Legislator Case Law & Legislation
2101/2013 AI generated

Supreme Court allows partial appeal against regional development fund's refusal of public servant benefits due to unequal legal classification.

Case Number 2101/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Regional Development Fund's refusal to pay specific benefits to public servants. The plaintiffs argued that the lower court violated equality principles by treating them differently from regional officials despite similar employment conditions. The Court ruled that the statutory distinction between these employee categories was justified by public interest, thereby overturning the appellate court's decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4 § 1 of the Constitution; Article 53 § 1 of Law 2218/1994; Article 14 of Law 3016/2012: The legislature may differentiate between categories of public servants without violating the principle of equality if such differentiation is objectively justified by general social or public interest.

Keywords

AI generated
principle of equality public servants classification regional development fund statutory discrimination public interest justification appeal admissibility benefit entitlement

Cited Legislation

AI generated
Article 4 § 1 of the Constitution
Article 53 § 1 of Law 2218/1994
Article 14 of Law 3016/2012
Article 24 § 2 of Law 3205/2003
Article 28 § 4 of Law 3205/2003

Cited Case Law

AI generated
OLAP 11/2008
OLAP 31/2007
OLAP 3/2006
OLAP 38/2005
OLAP 3/2009
OLAP 1597/2012
OLAP 1230/2012

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2101 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2101/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθ' ου η κλήση: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΑΚΗΣ", που εδρεύει στην Κομοτηνή και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Τσιρωνά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) Δ. Δ. του Σ., 2) Κ. Κ. του Ι. - Τ., 3) Μ. Κ. του Δ. και 4) Χ. Π. του Ε., όλων κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σπύρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 58/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 465/2009 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 8-9-2009 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1507/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 15-10-2012 κλήση των καλούντων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 9-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και δευτέρου λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη του τρίτου λόγου αυτής.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την διάταξη του άρθ. 4 § 1 του Συντάγματος "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου". Με την διάταξη αυτή δεν θεσπίζεται μόνο η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η έναντι αυτών ισότητα του νόμου, με την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, ρυθμίζοντας με τον τρόπο αυτόν τις εν λόγω καταστάσεις ανόμοια, εκτός αν η διαφορετική τους ρύθμιση επιβάλλεται από λόγους γενικοτέρου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (ΟλΑΠ 11/2008, 31/2007, 3/2006 και 38/2005), μπορεί, όμως, ο νόμος να ρυθμίζει διαφορετικά για όμοιες σχέσεις ή καταστάσεις προσώπων που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες λειτουργών ή υπαλλήλων ή εργαζομένων και δικαιολογείται η διάκριση αυτή, χωρίς να παραβιάζεται έτσι η αρχή της ισότητας (ΟλΑΠ 3/2009).

Κατά συνέπεια, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από την ρύθμιση αυτή κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική, τα παραπάνω δε ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικά μισθωτό.

Στην περίπτωση που γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτήν και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από την δικαστική εξουσία η αρχή της διάκρισης των εξουσιών που καθιερώνεται από τα άρθ. 1, 26, 73 επ. και 87 του Συντάγματος ή να αντίκειται στο άρθ. 80 § 1 αυτού (ΑΠ 84/2013, 22/2013, 1495/2012).

Εξάλλου, γενικότεροι λόγοι κοινωνικού συμφέροντος για την διαφορετική νομοθετική ρύθμιση των αποδοχών κατηγοριών εργαζομένων, που παρέχουν την ίδια εργασία και υπό τις ίδιες συνθήκες, συντρέχουν, όταν η κάθε κατηγορία παρέχει την εργασία υπό διαφορετικό νομικό καθεστώς, δηλ. όταν η μία κατηγορία παρέχει τις υπηρεσίες της με σχέση δημοσίου δικαίου και η άλλη με σχέση ιδιωτικού δικαίου ή, προκειμένου περί κατηγοριών απασχολουμένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου, όταν η μία απασχολείται στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή ΝΠΔΔ και η άλλη σε ΝΠΙΔ ή γενικά στον ιδιωτικό τομέα (ΑΠ 1495/2012, 1584/2010).

Περαιτέρω, κατά το άρθ. 13 § 1 ν. 2738/1999 (που εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων) η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθ. 3 του ίδιου νόμου λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.

Κατά την §2 του ίδιου άρθρου η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται, όμως, για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ: (α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορούν να ρυθμισθούν κανονιστικά με βάση υπάρχουσα σχετική εξουσιοδότηση νόμου (β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.

Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί ν' αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το άρθ. 14 ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "§1.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 13 ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001.

§2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στην σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ.

§3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες.

§4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους....

§6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002". Από τις ανωτέρω διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι οι ρυθμίσεις που εισάγονται με αυτές αφορούν αποκλειστικά και μόνο σε υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, ανεξάρτητα από την σχέση, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, που τους συνδέει με τους φορείς αυτούς, όχι δε και στους εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα, στον οποίο περιλαμβάνονται και τα ΝΠΙΔ, ακόμη και αν αυτά επιχορηγούνται από το Δημόσιο ή είναι κοινωφελούς χαρακτήρα ή ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (ΑΠ 1495/2012, 1584/2010).

