Supreme Court dismisses appeal against arbitration award regarding public transport compensation calculations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the public transport operator and its union against the Athens Court of Appeal's decision. The lower court correctly applied the law by calculating general expenses based on actual costs of the preceding year rather than a hypothetical 2001 figure. The court rejected the appeal because the first ground lacked a substantive legal violation and the second ground was too vague to be admissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1 K.Pol.D.; Art. 559 no. 13 K.Pol.D.: An appeal is admissible only if a substantive legal rule was violated; a ground for appeal alleging lack of legal basis must be specific regarding the violated rule and the factual basis for the error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2101 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2101/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΤΙΚΩΝ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΟΑΣΘ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Χαδιό, που δεν κατέθεσε προτάσεις και 2. Σωματείου με την επωνυμία "Ένωση Εργατοϋπαλλήλων Αστικής Συγκοινωνίας Θεσσαλονίκης", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Καραλή, που δεν κατέθεσε προτάσεις και ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι η επωνυμία του ανωτέρω σωματείου τροποποιήθηκε σε "ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΑΣΤΙΚΗΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ".
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αφροδίτη Κουτούκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6.4.2004 αγωγές των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών περί μερικής ακυρώσεως της υπ' αριθμ. 6/2004 αποφάσεως του Διαιτητικού Δικαστηρίου.
Εκδόθηκε η 1470/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκαν αιτήσεις αναίρεσης και εκδόθηκε η 434/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 5382/2007 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25.9.2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 4 Σεπτεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη του δεύτερου λόγου αυτής.
Οι παραστάντες πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Εξάλλου κατά το άρθρο 897 αρ. 6 ΚΠολΔικ η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, ολικά ή εν μέρει, με δικαστική απόφαση, αν αντίκειται σε διατάξεις δημόσιας τάξεως ή τα χρηστά ήθη. Ως διατάξεις δημοσίας τάξεως νοούνται με το άρθρο αυτό, συνδυαζόμενο με τα άρθρα 890 παρ. 2 ΚΠολΔικ και 3 ΑΚ, οι μη δυνάμενοι να αποκλεισθούν με τη βούληση των ενδιαφερομένων κανόνες αναγκαστικού δικαίου.
Τέτοιους κανόνες συνιστούν τα άρθρα 7 και 8 του ν.2898/2001, με βάση τα οποία προβλέπεται η δυνατότητα σύναψης σύμβασης ανάθεσης, εκτέλεσης και εκμετάλλευσης αστικής συγκοινωνίας στην περιοχή Θεσσαλονίκης (Οικονομική Συμφωνία Ελληνικού Δημοσίου και Ο.Α.Σ.Θ.), το περιεχόμενο της οποίας ενσωματώνεται στο δεύτερο από αυτά, αποκλείοντας παρέκκλιση από τις αποσκοπούσες στην εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος ρυθμίσεις του, στις οποίες εμπίπτει και το δωδέκατο άρθρο της ενσωματωμένης στο άρθρο 8 συμβάσεως για τη διαιτητική επίλυση των διαφορών μεταξύ των συμβαλλομένων και τη δυνατότητα ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως κατ' εφαρμογήν του άρθρου 897 παρ. 6 ΚΠολΔικ., όπως αυτό έχει κριθεί με την υπ' αρ. 434/2007 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία αναιρέθηκε η για την αυτή υπόθεση προεκδοθείσα 1.470/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Ειδικότερα με το άρθρο 8 του ν.2898/2001 ορίζεται ότι μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και ΟΑΣΘ καταρτίζεται με ιδιωτικό έγγραφο και υπογράφεται σύμβαση ανάθεσης, εκτέλεσης και εκμετάλλευσης αστικής συγκοινωνίας στην περιοχή Θεσσαλονίκης, που έχει ισχύ νόμου, από 1.1.2001 μέχρι 31.12.2009, με τους παρακάτω όρους και προϋποθέσεις, στους οποίους περιλαμβάνονται και τα εξής:
Ι) Άρθρο τέταρτο: Οι δαπάνες κάθε χρήσης οι οποίες αναγνωρίζονται από το Ελληνικό Δημόσιο αποκλειστικά και μόνο για τον καθορισμό της αντισταθμιστικής καταβολής, υπολογίζονται ως εξής: Α. ΣΤΑΘΕΡΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ: 1. Μισθώματα αμαξοστασίων και γραφείων διοίκησης (Α1). Το κόστος ενοικίου, που αναγνωρίζεται από το Ελληνικό Δημόσιο ως δαπάνη του Ο.Α.Σ.Θ.
