Legislator Case Law & Legislation
2100/2014 AI generated

Supreme Court partially allowed appeal against lower court judgment ordering payment of Christmas and Easter bonuses to employee.

Case Number 2100/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially overturned the Athens Court of Appeal's decision ordering the company to pay Christmas and Easter bonuses to the plaintiff. The court found the lower court correctly recognized the obligation for these specific bonuses but erred in awarding a separate allowance for annual leave. Consequently, the appeal was allowed only regarding the allowance claim, while the bonus claims were upheld against the plaintiff.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(9) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially revoke a lower court judgment if it finds that the lower court erred in applying a substantive legal rule regarding the calculation of specific employee bonuses, while upholding the validity of other distinct claims.

Keywords

AI generated
appeal against judgment Christmas bonuses Easter bonuses annual leave allowance Code of Civil Procedure partial revocation employee benefits

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(9) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 31/2009
OLAP 7/2006
OLAP 4/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2100 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2100/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, κωλυομένου του Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου Νικόλαο Λεοντή, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα, Χρήστο Βρυνιώτη, και Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Χρηματιστηριακής Εταιρείας με την επωνυμία " ΑΧΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΧΟΝ Α.Χ.Ε." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κώστα Παπαδημητρίου και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτρη Τσακίρη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2389/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2324/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η ήδη αναιρεσείουσα με την από 24-9-2007 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 62/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο.

Εκδόθηκε η 3339/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητάει η αναιρεσείουσα με την από 24-2-2014 αίτηση αναιρέσεώς της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Πάσσος, ανέγνωσε την από 7-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων της κρινόμενης αίτησης πρώτου, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό σκέλος του, τρίτου και τετάρτου, και την απόρριψη του πρώτου κατά τα λοιπά, καθώς και του δευτέρου λόγου αυτής.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.(Α) Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.

με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, 7/2006, 4/2005), σύμφωνα δε με την διάταξη του αριθ. 19 του ίδιου ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθ. 93 §1 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του κανόνας δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όταν δηλ.

δεν προκύπτει από την απόφαση, ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε. Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης (με βάση το οποίο κρίνεται η συνδρομή έλλειψης νόμιμης βάσης) προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το πραγματικό του οποίου πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1125/2013, 76/2013, 31/2011).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, εάν το δικαστήριο δεν ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, διατυπώνοντας και συναφές αποδεικτικά πόρισμα, αλλά απέρριψε την αγωγή, ένσταση κλπ. ως μη νόμιμη κλπ. (ΑΠ 950/2014, 940/2014, 262/2014). Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 669 του ΑΚ, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει όταν η διάρκεια της είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί συνάγεται από τον σκοπό και το είδος της σύμβασης, από την διάταξη δε του άρθρου 672 του ΑΚ προκύπτει ότι, όταν ο εργοδότης, χωρίς να τηρήσει την προθεσμία της λήξης της, καταγγείλει την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου χωρίς σπουδαίο λόγο, η καταγγελία είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν έγινε (άρθρα 174, 180 ΑΚ), με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να υφίσταται η εργασιακή σύμβαση, οπότε ο εργοδότης, αρνούμενος να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, οφείλει να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας (άρθρο 656 ΑΚ).

Σπουδαίο λόγο καταγγελίας αποτελούν τα περιστατικά εκείνα-ακόμη και μεμονωμένα-τα οποία, ανεξάρτητα από την προέλευση τους ή την ύπαρξη υπαιτιότητας, καθιστούν, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τον καταγγέλλοντα την συνέχιση της σύμβασης μέχρι την κανονική της λήξη, για τον προσδιορισμό δε του σπουδαίου λόγου συνεκτιμώνται οι συγκεκριμένες περιστάσεις, όπως το είδος της εργασίας και η φύση της επιχείρησης.

Τα περιστατικά αυτά μπορεί να είναι και τυχαία ή να οφείλονται σε ανώτερη βία, χωρίς να ενδιαφέρει στην σφαίρα ποίου από τα δύο μέρη γεννήθηκαν. Ο σπουδαίος λόγος είναι αόριστη νομική έννοια και κατά συνέπεια η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή σ' αυτήν των συγκεκριμένων περιστατικών υπάγεται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Τέτοιος λόγος συντρέχει, όχι μόνον όταν επήλθε κλονισμός της σχέσεως εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, πράγμα που συμβαίνει ιδίως όταν ο μισθωτός παραβαίνει την υποχρέωση πίστης έναντι του εργοδότη, αλλά και σε κάθε άλλη περίπτωση κατά την οποία, λόγω συνδρομής ορισμένων περιστατικών, τα οποία μπορεί να ανάγονται και στο πρόσωπο ή τις σχέσεις του εργοδότη, η συνέχιση της εργασιακής σχέσης αποβαίνει, με βάση τα παραπάνω αντικειμενικά κριτήρια, μη ανεκτή από αυτόν (Ολ.ΑΠ 858/1984, ΑΠ 62/2009).

