Supreme Court dismisses appeal against indictment for fraud and forgery, rejecting lack of reasoning and misapplication claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's indictment for fraud and forgery. The appellant argued the indictment lacked specific reasoning regarding habitual criminality and misapplied the law regarding intended versus actual profit. The court rejected these claims, ruling that the indictment correctly relied on the established pattern of repeated offenses rather than a premeditated scheme and that actual profit, not intent, determines the penalty under the relevant statutes.
Legislator headnote
AI generatedArticles 13, 26, 27, 98, 216, 386 of the Penal Code; The Supreme Court holds that an indictment is valid when it relies on the established pattern of repeated offenses rather than a premeditated scheme, and that actual profit determines the penalty under the relevant statutes.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2101 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 2101/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση και Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου..., περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 1632/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20.2.2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 449/2006.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου με αριθμό 287/14.6.2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 του ΚΠΔ, την υπ'αριθ. 7/20-2-2006 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου..., την οποία άσκησε επ'ονόματι και για λογαριασμό του ο ειδικός πληρεξούσιος και αντιπρόσωπός του δικηγόρος Θεσσαλονίκης Ζήσης Κλεισιάρης, δυνάμει της συνημμένης στην ως άνω αίτηση αναιρέσεως από 17-2-2006 έγγραφης εξουσιοδοτήσεως του ιδίου, το γνήσιο της υπογραφής του οποίου έχει βεβαιωθεί από αρμόδιο αστυνομικό όργανο του Α.Τ. Τούμπας Θεσσαλονίκης, κατά του υπ'αριθ. 1.632/9-11-2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα εξής:
Ι.- Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το υπ'αριθ. 493/2005 βούλευμά του, παρέπεμψε τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ... στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικασθεί για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση, από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή των 15.000 ευρώ και για απάτη κατ'εξακολούθηση, από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή των 15.000 ευρώ (άρθρα 13 στοιχ. γ΄ & στ΄, 26 § 1α, 27 §§ 1 & 2, 98 §§ 1 & 2, 216 §§ 1 & 3 εδάφιο β΄ και 386 §§ 1 & 3α΄ του ΠΚ, όπως το εδάφιο στ΄ του άρθρου 13 προστέθηκε με το άρθρο 1 § 1 του Ν. 2408/1996, όπως η παρ.1 του άρθρου 98 αριθμήθηκε και η παρ. 2 αυτού προστέθηκε με το άρθρο 14 § 1 του Ν. 2721/1999, όπως το δεύτερο εδάφιο της παρ.3 του άρθρου 216 προστέθηκε με το άρθρο 14 § 2α του Ν. 2721/1999 και όπως το εδάφιο α΄ της παρ.3 του άρθρου 386 συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 § 4 του Ν. 2721/1999), τις οποίες φέρεται ότι διέπραξε στη ... με περισσότερες από μία μερικότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος κατά το χρονικό διάστημα από τις 24-5-2001 έως 18-10-2002, εις βάρος του εγκαλούντος αδελφού του ..., κατοίκου ομοίως.
Κατά του παραπεμπτικού αυτού (υπ'αριθ. 493/2005) βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, άσκησε ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος ... την υπ'αριθ. 42/1-7-2005 εμπρόθεσμη και νομότυπη έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε το υπ'αριθ. 1.632/9-11-2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με το οποίο έγινε η παραπάνω έφεση τυπικώς δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν, επικυρώθηκε δε το εκκαλούμενο βούλευμα.
Κατά του ως άνω υπ'αριθ. 1.632/9-11-2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, άσκησε ο ήδη αναιρεσείων την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε εμπροθέσμως, νομοτύπως και παραδεκτώς από δικαιούμενο σε άσκηση αναιρέσεως πρόσωπο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 463, 465 § 1, 473 § 1, 474 § 1 και 482 § 1 εδ.α΄ του ΚΠΔ, όπως η παρ.1 του άρθρου 482 αντικ.
με το άρθρο 41 § 1 του Ν. 3160/2003, καθόσον α) ασκήθηκε αυτή στις 20-2-2006, με δήλωση του ειδικού πληρεξουσίου και αντιπροσώπου αυτού δικηγόρου Θεσσαλονίκης Ζήση Κλεισιάρη ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, για την οποία συντάχθηκε η υπ'αριθ. 7/20-2-2006 έγκυρη έκθεση, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον ίδιο με θυροκόλληση στις 25-1-2006 και στον αντίκλητο δικηγόρο του αυτοπροσώπως στις 10-2-2006, και β) διαλαμβάνονται στην ως άνω αίτηση σαφείς και ορισμένοι λόγοι αναιρέσεως και συγκεκριμένα εκείνοι της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 484 § 1 στοιχ.