για την ενοικίαση των αμαξοστασίων και των γραφείων διοίκησης αυτού, μετά των παγίων εγκαταστάσεων, θα είναι για τις τρεις πρώτες χρήσεις από 1.1.2001 μέχρι 31.1.2003 του αυτού ύψους προς τις συναφείς δαπάνες που αναφέρονται στον ισολογισμό και τα αποτελέσματα χρήσης αυτού της 31.12.1999, όπως αυτό διαμορφώθηκε σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 15/2000 απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου.
Το άνω ποσό του ενοικίου αναπροσαρμόζεται από την 1.1.2004 κατ' έτος σε ποσοστό ίσο με τη μεταβολή του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του προηγούμενου έτους. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών, που εκδίδεται μετά από εισήγηση του Ο.Α.Σ.Θ., αναπροσαρμόζεται το ως άνω ποσό, εφόσον προκύψει ανάγκη μίσθωσης πρόσθετων χώρων αμαξοστασίων, λόγω αύξησης αριθμού κυκλοφορούντων λεωφορείων. 2) Δαπάνες Προσωπικού (A2).
α) α. Αποτελείται από το σύνολο των ετήσιων δαπανών που προκύπτουν: αα) Από την αμοιβή όλου του απασχολούμενου στον Ο.Α.Σ.Θ. προσωπικού με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ββ) Από τις πρόσθετες δαπάνες λόγω αποζημιώσεων αδειών, ασθενεαςί και γενικά κάθε αιτίας που απορρέει από την εργασιακή σχέση του ως άνω προσωπικού, γγ) Από τις εργοδοτικές ασφαλιστικές εισφορές ..., 3) Πάγιες δαπάνες (Α3) ..., 4) Γενικές δαπάνες παροχής υπηρεσιών και προμήθειας υλικών, ανταλλακτικών και αναλωσίμων (Α4) α.
Περιλαμβάνονται όλες οι δαπάνες του Ο.Α.Σ.Θ., εκτός των δαπανών των περιπτώσεων ΑΙ, Α2, A3, Β1, Β2, Β3, Γ και Δ της παρούσας σύμβασης και αφορούν: -Ανταλλακτικά, εξαρτήματα, αναλώσιμα, -Υλικά γραφείων, εισιτηρίων, υφασμάτων κ.λ.π., -Στολές προσωπικού κίνησης και προσωπικού συντήρησης (φόρμες), -Δαπάνες συντήρησης και επισκευών λεωφορείων, -Φωτισμό, ύδρευση, θέρμανση, τηλέφωνα, -Γάλα προσωπικού κίνησης, συντήρησης κ.λ.π., - Εκπαίδευση προσωπικού, - Δαπάνες κατασκηνώσεων, βρεφονηπιακών σταθμών, - Δαπάνες εισιτηρίων, -Δαπάνες ελέγχου (Σώμα Ορκωτών Λογιστών, Ελεγκτών Μετόχων), -Προμήθεια πώλησης προτυπωμένων εισιτηρίων, -Έξοδα διαιτησίας, χαρτόσημο συναλ-λαγματικών δανείων, πρόσθετων τελών κ.λ.π., μικροέξοδα, -Ενοίκια γραφείων Κινήσεως και Σταθμαρχείων, -Από-ζημιώσεις πάσης φύσεως μελών Πειθαρχικού και Διοικητικού Συμβουλίου, -Γραφικά έντυπα, -Δημοσιεύσεις, συνδρομές και δαπάνες γραφείου Τύπου και Δημοσίων Σχέσεων Συντήρηση εγκαταστάσεων, επίπλων και σκευών Είδη γραφείου, αναλώσιμα, έρανοι, δώρα, βοηθήματα -Μηχανογράφηση μισθοδοσίας κ.λ.π.