Σπουδαίο λόγο καταγγελίας εκ μέρους του εργοδότη της ορισμένου χρόνου σύμβασης εργασίας συνιστά, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις και συνθήκες, σύμφωνα ειδικότερα με τα οριζόμενα στο άρθ.674 ΑΚ, και η κακή οικονομική πορεία της επιχείρησης του και δη η οριστική διακοπή των εργασιών και της λειτουργίας γραφείων ή καταστημάτων αυτού (πρβλ.

ΑΠ 62/2009, 688/2007). Ο ισχυρισμός αυτός, περί καταγγελίας δηλ. της ορισμένου χρόνου σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο, αποτελεί ένσταση του εναγομένου εργοδότη, ο οποίος προς απαλλαγή του οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει την γενομένη καταγγελία και τον κατά την έννοια της διάταξης του άρθ.672 ΑΚ σπουδαίο λόγο που την δικαιολογεί (ΑΠ 1024/2006) (Β) Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του αριθ. 18 του αυτού ως άνω άρθ.559 Κ.Πολ.Δ.

αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το κριθέν από την αναιρετική απόφαση νομικό ζήτημα, που μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο.

Νομικό, όμως, ζήτημα δεν επιλύεται αν η προσβληθείσα απόφαση αναιρεθεί για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.) και κατά συνέπεια στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να εκτιμήσει αυτά διαφορετικά (ΑΠ 11/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, κρίνοντας το Εφετείο Αθηνών επί της ένδικης αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου, ύστερ' από αναίρεση της προηγουμένης 2324/2007 απόφασης του με την 62/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου κατά παραδοχή λόγου από το άρθ.559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, δηλ. για έλλειψη νόμιμης βάσης, με την τώρα προσβαλλομένη 3339/2013 απόφαση του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας πλήρους απασχόλησης ορισμένου χρόνου (19.2.2001-19.2.2006) που καταρτίσθηκε εγγράφως στην ...

την 16-2-2001 η αναιρεσείουσα εναγομένη "AXON ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" προσέλαβε τον αναιρεσίβλητο ενάγοντα ως υπεύθυνο γραφείου ειδικού τύπου για να παρέχει τις υπηρεσίες του στην πόλη των Ιωαννίνων στο υπό ίδρυση τοπικό γραφείο ειδικού τύπου της εναγομένης με τις εκεί αναφερόμενες ενδεικτικά αρμοδιότητες και τους λοιπούς όρους παροχής της εργασίας του, ότι σύμφωνα με την σύμβαση αυτή οι μεικτές μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος ανέρχονταν σε 785.000δρχ., ορισθέντος περαιτέρω ότι ο ενάγων δικαιούνταν τα καθοριζόμενα εκάστοτε από το νόμο επιδόματα εορτών και αδείας, πέραν δε αυτών και επίδομα παραγωγικότητας επί των καθαρών προμηθειών από την λειτουργία του γραφείου, προσδιοριζόμενο κατά τον εκεί αναλυτικά αναφερόμενο τρόπο, ότι την 3-3-2003 η εναγομένη διά του νομίμου εκπροσώπου της κατήγγειλε εγγράφως την σύμβαση εργασίας του ενάγοντος αναφέροντας ειδικότερα στο έγγραφο της καταγγελίας "Διά της παρούσης, σας γνωρίζουμε ότι λόγω κακής πορείας των εταιρικών υποθέσεων και περιστολής των εργασιών μας, επιβάλλεται η άμεση παύση της λειτουργίας του ειδικού γραφείου μας στα Ιωάννινα και ως εκ τούτου η καταγγελία της εργασιακής μας συμβάσεως", ότι ο λόγος αυτός καταγγελίας χωρίς την συνδρομή και άλλων περιστατικών δεν κρίνεται σπουδαίος και επομένως η καταγγελία είναι άκυρη και ο ενάγων έχει αξίωση για μισθούς υπερημερίας, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά περιστατικά εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, κατά μερική παραδοχή της ένδικης αγωγής, αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο τα αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση λεπτομερώς ποσά για μισθούς υπερημερίας και επιδόματα εορτών και αδείας, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από τα κατά περίπτωση εκεί χρονικά σημεία.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ.656, 672 και 674 ΑΚ, και είναι ως εκ τούτου απορριπτέος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το α' σκέλος του από τον αριθ.1 του άρθ.559 ΚΠολΔ, ο αυτός δε λόγος κατά το β' σκέλος του από τον αριθ. 19 της ίδιας διάταξης για έλλειψη αιτιολογιών ως προς την κρίση του δικαστηρίου ότι η κακή οικονομική πορεία της εναγομένης δεν συνιστά "σπουδαίο λόγο" κατά την έννοια του άρθ.672 ΑΚ, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε ως μη νόμιμος.

