Legislator Case Law & Legislation
2100/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and partially allows appeal on merits regarding interest clause.

Case Number 2100/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal on procedural grounds because the appellant failed to appear, rendering the hearing inadmissible. On the merits, the court accepted the lower court's partial judgment against the defendants. Consequently, the appeal was rejected procedurally while the underlying claim for 2,000 euros was upheld.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576, 576 of the Code of Civil Procedure; If a party fails to appear at the appeal hearing without valid justification, the appeal is declared inadmissible, whereas if the appeal is procedurally valid but the lower judgment requires only formal revision, the Supreme Court may rule directly without remittal.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal failure to appear partial remittal interest clause removal procedural economy

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 226, paragraph 4, items gamma and delta of the Code of Civil Procedure
Article 575, item beta of the Code of Civil Procedure
Article 495, number 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 178, 183 of the Code of Civil Procedure
Article 106, 178, 183, 189, paragraph 1, 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2100 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2100/2025ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥΑ1' Πολιτικό ΤμήμαΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια και Στυλιανή Μπλέτα, Αρεοπαγίτες.Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ.

Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Α. του Χ., 2) Ι. Α. του Χ., πρώην συζύγου Σ. Π. - Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αλεξανδρόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.Της αναιρεσιβλήτου: Γ. Λ. του Π., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/11/1993 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9802/199 μη οριστική και 4634/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2587/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/6/2020 αίτησή τους.Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟΑπό τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2, 4 και 576 παρ.1 έως 3ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ` αυτήν κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 536/2020).

Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ` και δ` ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ` άρθρο 575 εδ. β` του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ` αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ` αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (ΑΠ 259/2022, ΑΠ 488/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσδιορίσθηκε για να συζητηθεί στην αρχική δικάσιμο της 4-12-2023 και ορίσθηκε προθεσμία κοινοποίησής της 60 ημέρες πριν τη δικάσιμο. Από την προσκομιζόμενη από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες υπ` αριθμ. ...-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Κ.

Π. προκύπτει, ότι η αναιρεσίβλητη κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στην ως άνω αρχικά ορισθείσα δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και έγινε η σχετική εγγραφή στο πινάκιο. Η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την ως άνω μετ` αναβολή ορισθείσα δικάσιμο, επέχει θέση κλήτευσης της αναιρεσίβλητης, εφόσον η τελευταία είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα κατά τα άνω να παραστεί κατά τη δικάσιμο της 4-12-2023, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, δεν εμφανίστηκε η αναιρεσίβλητη, ούτε κατέθεσε δήλωση μη παράστασης κατ` αρθ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον οι επισπεύδοντες τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείοντες.

Επομένως, αφού η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 περ. γ` του ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρίς την παρουσία της.Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 2587/2020 απόφαση του Εφετείου (Τριμελούς) Αθηνών, που δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 4634/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού την εξαφάνισε, δέχθηκε εν μέρει την από 17-11-1993 αγωγή της αναιρεσίβλητης και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες υποχρεούται να της καταβάλουν το ποσό των 2.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά τους.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).Α. Κατά τη διάταξη του άρθρου 937 παρ. 1 εδ. α' του ΑΚ, η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, ενώ, κατά τη διάταξη της παρ.1 εδ.

β` του ίδιου άρθρου, σε κάθε περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων, συνάγεται ότι, με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται το θέμα της έναρξης του χρόνου της πενταετούς παραγραφής της αξίωσης για αποζημίωση από αδικοπραξία, κατά παρέκκλιση από το γενικό κανόνα του άρθρου 251 του ΑΚ, από τότε που ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση και όχι αφότου γεννήθηκε η αξίωση και έγινε δικαστικώς επιδιώξιμη.

Ως γνώση της ζημίας, για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής, νοείται η γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών της πράξης, όχι δε η γνώση της ακριβούς έκτασης της ζημίας ή του ποσού της αποζημίωσης (Ολ.ΑΠ 24/2003, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 1443/2022, ΑΠ 546/2021). Στην παραπάνω πενταετή παραγραφή υπόκειται και η, κατ` άρθρο 932 του ΑΚ, αξίωση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης.

Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου 937 του ΑΚ, αν η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη, που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημίωσης (ΑΠ 1196/2023). Εξάλλου, η παραγραφή δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά μόνο κατόπιν πρότασής της από τον οφειλέτη, ο οποίος λόγω της συμπλήρωσής της μπορεί να αρνηθεί να εκπληρώσει την παροχή (άρθρο 272ΑΚ).

Ο θεσμός της "εν επιδικία" παραγραφής συνιστά ειδικότερη εκδήλωση του θεσμού της παραγραφής. Η διακοπή της παραγραφής επερχόταν με την "έγερση" της αγωγής, χωρίς αυτή να επιφέρει αντίστοιχη αναστολή κατά τη διάρκεια της δίκης. Ειδικότερα, το άρθρο 261ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/20-3-2013, όριζε επί λέξει τα εξής: "την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής.

Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου". Από την τελευταία αυτή διάταξη συναγόταν ότι αν η παραγραφή διακοπτόταν με την άσκηση της αγωγής, η ίδια παραγραφή, ομοειδής και ισόχρονη με αυτήν που είχε διακοπεί, άρχιζε σε κάθε περίπτωση - και ανεξαρτήτως από το είδος αυτής ως βραχυπρόθεσμης ή συνήθους - ευθύς μετά την έγερση της αγωγής και διακοπτόταν μετά από κάθε διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου.

Έτσι, επί αξίωσης που είχε καταστεί επίδικη, η παραγραφή στην οποία υπόκειτο, μπορούσε να συμπληρωθεί κατά τη διάρκεια της επιδικίας. Ως διαδικαστική δε πράξη, που συνεπαγόταν κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 261ΑΚ τη διακοπή της παραγραφής, εθεωρείτο κάθε πράξη των διαδίκων ή των νομίμων αντιπροσώπων και πληρεξουσίων τους ή της δικαστικής αρχής, που περιείχε τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και ήταν αναγκαία για την έναρξη, συνέχιση ή αποπεράτωση της δίκης.

Η παραπάνω διάταξη, όπως προαναφέρθηκε, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/20-3-2013. Σύμφωνα με τη νέα διάταξη και τις παραγράφους 1 και 3 που ενδιαφέρουν την ένδικη διαφορά "1. την παραγραφή διακόπτει η άσκηση αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ` άλλον τρόπο περάτωση της δίκης... 3.Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση".

Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 δεν διαφέρει από την προϊσχύουσα ρύθμιση, παρά μόνον στην αντικατάσταση του όρου "έγερση" από τον σύγχρονο όρο "άσκηση" της αγωγής. Οι συνέπειες του ουσιαστικού δικαίου εξακολουθούν να εντοπίζονται στο χρονικό σημείο της έγκυρης επίδοσης της αγωγής, οπότε θεωρείται ότι ο εναγόμενος έλαβε γνώση της εναντίον του αγωγής.

Η σοβαρότερη διαφοροποίηση από την προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 261ΑΚ εντοπίζεται στο δεύτερο εδάφιο της πρώτης παραγράφου, το οποίο προβλέπει ταυτοχρόνως διακοπή και μία ιδιότυπη αναστολή της παραγραφής, μέχρι το χρονικό σημείο έκδοσης τελεσίδικης απόφασης ή περάτωσης της δίκης με άλλο τρόπο. Ο όρος "τελεσίδικη απόφαση" εννοεί την επερχόμενη με οποιονδήποτε τρόπο τελεσιδικία, όπως π.χ.

οριστική απόφαση που καθίσταται τελεσίδικη λόγω παρέλευσης των προθεσμιών για την άσκηση τακτικών ενδίκων μέσων, παραίτησης από το δικαίωμα άσκησης τους, αποδοχής της απόφασης, αποδοχή της αγωγής κλπ. Εκτός από την τελεσιδικία της απόφασης, προβλέπεται περαιτέρω ότι η παραγραφή αρχίζει και πάλι, όταν η δίκη περατωθεί με άλλο τρόπο, ήτοι λόγω κατάργησης της δίκης με δικαστικό συμβιβασμό (άρθρο 293ΚΠολΔ), καθώς και λόγω παραίτησης από το δικόγραφο ή το δικαίωμα της αγωγής (άρθρα 294-297ΚΠολΔ) οπότε, στην παραίτηση από το δικόγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 263 ΑΚ.

Από τον συνδυασμό του νέου άρθρου 261 και του άρθρου 270 ΑΚ, που παραμένει αμετάβλητο, συνάγεται σαφώς ότι η νέα παραγραφή αρχίζει την επομένη της τελεσιδικίας της απόφασης ή της περάτωσης της δίκης με άλλο τρόπο. Η τρίτη παράγραφος του (νέου) άρθρου 261ΑΚ ορίζει "ότι η νέα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση" (ΑΠ 1603/2022).

Στην παραπάνω διάταξη του νέου άρθρου 261ΑΚ περιέχεται διάταξη διαχρονικού δικαίου (παρ. 3 αυτού), στην οποία ρυθμίζεται η εν επιδικία παραγραφή εκκρεμών δικών. Ως προϋπόθεση για την εφαρμογή της νέας διάταξης στις εκκρεμείς δίκες τίθεται να μην έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, ενώ δεν τίθεται, ως πρόσθετη προϋπόθεση, να μην έχει ήδη επέλθει εν επιδικία, κατά το χρόνο δημοσίευσης του ν. 4139/2013 (20-3-2013) η παραγραφή της αξίωσης, με βάση τη διάταξη του άρθρου 261ΑΚ, όπως ίσχυε προηγουμένως.