υπηρεσιών, -Γενικά κάθε δαπάνη που πραγματοποιεί ο Ο.Α.Σ.Θ. για την απρόσκοπτη λειτουργία του, σε υπηρεσίες, υλικά, αναλώσιμα κ.λ.π. και δεν περιλαμβάνεται ρητά στις υπόλοιπες κατηγορίες δαπανών, όπως αυτές περιγράφονται στο παρόν άρθρο, β) Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών, που εκδίδεται μετά από εισήγηση του Ο.Α.Σ.Θ και γνώμη του Σ.Α.Σ.Θ., αναγνωρίζονται επιπλέον δαπάνες, οι οποίες προσαυξάνουν αντίστοιχα τις γενικές δαπάνες της περίπτωσης α' της παρούσας παραγράφου, γ) Οι ετήσιες προμήθειες του Ο.Α.Σ.Θ., εξαιρουμένων των αναφερομένων στο κεφάλαιο Β' του παρόντος άρθρου, πραγματοποιούνται με διαδικασίες και όρους, που θα καθορίζονται με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού ή με κανονισμό προμηθειών, που το Διοικητικό Συμβούλιο του Ο.Α.Σ.Θ.
θα καθορίσει με απόφασή του, δ) Ως δαπάνες για τη χρήση του 2001 αναγνωρίζονται από το Ελληνικό Δημόσιο οι αντίστοιχες δαπάνες της χρήσης 1999, όπως αυτές προκύπτουν από τον Ισολογισμό, τα Αποτελέσματα Χρήσης και το Πιστοποιητικό Ελέγχου του Ορκωτού Λογιστή και οι οποίες ανέρχονται σε δραχμές δύο δισεκατομμύρια διακόσια δεκατρία εκατομμύρια εξακόσιες τριάντα οκτώ χιλιάδες τριακόσιες δεκατρείς, ε)Oι ως άνω δαπάνες για τις χρήσεις 2002 και εφεξής αναγνωρίζονται από το Ελληνικό Δημόσιο ως ίσες με τις δαπάνες κάθε προηγούμενης χρήσης, μειωμένες κατά ποσοστό:α.
Δύο τοις εκατό (2%) για τις χρήσεις 2002 έως 2005 και β. Ένα τοις εκατό (1%) για τις χρήσεις 2006 έως και 2009. Β). ΜΕΤΑΒΛΗΤΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ ... Γ) ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟ ΚΕΡΔΟΣ. 1.Το επιχειρηματικό κέρδος εκάστης χρήσης των μετόχων του Ο.Α.Σ.Θ., από την 1.1.2001 και έως τη λήξη της παρούσας σύμβασης, υπολογίζεται: α. Επί των εσόδων της προηγούμενης χρήσης από κόμιστρα και άλλες πηγές (εισπράξεις από εισιτήρια, κάρτες κ.λ.π., έσοδα εκμισθωμένων λεωφορείων, έσοδα Ο.Α.Ε.Δ., έσοδα από διαφημίσεις, τόκοι εκ των καταθέσεων των πηγών εσόδων της παρούσας παραγράφου, λοιπά έσοδα) χωρίς Φ.Π.Α., μη συνυπολογιζομένης της αντισταθμιστικής καταβολής ...
Δ) ΑΠΟΣΒΕΣΕΙΣ ..., ΙΙ. 'Αρθρο πέμπτο: Υπολογισμός ετήσιων δαπανών ΟΑΣΘ. 1) Οι δαπάνες κάθε χρήσης του Ο.Α.Σ.Θ. υπολογίζονται με τον εξής τύπο: Δ = Α1+Α2+Α3+Α4+Β1+Β2+Β3+Γ+ΔΙ+Δ2+Δ3 Όπου: Α1 = ενοίκια αμαξοστασίων και γραφείων διοίκησης, Α2 = δαπάνες προσωπικού, A3 = πάγιες δαπάνες, Α4 = γενικές δαπάνες παροχής υπηρεσιών και προμήθειας υλικών, ανταλλακτικών και αναλωσίμων, Β1 = δαπάνες καυσίμων, Β2 = δαπάνες λιπαντικών, Β3 = δαπάνες ελαστικών, Γ = επιχειρηματικό κέρδος, Δ1 = αποσβέσεις μεταφορικών μέσων, Δ2 = αποσβέσεις ακινήτων, Δ3 = αποσβέσεις μηχανημάτων και εργαλείων όπως αυτές οι δαπάνες ορίζονται στο άρθρο τέταρτο της παρούσας οικονομικής συμφωνίας. 2) Σε περίπτωση μείωσης των δαπανών του Ο.Α.Σ.Θ.