Με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθ. 14 § 2 ν. 3016/2002, η ρύθμιση της §1, δηλ. της χορήγησης της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης που δεν συμμετείχε στην σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθ. 13 ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (μεταξύ των οποίων και οι ενδεικτικά αναφερόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση), που έχουν όλες ουσιωδώς όμοιο περιεχόμενο, ειδικότερα δε, μεταξύ άλλων, αναφέρουν ως δικαιούχους αυτής όλους τους υπαλλήλους της αντίστοιχης υπηρεσίας που αφορά η απόφαση, χωρίς μνεία κάποιου λόγου ή αιτίας που δικαιολογεί την χορήγησή της ειδικά στους υπαλλήλους αυτούς.

Έτσι, ενώ η μηνιαία αυτή ειδική παροχή προβλέφθηκε αρχικά προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λαμβάνουν πρόσθετες μισθολογικές παροχές, η διαδοχική χορήγησή της, και μάλιστα σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα, σε όλους σχεδόν τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού του Δημοσίου (δηλ.

σύμφωνα με τις διατάξεις αρχικά του ν. 2470/1997 και ήδη από 1-1-2004 του ν. 3205/2003), οι οποίοι δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την προϋπόθεση αυτή και βρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες, κατέστησε την παροχή αυτή προσαύξηση του μισθού τους, ως εκ τούτου δε κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές δικαιούται κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την παροχή αυτή, την οποία μόνο από 1-1-2004 (έναρξη ισχύος του ν. 3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθ. 14 ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης (ΑΠ 1495/2012, 93/2009).

Απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση της επέκτασης αυτής με βάση την αρχή της ισότητας είναι, κατά τα προεκτεθέντα, όχι μόνο οι αξιούντες αυτήν ν' αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, αλλά και η ιδιότητά τους ως υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ ή ΝΠΔΔ και επομένως η μη χορήγηση της παροχής αυτής σε εργαζομένους που δεν ανήκουν στις κατηγορίες αυτές, όπως είναι και οι εργαζόμενοι σε ΝΠΙΔ, δεν αντιβαίνει στην αρχή της ισότητας του άρθ. 4 § 1 του Συντάγματος, καθόσον η διαφορετική αυτή ρύθμιση δικαιολογείται από γενικότερους λόγους κοινωνικού συμφέροντος, ενόψει του ότι οι εργαζόμενοι σε ΝΠΙΔ ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία από εκείνη των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ (ΑΠ 1584/2010).

Το αυτό ισχύει προδήλως, κατά νομική και λογική αναγκαιότητα, και για κάθε ειδική μισθολογική παροχή που χορηγήθηκε σε ορισμένη κατηγορία υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ ή άλλων ΝΠΔΔ με ΚΥΑ εκδοθείσα με βάση την αυτή εξουσιοδοτική διάταξη του άρθ. 14 ν. 3016/200, δεν είναι δηλ. δυνατή η επέκταση της χορήγησής της, με την επίκληση της καθιερουμένης με το άρθ. 4 § 1 του Συντάγματος αρχής της ισότητας, και σε εργαζομένους σε ΝΠΙΔ, ακόμη και εάν αυτά επιχορηγούνται από το Δημόσιο ή είναι κοινωφελούς χαρακτήρα ή ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Ειδικότερα, με βάση την ίδια ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθ. 14 ν. 3016/2002 εκδόθηκε και η ΚΥΑ 2/41289/0022/2002 των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών, Δημόσιας διοίκησης και Αποκέντρωσης (ΦΕΚ Β' 1278/2002), με την οποία χορηγήθηκε στους υπαλλήλους των Περιφερειών, που δεν είναι δικαιούχοι άλλου αντιστοίχου ή μεγαλυτέρου ποσού από επίδομα ή αποζημίωση από ειδικό λογαριασμό Περιφέρειας ή άλλου φορέα, μόνιμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καθώς και στους αποσπασμένους από άλλες δημόσιες υπηρεσίες, ΟΤΑ α' και β' βαθμού ή ΝΠΔΔ στις Περιφέρειες, εδική μηνιαία παροχή, το ύψος της οποίας καθορίσθηκε (α) σε 249,45 € για όσους ανήκουν στις κατηγορίες ΠΕ και ΤΕ και έχουν υπηρεσία μέχρι 10 έτη και (β) σε 220,10 € για όσους ανήκουν στην κατηγορία ΔΕ και έχουν τα ίδια έτη υπηρεσίας, αυξανομένη, αντίστοιχα, περαιτέρω ανάλογα με τα έτη υπηρεσίας, ορίσθηκε δε επίσης, όπως ακριβώς και στις άλλες παρόμοιες ΚΥΑ, ότι η καταβολή της παροχής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών, υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων και συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των δικαιούχων υπαλλήλων.