Έτσι, με τη διάταξη αυτή, της παραγράφου 3 του άρθρου 261ΑΚ, σύμφωνα με τη γραμματική ερμηνεία της, εισάγεται εξαίρεση από τη γενική αρχή του διαχρονικού δικαίου των παραγραφών, που θεσπίζεται με το άρθρο 18 παρ. 1 του ΕισΝΑΚ, σύμφωνα με το οποίο "οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την παραγραφή εφαρμόζονται και στις αξιώσεις που έχουν γεννηθεί, αλλά δεν έχουν ακόμη παραγραφεί κατά την εισαγωγή του".

Όμως, η εφαρμογή της νέας διάταξης και στις εκκρεμείς υποθέσεις, για τις οποίες δεν είχε μεν εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, αλλά η παραγραφή της απαίτησης είχε ήδη επέλθει κατά το χρόνο δημοσίευσης του ν.4139/2013 σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 261ΑΚ, όπως ίσχυε, θα οδηγούσε, μέσω της αναδρομικής αυτής επιμήκυνσης του χρόνου παραγραφής, στην αναβίωση της παραγεγραμμένης απαίτησης και στην επαναφορά αυτής στην αρχική και πλήρη μορφή της, ενώ ήδη αυτή, λόγω της παραγραφής, υφίσταται μόνο ως φυσική ή ατελής ενοχή.

Τούτο θα είχε ως αποτέλεσμα την αλλοίωση της διαμορφωμένης περιουσιακής κατάστασης των μερών και την ανατροπή των δημιουργημένων με την επελθούσα παραγραφή νομικών καταστάσεων, περαιτέρω δε την περιέλευση του οφειλέτη σε δυσμενή θέση, αφού θα επέφερε την απώλεια του κεκτημένου με τη συμπληρωθείσα παραγραφή δικαιώματός του να αρνηθεί την παροχή (άρθρο 272 ΑΚ), κλονίζοντας τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του στη σταθερότητα της, διαμορφωμένης με την παραγραφή, νομικής κατάστασης.

Με τα δεδομένα αυτά, η εν λόγω ρύθμιση αντίκειται στην αρχή του κράτους δικαίου και, ειδικότερα, στην αρχή της ασφάλειας δικαίου, που απορρέει ιδίως από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. α` του Συντάγματος και ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης.

Εξάλλου, με τη νέα διατύπωση του άρθρου 261ΑΚ, ο νομοθέτης σκοπό είχε να καλύψει, εκτός από τις υποθέσεις που θα καταστούν μελλοντικά επίδικες (παρ. 1 και 2) και εκείνες που είναι εκκρεμείς (παρ. 3) και που επίσης κινδυνεύουν να παραγραφούν μετά τη θέση σε ισχύ της νέας διάταξης, αν εξακολουθούσε να ισχύει γι` αυτές το άρθρο 261 ΑΚ, στην αρχική του διατύπωση (ΟλΑΠ 8/2022).

Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 4/2014, ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1406/2021). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενοι, κατ' εκτίμηση, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 247, 251 και 937ΑΚ με τη μη εφαρμογή τους και την επίσης ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει μετά το Ν. 4139/2013, με την εφαρμογή της, απορρίπτοντας την ένσταση παραγραφής εν επιδικία της επίδικης αξίωσης της αναιρεσίβλητης, την οποία προέβαλαν με τις προτάσεις που κατέθεσαν στο Εφετείο ως υπεράσπιση κατά της έφεσης της πρωτοδίκως ηττηθείσας ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης.Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα :

Με την ένδικη από 17-11-1993 αγωγή, που άσκησε η αναιρεσίβλητη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, επικαλούμενη, αφενός ότι, δυνάμει σύμβασης που κατάρτισε με τους εναγόμενους και ήδη αναιρεσείοντες, τους δάνεισε άτοκα το ποσό των 4.440.831 δραχμών και ήδη 13.032,52 ευρώ, το οποίο παρά τις οχλήσεις της δεν της το απέδωσαν και αφετέρου ότι οι, εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες τέλεσαν σε βάρος της το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης με τα όσα αναφέρουν στην από 5-3-1993 αγωγή, που άσκησαν και εναντίον της στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών καθώς και στην από 13-11-1992 μήνυση, που υπέβαλαν, μεταξύ άλλων και σε βάρος της, ζήτησε :

α) να υποχρεωθούν οι τελευταίοι να της καταβάλουν συμμέτρως το ποσό των 13.032,52 ευρώ, πλέον των νομίμων τόκων και β) μετά από περιορισμό του σχετικού καταψηφιστικού αιτήματός τους σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να της καταβάλουν, έκαστος εις ολόκληρον, το ποσό των 30.000.000 δραχμών και ήδη 88.041,09 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπρακτική τους συμπεριφορά.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 9802/1994 μη οριστική απόφαση του άνω δικαστηρίου που διέταξε τη διεξαγωγή αποδείξεων, μετά την ολοκλήρωση των οποίων εκδόθηκε η υπ' αρ. 4634/2006 οριστική απόφαση του άνω δικαστηρίου που απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Εναντίον της απόφασης αυτής η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε στις 23-7-2009 έφεση, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 30-4-2015, οπότε και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 17-3-2016, οπότε και ματαιώθηκε.

