεί η καθιερουμένη από το άρθ.22§1 εδ.β' του Συντάγματος αρχή της ίσης, σε σχέση με την αμοιβή, μεταχείρισης των εργαζομένων. Ο κανόνας αυτός προϋποθέτει, ότι οι εργαζόμενοι παρέχουν την ίδια ποιοτικά και ποσοτικά εργασία και εργάζονται κάτω από τις ίδιες, ουσιωδώς, συνθήκες και με τα αυτά προσόντα και δεν εφαρμόζεται επί συγκεκριμένης, με βάση διάταξη νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών σε σχέση με μισθωτούς, οι οποίοι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία, όπως είναι και οι έχοντες διαφορετικό εργοδότη και οι απασχολούμενοι, ως εκ του είδους της εργασίας τους, με διαφορετικούς όρους και απολαβές (ΑΠ 696/2014, 587/2011). (Β) Εξάλλου, σε σχέση με τον τρόπο αμοιβής των δικηγόρων που απασχολούνται με σχέση έμμισθης εντολής και με πάγια περιοδική αμοιβή, με το άρθ.92Α του κυρωθέντος με το ν.δ.3026/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων, το οποίο προστέθηκε με το άρθ.2 ν.1093/1980, όπως αυτό το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθ.12 ν.1816/1988, ορίσθηκε ότι "§1.
Σε περίπτωση που έχει συμφωνηθεί να αμείβεται ο δικηγόρος για τις παρεχόμενες από αυτόν υπηρεσίες μόνο με πάγια περιοδική αμοιβή, τα κατώτατα όρια αυτής καθορίζονται κατά μήνα ως ακολούθως: α) Για δικηγόρο στο Πρωτοδικείο το 15ο μισθολογικό κλιμάκιο. β) Για δικηγόρο στο Εφετείο το 8ο μισθολογικό κλιμάκιο.
γ) Για δικηγόρο στον Άρειο Πάγο το 1ο μισθολογικό κλιμάκιο. §2. Τα κατώτατα όρια αμοιβής της παραπάνω παραγράφου προσαυξάνονται και με τα επιδόματα που καταβάλλονται στους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους σύμφωνα με τις ισχύουσες γι' αυτούς διατάξεις. Για τον καθορισμό του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας υπολογίζεται ο συνολικός χρόνος ασκήσεως του δικηγορικού λειτουργήματος.
§3.Δικηγόροι, οι οποίοι ασκούν καθήκοντα προϊσταμένου νομικής υπηρεσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των καταστατικών, εσωτερικών κανονισμών ή με αποφάσεις αρμόδιων οργάνων, δικαιούνται προσαύξηση 10% στις αποδοχές του μισθολογικού κλιμακίου που ανήκουν...". Περαιτέρω, κατά το άρθ.21 εδ.α' ν.3205/2003 "Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, οι διατάξεις του Μέρους Α' του παρόντος νόμου μπορεί να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και σε προσωπικό του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, που δεν υπάγεται στις διατάξεις του Μέρους αυτού, πλην όμως έχει βαθμολογική ή μισθολογική αντιστοιχία με μόνιμους υπαλλήλους Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, καθώς και σε διαβαθμισμένους κληρικούς και δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής".
Κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής και του άρθ.2 ν.1093/1980 εκδόθηκε η ΚΥΑ 2/8250/0022/2004 (ΦΕΚ Β' 355), που ορίζει ότι "1. Οι δικηγόροι που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας περιοδικής έμμισθης εντολής, στο Δημόσιο, στους Ο.Τ.Α. και στα Ν.Π.Δ.Δ., των οποίων τα κατώτατα όρια αμοιβής καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του Ν.1093/80, όπως τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του αρ. 12 του Ν. 1816/88, κατατάσσονται σε μισθολογικά κλιμάκια, χωρίς περαιτέρω εξέλιξη, ως εξής:
α) Δικηγόροι στο Πρωτοδικείο στο 15ο Μ.Κ. β) Δικηγόροι στο Εφετείο στο 8ο Μ.Κ. γ) Δικηγόροι στον Άρειο Πάγο στο 1ο Μ. Κ. 2. Στους ανωτέρω καταβάλλεται το κίνητρο απόδοσης του άρθρου 12 του Ν.3205/03. 3. Κατά τα λοιπά εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 12 του Ν.1816/88". Με τις παραπάνω διατάξεις ρυθμίζεται, καταρχήν, η μισθολογική κατάσταση των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με σχέση (πάγιας) έμμισθης εντολής στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ και στα ΝΠΔΔ.