Εξάλλου, με το άρθ. 53 § 1 ν. 2218/1994, όπως αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθ. 4 ν. 2503/1997 και 18 ν. 2946/2001, στην έδρα κάθε Περιφέρειας συνεστήθη νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Περιφερειακό Ταμείο Ανάπτυξης...." που φέρει το όνομα της Περιφέρειας και εποπτεύεται από τον Υπουργό Εσωτερικών, όπως ακριβώς είναι και το αναιρεσείον "Περιφερειακό Ταμείο Ανάπτυξης Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης" του οποίου σκοπός και αρμοδιότητες, κατά την §2 του αυτού άρθρου, είναι (α) η διαχείριση χρηματοδοτήσεων φορέων του δημόσιου τομέα καθώς και προερχομένων από προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων διεθνών οργανισμών και άλλων φορέων του εξωτερικού, οι οποίες αφορούν τα περιφερειακά, τα νομαρχιακά, τα τοπικά και τα ειδικά αναπτυξιακά προγράμματα της περιοχής της περιφέρειας (β) η τεχνική υποστήριξη της Περιφέρειας ιδίως στον τομέα της εκπόνησης μελετών και ερευνών και εφαρμογής προγραμμάτων που αναθέτει στο Ταμείο η Περιφέρεια για την αποδοτικότερη αξιοποίηση των πόρων (γ) η επιβολή, βεβαίωση και είσπραξη τελών, δικαιωμάτων και εισφορών υπέρ του Ταμείου, μετά από έγκριση του περιφερειακού συμβουλίου (δ) η άσκηση της ταμιακής του διαχείρισης (ε) η συμμετοχή σε προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στ) η σύναψη δανείων με χρηματοδοτικούς φορείς του εσωτερικού και του εξωτερικού για την εκτέλεση έργων, την παροχή υπηρεσιών και την εφαρμογή προγραμμάτων (ζ) η έναντι αμοιβής παροχή υπηρεσιών, η διεξαγωγή ερευνών και η εκπόνηση αναπτυξιακών, τεχνικοοικονομικών, οργανωτικών μελετών, καθώς και η επίβλεψη και υλοποίηση προγραμμάτων που αναθέτουν στο Ταμείο τα Υπουργεία, η Περιφέρεια, οι ΟΤΑ α' και β' βαθμού και ΝΠΔΔ.

Τα συσταθέντα ως άνω Περιφερειακά Ταμεία Ανάπτυξης, όπως και το αναιρεσείον, ως ΝΠΙΔ διαθέτουν πλήρη νομική, διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, καθόσον ειδικότερα με τις επιμέρους ρυθμίσεις του ως άνω νόμου ορίζεται ότι: (1) Το Ταμείο διοικείται από το Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο επιμελείται των υποθέσεων και των συμφερόντων του Ταμείου και το διοικεί και αποφασίζει για κάθε θέμα σχετικό με τις αρμοδιότητες του Ταμείου, εκτός από τα θέματα που ανήκουν στην αρμοδιότητα του Προέδρου, και τον Πρόεδρο, ο οποίος (α) εκπροσωπεί το Ταμείο στα δικαστήρια και σε κάθε δημόσια αρχή και δίνει τους όρκους που επιβάλλονται στο Ταμείο (β) εκτελεί τις αποφάσεις του ΔΣ (γ) είναι προϊστάμενος του προσωπικού του Ταμείου, αποφασίζει για τον διορισμό, τις κάθε είδους υπηρεσιακές μεταβολές και την άσκηση του πειθαρχικού ελέγχου, σύμφωνα με τον οικείο κανονισμό και εκδίδει τις σχετικές πράξεις (δ) διατάζει την είσπραξη των εσόδων του Ταμείου και εκδίδει τα χρηματικά εντάλματα πληρωμής σε βάρος των πιστώσεων του προϋπολογισμού (ε) υπογράφει τις συμβάσεις που συνάπτει το Ταμείο (στ) ασκεί όσες αρμοδιότητες του ανατίθενται από το νόμο ή άλλες διατάξεις, από τον κανονισμό και με αποφάσεις του ΔΣ (άρθ. 54 §§ 1 - 3) (2) Κάθε Ταμείο έχει δικούς του πόρους, που αποτελούνται από (α) ποσοστό από τις χρηματοδοτήσεις τις οποίες διαχειρίζεται, προσδιοριζόμενο με απόφαση των υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εσωτερικών (β) έσοδα από την επιβολή τελών, δικαιωμάτων και εισφορών, την συμμετοχή στα προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την σύναψη δανείων, την παροχή υπηρεσιών, την εκτέλεση εργασιών, την διεξαγωγή ερευνών και την εκπόνηση μελετών και προγραμμάτων, κάθε είδους επιχορηγήσεις, δωρεές, κληροδοτήματα, κληρονομίες, την περιουσία του Ταμείου και κάθε άλλη πηγή, περαιτέρω δε η οικονομική διαχείριση του Ταμείου γίνεται με δικό του προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων και το Ταμείο έχει δική του ταμιακή υπηρεσία και διατάκτης των δαπανών του είναι ο πρόεδρος αυτού, ενώ εξάλλου σε όσους κάνουν χρήση σημαντικών έργων που εκτελούνται με δαπάνες του Ταμείου ή υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται με μέριμνα του Ταμείου, το Ταμείο δικαιούται να επιβάλει τέλη ή δικαιώματα που ορίζονται με απόφαση του ΔΣ (άρθ. 55 §§ 1 - 3) (3) Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών καταρτίζονται (α) ο κανονισμός προσωπικού του οικείου Περιφερειακού Ταμείου, με τον οποίο καθορίζονται οι θέσεις του προσωπικού, οι θέσεις ειδικών επιστημόνων που μπορεί να προσλαμβάνονται με θητεία, τα προσόντα, ο τρόπος πρόσληψης του προσωπικού, το μισθολόγιο και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια (β) ο κανονισμός της οικονομικής διοίκησης και διαχείρισης, της επιβολής, βεβαίωσης και είσπραξης των τελών, δικαιωμάτων και εισφορών, καθώς και του τακτικού και έκτακτου οικονομικού ελέγχου του Ταμείου, ενώ με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου μπορεί να συντάσσονται και άλλοι κανονισμοί που κρίνονται απαραίτητοι για την λειτουργία του (άρθ. 56 §§ 1 - 3).