β΄ και δ΄ του ΚΠΔ).
Aπό τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 § 5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι έχει το παραπεμπτικό βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ΄ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ'αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε αυτό ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλ'αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η αιτιολογία δ'αυτή επιτρεπτώς γίνεται και με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, η οποία καλύπτει και το κεφάλαιο της μνείας των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1687/2002 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΓ΄ σελ. 638, ΑΠ 336/2002 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΒ΄ σελ. 978, ΑΠ 348/1996 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΜΖ΄ σελ. 33).
Εξάλλου, υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β΄ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, όταν το συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε δεν έχει το βούλευμα νόμιμη βάση (ΑΠ 2002/2002 ΠΧρ. ΝΓ΄ σελ. 734, ΑΠ 692/2000 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΑ΄ σελ. 47 κ.λπ.).
ΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 § 1 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, η χρήση δε του εγγράφου από αυτόν θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η εξαρχής κατάρτιση από το δράστη εγγράφου, που να εμφανίζεται ότι καταρτίστηκε δήθεν από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή τροποποίηση λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος του δράστη, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη της πλαστογραφίας και επιπρόσθετα σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή που είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης (βλ. ΑΠ 217/2003 ΠΧρ. ΝΓ΄ σελ. 929, ΑΠ 1224/2001 ΠΧρ. ΝΒ΄ σελ. 426).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του εδαφίου β΄ της παρ.3 του αυτού άρθρου του ΠΚ, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 14 § 2β του Ν. 2721/1999, το οποίο άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευση του Νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από τις 3-6-1999, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της βαρύτερης μορφής της πλαστογραφίας, που προβλέπεται από την προαναφερόμενη διάταξη του εδαφίου β΄ της παρ.3 του άρθρου 216 ΠΚ, και την τιμωρία της σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται να διαπράττει ο υπαίτιος πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ (ΑΠ 2.172/2003 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΔ΄ σελ. 790).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 § 1 του Ποινικού Κώδικα, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και εάν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, κατά δε τη διάταξη του εδαφίου α΄ της παραγράφου 3 του ίδιου ως άνω άρθρου του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 § 4 του ν. 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δρχ.
ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται η προς το σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους εν γνώσει παράσταση από τον δράστη ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος και πείθεται να προβεί σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή, ένεκα της οποίας ως άμεσο αποτέλεσμα επέρχεται η βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους του δράστη ή του τρίτου, ο δε υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ.
ή των 15.000 ευρώ (ΑΠ 1411/2005 ΠΧρ. ΝΣΤ΄ σελ. 243, ΑΠ 1303/2002 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΓ΄ σελ. 496).
Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ΄ ΠΚ, όπως το εδάφιο προστέθηκε με το άρθρο 1 § 1 του Ν. 2408/1996, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος.
Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ΄ του ΠΚ προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τελέσεως των εγκλημάτων της πλαστογραφίας και της απάτης κατ'επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτών, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί από την επανειλημμένη τέλεσή τους εισόδημα.
Επίσης κατ'επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν οι αξιόποινες αυτές πράξεις τελούνται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των πράξεων αυτών, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση της πλαστογραφίας και της απάτης υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτών προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του (βλ.
ΑΠ 573/2003 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΔ΄ σελ. 123, ΑΠ 692/2000 σε Συμβούλιο, ΠΧρ. ΝΑ΄ σελ. 47 κ.λπ.).
Τέλος, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 98 ΠΚ, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 § 1 του Ν. 2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε.
ΙΙΙ.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ'αριθ. 1.632/2005 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης που το εξέδωσε, έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστικό συμβούλιο ορθώς παρέπεμψε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ... στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικασθεί για τα αξιόποινα αδικήματα της κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και της κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση.
Δέχθηκε, δηλαδή, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά του στην ενσωματωμένη στο βούλευμά του εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται και προσδιορίζονται κατ' είδος τόσο στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, όσο και στην ενσωματωμένη στο τελευταίο εισαγγελική πρόταση και συγκεκριμένα από την ανωμοτί εξέταση του εγκαλούντος-πολιτικώς ενάγοντος, τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τα έγγραφα της δικογραφίας και την απολογία του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο ..., ενδιαφερόμενος για την αγορά ιδιωτικής χρήσεως επιβατικού αυτοκινήτου μικρού κυβισμού, στις 12 Αυγούστου 2003 επισκέφθηκε τη λειτουργούσα στη ... αντιπροσωπεία αυτοκινήτων "...", της οποίας ο υπεύθυνος πωλήσεων ... του υπέδειξε και αυτός αποδέχθηκε να εκμεταλλευθεί τη δυνατότητα της προειρημένης αγοράς με χρηματοδότηση.
