Insurance company's appeal dismissed; court upheld insurance contract's validity regarding health data processing without prior administrative license.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the Athens Court of Appeal's decision awarding damages for moral harm. The court found that the insurance contract constituted a valid, specific consent for processing sensitive health data, rendering the lack of a prior administrative license irrelevant to the contract's validity. Consequently, the court ruled that the processing did not constitute an unlawful infringement of personality rights, thereby upholding the lower court's judgment.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1, Art. 2 para. a, d', e', ia' of Law 2472/1997; A valid specific consent in an insurance contract for processing sensitive health data prevails over the lack of a prior administrative license, establishing that such processing does not constitute an unlawful infringement of personality rights.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2100 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2100/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ING ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΩΗΣ" που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Κωνσταντόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Μάλλιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Απριλίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 611/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1884/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 4 Σεπτεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 του ν.2472/1997, που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης-10.1995, αντικείμενο του νόμου αυτού είναι η θέσπιση προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής.
Κατά το άρθρο 2 παρ. α', δ', ε' και ια' του ν. 2472/1997, για τους σκοπούς του νόμου αυτού, α) ως "ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα θεωρούνται και εκείνα που αφορούν στην υγεία", β) ως "συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων (για την επεξεργασία όσων από αυτά είναι ευαίσθητα) θεωρείται κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρει επιγνώσει, και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν" γ) ως "επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα νοείται κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από φυσικό ή νομικό πρόσωπου ή ένωση προσώπων με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώρηση, η οργάνωση, η διατήρηση η αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή" και δ) ως "αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα νοείται κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια".
Κατά το άρθρο 4 του ίδιου νόμου "1. τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει:α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία εν όψει των σκοπών αυτών, β) Να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται εν όψει των σκοπών της επεξεργασίας, γ) Να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση, δ) Να διατηρούνται σε μορφή που να επιτρέπει τον προσδιορισμό της ταυτότητας των υποκειμένων τους μόνο κατά τη διάρκεια της περιόδου που απαιτείται, κατά την κρίση της Αρχής, για την πραγματοποίηση των σκοπών της συλλογής τους και της επεξεργασίας τους.
Μετά την παρέλευση της περιόδου αυτής, η Αρχή μπορεί, με αιτιολογημένη απόφασή της, να επιτρέπει τη διατήρηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για ιστορικούς, επιστημονικούς ή στατιστικούς σκοπούς, εφόσον κρίνει ότι δεν θίγονται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση τα δικαιώματα των υποκειμένων τους ή και τρίτων.
Η τήρηση των διατάξεων της παραγράφου αυτής βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας. 2) Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που έχουν συλλεχθεί ή υφίστανται επεξεργασία κατά παράβαση της προηγούμενης παραγράφου, καταστρέφονται με ευθύνη του υπεύθυνου επεξεργασίας...." Κατά το άρθρο 7 του ίδιου νόμου : " 1) Απαγορεύεται η συλλογή και επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων. 2) Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και η ίδρυση και λειτουργία σχετικού αρχείου, ύστερα από άδεια της Αρχής, όταν συντρέχουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) Το υποκείμενο έδωσε τη γραπτή συγκατάθεσή του, εκτός εάν η συγκατάθεση έχει αποσπασθεί με τρόπο που αντίκειται στο νόμο ή τα χρηστά ήθη ή νόμος ορίζει ότι η συγκατάθεση δεν αίρει την απαγόρευση. β) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για τη διαφύλαξη ζωτικού συμφέροντος του υποκειμένου, εάν τούτο τελεί σε φυσική ή νομική αδυναμία να δώσει τη συγκατάθεσή του.
γ) Η επεξεργασία αφορά δεδομένα που δημοσιοποιεί το ίδιο το υποκείμενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου. δ) Η επεξεργασία αφορά θέματα υγείας και εκτελείται από πρόσωπο που ασχολείται κατ' επάγγελμα με την παροχή υπηρεσιών υγείας και υπόκειται σε καθήκον εχεμύθειας ή σε συναφείς κώδικες δεοντολογίας, υπό τον όρο ότι η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την ιατρική πρόληψη, διάγνωση, περίθαλψη ή τη διαχείριση υπηρεσιών υγείας, ε) Η επεξεργασία εκτελείται από Δημόσια Αρχή....(ή) στ) για ερευνητικούς ή επιστημονικούς αποκλειστικά σκοπούς... (ή) ζ) αφορά δεδομένα δημοσίων προσώπων, εφόσον αυτά συνδέονται με την άσκηση δημόσιου λειτουργήματος.... 3) Η Αρχή χορηγεί άδεια συλλογής και επεξεργασίας δεδομένων, καθώς και άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας αρχείου ύστερα από αίτηση του υπεύθυνου επεξεργασίας".