Τέλος, δεν τίθεται θέμα μη συμμόρφωσης του Εφετείου, ως δικαστηρίου παραπομπής, προς την 62/2009 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, διότι με αυτήν η προηγουμένη 2324/2007 επί της αυτής υπόθεσης απόφαση του αναιρέθηκε κατά παραδοχή λόγου αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθ.559 ΚΠολΔ και κατά συνέπεια ο αυτός πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά το γ' σκέλος από τον αριθ. 18 της ίδιας διάταξης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙ.(Α) Κατά το άρθρο 216§1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, και γ) ορισμένο αίτημα.

Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η αναγόμενη στην παράθεση στο δικόγραφο αυτής των περιστατικών τα οποία συγκεκριμενοποιούν την ασκούμενη αξίωση και το προβαλλόμενο αίτημα με βάση αυτά, ώστε αυτό να είναι, ως λογικό επακόλουθο αυτών, σαφές, ελέγχεται, αντίστοιχα, ως παράβαση με βάση τους, από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, λόγους αναίρεσης (ΑΠ 492/2011).

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ.3, 174, 180, 349§1, 350, 655, 656 εδ.α', 669 και 672 ΑΚ προκύπτει ότι η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου χωρίς σπουδαίο λόγο είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν έγινε, επομένως η σύμβαση εργασίας εξακολουθεί να υφίσταται και ο εργοδότης, αρνούμενος τις υπηρεσίες του μισθωτού, περιέρχεται σε υπερημερία και οφείλει να καταβάλλει σ' αυτόν αποδοχές υπερημερίας, δηλ.

όλους τους μισθούς και τις αποδοχές αδείας και τα επιδόματα εορτών και αδείας, καθώς και τις πάσης φύσεως πρόσθετες αποδοχές που κατέβαλλε σ' αυτόν σταθερά και μόνιμα κατά μήνα κατά τον χρόνο της πραγματικής εργασίας του και έχουν μισθολογικό χαρακτήρα, για το μετά την καταγγελία και έως την συμφωνηθείσα λήξη της σύμβασης χρονικό διάστημα (ΑΠ 1255/2012, 492/2011, 769/2010).

Σύμφωνα με τα παραπάνω, επί αγωγής του εργαζομένου για επιδίκαση μισθών υπερημερίας, αποδοχών αδείας και επιδομάτων εορτών και αδείας λόγω άκυρης, ως άνω, καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, πρέπει ν' αναφέρονται σ' αυτήν για να είναι ορισμένη, η κατάρτιση της σύμβασης αυτής, ο καταβαλλόμενος μισθός (συμβατικός ή νόμιμος), καθώς και οι τυχόν πρόσθετες λοιπές παροχές μισθολογικού χαρακτήρα κλπ. (ΑΠ 429/2011, 769/2010, 389/2008).

Ειδικότερα, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ.648, 649, 653 και 361 ΑΚ, 3§2 ν.2190/1920, 5§1 ν. 3198/1955 και 1 της κυρωθείσας με το ν. 3248/1955 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου" συνάγεται ότι μισθό αποτελεί και κάθε πρόσθετη παροχή πάνω από τα ελάχιστα όρια αυτού, η οποία χορηγείται από τον εργοδότη κατά την διάρκεια της σχέσης εργασίας, τακτικά και ανελλιπώς, ως αντάλλαγμα, νόμιμο ή συμβατικό, της παρεχομένης εργασίας του (ΑΠ 769/2010), και κατά συνέπεια μισθό αποτελεί (όχι μόνο το πάγιο κατά μήνα καταβαλλόμενο ποσό αλλά) και το συμφωνημένο ποσοστό προμήθειας, με την μορφή του επιδόματος παραγωγικότητας (bonus) επί του τιμήματος των πωλουμένων προϊόντων ή της αξίας των παρεχομένων υπηρεσιών, εφόσον το ποσοστό αυτό καταβάλλεται από τον εργοδότη ως αντάλλαγμα της παρεχομένης από τον μισθωτό εργασίας.