έναντι της προηγούμενης χρήσης, πέραν των καθοριζομένων στην παρούσα οικονομική συμφωνία, το ποσό που αντιστοιχεί σε αυτή, τη μείωση αποδίδεται στην επόμενη χρήση, κατά ποσοστό: α. Σαράντα τοις εκατό (40%) στους μετόχους' του Ο.Α.Σ.Θ., καταβλητέο ως πρόσθετο επιχειρηματικό κέρδος. β. Σαράντα τοις εκατό (40%) στους εργαζόμενους του Ο.Α.Σ.Θ., ως πριμ παραγωγικότητας και γ.
Είκοσι τοις εκατό (20%) στο Ελληνικό Δημόσιο με ισόποση μείωση της αντισταθμιστικής καταβολής της επόμενης χρήσης. 3. Τοκοχρεολυτικές δόσεις εξόφλησης δανείων, που θα συνάψει ο Ο.Α.Σ.Θ. για οποιονδήποτε λόγο και αιτία, από οποιοδήποτε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα της ημεδαπής ή αλλοδαπής, δεν επιβαρύνουν τις δαπάνες που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της αντισταθμιστικής καταβολής, ΙΙΙ.
Άρθρο έκτο: Προϋπολογισμός ετήσιων εσόδων Ο.Α.Σ.Θ. για τον υπολογισμό της αντισταθμιστικής καταβολής. 1) Για τον υπολογισμό των εσόδων της χρήστες του 2001, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της επόμενης παραγράφου, λαμβάνονται ως έσοδα χρήσης 2000, όπως αυτά ορίζονται στην περίπτωση α παράγραφος 1 κεφάλαιο Γ του άρθρου τέταρτου, τα έσοδα που καταγράφονται στον ισολογισμό της 31.12.1999 (12.246.270.031 δρχ.) προσαυξημένα κατά δύο τοις εκατό (2%), ήτοι δώδεκα δισεκατομμύρια τετρακόσια ενενήντα ένα εκατομμύρια εκατόν ενενήντα έξι χιλιάδες (12.491.196.000) δραχμές. 2) Τα έσοδα έκαστης χρήσης, όπως αυτά προσδιορίζονται στην περίπτωση α παράγραφος 1 κεφάλαιο Γ' του άρθρου τέταρτου, καθορίζονται ως εξής:
α) Αν δεν γίνεται αναπροσαρμογή κομίστρων προσαυξάνονται κατά ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) έναντι των εσόδων της προηγούμενης χρήσης. β. Αν γίνεται αναπροσαρμογή κομίστρων, προσαυξάνονται κατά ποσοστό ογδόντα τοις εκατό (80%) επί της διαφοράς κατά τύπο κομίστρου.
3) Av ο Ο.Α.Σ.Θ. σε οποιαδήποτε χρήση αυξήσει τα έσοδα του, πέραν των προβλεπόμενων στο παρόν άρθρο, τα επιπλέον έσοδα της χρήσης αποδίδονται στην επόμενη χρήση κατά ποσοστό: α. σαράντα τοις εκατό (40%) στους μετόχους του Ο.Α.Σ.Θ., ως πρόσθετο επιχειρηματικό κέρδος, β. σαράντα τοις εκατό (40%) στους εργαζόμενους του Ο.Α.Σ.Θ., ως πριμ παραγωγικότητας και γ.
είκοσι τοις εκατό (20%) στο Ελληνικό Δημόσιο με ισόποση μείωση της αντισταθμιστικής καταβολής της επόμενης χρήσης. IV) Άρθρο έβδομο: καθορισμός κομίστρων - Αντισταθμιστικής Καταβολής. Με σκοπό την κάλυψη των δαπανών λειτουργίας του Ο.Α.Σ.Θ., όπως αυτές καθορίζονται στο άρθρο τέταρτο της παρούσας σύμβασης, περιλαμβανομένου του αναλογούντος Φ.Π.Α., υπολογίζεται το προσήκον κόμιστρο, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών, η οποία εκδίδεται το Νοέμβριο κάθε έτους και εφαρμόζεται από την Ιη Ιανουαρίου και για όλη τη διάρκεια της επόμενης χρήσης.
Ειδικά για τη χρήση του 2001 ο καθορισμός των κομίστρων και της αντισταθμιστικής καταβολής δύναται να γίνει μέχρι 30.6.2001. 2. Για τον υπολογισμό του προσήκοντος κομίστρου ο Ο.Α.Σ.Θ. υποχρεούται να υποβάλλει στους Υπουργούς Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών το πρώτο δεκαήμερο του μήνα Οκτωβρίου τον προϋπολογισμό εσόδων και δαπανών της επόμενης χρήσης, σύμφωνα με τις ειδικές ρυθμίσεις (στόχους αύξησης εσόδων και μείωσης δαπανών) και όλους τους όρους της παρούσας οικονομικής συμφωνίας, προκειμένου να καθοριστούν τα κόμιστρα.