Με βάση την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθ. 56 § 1 ν. 2218/1994 καταρτίσθηκε με την ΥΑ 4683/1998 (ΦΕΚ Β' 140) ο Κανονισμός Προσωπικού των Περιφερειακών Ταμείων Ανάπτυξης των Περιφερειών της χώρας, με τον οποίο (1) καθορίσθηκε η οργανωτική διάρθρωση των υπηρεσιών των Ταμείων αυτών και ορίσθηκε ειδικότερα ότι κάθε Ταμείο διοικείται από Διοικητικό Συμβούλιο και τον Πρόεδρο αυτού και ότι οι ενότητες των υπηρεσιών του Ταμείου είναι (α) Νομική Υπηρεσία και (β) Διεύθυνση των υπηρεσιών του Ταμείου που διαρθρώνεται στα Τμήματα οικονομικής διαχείρισης επενδυτικών προγραμμάτων, επιστημονικοτεχνικής υποστήριξης και υλοποίησης προγραμμάτων, οικονομικών υπηρεσιών και διοικητικών υπηρεσιών (άρθ. 2 του Κανονισμού) (2) ορίσθηκε περαιτέρω, μεταξύ των άλλων, ότι το τακτικό προσωπικό κάθε ταμείου εντάσσεται σε συγκεκριμένες θέσεις εργασίας και προσλαμβάνεται σύμφωνα με τις διατάξεις περί προσλήψεων του ν. 2190/1994 με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (άρθ. 13, 14 και 16), οι τακτικές αποδοχές του προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου καθορίζονται κατ' αντιστοιχία με τις διατάξεις του ν. 2470/1997, όπως ισχύει, με εξαίρεση τις διατάξεις των άρθ. 1, 15, 16, 17α, 21, 23 - 33, τα μισθολογικά κλιμάκια είναι αυξημένα για μεν τις κατηγορίες ΠΕ, ΤΕ, ΔΕ και ΥΕ κατά 10% για δε την κατηγορία ΕΕ κατά 15% (άρθ. 20) και τα λοιπά ζητήματα προσωπικού ρυθμίζονται με αποφάσεις του Προέδρου στο πλαίσιο των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, οι διατάξεις δε του Κανονισμού αυτού συμπληρώνουν τις ατομικές συμβάσεις εργασίας (άρθ. 32), ενώ, εξάλλου, με βάση την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθ. 56 § 2 ν. 2218/1998 καταρτίσθηκε με την ΥΑ 2141/1998 (ΦΕΚ Β' 78) και ο Κανονισμός Διαχείρισης των Περιφερειακών Ταμείων Ανάπτυξης (που καθορίζει τους κανόνες που διέπουν την οικονομική διαχείριση των ΠΤΑ και το λογιστικό τους σύστημα, άρθ. 1 αυτού) με τον οποίο ορίσθηκε επίσης (όπως, κατά τα προαναφερθέντα, και με τον ιδρυτικό των ΠΤΑ ως άνω ν. 2218/1994) ότι αυτά διοικούνται από το ΔΣ και τον Πρόεδρο αυτού, έχουν τους ως άνω πόρους κ.λπ.

Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι τα Ταμεία Περιφερειακής Ανάπτυξης, ως το αναιρεσείον, αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, έχουν διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, διαθέτοντας ίδια διοίκηση, ανεξάρτητη ταμιακή υπηρεσία και ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων, με βάση τον οποίο γίνεται η οικονομική διαχείρισή τους, δικούς τους πόρους και ανεξάρτητη και αυτοτελή εσωτερική οργάνωση και λειτουργία με βάση κανονισμούς, και δεν αποτελούν μέρος του Δημοσίου, ούτε υπάγονται στους ΟΤΑ και δεν αποτελούν ΝΠΔΔ, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, ΝΠΙΔ.

Κατά συνέπεια οι εργαζόμενοι σ' αυτά τελούν σε εντελώς διαφορετικό νομοθετικό και εργασιακό καθεστώς και παρέχουν τις υπηρεσίες τους υπό διαφορετικές συνθήκες και σε διαφορετικούς εργοδότες σε σχέση με τους εργαζομένους στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ, στους οποίους έχουν χορηγηθεί σταδιακά οι ειδικές μηνιαίες μισθολογικές παροχές που προβλέπονται από το άρθ. 14 ν. 3016/2002.

Επομένως και αφού ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι δεν έχει εκδοθεί ΚΥΑ για την χορήγηση ειδικά της παροχής που χορηγήθηκε με την ΚΥΑ 2/41289/0022/2002 (με βάση ακριβώς την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη), στους υπαλλήλους των Περιφερειών, οι οποίες, όμως, αποτελούν αποκεντρωμένες δημόσιες υπηρεσίες σύμφωνα με το άρθ. 1 § 1 ν. 2503/1997, και σε υπαλλήλους Περιφερειακών Ταμείων Ανάπτυξης, η μη χορήγηση αυτής στους ως άνω εργαζομένους δεν προσκρούει στην καθιερουμένη με το άρθ. 4 § 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (ειδικότερη μορφή και εκδήλωση της οποίας αποτελεί η κατ' άρθ. 22 § 1β αυτού αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία), ενώ αντίθετα η χορήγησή της δεν μπορεί να θεμελιωθεί, είτε ευθέως είτε αναλογικά, στις ως άνω διατάξεις, διότι ναι μεν σύμφωνα με τον ως άνω Κανονισμό οι τακτικές αποδοχές τους καθορίζονται κατ' αντιστοιχία με τις διατάξεις του ν. 2470/1997 (δηλ.

τις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας Διοίκησης), πέραν, όμως, του γεγονότος ότι τα μισθολογικά κλιμάκια των υπαλλήλων αυτών είναι αυξημένα, κατά τα προαναφερθέντα, κατά 10% και 15%, και ότι δεν εφαρμόζονται επ' αυτών οι διατάξεις 16 άρθρων του ως άνω νόμου, δεν συντρέχει και η άλλη απαραίτητη προϋπόθεση για την χορήγηση της ειδικής αυτής μισθολογικής παροχής, η ιδιότητα δηλ.

των ως άνω εργαζομένων ως υπαλλήλων του Δημοσίου (ΟΤΑ ή ΝΠΔΔ), καθόσον αυτοί ως υπάλληλοι ΝΠΙΔ ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία εργαζομένων που δικαιολογεί την αποκλίνουσα νομοθετική ρύθμιση. Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ) οι ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεσαν, ότι υπηρετούν σε οργανικές θέσεις του εναγομένου (και τώρα αναιρεσείοντος) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Περιφερειακό Ταμείο Ανάπτυξης Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης" με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις κατηγορίες ΠΕ Οικονομολόγων οι δύο πρώτοι (με την σειρά που αναφέρονται στην αγωγή), ΠΕ Πληροφορικής ο τρίτος και ΔΕ Οδηγών ο τέταρτος, διεπόμενοι μισθολογικά από το καθεστώς του ενιαίου μισθολογίου του ν. 2470/1997 μέχρι 31-12-2003 και του ν. 3205/2003 από 1-1-2004, ότι το εναγόμενο που ιδρύθηκε με το άρθ. 53 ν. 2218/1994 ως ΝΠΙΔ αποτελεί στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τις εκεί αναφερόμενες διατάξεις του ως άνω νόμου και του Κανονισμού του προσωπικού αυτού κ.λπ.