Στην περίπτωση αυτή, η αγωγή του εργαζομένου για καταβολή σ' αυτόν του μέρους του μισθού του που υπολογίζεται κατά τα ανωτέρω, για να είναι ορισμένη, σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει και αρκεί να διαλαμβάνει στο δικόγραφο της μόνο τα πραγματικά περιστατικά τα αναγόμενα στην καταρτισθείσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στο συμβατικό ποσοστό της προμηθείας, στο συνολικό επιτευχθέν ποσό των πραγματοποιηθεισών από τον εργαζόμενο και με την μεσολάβηση του εισπράξεων από την πώληση για λογαριασμό του εργοδότη, στη χρονική διάρκεια της σύμβασης εργασίας και στο συνολικό ύψος της παροχής που δικαιούται ο μισθωτός, δεν απαιτείται, όμως, να αναφέρεται ο αναλυτικός προσδιορισμός των πραγματοποιηθεισών μερικότερων συμβάσεων, των ημερομηνιών σύναψης αυτών, των ονοματεπωνύμων των πελατών, του αριθμού αυτών κλπ. (πρβλ.

ΑΠ 1153/2012 (Β) Κατά το άρθ.559 αριθ.9 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε κλπ. Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν (άρθ.561§2 ΚΠολΔ) τα εξής : (1) Με την ένδικη από 12-3-2003 (και με αριθ. έκθ. κατ. 1072/2003) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο αναιρεσίβλητος εξέθεσε, ότι με την από 16-2-2001 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας από 19-2-2001 μέχρι 19-2-2006, προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα εναγομένη "AXON ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" ως υπεύθυνος του γραφείου ειδικού τύπου που αυτή ίδρυσε στα Ιωάννινα, με τις αναφερόμενες εκεί ειδικότερες αρμοδιότητες, έναντι μηνιαίου μισθού 785.000δρχ, πλέον αποδοχών αδείας και επιδομάτων εορτών και αδείας, ότι συμφωνήθηκε περαιτέρω ότι εκτός από τις παραπάνω αποδοχές θα λαμβάνει και επίδομα παραγωγικότητας (bonus) σε ποσοστό επί των καθαρών προμηθειών και ανάλογα με το ύψος αυτών, κατά τα αναλυτικά εκεί εκτιθέμενα, ότι η εναγομένη την 3-3-2003 κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας του χωρίς σπουδαίο λόγο και επομένως ακύρως, περιήλθε έκτοτε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των προσηκόντως προσφερομένων υπηρεσιών του και οφείλει σ' αυτόν τις αποδοχές του για το χρονικό διάστημα από την ως άνω καταγγελία μέχρι την συμφωνημένη λήξη της σύμβασης την 19-2-2006, ότι ειδικότερα ο συμφωνηθείς μηνιαίος μισθός του ανέρχονταν σε 2.303,7€ και από το επίδομα παραγωγικότητας (bonus) δικαιούνταν τουλάχιστον 14256 τον μήνα, οι συνολικές δηλ.

αποδοχές του ανέρχονταν σε (2.303,7+1425=) 3.728,7€ και κατά συνέπεια η εναγομένη του οφείλει για το χρονικό διάστημα από 3-3-2003 μέχρι 31-12-2003 (πιθανή ημερομηνία συζήτησης της αγωγής), μαζί με τα επιδόματα εορτών και αδείας, το ποσό των (3.728,7€x12 μήνες=) 44.744,4€ και για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 μέχρι 19-2-2006 το ποσό των 3.728,7€ κάθε μήνα, επικουρικά και σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η καταγγελία της σύμβασης του έγινε για σπουδαίο λόγο η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει ως εύλογη αποζημίωση το σύνολο των μηνιαίων αποδοχών που θα ελάμβανε, μαζί με τα επιδόματα εορτών και αδείας, κατά τα χρονικό διάστημα από 3-3-2003 μέχρι 19-2-2006 που θα έληγε η σύμβαση, δηλ.