Την επομένη όμως της καταθέσεως των απαιτουμένων προς τούτο δικαιολογητικών, η Τράπεζα "EUROBANK", στην οποία απευθύνθηκε, τον ενημέρωσε ότι ήταν αδύνατη η ικανοποίηση του αιτήματός του, διότι εις βάρος του υπήρχε καταγεγραμμένη οφειλή από τρεις (3) τον αριθμό ενεργείς πιστωτικές κάρτες. Την αρχική έκπληξη του υποψήφιου ως άνω αγοραστή διαδέχθηκε η ανησυχία, η δυσάρεστη δ'αυτή εξέλιξη τον υποχρέωσε σε επισταμένη διερεύνηση του θέματος.
Από την εν λόγω έρευνα διαπίστωσε ότι ο εκκαλών, ο οποίος είναι αδελφός του, κατά το από 24 Μαΐου 2001 έως 18 Οκτωβρίου 2002 χρονικό διάστημα, χωρίς τη δική του εντολή ή συναίνεση, είχε προβεί στην έκδοση, δι' αλληλογραφίας, εννέα (9) συνολικά πιστωτικών καρτών στο όνομα τούτου (εγκαλούντος), την υπογραφή του οποίου έθεσε κατ' απομίμηση στις σχετικές αιτήσεις που απηύθυνε προς τις Τράπεζες, φροντίζοντας να διαλάβει σ'αυτές (αιτήσεις) και τα υπόλοιπα, αναγκαία για την έγκρισή τους, στοιχεία (προσωπικά και επαγγελματικά) του ιδίου, κάνοντας μάλιστα και χρήση φωτοτυπικών αντιγράφων της αστυνομικής του ταυτότητας και των εκκαθαριστικών σημειωμάτων των ετών 2000 και 2001, τα οποία είχαν περιέλθει στην κατοχή του κατά αδιακρίβωτο τρόπο.
Με τον επιλήψιμο δ'αυτό τρόπο παραπλάνησε τους αρμοδίους τραπεζικούς υπαλλήλους και "αξιοποίησε" την πιστοληπτική ικανότητα του αδελφού του, ο οποίος, λόγω των οικονομικών δυνατοτήτων του, συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις κατοχής και χρήσης πιστωτικών καρτών, με τις οποίες διευκολύνεται η αγορά διαφόρων αγαθών χωρίς την άμεση καταβολή χρημάτων και επιτρέπεται και η ανάληψη μετρητών από τα αυτόματα ταμειολογιστικά μηχανήματα (automatic tellers machines-ATM) των τραπεζών.
Προκειμένου δε να διασφαλίσει την ευδοκίμηση των αιτήσεών του, ανέγραψε σ'αυτές αναληθώς ως διεύθυνση κατοικίας του αιτούντος εκείνη όπου διέμενε ο ίδιος (εκκαλών) με τους γονείς του (... ή τη νέα ...), προσθέτοντας το ονοματεπώνυμό του (...), καθώς και τον αριθμό της τηλεφωνικής του κλήσεως παραπλεύρως των ενδείξεων για την επικοινωνία της εκδότριας Τράπεζας με τον ενδιαφερόμενο σε περίπτωση ανάγκης ή απουσίας του.
Συγκεκριμένα, εκδόθηκαν στο όνομα του εγκαλούντος οι υπ'αριθ. ... "VISA" και ... "MASTERCARD" (Γενική Τράπεζα), ... "VISA" (INTERAMERICAN VISA), ... "VISA" (Αγροτική Τράπεζα), ... "MASTERCARD" (INTERAMERICAN MASTERCARD), ... "VISA", ... "VISA" και ... "MASTERCARD" (Τράπεζα EUROBANK ERGASIAS) πιστωτικές κάρτες, τις οποίες ο εκκαλών παρέλαβε και χρησιμοποίησε, είτε με την αγορά διαφόρων αγαθών είτε με την κατά καιρούς ανάληψη μετρητών, με τελικό χρεωστικό υπόλοιπο το ποσό των 38.381,03 ευρώ, το οποίο αποτελεί και την περιουσιακή βλάβη του εγκαλούντος, έστω κι αν αυτός μπορεί να αξιώσει την ανόρθωσή της, αφού η επιδίωξη της ικανοποίησής του απαιτεί την εμπλοκή του σε δικαστικούς αγώνες για την κατάδειξη της προπεριγραφόμενης έκνομης συμπεριφοράς του εκκαλούντος-αδελφού του.
Ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι υπήρχε συναίνεση του εγκαλούντος-πολιτικώς ενάγοντος αδελφού του ως προς την έκδοση των ενδίκων πιστωτικών καρτών και βέβαια την υπογραφή και κατάθεση των σχετικών αιτήσεων κι ότι σε κάθε περίπτωση αίρεται, λόγω πραγματικής πλάνης, ο καταλογισμός των πράξεων στο πρόσωπό του, διότι ο ίδιος (εκκαλών) θεωρούσε δεδομένη τη συναίνεση του παθόντος, εφόσον αυτός είχε δεχθεί προηγουμένως να εγγυηθεί για την τραπεζική δανειοδότησή του μέχρι του ποσού των 4-5 εκατομμυρίων δραχμών, είναι προδήλως ανεπέρειστος.
Και τούτο διότι κύριο χαρακτηριστικό της πραγματικής πλάνης είναι ότι ο δράστης αγνοεί ή αντιλαμβάνεται εσφαλμένα τι πράττει και είναι αδιάφορο ποια υπήρξε η πηγή της άγνοιας ή της εσφαλμένης αντίληψής του (ΑΠ 2161/2004 ΠΧρ. ΝΕ΄ σελ. 757). Ανεξάρτητα δ'από το ότι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν συνάγεται ρητή ή και σιωπηρή συναίνεση του εγκαλούντος, ο τρόπος και μάλιστα οι περιστάσεις, υπό τις οποίες ενήργησε ο εκκαλών, επιμαρτυρούν δόλια προαίρεση του και επιβεβαιώνουν τη βασιμότητα των σε βάρος του ποινικών αιτιάσεων.
Επιπρόσθετα, καταλυτικό του όψιμου αυτού αυτοτελούς ισχυρισμού είναι και το περιεχόμενο του από 26-11-2005 απολογητικού του υπομνήματος, όπου, μεταξύ των άλλων, με σαφήνεια υποστηρίζει ότι "... Μου ήταν αδύνατο να μπω σε μία διαδικασία να ζητήσω από τον αδελφό μου τα συμβόλαια για τις επιπλέον εγγυήσεις που ζητούσε η Τράπεζα, καθώς ήμουν απολύτως βέβαιος, εξαιτίας της προηγούμενης εν γένει αρνητικής του στάσης, ότι δεν επρόκειτο να μου χορηγήσει αυτήν τη βοήθεια, ούτε να παράσχει τις επιπλέον εγγυήσεις που ζητούσε η Τράπεζα.
Έτσι ξεκίνησα, χωρίς οι γονείς μου να το γνωρίζουν, την τέλεση των αποδιδόμενων σε μένα πράξεων με την αίτηση που υπέβαλα στις 24-5-2001 προς την Τράπεζα Πειραιώς για την έκδοση πιστωτικής κάρτας στο όνομα του αδελφού μου...".
Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις περί της τελέσεως από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ... των αξιοποίνων πράξεων πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή των 15.000 ευρώ και απάτης κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή των 15.000 ευρώ και για τον λόγο αυτόν απέρριψε την υπ' αυτού ασκηθείσα κατά του υπ' αριθ. 493/2005 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης έφεσή του ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε το βούλευμα αυτό.
IV.- Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν τις αποδιδόμενες στον αναιρεσείοντα ...
αξιόποινες πράξεις, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν αποχρώσες (σοβαρές) ενδείξεις για την παραπομπή αυτού (κατηγορουμένου) στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ. στ΄, 98, 216 §§ 1 & 3β και 386 §§ 1 & 3α του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου.
Επιπροσθέτως, παρατίθεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα και την υπ' αυτού υιοθετούμενη εισαγγελική πρόταση ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς το χρόνο, κατά τον οποίο ο δικαιούμενος σε έγκληση για την πράξη της απάτης μεταξύ αδελφών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 393 § 1 του ΠΚ, όπως η παράγραφος αυτή αριθμήθηκε με το άρθρο 14 § 1.4 του Ν. 2721/1999, παθών ...
έλαβε γνώση για την τέλεσή της και για το πρόσωπο που την τέλεσε. Περαιτέρω, παρατίθεται στον ίδιο ως άνω βούλευμα και την υπ' αυτού υιοθετούμενη εισαγγελική πρόταση ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως των φερομένων ως τελεσθεισών από τον ίδιο αξιοποίνων πράξεων πλαστογραφίας και απάτης, καθόσον γίνεται δεκτό ότι θεμελιώνεται η συνδρομή τους και στην περίπτωση της κατ' εξακολούθηση τελέσεως των αντίστοιχων εγκλημάτων.