και ανεξάρτητα του νομοθετικού προσδιορισμού των Περιφερειακών Ταμείων Ανάπτυξης, ΝΠΔΔ, ότι κατ' εφαρμογή της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθ. 14 § 2 ν. 3016/2002 με πολλές ΚΥΑ, μεταξύ των οποίων και οι εκεί ενδεικτικά αναφερόμενες, η προβλεπομένη από τον ως άνω νόμο μισθολογικής φύσεως μηνιαία πρόσθετη παροχή ποσού 176 € επεκτάθηκε αδιακρίτως σε πλείστες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ με μόνο κριτήριο την υπαγωγή τους στο καθεστώς του ενιαίου μισθολογίου και με σκοπό την μισθολογική εξομάλυνση των αποδοχών τους, ότι ειδικότερα στον κλάδο που υπηρετούν οι ενάγοντες εκδόθηκε η ΚΥΑ 2/41289/0022/2002, με την οποία χορηγείτο σε όλους τους υπαλλήλους (μονίμους και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου) των Περιφερειών, καθώς και στους αποσπασμένους από άλλες δημόσιες υπηρεσίες, ΟΤΑ (α' και β' βαθμού) ή ΝΠΔΔ στις Περιφέρειες, ειδική μηνιαία παροχή ύψους 249,45 € για τους υπαλλήλους κατηγορίας ΠΕ και ΤΕ, με χρόνο υπηρεσίας μέχρι 10 έτη, και 220,10 € για τους υπαλλήλους κατηγορίας ΔΕ κ.λπ., ότι σύμφωνα με τις παρατιθέμενες εκεί διατάξεις η ειδική αυτή παροχή για τους υπαλλήλους των Περιφερειών χορηγήθηκε καταρχάς στους μονίμους και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου συναδέλφους των εναγόντων δυνάμει συλλογικής συμφωνίας, που επικυρώθηκε με την ως άνω ΚΥΑ εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση της §2 του άρθ. 14 ν. 3016/2002, ότι συγχρόνως η ειδική παροχή ύψους 176 € της §2 του άρθ. 14 ν. 3016/2002, ενώ είχε σκοπό την εξομάλυνση των αποδοχών των χαμηλόμισθων δημοσίων υπαλλήλων, χορηγήθηκε τελικά κατά τρόπο ενιαίο σε διαφορετικές και ανόμοιες μεταξύ τους κατηγορίες υπαλλήλων του δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα και αποτελεί πλέον προσαύξηση των τακτικών αποδοχών των υπαλλήλων, ότι η ένδικη παροχή, με αμφότερες τις ως άνω μορφές της, σύμφωνα με τις αναφερόμενες εκεί διατάξεις εξακολουθεί να καταβάλλεται ως προσωπική διαφορά από τον Ιανουάριο του 2004 και εντεύθεν, όχι μόνο στους πρώην δικαιούχους υπαλλήλους της Περιφέρειας, αλλά και στους νεοδιοριζομένους ή μετατασσομένους σ' αυτήν και μετά την 1-1-2005, ότι το εναγόμενο αρνείται να καταβάλει σ' αυτούς την ως άνω παροχή, παρά το γεγονός ότι οι ενάγοντες κατά πρόβλεψη του Κανονισμού Προσωπικού αυτού αμείβονται σε αντιστοιχία με το δημοσιοϋπαλληλικό μισθολόγιο και προσφέρουν το ίδιο έργο, υπό τις αυτές συνθήκες, με τους υπαλλήλους της Περιφέρειας Αν.

Μακεδονίας - Θράκης που είναι αποσπασμένοι στο εναγόμενο, αλλά και εν γένει με τους λοιπούς δημοσίους υπαλλήλους, και ότι κατά συνέπεια επιβάλλεται κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας του άρθ. 4 § 1 του Συντάγματος η χορήγηση της πρόσθετης παροχής και ειδικά της προβλεπομένης από την ΚΥΑ 2/41289/0022/2002 και στους ενάγοντες ως υπαλλήλους με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του εναγομένου, καθόσον υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό σύστημα των ν. 2470/1997 και 3205/2003 που αποτελεί την αποκλειστική προϋπόθεση απόληψής της.

Με βάση τα παραπάνω ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σ' αυτούς για το χρονικό διάστημα από 1-7-2003 έως 31-12-2006, κατά τις εκεί διακρίσεις: (Α) Κυρίως με βάση την αρχή της ισότητας κατ' άρθ. 4 § 1 του Συντάγματος (1) την χορηγηθείσα με την ΚΥΑ 2/41289/0022/ 2002 ειδική μηνιαία παροχή, ύψους 249,45 € για τους τρεις πρώτους και 220,10 € για τον τέταρτο, και συνολικά (α) σε κάθε έναν από τους 1ο και 2η το ποσό των 15.464 € (β) στον 3ο το ποσό των 11.474 € και (γ) στον 4ο το ποσό των 13.644 € (2) άλλως και επικουρικά την ειδική μηνιαία παροχή των 176 € και συνολικά (α) σε κάθε έναν από τους 1ο, 2η και 4ο το ποσό των 10.912 € και (β) στον 3ο το ποσό των 8.096 € (Β) Επικουρικά, τα αυτά ως άνω αντίστοιχα και κατά περίπτωση ποσά κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, άλλως και επίσης επικουρικά κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Η αγωγή αυτή έγινε ενόλω δεκτή και κατ' ουσίαν, κατά την κύρια βάση (και το κύριο αίτημα) αυτής με την 58/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης. Το Εφετείο Θράκης κρίνοντας επί της αγωγής, ύστερ' από έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ως άνω νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, με την προσβαλλομένη 465/2009 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι οι ενάγοντες αναιρεσίβλητοι είναι υπάλληλοι του εναγομένου αναιρεσείοντος ΝΠΙΔ "Ταμείου Ανάπτυξης Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης" με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ανήκουν στην κατηγορία ΠΕ οικονομολόγων οι δύο πρώτοι, ΠΕ πληροφορικής ο τρίτος και ΠΕ οδηγών ο τέταρτος, παρέχουν δε τις υπηρεσίες τους ως τακτικό προσωπικό στο εναγόμενο από 1-6-2002 οι πρώτος και δεύτερη, από 1-5-2002 ο τρίτος και από 1-9-2003 ο τέταρτος, μετά την πρόσληψή τους μέσω διαγωνισμού του ΑΣΕΠ, αμειβόμενοι σύμφωνα με τις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος ενιαίου μισθολογίου για το προσωπικό της δημόσιας διοίκησης, στο οποίο (μισθολόγιο) υπάγονται όλοι οι εργαζόμενοι στο αναιρεσείον, και ειδικότερα για το διάστημα από 1-1-2002 μέχρι 31-12-2003 σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2470/1997 και από 1-1-2004 και εντεύθεν σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3205/2003, ότι τα Περιφερειακά Ταμεία Ανάπτυξης, ως και το αναιρεσείον (όπως διέλαβε το Εφετείο σε άλλο σημείο της προσβαλλομένης απόφασής του και ερμηνεύοντας τις διατάξεις του ν. 2218/1994 σε συνδυασμό με τις ως άνω, κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες, ΥΑ) ανεξάρτητ' από το νομοθετικό προσδιορισμό τους ως ΝΠΙΔ, με βάση τον σκοπό, τις αρμοδιότητες και την λειτουργία τους αποτελούν στην πραγματικότητα ΝΠΔΔ, ότι με βάση την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθ. 14 § 2 ν. 3016/2002 εκδόθηκαν πολλές ΚΥΑ, μεταξύ των οποίων και οι ενδεικτικά αναφερόμενες στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, με τις οποίες χορηγήθηκε "σε πλείστες κατηγορίες υπαλλήλων της Δημόσιας Διοίκησης και κυρίως των κεντρικών υπηρεσιών του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, στους υπαλλήλους των ΝΠΔΔ και των οργανισμών που εποπτεύονται απ' αυτό, αλλά και στους εν αποσπάσει τελούντες υπαλλήλους στην Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση", που αμείβονται σύμφωνα με το μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, η προβλεπομένη από την ως άνω διάταξη ειδική μηνιαία παροχή, που διαμορφώθηκε τελικά σε 176 €, χωρίς ειδική αιτιολόγηση της καταβολής της παροχής αυτής στους ρητά κατονομαζομένους στις ΚΥΑ αυτές υπαλλήλους ως δικαιούχους της παροχής αναγομένη στο είδος, την ένταση ή τις ενγένει εργασιακές δραστηριότητες αυτών, ότι με βάση την ίδια ως άνω νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθ. 14 ν. 3016/2002 εκδόθηκε ειδικότερα η 2/41289/0022/2002 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης (ΦΕΚ Β' 1278), με την οποία χορηγήθηκε σε όλους τους υπαλλήλους των Περιφερειών, μονίμους και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδική παροχή ύψους αναλόγου με την κατηγορία και τα έτη υπηρεσίας του υπαλλήλου, την οποία δικαιούνται και οι ενάγοντες αναιρεσίβλητοι ως υπάλληλοι του εναγομένου αναιρεσείοντος Περιφερειακού Ταμείου Ανάπτυξης, που υπάγονται στο μισθολογικό καθεστώς του ν. 2470/1997, που αποτελεί την μοναδική προϋπόθεση για την χορήγηση της επίδικης παροχής, παρά το γεγονός ότι με το άρθ. 28 § 4 ν. 3016/2002 καταργήθηκε το άρθ. 14 ν. 3016/2002, αφού με το άρθ. 24 § 2 αυτού διατηρήθηκε η επίδικη παροχή ως προσωπική διαφορά, ώστε να μην μειωθεί το εισόδημα των μισθωτών που την ελάμβαναν μέχρι την 31-12-2002, ότι ειδικότερα οι ενάγοντες στα πλαίσια του ενιαίου μισθολογίου του ευρύτερου δημόσιου τομέα, στον οποίο ανήκουν, δικαιούνται όλες τις προβλεπόμενες και χορηγούμενες εκ του νόμου παροχές, ανεξάρτητ' από το δικαίωμά τους στην απόληψη των ειδικών επιδομάτων και λοιπών αμοιβών ή παροχών που λόγω των ειδικών και ιδιαζουσών συνθηκών εργασίας τους δικαιολογημένα καταβάλλονται μόνο στους εργαζομένους στα Περιφερειακά Ταμεία Ανάπτυξης, το δικαίωμα δε αυτό καθίσταται εμφανέστερο για το λόγο ότι η επίδικη παροχή, έστω και με διαφορετικό ποσό, έχει χορηγηθεί σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, σε πλείστες κατηγορίες της Δημόσιας Διοίκησης και ΝΠΔΔ, χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και χωρίς οποιαδήποτε συνάρτηση με το είδος ή το εύρος της παρεχομένης εργασίας, με αποτέλεσμα η χορήγησή της να έχει προσλάβει εξαρχής χαρακτήρα γενικά προσαύξησης των τακτικών αποδοχών των εργαζομένων σωρευτικά, με την ενιαία και απρόσβλητη μισθολογική βάση των ν. 2470/1997 και 3205/2003, ότι κατά συνέπεια στην συγκεκριμένη περίπτωση η εξαίρεση όχι ολόκληρης κατηγορίας εργαζομένων αλλά μικρού αριθμού αυτών από την λήψη της παροχής αυτής, από άλλους της ίδιας κατηγορίας που ήδη την λαμβάνουν και που τελούν υπό τις αυτές μισθολογικές συνθήκες, στερουμένη αιτιολογικού ερείσματος, συνιστά αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση αυτών και οδηγεί σε ευθεία παραβίαση της καθιερουμένης από το άρθ. 4 § 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για τις κατηγορίες των εργαζομένων, υπέρ των οποίων θεσπίσθηκε η ειδική ρύθμιση και επομένως οι ενάγοντες δικαιούνται την ως άνω ειδική πρόσθετη μηνιαία μισθολογική παροχή, κατά τις εκεί διακρίσεις (ο 1ος, η 2η και ο 3ος ύψους 249,45 € μηνιαία και ο 4ος ύψους 220,10 €), και ότι από την ως άνω 2/41289/0022/ 2002 ΚΥΑ, με την οποία χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή στους υπαλλήλους των Περιφερειών προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη η ειδική συλλογική συμφωνία που υπεγράφη μεταξύ του Ελλ.