Κατά το άρθρο 11 του ίδιου νόμου "1) Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία: α) την ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, β) το σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης 2.
Εάν για τη συλλογή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ο υπεύθυνος επεξεργασίας ζητεί τη συνδρομή του υποκειμένου οφείλει να το ενημερώνει ειδικώς και εγγράφως για τα στοιχεία της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, καθώς και για τα δικαιώματά του, σύμφωνα με τα άρθρα 11 έως και 13 του παρόντος νόμου. Με την αυτή ενημέρωση ο υπεύθυνος επεξεργασίας, γνωστοποιεί στο υποκείμενο, εάν υποχρεούται ή όχι να παράσχει τη συνδρομή του, με βάση ποιες διατάξεις, καθώς και για τις τυχόν συνέπειες της αρνήσεώς του. 3) Εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς, 4) .... 5) Με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων εκ των άρθρων 12 και 13 η υποχρέωση ενημέρωσης δεν υφίσταται, όταν η συλλογή γίνεται αποκλειστικά για δημοσιογραφικούς σκοπούς και αφορά δημόσια πρόσωπα".
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι για να είναι, κατά νόμο, επιτρεπτή η, με τη μορφή της συλλογής ή χρήσης ή συσχετισμού ή διασυνδέσεως, συντελούμενη επεξεργασία πληροφοριών για ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, που αφορούν -μεταξύ άλλων- στην υγεία, δεν αρκεί η προηγούμενη παροχή έγγραφης συγκαταθέσεως του υποκειμένου της επεξεργασίας, με ελεύθερη, ρητή, ειδική και εν πλήρει επιγνώσει δήλωση βουλήσεώς του, προς τον υπεύθυνο της επεξεργασίας, αλλά απαιτείται και άδεια της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, χορηγούμενη κατόπιν υποβολής προς αυτή, από τον υπεύθυνο επεξεργασίας, σχετικής αιτήσεως (της οποίας θέση επέχει η προς την Αρχή γνωστοποίηση τηρήσεως αρχείου ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων), όπως επίσης παράνομη είναι και η με τη μορφή της διαθέσεως (διαβιβάσεως σε τρίτο) συντελούμενη επεξεργασία πληροφοριών για ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση (και συγκατάθεση) του υποκειμένου των δεδομένων.
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ συνάγεται ότι εκείνος που υφίσταται παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του δικαιούται να απαιτήσει από τον υπαίτιο της προσβολής -μεταξύ των άλλων- και χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του. Εξάλλου κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, κατά δε τη διάταξη υπ' αρ. 19 του ίδιου άρθρου αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Η επίκληση του τελευταίου αυτού λόγου αναιρέσεως όμως αποβαίνει αλυσιτελής, όταν υπάρχει αιτιολογία που δεν πλήσσεται και στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αποφάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "την ...
συνετάγη μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ING Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία Ζωής" (πρώην "Nationale - Nederlanden Ελληνική Ανώνυμη Εταιρεία Ζωής"), το υπ' αριθμ. ...ασφαλιστήριο ζωής, έναντι καταβολής των συμφωνηθέντων ασφαλίστρων. Κατά το προσυμβατικό στάδιο κατάρτισης της ως άνω ασφαλιστικής σύμβασης, στην τελευταία σελίδα του εντύπου της υπ' αριθμ. ...αίτησης ασφαλίσεως ζωής, που υπέγραψε η ενάγουσα, υπήρχε, μεταξύ άλλων, εκ των προτέρων διατυπωμένος έντυπος όρος (ρήτρα), που ανέφερε, κατά λέξη, τα εξής: "1.
Παρέχω προς την παραπάνω ασφαλιστική εταιρία τη ρητή συγκατάθεσή μου για τη συλλογή, επεξεργασία, τήρηση και λειτουργία αρχείου προσωπικών μου δεδομένων και ευαίσθητων προσωπικών μου δεδομένων, που αφορούν δηλαδή εκτός των άλλων και την υγεία μου (φυσική μου κατάσταση, τυχόν ανικανότητες και αναπηρίες, ιατρικό μου ιστορικό, χορήγηση φαρμάκων κλπ.