Η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση με την από 29-3-2018 κλήση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης στη δικάσιμο της 4-4-2019, οπότε και συζητήθηκε και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, αφού έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, έγινε εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή κατά τη βάση της από αδικοπραξία και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων να καταβάλουν στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη το ποσό των 2.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Με τις προτάσεις που κατέθεσαν στην κατ' έφεση δίκη, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης, οι εναγόμενοι - εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσείοντες προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι η ένδικη αξίωση από αδικοπραξία της ενάγουσας έχει παραγραφεί εν επιδικία, δεδομένου ότι από την άσκηση της έφεσης στις 23-7-2009 μέχρι τις 24-1-2019 οπότε και κοινοποιήθηκε σε αυτούς η από 29-3-2018 και με υπ' αρ.

εκθ. κατ. 3511/2018 κλήση της ενάγουσας να παραστούν στη συζήτηση της έφεσης παρήλθε δεκαετία χωρίς τη μεσολάβηση κάποιου διακοπτικού της παραγραφής γεγονότος, άλλως ουδέποτε έλαβαν γνώση των επικαλούμενων από την ενάγουσα διακοπτικών γεγονότων ότι δηλαδή η έφεση προσδιορίστηκε αρχικά στις 30-4-2015 και στη συνέχεια αναβλήθηκε για τις 17-3-2016, κατά τη δικάσιμο της οποίας ματαιώθηκε, άλλως τα ως άνω γεγονότα δεν διέκοψαν την παραγραφή δεδομένου ότι αυτή είχε συντελεστεί πριν από αυτά.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω λεχθέντα στην υπό στοιχείο Α μείζονα σκέψη της παρούσας, η πενταετής παραγραφή της ένδικης, από αδικοπραξία, αξίωσης της αναιρεσίβλητης σε βάρος των αναιρεσειόντων, διακόπηκε στις 23-7-2009 με την άσκηση από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη της από 21-7-2009 έφεσής της μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, όπως αυτή τροποποιήθηκε και ισχύει με το άρθρο 101 παρ.1 του Ν. 4139/2013, δεδομένου ότι η παραγραφή αυτή δεν είχε συμπληρωθεί στις 20/3/2013, οπότε τέθηκε σε ισχύ η εν λόγω αντικατασταθείσα διάταξη (261ΑΚ), που ετύγχανε εφαρμογής στην προκειμένη υπόθεση, η οποία κατά τον χρόνο εκείνο ήταν εκκρεμής.

Επομένως, το Εφετείο, που απέρριψε την ένσταση αυτή των εναγομένων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων, αν και με εσφαλμένη αιτιολογία, δεχόμενο ότι η εφαρμογή της ως άνω αντικατασταθείσας διάταξης του άρθρου 261 ΑΚ δεν προϋποθέτει τη μη συμπλήρωση της παραγραφής της αξίωσης κατά το χρόνο θέσης της σε ισχύ, αιτιολογία που αντικαθίσταται από αυτή της παρούσας (άρθρο 578ΚΠολΔ), ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και δεν παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 247, 251 και 937ΑΚ, αφού δεν ήταν εφαρμοστέες, ενώ ορθώς εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, όπως ισχύει μετά το Ν. 4139/2013, που ήταν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμοστέα.Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Γ. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτημα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης (ΟλΑΠ 25/2003).

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου. Ο ως άνω αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη στη διάπλαση, χωρίς να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα.

Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2, 115 παρ. 1 και 2, 223, 294, 295 παρ. 1 και 297 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας με την απόφασή του δεν μπορεί να χωρήσει στην επιδίκαση, χωρίς να υπάρχει σχετικό αίτημα (ΑΠ 886/2017, ΑΠ 1352/2009). Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο, μετά την παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή, αναγνώρισε ότι οφείλουν στην τελευταία ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 2.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, καίτοι η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη δεν είχε υποβάλει τέτοιο περί τοκοδοσίας αίτημα με την αγωγή της ούτε και με τις προτάσεις που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.Από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής και των προτάσεων που η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο τόσο στην πρώτη συζήτηση της υπόθεσης όσο και στη μετ' απόδειξη συζήτηση αυτής, προκύπτει πράγματι ότι αυτή δεν είχε ζητήσει τόκους επί του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που αιτήθηκε κατά την αδικοπρακτική βάση της αγωγής της.