Η υποβολή των πιο πάνω στοιχείων για τη χρήση του 2001 θα γίνει μέχρι 30.4.2001. 3. Σε περίπτωση που δεν εγκριθεί το προσήκον κόμιστρο, με την ίδια απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών καθορίζεται η αντισταθμιστική καταβολή της επόμενης χρήσης. Η αντισταθμιστική καταβολή ισούται με τη διαφορά των δαπανών που αναγνωρίζονται από το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με τα άρθρα τέταρτο και πέμπτο της παρούσας σύμβασης, μείον τα έσοδα, όπως αυτά προκύπτουν από τις ρυθμίσεις του άρθρου έκτου της παρούσας σύμβασης.
Σε περίπτωση μειωμένων εσόδων ή αυξημένων δαπανών, πέραν αυτών που καθορίζονται με την παρούσα οικονομική συμφωνία, δεν αυξάνεται η καταβλητέα αντισταθμιστική καταβολή. 4. Η αντισταθμιστική καταβολή, η οποία εγκρίνεται κατά τα ανωτέρω για κάθε χρήση, καταβάλλεται στον Ο.Α.Σ.Θ. σε δώδεκα (12) ισόποσες μηνιαίες δόσεις στο πρώτο δεκαήμερο κάθε μήνα.
Η αντισταθμιστική καταβολή έκαστης χρήσης επαναπροσδιορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών, που εκδίδεται εντός έξι (6) μηνών από τη λήξη της προηγούμενης χρήσης. Τυχόν θετική ή αρνητική διαφορά συμψηφίζεται και συνυπολογίζεται στις έξι (6) τελευταίες δόσεις καταβολής της αντισταθμιστικής καταβολής της χρήσης.
οι οποίες αναπροσαρμόζονται αντίστοιχα. Με την ίδια απόφαση οριστικοποιείται και η αντισταθμιστική καταβολή της προηγούμενης χρήσης, η οποία συμψηφίζεται στην επόμενη καταβλητέα δόση...". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 4-8 του ν.2598/2001 συνάγεται ότι καθορίσθηκαν νομοθετικά, για να αποτελέσουν στη συνεχεία αντικείμενο της μεταξύ του πρώτου αναιρεσείοντος Ο.Α.Σ.Θ.
και του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου συμφωνίας ανάθεσης, εκτέλεσης και εκμετάλλευσης αστικής συγκοινωνίας στην περιοχή Θεσσαλονίκης, ορισμένα μεγέθη δαπανών και εσόδων νια τον καθορισμό της αντισταθμιστικής καταβολής, η οποία συνιστούσε κατανεμητέα στα τρία αμέσως ενδιαφερόμενα μέρη (Ο.Α.Σ.Θ., εργαζομένους και Ελληνικό Δημόσιο κατά ποσοστά 40% 40% και 20% αντιστοίχως) παροχή, αποδιδόμενη στην αμέσως επόμενη χρήση (άρθρα 5 παρ,2 .και 6 παρ.3).
Η αντισταθμιστική καταβολή καθορίσθηκε (άρθρο 7 παρ.3) ως το αριθμητικό υπόλοιπο της διαφοράς των δαπανών που αναγνωρίσθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 5 της σύμβασης, μείον τα έσοδα, όπως αυτά προέκυπταν από τις ρυθμίσεις του άρθρου 6 της σύμβασης, με τον περιορισμό ότι δεν μπορούσε να αυξηθεί η αποδοτέα αντισταθμιστική καταβολή, αν τα έσοδα μειώνονταν ή οι δαπάνες αυξάνονταν πέραν εκείνων που καθορίσθηκαν με την οικονομική συμφωνία.