στοιχεία της υγείας μου), καθώς επίσης και για την άντληση και διαβίβαση δεδομένων της κατηγορίας αυτής από και προς κάθε τρίτο παρέχοντα υπηρεσίες υγείας, ασφαλιστικό μου ταμείο, νοσηλευτικά ιδρύματα, διαγνωστικά κέντρα, ιατρούς, ασφαλιστικές εταιρίες, δημόσιες ή δικαστικές κατόπιν αιτήματός τους....".
Η εκ των προτέρων όμως δοθείσα "συγκατάθεση", όπως πιο πάνω είναι διατυπωμένη, δεν αποτελεί, και κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου την προαναφερθείσα απαιτουμένη, κατά το άρθρο 2 περ. ια' του Ν. 2472/1997 "ελεύθερη, ρητή, και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει". Η (αναιρεσίβλητη) ενάγουσα συνήθιζε να υποβάλλεται προληπτικά σε ετήσιο γυναικολογικό έλεγχο.
Τηρώντας αυτή της αρχή, στις ...2002, υποβλήθηκε σε γυναικολογικές εξετάσεις. Συγχρόνως υποβλήθηκε, τόσο τον Ιούλιο, όσο και το Σεπτέμβριο, σε διαδοχικό υπερηχογραφικό έλεγχο, κατά τον οποίο διαπιστώθηκε αλλαγή των απεικονιστικών χαρακτηριστικών της κύστης του αριστερού εξαρτήματος που ενεφάνισε στις ωοθήκες.
Παρατηρήθηκε βαθμιαία αύξηση του μεγέθους της και ανάπτυξη συμπαγών προσεκβολών στο εσωτερικό της. Μετά τη σύνταξη του ασφαλιστηρίου συμβολαίου ζωής, η ενάγουσα επισκέφθηκε το νοσοκομείο "..." για ιατρικές γυναικολογικές εξετάσεις και ύστερα από νέο υπερηχογραφικό έλεγχο, στον οποίο υπεβλήθη, της συνεστήθη κλινική αξιολόγηση.
Οι ιατροί του εναγομένου διαγνωστικού κέντρου, στο οποίο εκ νέου απευθύνθηκε, της συνέστησαν λαπαροσκοπική αφαίρεση της παραωοθηκικής κύστης που ενεφάνισε. Στις 10-10-2002 εισήχθη στο ως άνω νοσοκομείο ("..."), και συγχρόνως ειδοποίησε την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, ενώ την επομένη (11-10-2002) υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση ολικής υστερεκτομής.
Μετά την επέμβαση, η ως άνω εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, κατά την εξέταση του φακέλου, έκρινε απαραίτητη για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου και την καταβολή στην ενάγουσα του εξ 720 ευρώ χειρουργικού επιδόματος, την υποβολή της ενάγουσας σε ειδικές διαγνωστικές εξετάσεις ή τη διερεύνηση της ύπαρξης ιστορικού για τη συγκεκριμένη πάθησή της.
Προς τούτο, με την από 5-3-2003 αίτησή της προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, ζήτησε να δοθεί εντολή στο συνεναγόμενό της διαγνωστικό κέντρο να της χορηγήσει αντίγραφο του προαναφερθέντος πορίσματος - ιατρικής γνωματεύσεως της ιατρικής εξέτασης (υπερηχογραφήματος), στην οποία είχε υποβληθεί η ενάγουσα ασφαλισμένη της στις 19-7-2002.
Ο Εισαγγελέας με το από 17-3-2003 έγγραφό του, διεβίβασε την αίτηση στο εναγόμενο διαγνωστικό κέντρο "...", του οποίου επιστημονικός διευθυντής είναι ο εναγόμενος ιατρός ..., και παρακάλεσε για την κατά νόμο εκτίμηση, εκ μέρους του, των διαλαμβανομένων σ' αυτήν (αίτηση) και τις εντεύθεν επιβαλλόμενες ενέργειές του.
Το τελευταίο, μετά ταύτα πρέβη στη χορήγηση στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία του εν λόγω, από 19-7-2002, υπερηχογραφήματος της ενάγουσας. Η διαβίβαση όμως αυτή του επιδίκου υπερηχογραφήματος, υπήρξε παράνομη, αφού έγινε χωρίς να συντρέχουν οι όροι του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν. 2472/1997, να υπάρχει, δηλαδή, άδεια της αρμόδιας αρχής προστασίας προσωπικών δεδομένων και να έχει προηγηθεί, όπως και προαναφέρθηκε, ενημέρωση και συγκατάθεση του υποκειμένου (ενάγουσας), δοθέντος ότι, όπως προεκτέθηκε, η προαναφερθείσα συγκατάθεση της ενάγουσας δεν αποτελούσε την κατά νόμο απαιτουμένη ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεώς της.