Με το άρθρο 21 του ν. 3274/2004 εισήχθη διαφορετική ρύθμιση μόνο για τους δικηγόρους που υπηρετούν με πάγια αντιμισθία στους ΟΤΑ. Ειδικότερα : (1) Με την §2 του ως άνω άρθ.21 ν.3274/2004 αντικαταστάθηκε το άρθρο 245 του ν.1188/1981 "κώδικας προσωπικού ΟΤΑ" που ορίζει πλέον ως προς τους δικηγόρους Δήμων και Ιδρυμάτων ότι (α) με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας των δήμων και των ιδρυμάτων τους μπορεί να συνιστώνται θέσεις δικηγόρων με μηνιαία αντιμισθία (β) με τη διαδικασία της §1 μπορεί να συνιστάται μία (1) θέση δικηγόρου σε δήμους με πληθυσμό μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) κατοίκους και δύο (2) θέσεις σε δήμους με πληθυσμό μέχρι είκοσι χιλιάδες (20.000) κατοίκους, ενώ στους λοιπούς δήμους ο αριθμός των συνιστώμενων θέσεων δικηγόρων καθορίζεται με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας τους, ανάλογα με τις ανάγκες τους. (γ) Οι δικηγόροι, που προσλαμβάνονται σε δήμους ή ιδρύματά τους, παρέχουν τις νομικές τους υπηρεσίες συγχρόνως στους δήμους, στα νομικά πρόσωπα και σε άλλα ιδρύματα των ίδιων δήμων χωρίς να δικαιούνται ιδιαίτερη αμοιβή (ε) Οι απασχολούμενοι, σύμφωνα με τα παραπάνω, δικηγόροι υποχρεούνται σε παροχή υπηρεσίας στο κατάστημα του οικείου ΟΤΑ για χρόνο που ανταποκρίνεται στις εκάστοτε υπάρχουσες υπηρεσιακές συνθήκες, εφόσον δεν παρίσταται ανάγκη παράστασης ενώπιον δικαστικών ή διοικητικών αρχών (2) Επίσης, με την §3 του ίδιου άρθ.21 ν.3274/2004 αντικαταστάθηκε το άρθρο 246 του ν. 1188/1981 "κώδικας προσωπικού ΟΤΑ", το οποίο ορίζει ως προς την αντιμισθία των ούτω προσλαμβανομένων δικηγόρων, ότι (α) Οι διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, όπως ισχύει κάθε φορά, εφαρμόζονται και για τους δικηγόρους των ΟΤΑ με πάγια αντιμισθία (β) η κατά την προηγούμενη παράγραφο πάγια αντιμισθία των δικηγόρων των δήμων, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των ιδρυμάτων τους, όπως αυτή διαμορφώνεται συνολικά κάθε φορά, από τις εκάστοτε ισχύουσες γι' αυτούς διατάξεις, προσαυξάνεται κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) για τους ΟΤΑ με πληθυσμό μέχρι εκατό χιλιάδες κατοίκους και κατά τριάντα τοις εκατό (30%) για τους ΟΤΑ με πληθυσμό άνω των εκατό χιλιάδων κατοίκων, επί του ύψους της παραπάνω αντιμισθίας.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, κατά πρώτο λόγο, ότι στους δικηγόρους των δήμων και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή ιδρυμάτων, που ανήκουν σε δήμους, χορηγήθηκε ποσοστιαία προσαύξηση επί της αμοιβής, η οποία προβλέπεται από τις γενικές διατάξεις του κώδικα περί των δικηγόρων ή άλλων νόμων για τους δικηγόρους που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με πάγια αντιμισθία.
Η προσαύξηση αυτή κλιμακώνεται ανάλογα προς τον πληθυσμό του δήμου, στον οποίο ασκούν τα καθήκοντά τους (ο οποίος, άλλωστε, επηρεάζει και τον αριθμό των οργανικών θέσεων που συνιστώνται για το σκοπό αυτό). Εξ αυτού έπεται ότι για την παροχή της προσαύξησης και τον προσδιορισμό του ύψους αυτής λήφθηκε υπόψη η επιβάρυνση, την οποία υφίστανται οι δικηγόροι των δήμων σε συνάρτηση με το συνολικό αριθμό των δημοτών.
Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι στους δικηγόρους των δήμων επιβλήθηκε η υποχρέωση αφενός να καλύπτουν χωρίς πρόσθετη αμοιβή τις ανάγκες όλων των νομικών προσώπων ή ιδρυμάτων του οικείου δήμου και αφετέρου, εφόσον δεν υπάρχει ανάγκη συγκεκριμένης εξωτερικής απασχόλησης, να απασχολούνται εντός του οικείου δημοτικού καταστήματος για την εξυπηρέτηση των υπηρεσιακών αναγκών και ανάλογα προς αυτές, τις οποίες δεν δικαιούνται να διεκπεραιώνουν στο προσωπικό γραφείο, που, παράλληλα, διατηρούν ως ελεύθεροι επαγγελματίες.
Η τήρηση της υποχρέωσης αυτής έχει ως εύλογη συνέπεια τον περιορισμό της ελεύθερης, επαγγελματικής τους δραστηριότητας και των εξ αυτής προσόδων. Με τον τρόπο αυτό, παρά το γεγονός ότι δεν αναφέρεται ρητώς στο νόμο, η προαναφερθείσα ποσοστιαία προσαύξηση της πάγιας αντιμισθίας ορίσθηκε ως αντιστάθμισμα των ως άνω πρόσθετων υποχρεώσεων των δικηγόρων της εν λόγω κατηγορίας (ΑΠ 567/2011).
Περαιτέρω, κατά το εδ. γ' του αυτού άρθ.246 ν.1188/1981, όπως αυτό αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθ.21§3 ν.3274/2004, στους παραπάνω δικαιούχους (δηλ. τους δικηγόρους των δήμων και των ν.π.δ.δ. ή ιδρυμάτων που ανήκουν σε δήμους) χορηγούνται : (i) Τα ποσά που προβλέπονται στο άρθ.5§3 ν.2685/1999, που ορίζει ότι ειδικές διατάξεις, με τις οποίες προβλέπεται η χορήγηση κατ' αποκοπή εξόδων μετακίνησης σε υπαλλήλους για τις μετακινήσεις τους εκτός έδρας, διατηρούνται σε ισχύ και δεν υπόκεινται σε κρατήσεις υπέρ τρίτων, με κοινή δε απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, τα κατ' αποκοπή έξοδα μετακίνησης καταβάλλονται από 1-4-1998 σύμφωνα με την ΚΥΑ 2040222/4110/0022/1998, που προβλέπει την χορήγηση στο προσωπικό των ΟΤΑ εφάπαξ ετήσιας αποζημίωσης (90.000δρχ.
για το έτος 1998 και σε 120.000δρχ. από το έτος 1999) για την κάλυψη των δαπανών κίνησης, στις οποίες υποβάλλονται λόγω της φύσης της απασχόλησής τους, η αποζημίωση δε αυτή βαρύνει αποκλειστικά τους οικείους προϋπολογισμούς των ΟΤΑ και σε καμία περίπτωση και για οποιοδήποτε λόγο τον κρατικό προϋπολογισμό και η καταβολή της γίνεται με ξεχωριστό τίτλο πληρωμής, τμηματικά στο τέλος κάθε τριμήνου.
Το ποσό της αποζημίωσης για έξοδα μετακίνησης ανήλθε με την ΚΥΑ 2/6771/2004 από 1-1-2004 σε 206€ μηνιαίως (και, αφού αναπροσαρμόσθηκε επανειλημμένα, με την ΚΥΑ 2/95080/0022/2008 καθορίσθηκε από 1-1-2008 σε 365€). (ii) Το επίδομα της περ.γ' της §6 του άρθ.8 ν.3205/2003, δηλ. το χαρακτηριζόμενο ως επίδομα ειδικής απασχόλησης για το προσωπικό των ΟΤΑ, το οποίο διαβαθμίζεται ανάλογα με τις κατηγορίες του προσωπικού και ανέρχεται για τους δικηγόρους των ΟΤΑ, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, σε 84€ μηνιαίως.
Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η προς εφαρμογή της αρχής της ισότητας επέκταση της ρύθμισης του άρθρου 246 του ν. 1188/1981, όπως ισχύει μετά την ως άνω αντικατάστασή του, και η χορήγηση των προβλεπομένων απ' αυτό και τις διατάξεις, στις οποίες παραπέμπει, παροχών και σε άλλες κατηγορίες δικηγόρων, όπως αυτή των παρεχόντων τις νομικές τους υπηρεσίες με πάγια αντιμισθία σε άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, μη ανήκοντα σε δήμους, προϋποθέτει ότι η προσφορά της εργασίας τους προς το νομικό πρόσωπο, στο οποίο υπηρετούν, είναι ίση ποιοτικά και ποσοτικά προς την εργασία των δικηγόρων των δήμων και παρέχεται υπό ουσιωδώς όμοιες με εκείνους συνθήκες (ΑΠ 587/2011, 638/2009). (Γ) Περαιτέρω, με το άρθ.1 περ.γ' ν.628/1977 ορίσθηκε ότι το "Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Εταιριών Πετρελαιοειδών" (ΤΕΑΠΕΠ, ιδρυθέν με το ΚΝ της 31-12-1043) θεωρείται νόμιμα συνεστημένο ΝΠΔΔ από την ίδρυσή του, με την έννοια ότι αυτό θεωρείται ως εγκύρως υπάρχον και λειτουργούν από την σύστασή του (ΣτΕ 1431/1983).
Με το άρθ.58§§1 και 2 ν.3655/2008 συστήθηκε το αρχικά εναγόμενο ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Ιδιωτικού Τομέα" (ΤΕΑΙΤ), τελούν υπό την εποπτεία του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας", με έναρξη λειτουργίας του από 1-10-2008, σε αυτό δε (ως καθολικό διάδοχο, άρθ.69 του νόμου αυτού) εντάχθηκε, μεταξύ άλλων, ως Τομέας με πλήρη οικονομική και λογιστική αυτοτέλεια και το ως άνω ΤΕΑΠΕΠ και μεταφέρθηκαν, σύμφωνα με το άρθ.67§1 του ίδιου νόμου, με την εργασιακή σχέση και την οργανική θέση που κατείχαν το προσωπικό που υπηρετούσε κατά τον χρόνο της ως άνω ένταξης στο ΤΕΑΠΕΠ, καθώς και οι νομικοί σύμβουλοι και οι δικηγόροι με έμμισθη εντολή.
Τέλος, με το άρθ.35§1 ν.4052/2012 συστήθηκε το ήδη αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης" (ΕΤΕΑ), με έναρξη λειτουργίας του την 1-7-2012, στο οποίο εντάχθηκε, σύμφωνα με το άρθ.36§1 του ίδιου νόμου, και το ως άνω ΤΕΑΙΤ, και το οποίο (ΕΤΕΑ) αποτελεί καθολικό διάδοχο αυτού (ΤΕΑΙΤ), συνεχίζοντας, χωρίς διακοπή, τις εκκρεμείς δίκες του (άρθ.45§8 και 48§5 του ως άνω νόμου).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (άρθ.561§2 ΚΠολΔ) ο ήδη αναιρεσείων δικηγόρος εξέθεσε, ότι την 19-10-1984 προσλήφθηκε ως νομικός σύμβουλος του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Προσωπικού Εταιρειών Πετρελαιοειδών (ΤΕΑΠΕΠ), που ήταν ν.π.δ.δ. με σκοπό την χορήγηση περιοδικών ή εφάπαξ παροχών στα ασφαλιζόμενα απ' αυτό πρόσωπα, έναντι πάγιας μηνιαίας αμοιβής με σύμβαση έμμισθης εντολής διάρκειας ενός έτους, η οποία το 1986 μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, ότι το Γραφείο Νομικών Υποθέσεων του ως άνω Ταμείου είχε ως αρμοδιότητες τον χειρισμό κάθε δικαστικής ή εξώδικης υπόθεσης αυτού και την προάσπιση των συμφερόντων ενώπιον κάθε αρχής, την σύνταξη γνωμοδοτήσεων, συμβάσεων και συμφωνητικών, καθώς και την εκτέλεση των νομοτεχνικών εργασιών για την τροποποίηση ή συμπλήρωση των καταστατικών διατάξεων του Ταμείου, ότι τις υπηρεσίες του στο Γραφείο Νομικών Υποθέσεων του ΤΕΑΠΕΠ παρείχε, κατέχοντας την μοναδική-σύμφωνα με τον Κανονισμό του-οργανική θέση δικηγόρου, από την ως άνω πρόσληψή του μέχρι και την 30-9-2008, όταν αυτό εντάχθηκε ως Τομέας, μαζί με άλλα Ταμεία Επικουρικής Ασφάλισης, συνολικά εννέα, στο εναγόμενο ν.π.δ.δ. "Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Ιδιωτικού Τομέα" (ΤΕΑΙΤ), ως καθολικό διάδοχο του ΤΕΑΠΕΠ, ότι παρέχει τις υπηρεσίες του στο εναγόμενο ΤΕΑΙΤ από 1-10-2008, όταν μεταφέρθηκε σ' αυτό με την ίδια εργασιακή σχέση και οργανική θέση που κατείχε στο ΤΕΑΠΕΠ, ότι σκοπός του εναγομένου ΤΕΑΙΤ είναι η καταβολή μηνιαίας επικουρικής σύνταξης από τους αντίστοιχους Τομείς Επικουρικής Ασφάλισης (τα εννέα δηλ.