Ως γενικές δαπάνες παροχής υπηρεσιών και προμήθειας υλικών, ανταλλακτικών και αναλωσίμων (Κεφ. Α4 άρθρου 4) νια τη χρήση του 2001, πρώτο έτος λειτουργίας της οικονομικής συμφωνίας, αναννωρίσθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο οι αντίστοιχες δαπάνες της χρήσης του 1999, όπως αυτές προέκυπταν από τον ισολογισμό, τα αποτελέσματα χρήσης και το πιστοποιητικό ελέγχου του ορκωτού λογιστή, ανερχόμενες σε 2.213.658.313 δραχμές, ενώ ως τέτοιες δαπάνες για τις χρήσεις 2002 και εφεξής αναννωρίσθηκαν οι γενόμενες δαπάνες της αμέσως προηγούμενης χρήσης, μειωμένες κατά ποσοστό 2% νια τις χρήσεις 2002-2005 και 1% νια τις χρήσεις 2006-2009 (άρθρο 4 Κεφ.
Α4 παρ.δ και ε). Ως έσοδα στους προϋπολογισμούς του Ο.Α.Σ.Θ. αντίστοιχα, προς υπολογισμό της αντισταθμιστικής καταβολής, για τη χρήση μεν του 2001 αναγνωρίσθηκαν εκείνα της χρήσης του 2000, όπως αυτά καταγράφηκαν στον ισολογισμό του Ο.Α.Σ.Θ. της 31-12-1999, προσαυξημένα κατά 2%, ήτοι 12.491.196000 δραχμές, για καθεμία δε από τις επόμενες χρήσεις εντός του χρόνου λειτουργίας της ως άνω συμβάσεως αναγνωρίσθηκαν τα αποκομιζόμενα έσοδα της προηγούμενης χρήσης από κόμιστρα και άλλες πηγές (άρθρο 6 παρ.2 σε συνδυασμό με άρθρο 4 Κεφ.Γ παρ.1α ), προσαυξημένα κατά 2% μεν, αν δεν γινόταν αναπροσαρμογή κομίστρου και κατά 80% επί της διαφοράς κατά τύπο κομίστρου, αν γινόταν αναπροσαρμογή κομίστρου.
Σε περίπτωση μείωσης των δαπανών ή αύξησης των εσόδων πέρα από τα καθοριζόμενα με την οικονομική συμφωνία όρια έναντι της προηγούμενης χρήσης, το ποσό που αντιστοιχεί σε αυτή τη μείωση των δαπανών ή αύξηση των εσόδων αποδίδεται σε ποσοστό 40% στους μετόχους του Ο.Α.Σ.Θ ως πρόσθετο επιχειρηματικό κέρδος, 40% στους εργαζομένους του Ο.Α,Σ.Θ.
ως επίδομα παραγωγικότητας και 20% στο Ελληνικό Δημόσιο, με ισόποση μείωση της αντισταθμιστικής καταβολής της επόμενης χρήσης. Δηλαδή από την πέραν των συμφωνημένων πλαισίων μείωση των δαπανών ή αύξηση των εσόδων επωφελούνται άμεσα και ισομερώς οι μέτοχοι του Ο.Α.Σ.Θ. και οι εργαζόμενοι, ενώ η σε μικρότερο ποσοστό (20%) ωφέλεια του Ελληνικού Δημοσίου μετατρέπεται σε ισόποση μείωση της αντισταθμιστικής καταβολής της επόμενης χρήσης.
Συνέπεται από τις ανωτέρω ρυθμίσεις ότι η επίμαχη οικονομική συμφωνία μεταξύ Ο.Α.Σ.Θ. και Ελληνικού Δημοσίου, με αφετηρία τον προέχοντα κοινωνικό χαρακτήρα των αστικών συγκοινωνιών και την ανάγκη βιωσιμότητας τους με περιορισμό των ελλειμμάτων τους, εξήρτησε την αποδοτέα στα ενδιαφερόμενα μέρη αντισταθμιστική καταβολή (υπόλοιπο διαφοράς δαπανών μείον εσόδων) για το επόμενο του πρώτου έτους λειτουργίας της οικονομικής συμφωνίας χρονικό διάστημα, από τις πραγματικά γενόμενες δαπάνες της αμέσως προηγούμενης χρήσης, μειωμένες ειδικά ως προς τις ελαστικότερες γενικές δαπάνες (παροχής υπηρεσιών και προμήθειας υλικών, ανταλλακτικών και αναλωσίμων) κατά ποσοστό 2% για τις χρήσεις 2002-2005 και 1% νια τις χρήσεις 2006-2009 και δεν ορίσθηκε ως βάση υπολογισμού ειδικώς των γενικών δαπανών, για όλο το χρονικό διάστημα λειτουργίας της συμβάσεως, το ίδιο ποσό που αναγνωρίσθηκε να ισχύει για το πρώτο έτος (2001) αυτής.