Από τη στιγμή μάλιστα, κατά την οποία η διαβίβαση του δεδομένου από το διαγνωστικό κέντρο δεν ήταν σύννομη και η συλλογή του δεν υπήρξε νόμιμη. Η προαναφερθείσα παράνομη και υπαίτια (έστω από αμέλεια) επεξεργασία της λήψης και χρήσης του ευαίσθητου ιατρικού προσωπικού δεδομένου της ενάγουσας από τους εναγομένους προσέβαλε την προσωπικότητα αυτής ως προς την έκφανση της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης, εξουδετέρωσε την ατομικότητα και προκάλεσε αθέμιτη επέμβαση στην ιδιωτική της ζωή με την εμπορευματοποίηση των δεδομένων της υγείας της, με αποτέλεσμα να της επιφέρει διατάραξη της ψυχικής ηρεμίας της και να υποστεί αυτή ηθική βλάβη.
Δικαιούται συνεπώς η ενάγουσα να αξιώσει χρηματική ικανοποίηση από τους εναγομένους, οι οποίοι κατά τη λήψη, χρήση και εν γένει επεξεργασία του ως άνω ευαίσθητου προσωπικού δεδομένου υγείας της ενάγουσας χωρίς την προηγούμενη ενημέρωσή της, όφειλαν να γνωρίζουν την πιθανότητα επέλευσης της προαναφερόμενης ηθικής βλάβης".
Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή, επιδικάζοντας στην αναιρεσίβλητη ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης της (μεγαλύτερο από την πρωτόδικη) ποσό 15.000 ευρώ.
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. α, δ', ε' και ια', 4, 7, 11 του ν. 2472/1997, 87, 59, 914, 932 ΑΚ που εφήρμοσε. Ειδικότερα, εφόσον, κατά τις παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου, η αναιρεσείουσα δεν διέθετε άδεια της αρμόδιας Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα για τη συλλογή και επεξεργασία πληροφοριών ως προς ευαίσθητα δεδομένα υγείας της αναιρεσίβλητης, η λήψη από εκείνη (αναιρεσείουσα) και επεξεργασία τέτοιων πληροφοριών, τις οποίες χωρίς δικαίωμα επίσης της απέστειλε η συνεναγόμενη εταιρία παροχής ιατρικών υπηρεσιών, αποτελούσε παράνομη προσβολή της προσωπικότητας της αναιρεσίβλητης, που θεμελίωνε αξίωσή της για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης της και αποβαίνει αλυσιτελής ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι αναιτιολόγητα το Εφετείο έκρινε ότι δεν αποτελούσε ελεύθερη, ρητή εν πλήρει επιγνώσει και ειδική δήλωση βουλήσεως, η έγγραφη συγκατάθεση της αναιρεσίβλητης, με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, για τη συλλογή και επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων υγείας της από την αναιρεσείουσα, εφόσον η (μη πληττόμενη) προηγούμενη αιτιολογία (έλλειψης άδειας της Αρχής) στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Επομένως ο προβαλλόμενος εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚπολΔικ αντίθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, εφόσον κατά τις παραδοχές του Εφετείου, ήταν παράνομη η με τη μορφή της συλλογής, χρήσης συσχετισμού και διασυνδέσεως (με τηρούμενο αρχείο για ζητήματα υγείας της αναιρεσίβλητης) επεξεργασία από την αναιρεσείουσα ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα της αναιρεσίβλητης συνέτρεξε δε, κατά τις ίδιες παραδοχές και υπαιτιότητα των νομίμων οργάνων της αναιρεσείουσας, η συντελεσθείσα με τον τρόπο αυτό προσβολή της προσωπικότητας της τελευταίας θεμελίωνε την αγωγική αξίωσή της προς χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης της και ως εκ τούτου δεν συντελέσθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα με τις άνω παραδοχές της και το διατακτικό της, εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, ο δε εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ, αντίθετος λόγος αναιρέσεως είναι επίσης αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-9-2006 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ING ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ" για αναίρεση της 1884/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