Ακόμη, για την πληρότητα της αιτιολογίας επί της πράξεως της απάτης κατ' εξακολούθηση, ως προς το στοιχείο της βλάβης, αλλά και επί του ύψους του συνολικού οφέλους και της αντίστοιχης συνολικής ζημίας από αμφότερες τις αποδιδόμενες στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο πράξεις πλαστογραφίας και απάτης παρατίθεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα το ποσό της συνολικής ζημίας που προκλήθηκε στην ξένη περιουσία από την πράξη αυτή και το ποσό του αντίστοιχου συνολικού οφέλους του αναιρεσείοντος και δεν είναι αναγκαία η εξειδίκευση της ζημίας και του αντίστοιχου οφέλους από την καθεμία μερικότερη πράξη και ο χρόνος επελεύσεως αυτών, γιατί στην προκειμένη περίπτωση δεν ασκούν οι ελλείψεις αυτές επιρροή στην ταυτότητα των μερικοτέρων πράξεων ή στην παραγραφή τους (ΑΠ 140/1999 ΠΧρ.
ΜΘ΄ σελ. 518). Τέλος, δεν δημιουργείται ασάφεια και αοριστία από την παραδοχή του προσβαλλόμενου βουλεύματος ότι οι εκδοθείσες με τον προαναφερόμενο τρόπο στο όνομα του εγκαλούντος ... πιστωτικές κάρτες ανέρχονται σε εννέα (9) συνολικά, ενώ στη συνέχεια απαριθμούνται οκτώ (8) από αυτές, αφού η μη απαρίθμηση της ένατης τούτων (της υπ' αριθ. ...
πιστωτικής κάρτας "VISA") οφείλεται σε προφανή παραδρομή.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, είναι αβάσιμοι οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β΄ & δ΄ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, και πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να επιβληθούν δε στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 483 § 1 του ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί η υπ' αριθ. 7/20-2-2006 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου..., κατά του υπ' αριθ. 1.632/9-11-2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. και 2) Να επιβληθούν στον ως άνω αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα, 14 Ιουνίου 2006
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη 7/20-2-2006 έκθεση αναιρέσεως του ... κατά του 1632/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με το οποίο απορρίφθηκε κατ΄ ουσία, η έφεση τού κατά του 493/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικαστεί για την πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως και κακουργηματικής απάτης, κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες και απάτες, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί κατ' ουσίαν.
II. Από το άρθρο 216 παρ.1 και 2 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή, αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση.
Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο, αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 216. Για την κακουργηματική δε μορφή της πλαστογραφίας που προβλέπεται στο εδάφιο β της παρ.3 του αυτού άρθρου, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.2β του Ν. 2721/1999, το οποίο άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, απαιτείται επιπλέον ο υπαίτιος να διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ.
ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την επίσημη αντιστοιχία που καθορίστηκε με άρθρο 5 του Ν. 2943/2001 (ΑΠ 2172/2003 Συμβ. ΠΧ ΝΔ.790). Περαιτέρω κατά το άρθρο 386 παρ.1 ΠΚ, το έγκλημα της απάτης θεμελιώνεται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει με πράξη παράλειψη ανοχή σε περιουσιακή διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον πλανηθέντα ή άλλον, προς τον σκοπό να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος αντίστοιχο παράνομο όφελος, είναι δε αδιάφορο αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός.
Δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται το πρόσωπο εκείνου που εξαπατήθηκε με εκείνου που ζημιώθηκε. Είναι, επίσης, δυνατόν από μία πράξη απάτης να είναι παθόντες πλείονες. Για την κακουργηματική μορφή της απάτης απαιτείτο επιπλέον, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου , όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996, ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια.
Μετά όμως την αντικατάσταση της παρ.3 του άρθρου 386 του ΠΚ με το άρθρο 14 παρ.4 του ν. 2721/1999, για την κακουργηματική μορφή της απάτης δεν αρκεί πλέον ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αλλά απαιτείται και το πρόσθετο στοιχείο ότι το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε αυτός, ή αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίπτωσης τελέσεως του εγκλήματος κατ' επάγγελμα απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το έγκλημα αυτό.
Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από τη επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση.
αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής. Εξάλλου, κατ' επάγγελμα τέλεση υπάρχει και όταν η πράξη τελείται το πρώτον, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάση σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και της οργανωμένης ετοιμότητας του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος.
V. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 παρ.2 του ΠΚ, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.1 του Ν. 2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη και το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό.
Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου με τη συνολική βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Η εξειδίκευση των μερικότερων πράξεων του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος απαιτείται μόνο όταν αυτή ασκεί επιρροή στην παραγραφή ή στην ταυτότητα της πράξεως, ή στην περίπτωση κατά την οποία για μία από ή για περισσότερες τις επί μέρους πράξεις συντρέχει λόγος εξαλείψεως του αξιοποίνου ή απαραδέκτου ή αναστολής της διώξεως ή ανεγκλήτου κλπ.
VI. Eξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως , κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ , υπάρχει όταν περιέχονται σε αυτό με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης.
Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι κατ' επιλογή μερικά εξ αυτών. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β του ΚΠΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως.
Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με επιτρεπτή αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών και μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά. "Ο ..., ενδιαφερόμενος για την αγορά ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγού αυτοκινήτου μικρού κυβισμού, στις 12 Αυγούστου 2003 επισκέφθηκε την εδώ αντιπροσωπεία αυτοκινήτων "...", της οποίας ο υπεύθυνος πωλήσεων ...
του υπέδειξε και αυτός αποδέχθηκε να εκμεταλλευτεί τη δυνατότητα της προειρημένης αγοράς με χρηματοδότηση. Την επομένη, όμως, της καταθέσεως των απαιτουμένων προς τούτο δικαιολογητικών, η Τράπεζα "EUROBANK", στην οποία απευθύνθηκε, τον ενημέρωσε ότι ήταν αδύνατη η ικανοποίηση του αιτήματός του, διότι εις βάρος του υπήρχε καταγεγραμμένη οφειλή από τρεις (3) τον αριθμό ενεργείς πιστωτικές κάρτες.
Την αρχική έκπληξη του υποψήφιου ως άνω αγοραστή διαδέχθηκε η ανησυχία, η δυσάρεστη δ'αυτή εξέλιξη τον υποχρέωσε σε επισταμένη διερεύνηση του θέματος. Από την εν λόγω έρευνα διαπίστωσε ότι ο εκκαλών, ο οποίος είναι αδελφός του, κατά το από 24 Μαΐου 2001 έως 18 Οκτωβρίου 2002 χρονικό διάστημα, χωρίς τη δική του εντολή ή συναίνεση, είχε προβεί στην έκδοση, δι' αλληλογραφίας, εννέα (9) συνολικά πιστωτικών καρτών στο όνομα τούτου (εγκαλούντος), την υπογραφή του οποίου έθεσε κατ' απομίμηση στις σχετικές αιτήσεις που απηύθυνε προς τις Τράπεζες, φροντίζοντας να διαλάβει σ'αυτές (αιτήσεις) και τα υπόλοιπα, αναγκαία για την έγκρισή τους, στοιχεία (προσωπικά και επαγγελματικά) του ιδίου, κάνοντας μάλιστα και χρήση φωτοτυπικών αντιγράφων της αστυνομικής του ταυτότητας και των εκκαθαριστικών σημειωμάτων των ετών 2000 και 2001, τα οποία είχαν περιέλθει στην κατοχή του κατά αδιακρίβωτο τρόπο.
Με τον επιλήψιμο δ'αυτό τρόπο παραπλάνησε τους αρμοδίους τραπεζικούς υπαλλήλους και "αξιοποίησε" την πιστοληπτική ικανότητα του αδελφού του, ο οποίος, λόγω των οικονομικών δυνατοτήτων του, συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις κατοχής και χρήσης πιστωτικών καρτών, με τις οποίες διευκολύνεται η αγορά διαφόρων αγαθών χωρίς την άμεση καταβολή χρημάτων και επιτρέπεται και η ανάληψη μετρητών από τα αυτόματα ταμειολογιστικά μηχανήματα (automatic tellers machines-ATM) των τραπεζών.
Προκειμένου δε να διασφαλίσει την ευδοκίμηση των αιτήσεών του, ανέγραψε σ'αυτές αναληθώς ως διεύθυνση κατοικίας του αιτούντος εκείνη όπου διέμενε ο ίδιος (εκκαλών) με τους γονείς του (... ή τη νέα ...), προσθέτοντας το ονοματεπώνυμό του (...), καθώς και τον αριθμό της τηλεφωνικής του κλήσεως παραπλεύρως των ενδείξεων για την επικοινωνία της εκδότριας Τράπεζας με τον ενδιαφερόμενο σε περίπτωση ανάγκης ή απουσίας του.