επικουρικά Ταμεία) στους ασφαλισμένους τους και στα μέλη των οικογενειών τους, το προσφερόμενο δε από το ΤΕΑΙΤ έργο είναι τεράστιο σε όγκο και ασκείται σε όλη την επικράτεια διά των Κεντρικών και περιφερειακών Υπηρεσιών του, ότι μεταξύ των Κεντρικών Υπηρεσιών του εναγομένου ΤΕΑΙΤ, με τεράστια συμβολή στο επιτελούμενο ως άνω έργο, είναι και το Αυτοτελές Γραφείο Νομικών Υποθέσεων, του οποίου αρμοδιότητες είναι οι (α) νομική κάλυψη και υποστήριξη όλων των υποθέσεων του Ταμείου ενώπιον Δικαστηρίων και Αρχών (β) γνωμοδότηση επί θεμάτων νομικής φύσης που το αφορούν (γ) παροχή νομικών οδηγιών και κατευθύνσεων προς το ΔΣ και τις υπηρεσίες του εναγομένου, εφόσον ζητούνται (δ) νομική επεξεργασία των πάσης φύσεως διακηρύξεων και συμβάσεων του Ταμείου (ε) νομική επεξεργασία των προτεινομένων από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Ταμείου προσχεδίων, διαταγμάτων και κανονιστικών αποφάσεων (στ) παρακολούθηση της νομολογίας των δικαστηρίων που αφορούν το Ταμείο και η παροχή σχετικών οδηγιών προς τις υπηρεσίες, ότι η μισθολογική κατάσταση των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ και στα ΝΠΔΔ έναντι πάγιας μηνιαίας αμοιβής με σχέση έμμισθης εντολής ρυθμιζόταν καταρχήν ενιαία για όλους με βάση τις εκεί αναφερόμενες διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου, ότι κατ' ακολουθίαν αυτών το εναγόμενο, και πριν απ' αυτό το ΤΕΑΠΕΠ, του καταβάλλει αποδοχές αποτελούμενες από τον βασικό μισθό του 1ου μισθολογικού κλιμακίου, ως δικηγόρο στον Άρειο Πάγο, την προσωπική διαφορά του ειδικού επιδόματος των 176€, την οικογενειακή παροχή και το κίνητρο απόδοσης ύψους 150€, ότι με το άρθ.21 ν.3274/2004 έγινε διαφορετική, ευνοϊκή, ρύθμιση μόνο για τους δικηγόρους που υπηρετούν με πάγια αντιμισθία στους ΟΤΑ, ειδικότερα δε προσαυξήθηκε η πάγια αντιμισθία των δικηγόρων αυτών κατά 20% για τους ΟΤΑ με πληθυσμό μέχρι 100.000 κατοίκους και 30% για τους ΟΤΑ με πληθυσμό άνω των 100.000 κατοίκων, τους χορηγήθηκε το ποσό των 206€ μηνιαία ως κατ' αποκοπή έξοδα μετακίνησης που προβλέπονται από το άρθ.5§3 ν.2685/1999 και τέλος το προβλεπόμενο από το άρθ.8§6 περ.γ' ν.3205/2003 επίδομα ειδικής απασχόλησης των 84€ τον μήνα, που αναπροσαρμόσθηκε αναδρομικά από 1-1-2007 σε 110€, ότι η θεσπιζομένη με τις διατάξεις του άρθ.21§3 ν.3274/2004 κατ' εξαίρεση ειδική μισθολογική μεταχείριση των δικηγόρων που υπηρετούν στους ΟΤΑ με σχέση έμμισθης εντολής αμειβόμενοι με πάγια αντιμισθία (καταβολή των ως άνω προσαυξήσεων και επιδομάτων), για την οποία δεν υπάρχει κάποια αιτιολογία, εισάγει αδικαιολόγητη διάκριση σε βάρος του ενάγοντος σε σχέση με το ΤΕΑΠΕΠ πριν, αλλά ήδη και με όλους τους δικηγόρους του εναγομένου ΤΕΑΙΤ, που υπηρετούν στις ίδιες θέσεις με τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και ασκούν τα ίδια καθήκοντα υπό τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες με εκείνες των δικηγόρων των ΟΤΑ, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή εκτιθέμενα, τηρουμένης για αμφότερες τις κατηγορίες της ίδιας διαδικασίας επιλογής και πρόσληψης, και αντίκειται στις προαναφερθείσες συνταγματικές