Παρά ταύτα, το Εφετείο δικάζοντας, μετ' εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης την παραπάνω αγωγή, αναγνώρισε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες οφείλουν στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 2.000 ευρώ "με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής", υποπίπτοντας έτσι στην από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, αφού επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση επίσης την πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο, μετά την παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή της, τους καταδίκασε σε καταβολή μέρους της δικαστικής δαπάνης της και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, ποσού 600 ευρώ, μολονότι η ενάγουσα δεν είχε τέτοιο αίτημα στην αγωγή της.Από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής και των προτάσεων που κατέθεσε η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης προκύπτει ότι αυτή ζήτησε στη μεν αγωγή : "Να καταδικαστούν οι αντίδικοι στη χρηματική μου δαπάνη", στις δε προτάσεις, στις οποίες σε κάθε περίπτωση μπορούσε, κατ' άρθρο 223 ΚΠολΔ, να ζητήσει τα παρεπόμενα του κυρίου αντικειμένου της αγωγής, όπως είναι και η δικαστική δαπάνη : "Να καταδικαστούν οι αντίδικοι στην δικαστική μου δαπάνη".

Επομένως, αφού η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη υπέβαλε αίτημα για καταδίκη των εναγομένων - αναιρεσειόντων στη δικαστική δαπάνη της, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση τους καταδίκασε σε καταβολή μέρους της δικαστικής δαπάνης και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, ποσού 600 ευρώ, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, διότι δεν επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος.

Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.Δ. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.

Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρισίμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη.

Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 252/2021, ΑΠ 47/2020, ΑΠ 466/2019).

Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη την υπ' αρ. 3512/1997 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που νομοτύπως προσκόμισαν στην κατ' έφεση δίκη, η οποία είχε εκδοθεί επί της από 13-11-1992 και με ΑΒΜ Β92/4884 μήνυσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης εναντίον τους, με την οποία αθωώθηκαν για το αδίκημα της σε βάρος της συκοφαντικής δυσφήμησης.Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι " Από .....όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη προς άμεση απόδειξη και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : ..." σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την ως άνω ποινική απόφαση, την οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, μνημονεύοντας μάλιστα ρητά την αθώωση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων από την παραπάνω σε βάρος τους ποινική κατηγορία ως ακολούθως : "...Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι, η απαλλαγή των εναγομένων από την παραπάνω κατηγορία, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί στην προκείμενη υπόθεση, καθόσον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 321 ΚΠολΔ, δεδικασμένο στην πολιτική δίκη, αποτελούν μόνο οι οριστικές και τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων.

Δεν έχουν τέτοια δύναμη οι καταδικαστικές ή αθωωτικές για εγκληματικές πράξεις αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, ενώ ουδεμία διάταξη προσδίδει στο αποδεικτικό μέσο της ποινικής απόφασης αυξημένη (πλήρη) αποδεικτική δύναμη ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων..". Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.Ε.

Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της άσκησής του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, έτσι ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς συνέπειες για τον οφειλέτη, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και έτσι να θέτει σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχείρησής του, αλλ' αρκεί να έχει απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 8/2001, ΑΠ 1028/2022, ΑΠ 372/2018).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ένστασης κλπ (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 12/2000).

Τέλος, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ προς εκείνες των άρθρων 262, 269 και 559 αριθμ. 8 περ. β' του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν για τη στήριξη ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά, "πράγμα", η μη λήψη υπόψη του οποίου ιδρύει τον προβλεπόμενο από την τελευταία από τις διατάξεις αυτές λόγο αναίρεσης, αποτελεί το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά που έχουν παραδεκτώς προβληθεί, εφόσον με την προσθήκη και αυτών ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος, πληροί, δηλαδή, το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ (ΑΠ 1028/2022, ΑΠ 534/2020, ΑΠ 461/2019).

Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, απέρριψε, ως μη νόμιμη, τη νομοτύπως προταθείσα ενώπιόν του ένστασή τους περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης (281ΑΚ), λόγω της μακροχρόνιας αδράνειας αυτής να συζητήσει ενώπιον του Εφετείου την ένδικη έφεσή της, χωρίς, ωστόσο, να λάβει υπόψη του τα πρόσθετα περιστατικά που επικαλούνταν στις προτάσεις τους προς στήριξη του παραπάνω ισχυρισμού τους.