Συγκεκριμένα, εκδόθηκαν στο όνομα του εγκαλούντος οι υπ'αριθ. ... "VISA" και ... "MASTERCARD" (Γενική Τράπεζα), ... "VISA" (INTERAMERICAN VISA), ... "VISA" (Αγροτική Τράπεζα), ... "MASTERCARD" (INTERAMERICAN MASTERCARD), ... "VISA", ... "VISA" και ... "MASTERCARD" (Τράπεζα EUROBANK ERGASIAS) πιστωτικές κάρτες, τις οποίες ο εκκαλών παρέλαβε και χρησιμοποίησε, είτε με την αγορά διαφόρων αγαθών είτε με την κατά καιρούς ανάληψη μετρητών, με τελικό χρεωστικό υπόλοιπο το ποσό των 38.381,03 ευρώ, το οποίο αποτελεί και την περιουσιακή βλάβη του εγκαλούντος, έστω κι αν αυτός μπορεί να αξιώσει την ανόρθωσή της, αφού η επιδίωξη της ικανοποίησής του απαιτεί την εμπλοκή του σε δικαστικούς αγώνες για την κατάδειξη της προπεριγραφόμενης έκνομης συμπεριφοράς του εκκαλούντος-αδελφού του.
Ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι υπήρχε συναίνεση του εγκαλούντος-πολιτικώς ενάγοντος αδελφού του ως προς την έκδοση των ενδίκων πιστωτικών καρτών και βέβαια την υπογραφή και κατάθεση των σχετικών αιτήσεων κι ότι σε κάθε περίπτωση αίρεται, λόγω πραγματικής πλάνης, ο καταλογισμός των πράξεων στο πρόσωπό του, διότι ο ίδιος (εκκαλών) θεωρούσε δεδομένη τη συναίνεση του παθόντος, εφόσον αυτός είχε δεχθεί προηγουμένως να εγγυηθεί για την τραπεζική δανειοδότησή του μέχρι του ποσού των 4-5 εκατομμυρίων δραχμών, είναι προδήλως ανεπέρειστος.
Και τούτο διότι κύριο χαρακτηριστικό της πραγματικής πλάνης είναι ότι ο δράστης αγνοεί ή αντιλαμβάνεται εσφαλμένα τι πράττει και είναι αδιάφορο ποια υπήρξε η πηγή της άγνοιας ή της εσφαλμένης αντίληψής του (ΑΠ 2161/2004 ΠΧρ. ΝΕ΄ σελ. 757). Ανεξάρτητα δ'από το ότι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν συνάγεται ρητή ή και σιωπηρή συναίνεση του εγκαλούντος, ο τρόπος και μάλιστα οι περιστάσεις, υπό τις οποίες ενήργησε ο εκκαλών, επιμαρτυρούν δόλια προαίρεση του και επιβεβαιώνουν τη βασιμότητα των σε βάρος του ποινικών αιτιάσεων.
Επιπρόσθετα, καταλυτικό του όψιμου αυτού αυτοτελούς ισχυρισμού είναι και το περιεχόμενο του από 26-11-2005 απολογητικού του υπομνήματος, όπου, μεταξύ των άλλων, με σαφήνεια υποστηρίζει ότι "... Μου ήταν αδύνατο να μπω σε μία διαδικασία να ζητήσω από τον αδελφό μου τα συμβόλαια για τις επιπλέον εγγυήσεις που ζητούσε η Τράπεζα, καθώς ήμουν απολύτως βέβαιος, εξαιτίας της προηγούμενης εν γένει αρνητικής του στάσης, ότι δεν επρόκειτο να μου χορηγήσει αυτήν τη βοήθεια, ούτε να παράσχει τις επιπλέον εγγυήσεις που ζητούσε η Τράπεζα.
Έτσι ξεκίνησα, χωρίς οι γονείς μου να το γνωρίζουν, την τέλεση των αποδιδόμενων σε μένα πράξεων με την αίτηση που υπέβαλα στις 24-5-2001 προς την Τράπεζα Πειραιώς για την έκδοση πιστωτικής κάρτας στο όνομα του αδελφού μου...".
ΙV. Με βάση τα πιο πάνω περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος των αξιόποινων πράξεων της κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως, κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ) και της κακουργηματικής απάτης, κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες και απάτες, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ).
Ακολούθως το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατά του πρωτοδίκου 493/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα πιο πάνω αξιόποινες πράξεις και από τα οποία συνήγαγε την κρίση για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των αξιόποινων αυτών πράξεως, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντα στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ.
στ., 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 παρ.1, 98, 216 παρ.1,3 εδ. β και 386 παρ.1,3α του ΠΚ, όπως ισχύουν, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ή με άλλο τρόπο. Για την πληρότητα δε της πιο πάνω αιτιολογίας δεν υπήρχε ανάγκη να διαληφθούν και τα αναφερόμενα στην αίτηση επί πλέον στοιχεία.
Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας για την πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση, ως προς το στοιχείο της βλάβης, αλλά και του ύψους του συνολικού οφέλους και της αντίστοιχης συνολικής ζημίας και για τις δύο αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις πλαστογραφίας και απάτης, παρατίθεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα το ποσό της συνολικής ζημίας που προκλήθηκε στη περιουσία του παθόντος μηνυτή από τις πράξεις αυτές και το ποσό του αντίστοιχου συνολικού οφέλους του αναιρεσείοντος και δεν ήταν αναγκαία η περαιτέρω εξειδίκευση της κάθε επί μέρους πράξεως των κατ΄ εξακολούθηση τελεσθέντων πιο πάνω εγκλημάτων και ειδικότερα η εξειδίκευση της ζημίας και του αντίστοιχου οφέλους από την κάθε μία μερικότερη πράξη και ο χρόνος επελεύσεως αυτών, αφού, στην προκειμένη περίπτωση, οι ελλείψεις αυτές δεν ασκούν επιρροή στην ταυτότητα των μερικότερων πράξεων ή στην παραγραφή τους.
Επίσης ουδεμία ασάφεια ή αοριστία δημιουργείται από την παραδοχή του προσβαλλόμενου βουλεύματος ότι οι εκδοθείσες με τον προαναφερόμενο τρόπο στο όνομα του εγκαλούντος ... πιστωτικές κάρτες ανέρχονται σε εννέα( 9) συνολικά, ενώ στη συνέχεια απαριθμούνται οκτώ (8) από αυτές αφού η μη απαρίθμηση της ένατης τούτων ( με αριθμό ...
πιστωτική κάρτα VISA), οφείλεται σε προφανή παραδρομή. Επίσης στο προσβαλλόμενο βούλευμα με τις πιο πάνω παραδοχές του περιέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ 'επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως των κακουργηματικών πράξεων της πλαστογραφίας και της απάτης που του αποδίδονται.
Η ειδικότερη αιτίαση ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα, δεν αιτιολογείται ειδικώς και εμπεριστατωμένα η συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα τελέσεως των πιο πάνω αδίκων πράξεων, καθόσον δεν εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει σε τι συνίσταται το σχέδιο και η υποδομή που είχε διαμορφώσει ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, προκειμένου να προβαίνει στην επανειλημμένη τέλεση των αδικημάτων αυτών, είναι αβάσιμος και στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Τούτο δε διότι το προσβαλλόμενο βούλευμα, όπως σαφώς προκύπτει από τις πιο πάνω παραδοχές του, στήριξε την ύπαρξη της εν λόγω επιβαρυντικής περιστάσεως όχι στην ύπαρξη σχεδίου ή στη διαμόρφωση υποδομής με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως εκ μέρους του αναιρεσείοντος (προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν όταν οι προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις τελούνται για πρώτη φορά), αλλά στη γενόμενη ήδη επανειλημμένη διάπραξη των εν λόγω εγκλημάτων με την μορφή της κατ΄ εξακολούθηση τελέσεως αυτών.
Αβάσιμη επίσης είναι η περαιτέρω αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα εσφαλμένα εφήρμοσε και ερμήνευσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 216 παρ.3 ΠΚ, διότι, όπως υποστηρίζει στην κρινόμενη αίτήση του, στην κακουργηματική μορφή της πλαστογραφίας λαμβάνεται υπόψη το σκοπούμενο όφελος και όχι αυτό που τελικά επιτεύχθηκε, και στην προκειμένη περίπτωση σκοπός του ήταν να λάβει δάνειο 15.000 ευρώ, πλην όμως υπερέβη το ποσό αυτό, διότι, όπως ισχυρίζεται, δεν μπορούσε να προβλέψει εκ των προτέρων τις επιβαρύνσεις που προκλήθηκαν από τη χρήση των πιστωτικών καρτών.
Κατά τις παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος το ποσό, των 38.381, 01 ευρώ ήταν το ποσό που ωφελήθηκε ο αναιρεσείων από τη χρήση των πιστωτικών καρτών και το ίδιο ποσό αποτελεί και την αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του εγκαλούντος, χωρίς να γίνεται δεκτό ότι κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως το σκοπούμενο όφελος ανερχόταν μόνο στο πιο πάνω ποσό των 15.000 ευρώ.
Κατά τα λοιπά οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας ή εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων πλήττεται απαραδέκτως η περί των πραγμάτων εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, οι από τις διατάξεις του άρθρου 484 στοιχ.
β και δ λόγοι της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένη αιτιολογίας είναι αβάσιμοι και, πρέπει, να απορριφθούν. Ακολούθως, μετά την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως, πρέπει, η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα ( 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 7/20-2-2006 έκθεση αναιρέσεως του ... κατά του 1632/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2006. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2006.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