το ποσό των 156.6056, ότι από την ίδια εργασιακή σχέση η εναγομένη του οφείλει (α) ως διαφορές αποδοχών, μαζί με τα επιδόματα εορτών και αδείας, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 3-3-2003 το συνολικό ποσό των 7.046€ και (β) για πριμ παραγωγικότητας για το έτος 2001 το ποσό των 20.357,26, το οποίο δεν του κατέβαλε, ότι κατά συνέπεια η εναγομένη του οφείλει (44.744€ για αποδοχές υπερημερίας^ 7.046 ως διαφορές δεδουλευμένων+20.537 από το πριμ παραγωγικότητας=) 72.1476 και 3.728,76 τον μήνα από 1-1-2004 μέχρι 19-2-2006, άλλως (156.605€ ως αποζημίωση+7.046+20.537=) 184.0086 Με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησε, ύστερ' από περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει (α) το ποσό των 72.1476 (για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 3/3 μέχρι 31/12/2003, διαφορές αποδοχών και bonus) και (β) το ποσό των 3.7286 τον μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 19-2-2006, επικουρικά δε, εφόσον ήθελε κριθεί ότι υπήρχε σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της σύμβασης του, το ποσό των 184.0086 (για εύλογη αποζημίωση, διαφορές αποδοχών και bonus).

Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα και σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η ένδικη αγωγή είναι πράγματι αόριστη μόνον ως προς το μέρος του μισθού του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος που υπολογίζεται σε ποσοστά επί των καθαρών προμηθειών από την λειτουργία του γραφείου της εναγομένης (επίδομα παραγωγικότητας, bonus) και ως προς τις αξιώσεις που υπολογίζονται με βάση και αυτό, αφού δεν εκτίθεται σ' αυτήν το συνολικό ποσό των ακαθαρίστων προμηθειών του γραφείου, από τις οποίες θα προκύψει το σύνολο των καθαρών προμηθειών που αποτελεί την βάση υπολογισμού του ως άνω επιδόματος, δεν τίθεται, όμως, θέμα αοριστίας ως προς τις πάγιες μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος και τις σε αυτές ερειδόμενες αξιώσεις του, όπως ορθά έκρινε και το Εφετείο.

Επομένως, είναι αβάσιμος και γι' αυτό απορριπτέος ο συναφής δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης, αληθώς μόνον από τον αριθ. 14 του άρθ.559 ΚΠολΔ. (2) Το Εφετείο, κρίνοντας επί της αγωγής αυτής και με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά απ' αυτό ως άνω πραγματικά περιστατικά και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο ενάγοντα, πλην των άλλων, και (α) το ποσό των 2.303,7€ για επίδομα εορτών Χριστουγέννων έτους 2004 και ποσό 2.303,7€ για επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2005 (β) το ποσό των 1152€ για επίδομα εορτών Πάσχα 2004, το ποσό των 1152€ για επίδομα εορτών Πάσχα 2005 και 480€ για αναλογία επιδόματος εορτών Πάσχα 2006 (γ) το ποσό των 1152€ για επίδομα αδείας για κάθε ένα από τα έτη 2004, 2005 και 2006 και (δ) το ποσό 2186€, με το νόμιμο κατά περίπτωση τόκο.

Από το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα της αγωγής προκύπτει ότι τα ως άνω με στοιχ.α'-γ' ποσά δεν είχαν ζητηθεί με αυτήν ούτε και είχαν επιδικαστεί με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης από τον αριθ.9 του άρθ.559 ΚΠολΔ, ενώ ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από την ίδια διάταξη που αφορά την επιδίκαση του ποσού των 21866, πρέπει ν' απορριφθεί, καθόσον με την προηγουμένη από 24-9-2007 αίτηση της η αναιρεσείουσα κατά της επί της αυτής αγωγής εκδοθείσας 2324/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, κατά παραδοχή της οποίας η απόφαση εκείνη αναιρέθηκε με την 62/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, δεν είχε προσβάλει την απόφαση εκείνη και ως προς την επιδίκαση του ως άνω ποσού των 2186€ (καταστάσα, επομένως, κατά τούτο αμετάκλητη).

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος τούτο και εκείνο των δικαστικών εξόδων και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3339/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, καθόσον μέρος με αυτήν 1) αναγνωρίσθηκε ότι η αναιρεσείουσα εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο ενάγοντα (α) το ποσό των 2.303,7€ για επίδομα εορτών Χριστουγέννων έτους 2004 και ποσό 2.303,7€ για επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2005 (β) το ποσό των 1152€ για επίδομα εορτών Πάσχα 2004, το ποσό των 11526 για επίδομα εορτών Πάσχα 2005 και 480€ για αναλογία επιδόματος εορτών Πάσχα 2006 (γ) το ποσό των 1152€ για επίδομα αδείας για κάθε ένα από τα έτη 2004, 2005 και 2006, με το νόμιμο σε κάθε περίπτωση τόκο και 2) επιδικάστηκαν δικαστικά έξοδα .

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