Τούτο συνάγεται από τη λογική ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων και ειδικότερα του εδαφίου ε' της παραγράφου 4 του άρθρου 4 του ν. 2898/2001, το οποίο ορίζει τις γενικές δαπάνες και το ποσοστό μείωσης αυτών για τη χρονική περίοδο 2002-2009, χωρίς να συνδέεται με το εδάφιο δ' της ίδιας παραγράφου που καθορίζει αυτοτελώς τις ίδιες δαπάνες για τη χρήση του 2001 με βάση τις πραγματικές δαπάνες του έτους 1999 προσαυξημένες κατά 2%, αλλά αναφέρεται στις, σε προηγούμενες θέσεις της ίδιας παραγράφου, περιγραφόμενες γενικές δαπάνες, οι οποίες, με τις υπόλοιπες δαπάνες του ίδιου άρθρου, αναγνωρίζονται από το Ελληνικό Δημόσιο αποκλειστικά και μόνον για τον καθορισμό της αντισταθμιστικής καταβολής.
Απέβλεψε ο νομοθέτης κατά τον καθορισμό της αντισταθμιστικής καταβολής σε μία σταθερή σχέση βελτίωσης των οικονομικών αυτών μεγεθών, δηλαδή αύξησης των εσόδων και μείωσης των γενικών δαπανών και - διά μέσου κυρίως αυτών - του συνόλου των δαπανών σε ανάλογα ποσοστά, συγκριτικά με τις αντίστοιχες πραγματικές επιδόσεις σε κάθε αμέσως προηγούμενη χρήση (έτος) και δεν επέβαλε ως υποχρεωτικά μεγέθη αναφοράς των ετήσιων ποσοστών βελτίωσης γενικών δαπανών (και εσόδων) εκείνα που όρισε για το πρώτο έτος λειτουργίας της οικονομικής συμφωνίας, αφού ένα τέτοιο πρότυπο, που δεν θα λάμβανε υπόψη τις οικονομικές και επιχειρησιακές εξελίξεις για μια μακρά περίοδο εννέα ετών, δεν θα συνέβαλε στην οικονομική βιωσιμότητα των δημόσιων συγκοινωνιών.
Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή όχι μόνον θα οδηγούσε σε αναίτια διαφοροποίηση του τρόπου υπολογισμού των γενικών (ελαστικών) δαπανών από τον τρόπο υπολογισμού των υπολοίπων δαπανών και των εσόδων νια τον καθορισμό της αντισταθμιστικής καταβολής, αλλά επί πλέον, σε περίπτωση που δεν θα υπήρχε ταύτιση των πραγματικών γενικών δαπανών με εκείνες που θα προέκυπταν δι' αναγωγής σε πλασματικά μεγέθη τους, το καθ' υπέρβαση του ποσοστού 2% (ή 1%) μείωσης αυτών (και συνεκδοχικά του συνόλου των εξόδων) αποδοτέο ποσό στους μετόχους, εργαζομένους και Ελληνικό Δημόσιο (άρθρο 5 παρ.2) θα είχε εσφαλμένη βάση υπολογισμού του και θα συνεπαγόταν απόδοση μεγαλύτερου ή μικρότερου ποσού από το οφειλόμενο.
Ειδικότερα, αν κατά το πρώτο έτος (2001) λειτουργίας της οικονομικής συμφωνίας οι πραγματικά γενόμενες γενικές δαπάνες είχαν μειωθεί περισσότερο από τις εκ των προτέρων για το έτος αυτό καθορισμένες, ύψους 2.213.638.313 δραχμών, οπότε το επιπλέον ποσό της διαφοράς πραγματικών και πλασματικών δαπανών θα απεδίδετο στους μετόχους του Ο.Α.Σ.Θ.
και τους εργαζομένους κατά ποσοστό 80% (άρθρο 5 παρ.2), η στην επόμενη χρήση (έτος 2002) λήψη υπόψη για την αντισταθμιστική καταβολή του αυτού (πλασματικού) ποσού γενικών δαπανών 2.213.638.313 δραχμών μειωμένων κατά ποσοστό 2%, εάν και πάλι, μετά τη μείωση 2%, υπερέβαινε τις πραγματικές γενικές δαπάνες της προηγούμενης χρήσης, θα απεδίδετο κατά το υπερβάλλον για δεύτερη φορά κατά ποσοστό 80% στους μετόχους του Ο.Α.Σ.Θ.