αρχές της ισότητας, ότι προς αποκατάσταση της αρχής της ισότητας θα πρέπει και ο ενάγων να λάβει τις ως άνω προσαυξήσεις και επιδόματα για το χρονικό διάστημα από 1-11-2004 έως 31-12-2008 που ανέρχονται, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή εκτιθέμενα, σε (α) 26.542,89€ για την προσαύξηση 30% επί των αποδοχών του (β) 10.300€ για δαπάνες μετακίνησης και (γ) 4.284€ για το επίδομα ειδικής απασχόλησης, με βάση δε τα παραπάνω ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει για όλες τις ως άνω αιτίες το συνολικό ποσό των 41.666,89€, με το νόμιμο τόκο, και να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει την προσαύξηση και τας επιδόματα και για το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 και εφεξής.
Με το περιεχόμενο αυτό η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη, καθόσον για την εφαρμογή της παραπάνω αρχής της ισότητας, που αποτελεί την βάση της αγωγής, και την σύμφωνα με αυτήν επέκταση της χορήγησης των προς τους δικηγόρους των ΟΤΑ ως άνω παροχών, πρέπει ο εξαιρούμενος από την παροχή μισθωτός, δηλ. ο ενάγων, να παρέχει εργασία ποσοτικά και ποιοτικά ίση προς εκείνη που παρέχουν οι ευνοηθέντες μισθωτοί (δικηγόροι των ΟΤΑ) και η εργασία αυτή να παρέχεται κάτω από ουσιωδώς ίδιες συνθήκες, προϋποθέσεις που δεν συντρέχουν εδώ, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, διότι πρόκειται για συγκεκριμένες, με βάση ειδικές διατάξεις νόμων, παροχές προς τους δικηγόρους των ΟΤΑ, οι οποίοι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία σε σχέση με τον ενάγοντα που παρέχει τις υπηρεσίες του σε διαφορετικό εργοδότη, και δη στο εναγόμενο ν.π.δ.δ., με διαφορετικούς όρους (αντικείμενο κλπ.) απασχόλησης και απολαβών.
Επομένως, εφόσον έτσι έκρινε και το Εφετείο Αθηνών απορρίπτοντας με την προσβαλλομένη 1551/2011 απόφασή του την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη, αφού εξαφάνισε, κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσιβλήτου, την πρωτόδικη απόφαση που την είχε δεχθεί και ως ουσιαστικά βάσιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και πρέπει κατά συνέπεια ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου με στοιχ.Α' λόγος της κρινομένης αίτησης αναίρεσης (που στρέφεται κατά του "Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης", ΕΤΕΑ, ως καθολικού διαδόχου του ΤΕΑΙΤ σύμφωνα με τα άρθ.45§8 και 48§5 ν.4052/2012) από το άρθ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ.
ΙΙ. Με τον με στοιχ. Β' λόγο της κρινόμενης αίτησης προβάλλεται η από τον αριθ.19 του άρθ.559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης μπορεί να ιδρυθεί μόνο, εάν το δικαστήριο ερεύνησε την ουσία της αγωγής, διατυπώνοντας και συναφές αποδεικτικό πόρισμα, και όχι όταν την απέρριψε ως μη νόμιμη (ΑΠ 262/2014), όπως στην προκειμένη περίπτωση.
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-3-2014 αίτηση του Ν. Γ. Β. για αναίρεση της 1551/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2014 .
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2014 .
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