Ειδικότερα, κατά τις αιτιάσεις τους το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους ότι, μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης και συγκεκριμένα, τόσο στις 16-7-2009 όσο και στις 2-3-2016, οπότε είχε λήξει η μεταξύ τους αντιδικία από τη δική τους κύρια αγωγή, συμφώνησαν με την ενάγουσα, η οποία αποδέχθηκε την πρωτόδικη απόφαση, να κλείσουν φιλικά τη μακροχρόνια μεταξύ τους αντιδικία και να της χαρίσουν ένα σημαντικό μέρος από τα ποσά που τους όφειλε, με αποτέλεσμα να τους δημιουργηθεί η πεποίθηση ότι δεν θα διεκδικήσει την ένδικη αξίωσή της στο Εφετείο.Από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων που κατέθεσαν οι εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσείοντες στο Εφετείο κατά τη συζήτηση της ένδικης έφεσης που άσκησε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προκύπτει ότι προέβαλαν τα ακόλουθα σε σχέση με τον ερευνώμενο ως άνω αναιρετικό λόγο : "Επειδή η υπό κρίση έφεση είναι προεχόντως απαράδεκτη, δεδομένου ότι η εκκαλουμένη έχει τελεσιδικήσει ήδη από τις 16-7-2009, όταν και την αποδέχθηκε η αντίδικος άλλως από τις 2-3-2016, όταν και η αντίδικος επανέλαβε την αποδοχή της εκκαλουμένης.

Τούτο έγινε όταν, μετά από έντονες παρακλήσεις της αντιδίκου και των νομικών παραστατών της, που επικαλέσθηκαν σοβαρά και ανυπέρβλητα προβλήματα υγείας της αντιδίκου, συμφωνήσαμε να κλείσει φιλικά η μακροχρόνια μεταξύ μας αντιδικία και δεχθήκαμε να της χαρίσουμε ένα σημαντικό μέρος από όσα μας όφειλε.

Συγκεκριμένα, στις 16-7-2009, δηλαδή λίγες μόνον ημέρες μετά την κατάθεση από αυτήν της ένδικης έφεσης και ενώ στο σημείο εκείνο η αντίδικος μας όφειλε για τόκους 151.363,48 ευρώ και για κεφάλαιο 71.093,90 ευρώ, δηλαδή συνολικά 222.457,38 ευρώ (...), μας πρότεινε και εμείς δεχθήκαμε να μας καταβάλει μόνον 150.000 ευρώ και να σταματήσει οριστικά η μεταξύ μας αντιδικία.

Περί αυτού συντάχθηκε το από 16-7-2009 μεταξύ μας συμφωνητικό, από το οποίο προκύπτει ότι η αντίδικος αποδέχθηκε, έμμεσα τουλάχιστον, και την εκκαλουμένη (....). Στη συνέχεια, η αντιδικία μας συνεχίσθηκε με πρωτοβουλία της αντιδίκου, μέχρι που απορρίφθηκε αμετάκλητα η έφεση της αντιδίκου με την παραπάνω αναφερόμενη με αριθμό 853/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου (......).

Στις 2-3-2016 η αντίδικος μας όφειλε, με βάση τη με αριθμό 4607/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (....), η οποία είχε ήδη καταστεί αμετάκλητη με τη με αριθμό 853/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου (........), το ποσό των ευρώ 112.388,15 (........). Στο σημείο εκείνο μας πρότεινε και εμείς δεχθήκαμε να μας καταβάλει συνολικά μόνον 42.500 ευρώ.

Σε πίστωση της συμφωνίας αυτής υπογράψαμε το με ίδια ημεροχρονολογία ιδιωτικό συμφωνητικό, από το οποίο προκύπτει ότι η αντίδικος αποδέχθηκε, έμμεσα τουλάχιστον, και την εκκαλουμένη (.......). Της χαρίσαμε, δηλαδή 70.000 ευρώ !!! Και μετά από τη στάση μας αυτή, η αντίδικος αποφάσισε να θυμηθεί την αγωγή της, την οποία είχε ασκήσει πριν από 26 χρόνια (!!!).

Ουδείς αγνωμονέστερος του ευεργετηθέντος.......... Επειδή σε κάθε περίπτωση, η άσκηση της ένδικης αξίωσης είναι καταχρηστική, δεδομένου ότι η μακρά αδράνεια περί την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος της αντιδίκου, εύλογα μας γέννησε την ακράδαντη πεποίθηση ότι το δικαίωμα δεν πρόκειται να ασκηθεί. Επί 13 ολόκληρα χρόνια εμείς εύλογα πιστεύαμε ότι η αντίδικος δεν θα επιδιώξει την ικανοποίηση του δικαιώματός της.