και τους εργαζομένους, πράγμα το οποίο θα ήταν ανεπιεικές και γι' αυτό δεν μπορεί να αποτέλεσε περιεχόμενο της νομοθετικής βουλήσεως και της συμβάσεως μεταξύ Ο.Α.Σ.Θ. και Ελληνικού Δημοσίου. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα:
Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 8 του ν, 289/2001 υπογράφηκε μεταξύ του πρώτου αναιρεσείοντος Οργανισμού Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης και του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου σύμβαση ανάθεσης, εκτέλεσης και εκμετάλλευσης αστικής συγκοινωνίας στην περιοχή Θεσσαλονίκης από 1-1-2001 μέχρι 31-12-2009, που περιείχε τους υποχρεωτικά επιβαλλόμενους με το νόμο όρους.
Μεταξύ των συμβαλλομένων ανέκυψε διαφορά ως προς το ύφος της κατανεμητέας για τη χρήση του 2002 αντισταθμιστικής καταβολής και προσέφυγαν στο κατά το άρθρο 12 του ως άνω ν.2898/2001 Διαιτητικό Δικαστήριο, το οποίο με την 6/2004 απόφασή του υπολόγισε τις γενικές δαπάνες, χρήσεως 2002, με βάση τις γενόμενες πραγματικές δαπάνες της προηγούμενης χρήσεως και όχι με βάση το πλασματικό μέγεθος δαπανών που ίσχυσε για το έτος 2001 μειωμένες κατά 2%, με το οποίο, αν γινόταν ο υπολογισμός των γενικών δαπανών, θα προέκυπτε καταβλητέο επί πλέον ποσό αντισταθμιστικής καταβολής για καθέναν από τους αναιρεσείοντες, ύψους 537.997 ευρώ.
Τα παράπονα των αιτούντων (αναιρεσειόντων) για ακύρωση της διαιτητικής αποφάσεως, στην οποία απέδιδαν παραβίαση των (δημοσίας τάξεως) κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 7 παρ. 3 εδ. β', γ', 5 παρ. 2, 4 παρ. 4 εδ. α', δ', ε' του ν.2898/2001, απέρριψε το Εφετείο, κρίνοντας ότι οι γενικές δαπάνες υπολογίζονται με βάση τις πραγματικά γενόμενες δαπάνες της αμέσως προηγούμενης χρήσης προσαυξημένες κατά 2%.
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία (και ακολούθως εφαρμογή) των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, διότι, κατά τη λογική ερμηνεία τούτων, πλασματικός υπολογισμός των γενικών δαπανών προβλέπεται μόνον για το πρώτο έτος λειτουργίας (2001) της οικονομικής συμφωνίας των διαδίκων, ενώ νια όλη την υπόλοιπη διάρκεια της συμβάσεως οι γενικές δαπάνες κάθε χρήσης (έτους) υπολογίζονται με βάση τις πραγματικά γενόμενες δαπάνες της αμέσως προηγούμενης χρήσης, μειωμένες κατά το προβλεπόμενο ποσοστό (2% για το έτος 2002), Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.
αντίθετος πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 13 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, για να είναι ορισμένος και παραδεκτός, απαιτείται να διαλαμβάνει: α) τις πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή την μνεία ότι στερείται αιτιολογιών, β) τον ισχυρισμό που πρότεινε ο διάδικος, ως προς τον οποίο η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών, τα περιστατικά που επικαλέσθηκε για την θεμελίωσή του, καθώς και την σύνδεσή του με το διατακτικό της αποφάσεως, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου και, αν πρόκειται για ελλιπείς αιτιολογίες, σε τί συνίσταται η έλλειψη και ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται (Ολ ΑΠ 20/2005). Επομένως ο δεύτερος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η εκ του άρθρου 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, χωρίς να προσδιορίζεται σε τί συνίσταται η παράβαση, με ποιές παραδοχές της αποφάσεως του Εφετείου συντελέσθηκε και ποιός κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάσθηκε, είναι αόριστος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. εκθ. καταθ.1069/25-9-2007 αίτηση των ΟΑΣΘ και Σωματείου με την επωνυμία "Ένωση Εργατοϋπαλλήλων Αστικής Συγκοινωνίας Θεσσαλονίκης", για αναίρεση της 5382/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια πενήντα (350) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