Δημοσίου και της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συλλόγων Υπαλλήλων Περιφερειών και κατά συνέπεια η επίμαχη ειδική παροχή μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 176 €, με βάση δε τα ως άνω γενόμενα δεκτά και αφού εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση κατά παραδοχή ένστασης παραγραφής μέρους των απαιτήσεων των εναγόντων δέχθηκε ενμέρει την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων και υποχρέωσε το αναιρεσείον να τους καταβάλει για την αιτία αυτή τ' αναφερόμενα εκεί ποσά.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 53 § 1 ν. 2218/1994, με το οποίο ρητά συστάθηκε και χαρακτηρίσθηκε το αναιρεσείον ως ΝΠΙΔ και όχι ως ΝΠΔΔ, όπως παρά ταύτα χαρακτήρισε αυτό το Εφετείο, 4 § 1 του Συντάγματος, 13 § 1 ν. 2738/1999 και 14 ν. 3016/2012, καθόσον οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες ως υπάλληλοι ΝΠΙΔ, ανεξάρτητα από την μισθοδοσία τους και μάλιστα "κατ' αντιστοιχία" με τις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία από εκείνη των υπαλλήλων του Δημοσίου και δη των Περιφερειών, στους οποίους χορηγείται η επίδικη παροχή, δεν πληρούν δηλ.

την ετέρα απαραίτητη για την καταβολή της παροχής αυτής προϋπόθεση (να αποτελούν υπαλλήλους του Δημοσίου, ΟΤΑ ή ΝΠΔΔ), ως εκ τούτου δε η διαφορετική αυτή νομοθετική ρύθμιση δικαιολογείται στην προκειμένη περίπτωση από γενικότερους λόγους κοινωνικού συμφέροντος. Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, παρέλκει η έρευνα του τρίτου (και τελευταίου) λόγου αναίρεσης από την αυτή ως άνω διάταξη, σύμφωνα με τον οποίο το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να επιδικάσει στους ενάγοντες την ειδική αυτή παροχή για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 31-12-2006 εφήρμοσε την διάταξη του άρθ. 14 ν. 3016/2002 που είχε, όμως, όπως και οι κατ' εξουσιοδότηση αυτής εκδοθείσες ως άνω ΚΥΑ, καταργηθεί με το άρθ. 28 § 4 ν. 3205/2003, εφόσον κρίθηκε ως άνω ότι οι ενάγοντες δεν είχαν εξαρχής κατά νόμον αξίωση προς λήψη της παροχής αυτής, ούτε κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης ελάμβαναν αυτήν την 31-12-2003, ώστε να διατηρηθεί ως προσωπική διαφορά για το από 1-1-2004 και μετέπειτα χρονικό διάστημα (άρθ. 24 § 2, 28 § 4 ν. 3205/2003 -ΑΠ 1597/2012, 1230/2012).

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση (ενόψει της σώρευσης στην ένδικη αγωγή και επικουρικών βάσεων), προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθ. 65 § 1 ν. 4139/2013) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 465/2009 απόφαση του Εφετείου Θράκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Δεκεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