Μόνη της έπαιρνε δικάσιμο, μόνη της ανέβαλλε, μόνη της ματαίωνε. Και τούτο παρά το γεγονός ότι κατά το ίδιο χρονικό διάστημα εξελισσόταν η μεταξύ μας αντιδικία επί της δικής μας, κύριας, αγωγής, η οποία έληξε με τον τρόπο που αναφέρουμε παραπάνω. Δεν πρέπει να υπάρχει αμφιβολία ότι αν η αντίδικος είχε πράγματι την οποιαδήποτε απαίτηση απέναντι μας, δεν θα άφηνε να περάσουν 13 ολόκληρα χρόνια για να τη διεκδικήσει.

Κατά συνέπεια, τυχόν μεταγενέστερη επιδίωξη ανατροπής της κατάστασης που έχει δημιουργηθεί, δεν πρέπει να γίνει ανεκτή, δεδομένου ότι συνεπάγεται επαχθέστατες για κάθε ένα από εμάς συνέπειες, αφού η σημερινή οικονομική κατάστασή μας δεν μας επιτρέπει να επιβαρυνθούμε με οποιοδήποτε ποσό και πόσω μάλλον με το αιτούμενο που είναι υπέρογκο".

Περαιτέρω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, σχετικά με τον παραπάνω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων , δέχθηκε τα ακόλουθα : ".....Ο δε ισχυρισμός των εναγομένων περί καταχρηστικής άσκησης της υπό κρίση έφεσης, μετά την πάροδο χρονικού διαστήματος δέκα ετών από την άσκηση της, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, γιατί τα ως άνω περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν την άσκηση εκ μέρους της ενάγουσας του ένδικου δικαιώματος καταχρηστική.

Ειδικότερα, μόνη η επικαλούμενη αδράνεια της ενάγουσας να ασκήσει το δικαίωμά της, δεν μπορεί να θεμελιώσει την ένσταση καταχρηστικότητας, υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης του δικαιώματος, ούτε γίνεται επίκληση περιστατικών συνδρομής αδικαιολόγητης και μη αναμενόμενης μεταβολής προηγούμενης συμπεριφοράς της ενάγουσας, που είχε δημιουργήσει σ' αυτούς την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά και είχε συντελέσει στην ενέργεια πράξεων από τους εναγόμενους που αποκρούουν το δικαίωμα και στη δημιουργία ορισμένης πραγματικής κατάστασης, η ανατροπή της οποίας παρίσταται ως καταχρηστική γιατί επιφέρει επαχθείς, αν και όχι κατ' ανάγκην αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, για την αποτροπή των οποίων, με γνώμονα την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος, να παρίσταται επιβεβλημένη η θυσία του δικαιώματος. (........).

Ο ισχυρισμός των εφεσίβλητων περί αποδοχής της εκκαλουμένης απόφασης από την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, με τα από 16.07.2009 και από 02.03.2016 ιδιωτικά συμφωνητικά, τυγχάνει απορριπτέος. Τούτο διότι στα επικαλούμενα από τους εφεσίβλητους από 16.07.2009 και από 02.03.2016 ιδιωτικά συμφωνητικά δεν περιλαμβάνονται απαιτήσεις των νυν εφεσιβλήτων ατομικά κατά της νυν εκκαλούσας, Γ.

Λ., καθόσον με την υπ' αριθμό 4607/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, απερρίφθη ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 5.3.1993 (αρ. εκ. κατ. .../1993) αγωγή των Δ. Α. και Ι. Π. Α. (νυν εφεσιβλήτων) καθ' ο μέρος στρέφεται κατά της Γ. Λ. (νυν εκκαλούσας). Ειδικότερα, το επικαλούμενο από τους εφεσιβλήτους από 16.7.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό, υπεγράφη για την εξόφληση των απαιτήσεων των Δ.

Α. και Ι. Π. Α. (νυν εφεσιβλήτων) κατά των Β. Α. και Κ. Φ. που επιδικάστηκαν με την υπ' αριθμό 4607/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε επί της από 5.3.1993 (αρ. εκ. κατ. .../1993) αγωγής των Δ. Α. και Ι. Π. Α. κατά των Γ. Λ. (νυν ενάγουσας - εκκαλούσας), Β. Α. και Κ. Φ. με την οποία οι τότε ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθούν οι τότε εναγόμενοι, εις ολόκληρον έκαστος να καταβάλλουν κατ' ισομοιρία σε καθένα ως αποζημίωση λόγω της αδικοπραξίας τα στην αγωγή αναφερόμενα ποσά και επί της από 21.9.1993 (αρ.

εκ. κατ. 11323/1993) αντίθετης αγωγής του Κ. Φ. κατά των Δ. Α. και Ι. Π. Α. Με την ανωτέρω απόφαση απερρίφθησαν ως ουσιαστικά αβάσιμες: α) από 21.9.1993 (αρ. εκ. κατ. 11323/1993) αγωγή του Κ. Φ. κατά των Δ. Α. και Ι. Π. Α. β) η από 5.3.1993 αρ. εκ. κατ. .../1993 αγωγή των Δ. Α. και Ι. Π. Α. κατά της Γ. Λ., ενώ έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η από 5.3.1993 αρ.

εκ. κατ. .../1993 αγωγή κατά των Β. Α. και Κ. Φ. Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμό 6507/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και στη συνέχεια κατέστη αμετάκλητη με την υπ' αριθμό 853/2015 του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω, το από 2.3.2016 ιδιωτικό συμφωνητικό - διακανονισμός υπεγράφη μεταξύ των αναφερομένων σε αυτό ως δικαιούχων, Δ.

Α. και Ι. Π. Α. και της αναφερομένης σε αυτό, Γ. Λ., ως καθολικής διαδόχου του Δ. Α., ως οφειλέτριας για την εξόφληση των απαιτήσεων για τις οποίες εκδόθηκε η με αριθμό .../2015 διαταγή πληρωμής με την κάτω από αυτήν από 2.11.2015 επιταγή προς πληρωμή για απαιτήσεις των δικαιούχων που έχουν επιδικαστεί με την υπ' αριθμό 4607/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών...".

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αξίωσης ως μη νόμιμη, διότι έκρινε ότι μόνη η επικαλούμενη αδράνεια της ενάγουσας να ασκήσει το δικαίωμά της δεν μπορεί να θεμελιώσει την ένσταση αυτή υπό τη μορφή της αποδυνάμωσης του δικαιώματος, αφού δεν έγινε επίκληση από τους αναιρεσείοντες περιστατικών συνδρομής αδικαιολόγητης και μη αναμενόμενης μεταβολής προηγούμενης συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης- ενάγουσας, η οποία να τους είχε δημιουργήσει την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το συγκεκριμένο δικαίωμά της, δοθέντος ότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στα από 16-7-2009 και από 2-3-2016 ιδιωτικά συμφωνητικά, με τα οποία, κατά τα επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες, λύθηκε φιλικά η μακροχρόνια αντιδικία τους με την αναιρεσίβλητη, δεν περιλαμβάνεται η επίδικη απαίτηση της τελευταίας.

Επομένως, το Εφετείο, έλαβε υπόψη και τα αναφερόμενα στον παραπάνω αναιρετικό λόγο περιστατικά, από τη συνολική αξιολόγηση των οποίων κατέληξε στην κρίση ότι δεν είναι δυνατόν να προσδώσουν νομιμότητα στον προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και να τον καταστήσουν ερευνητέο κατ` ουσίαν.

Επομένως, ο πέμπτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμου του πρώτου λόγου της αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στην έκταση που καθορίζεται από το λόγο αυτό.

ΣΤ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με την διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για "περαιτέρω εκδίκαση" της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης, με βάση το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης και την έκταση της αναίρεσης αυτής, η παραπομπή, κατά την παραπάνω διάταξη, σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (Ολ ΑΠ 42/2005, Ολ ΑΠ 25/2001, ΑΠ 895/2019, ΑΠ 352/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση μετά την αναίρεση, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται ανωτέρω στην έρευνα του πρώτου λόγου της αναίρεσης, που ευδοκίμησε, πρέπει να απαλειφθεί από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης η διάταξη περί τόκων. Επομένως, αφού δεν απαιτείται άλλη διευκρίνηση, αλλά υπολείπεται μόνον η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης, παρέλκει η παραπομπή και για λόγους οικονομίας της δίκης επιβάλλεται να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο.

Ακολούθως, πρέπει, αφού γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανισθεί η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, να γίνει εν μέρει κατ' ουσίαν δεκτή η από 17-11-1993 αγωγή και να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου της έφεσης στην εκκαλούσα (άρθ. 495 αριθ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθεί ένα μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας του πρώτου και δεύτερου βαθμού σε βάρος των εναγομένων, λόγω της εν μέρει ήττας αυτών (άρθρα 178 παρ.1, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στους αναιρεσείοντες (άρθρο 495 αριθ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθ. 106, 178, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣΑναιρεί την υπ` αριθμ. 2587/2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό.Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.Δέχεται κατ` ουσίαν την από 21-7-2009 με αριθμ.

εκθ. καταθ. 7418/2009 έφεση της ενάγουσας.Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στην εκκαλούσα.Εξαφανίζει την υπ` αριθμ. 4634/2006 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.Δέχεται εν μέρει την από 17-11-1993 και υπ' αρ. εκθ. κατ. .../1993 αγωγή.Αναγνωρίζει την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.Καταδικάζει τους εναγόμενους - εφεσίβλητους στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας - εκκαλούσας και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, το οποίο ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στους αναιρεσείοντες.Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειόντων, το οποίο ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2025.ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2025.Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης