Supreme Court dismisses appeal against conviction for attempted extortion due to lack of specific reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting his protestation. The appellant argued the lower court failed to provide specific reasoning regarding the lack of external obstacles preventing the crime's completion and misapplied criminal law provisions. The court rejected these claims, stating that the lower court's factual findings regarding the victim's contact with the accountant were sufficient and that the appellant's payment of the debt did not negate the objective existence of the extortion attempt.
Legislator headnote
AI generatedArticles 484, 485 of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on the lack of specific reasoning or misapplication of substantive criminal law is inadmissible if the lower court's decision contains sufficient factual findings to support its conclusion on the crime's non-completion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2100 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 2100/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣT΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση και Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..... , περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ.1466/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον .... .
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8-12-2004 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 23/2005.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου με αριθμό 436/10-10-2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ΄ αριθ. 190/8-12-2004 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ... και της .... , η οποία ασκήθηκε στο όνομα και για λογαριασμό του από τον δικηγόρο Αθηνών Αβραάμ Ιορδανίδη, δυνάμει της από 6-12-2004 προσαρτωμένης στην αίτηση και νομίμως θεωρημένης εξουσιοδοτήσεως και στρέφεται κατά του υπ΄αριθ. 1466/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα:
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ΄αριθ. 643/2004 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο .... , καθώς και τους μη ασκήσαντες αναίρεση Χ1 και Χ2, προκειμένου να δικασθούν οι μεν Χ1 και Χ2 για την πράξη της απόπειρας εκβιάσεως σε βαθμό κακουργήματος,ο δε αναιρεσείων κατηγορούμενος ....
για ηθική αυτουργία στην εν λόγω αξιόποινη πράξη. Κατά του παραπάνω βουλεύματος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με το υπ΄αριθ. 1466/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατά του Εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως.
Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο την 25-11-2004 με θυροκόλληση, επειδή συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 155 ΚΠΔ. Στη συνέχεια επιδόθηκε την 29-11-2004 στον διορισθέντα αντίκλητό τον δικηγόρο Αθηνών Κυριάκο Κουτρούλη, η δε αίτηση ασκήθηκε την 8-12-2004 (άρθρ. 473 παρ. 1 ΚΠΔ), ενώπιον του Γραμματέα Εφετών Αθηνών, συνετάγη δε από εκείνον η υπ΄αριθ. 190/2004 έκθεση, στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως.
Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κακούργημα.
Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 385 παρ. 1 στοιχ. α΄ ΠΚ όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου τιμωρείται:
α) σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 380 παρ. 1 και 2, αν η πράξη τελέσθηκε με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκβιάσεως με την παραπάνω κακουργηματική μορφή του απαιτούνται:
α) ο εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία αυτού που εξαναγκάζεται ή άλλου, β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με σωματική βία ή απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο ζωής, που είναι ικανές να αποκλείσουν το αυτοπροαίρετο της αποφάσεως εκείνου που εκβιάζεται και γ) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος.
Τέτοιος σκοπός υπάρχει όταν ο δράστης γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαιτήσεώς του, καθώς επίσης και όταν στη συγκεκριμένη περίπτωση η προς πραγμάτωση νομίμου απαιτήσεως χρησιμοποίηση του μέσου της βίας ή της απειλής αποδοκιμάζεται από το δίκαιο, παρουσιαζόμενη ως αξία μομφής (ΑΠ 1401/2003 ΠΧ ΝΔ 347).
Το έγκλημα αυτό είναι δεκτικό απόπειρας, για την ύπαρξη της οποίας απαιτείται, κατά το άρθρο 42 παρ. 1 ΠΚ, όπως ο δράστης επιχειρήσει πράξη η οποία περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως αυτού, δηλαδή να προβεί σε ενέργεια, η οποία αποτελεί μέρος της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και οδηγεί κατ΄ευθείαν στην πραγμάτωση αυτού ή τελεί προς αυτή σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται σαν τμήμα αυτής, στην οποία αμέσως οδηγεί αν δεν ήθελε ανακοπεί από οποιονδήποτε λόγο.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 α΄ ΠΚ με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται: α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, απειλή κ.ά.
β) η διάπραξη από τον άλλον της πράξεως αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος, με γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Τέλος η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ.
δ΄ ΚΠΔ, υπάρχει όταν σ΄αυτό περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση και τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, καθώς και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω και κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο έλαβε υπόψη το σύνολο αυτών και όχι μόνο ορισμένα από αυτά, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσεως.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα (ΑΠ 1073/2006, ΑΠ 1560/2002 ΠΧ ΝΓ΄ 536, ΑΠ 1011/2000 ΠΧ ΝΑ 244). Ειδικότερα στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, για να έχει το παραπεμπτικό βούλευμα την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σ΄αυτή ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στον φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστικό συμβούλιο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στον φυσικό αυτουργό την απόφασή του (ΑΠ 740/2004 ΠΧ ΝΕ 258).
Εξάλλου για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ΄αυτό εισαγγελική πρόταση (ΑΠ 2253/2002 ΠΧ ΝΓ΄795). Τέλος η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 στοιχ.
β΄ Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, συντρέχει στην πρώτη περίπτωση όταν το δικαστήριο αποδίδει σ΄αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ στη δεύτερη περίπτωση όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ΄αριθ. 1466/2004 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε έκρινε με δικές του σκέψεις αλλά και με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατά είδος και συγκεκριμένα από τις μαρτυρικές καταθέσεις, τα έγγραφα και την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος υπήρξε εργοδότης της συζύγου του μηνυτή που ονομάζεται Χ3 κατά το χρονικό διάστημα από του Δεκεμβρίου του έτους 1997, έως και της 30-6-1999.
Η Χ3 εργάσθηκε στην βιοτεχνία κεντημάτων με την επωνυμία ".... ΟΕ" και από την εργασία της αυτή προέκυψε διαφορά μεταξύ εργοδότη και εργαζομένης, ύψους 950.000 δραχμών. Ο μηνυτής στην προσπάθειά του να εισπράξει εξωδίκως το ποσό αυτό, μετά από προγραμματισμένη συνάντηση με τον κατηγορούμενο, την 6/7/1999 μετέβη στην επί της οδού ....
κατάστημα της εταιρείας του, όπου και τον συνάντησε στο γραφείο του. Μαζί με τον κατηγορούμενο βρίσκονταν εκεί και ακόμη τρεις σωματώδεις άνδρες, ένας από τους οποίους τον ακολούθησε κατά την άνοδό του από την σκάλα και οι οποίοι, όταν άκουσαν ότι ο μηνυτής ζητεί τα χρήματα της συζύγου του, του επετέθησαν και άρχισαν να τον κτυπούν με τα χέρια τους σε διάφορα μέρη του σώματός του.
Ο ένας μάλιστα απείλησε τον μηνυτή ότι θα του κόψει με σουγιά τα δάκτυλα. Παρά τις απειλές όμως ο μηνυτής κατόρθωσε και επεκοινώνησε στο τηλέφωνο με τον λογιστή της εταιρίας, ο οποίος μετέβη στο χώρο του επεισοδίου μετά από είκοσι λεπτά της ώρας και μετά από μελέτη του αιτήματος του μηνυτή συμφώνησε να του παραδώσει μια επιταγή στο ύψος των οφειλομένων ημερομισθίων της συζύγου του.
Την επίσκεψη του μηνυτή στα γραφεία της εταιρείας επιβεβαιώνουν και οι μάρτυρες Χ4, λογιστής της εταιρείας όπως και η Χ5, ομοίως συνεργάτης του κατηγορουμένου. Και οι δύο αυτοί μάρτυρες παρότι δέχονται ότι υπήρξε επεισόδιο με αντικείμενο την αμφισβήτηση του χρέους εν τούτοις αρνούνται ότι στο χώρο των γραφείων υπήρχαν και τρίτα πρόσωπα εκτός εταιρείας.
Ο Χ4 δεν είδε κτυπημένο τον μηνυτή αλλά ομολογεί ότι κατά την αποχώρησή του από την εταιρεία ο τελευταίος του παραπονέθηκε για την κακοποίησή του. Ωστόσο αυτό δεν είναι παράδοξο, διότι ο μηνυτής δεν κατέθεσε, ότι η κακοποίησή του ήταν εμφανής ή άφησε σημάδια ορατά και γι΄αυτό άλλωστε δεν εξετάσθηκε από πραγματογνώμονα.
Ο κατηγορούμενος παραπονείται και θεωρεί αντιφατικούς τους ισχυρισμούς του μηνυτή, ο οποίος όμως παρότι έδωσε τέσσαρες συνολικά καταθέσεις ουδέποτε έπεσε σε αντιφάσεις ή διέψευσε όσα είχε προηγουμένως πει. Αντίθετα μάλιστα υπήρξε εξαιρετικά ειλικρινής εκδηλώνοντας την αμφιβολία του για την ταυτότητα του ενός δράστη, του οποίου η φωτογραφία του επεδείχθη στην αστυνομία.
Η αξιοπιστία του μηνυτή επιβεβαιώνεται και από την κατάθεση του μάρτυρα ... , αστυνομικού, ο οποίος επιβεβαιώνει, ότι ενώπιόν του ο φυσικός αυτουργός της καταγγελλόμενης πράξης Χ6 παρεδέχθη την πράξη του και ζήτησε συγνώμη από τον μηνυτή.
Οι αιτιάσεις του εκκαλούντος καταπίπτουν με την απλή ανάγνωση των καταθέσεων των μαρτύρων και ειδικότερα η επισήμανση ότι η μήνυση υπεβλήθη μετά πάροδο πλέον της διετίας είναι αυταπόδεικτα ψευδής, αφού ο μηνυτής ήδη την επομένη ημέρα της εις βάρος του πράξεως την κατήγγειλε στην αστυνομία και τούτο βεβαιώνεται από δημόσιο έγγραφο δηλαδή την από 7-7-1999 έκθεση ένορκης εξέτασής του ενώπιον του αρχιφύλακα .... . ΄Αλλωστε ο μηνυτής δεν φαίνεται να έχει οποιοδήποτε κίνητρο ψευδούς καταμηνύσεως αφού μάλιστα το αίτημά του για καταβολή των χρημάτων της συζύγου του ήδη ικανοποιήθηκε και δεν θα μπορούσε να απαιτήσει οτιδήποτε άλλο από τον μηνυτή. Η εκδοχή που θα ήθελε τον μηνυτή κοινό εκβιαστή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, αφού ήδη απεδείχθη ότι ο Χ6 παρεδέχθη την πράξη του και ζήτησε συγνώμη από τον μηνυτή.
Το γεγονός ότι ο μηνυτής δεν ασκούσε ίδιον δικαίωμα κατά την επιδίωξη καταβολής των μισθών της συζύγου του δεν ασκεί επιρροή στην κατηγορία, διότι εκβίαση μπορεί να τελεσθεί και κατά την προσπάθεια του δράστη να εξαναγκάσει κάποιον με βία ή απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημιά στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου.
Σχετικά με την ηθική αυτουργία του εκκαλούντος κρίνεται ότι είναι αποδεδειγμένη, διότι άλλος δεν θα μπορούσε να έχει προσκαλέσει εντός του εργασιακού του χώρου ξένα προς την εταιρεία πρόσωπα. Το ίδιο εις βάρος του εκκαλούντα είναι και το γεγονός ότι οι φυσικοί αυτουργοί της πράξης μετέβησαν στο χώρο του επεισοδίου κατά την ώρα της προγραμματισμένης συνάντησης του μηνυτή με τον εκκαλούντα, ο οποίος σε κάθε περίπτωση ήταν εκείνος που αντλούσε συμφέρον από την πράξη. Κατά τα λοιπά δεν απεδείχθη οποιαδήποτε σχέση των φυσικών αυτουργών της πράξης με τον μηνυτή, η οποία θα μπορούσε να ερμηνεύσει λογικά με άλλο τρόπο την επίθεση.
Συνεχίζοντας το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με δικές του σκέψεις εκθέτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με συμβουλές και παραινέσεις που έγιναν με πειθώ και φορτικότητα, με πρόθεση προκάλεσε στους συγκατηγορουμένους του Χ1 και Χ2 την απόφαση να εκτελέσουν την ανωτέρω αξιόποινη πράξη της απόπειρας εκβιάσεως σε βαθμό κακουργήματος σε βάρος του μηνυτή ... και συγκεκριμένα αυτός υπέβαλε την ιδέα στους ως άνω συγκατηγορούμενούς του και με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, ύψους 950.000 δραχμών ή 2.787,90 ευρώ, να ασκήσουν σωματική βία κατά του μηνυτή, ο οποίος ζητούσε την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών της εργαζομένης στη βιοτεχνία κεντημάτων του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου συζύγου του Χ3, καταφέροντάς του με τα χέρια τους χτυπήματα σε διάφορα σημεία του σώματός του, προκειμένου να τον εξαναγκάσουν να υπογράψει απόδειξη ότι δήθεν είχε εισπράξει τις παραπάνω δεδουλευμένες αποδοχές της συζύγου του, ενώ δεν τις είχε εισπράξει, και έτσι να επέλθει αντίστοιχη ζημία στην περιουσία εκείνης και του ίδιου του μηνυτή με ισόποση ωφέλεια στην περιουσία του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου, του σκοπού του όμως μη επιτευχθέντος από εμπόδια εξωτερικά και λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς του.
Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της αξιόποινης πράξεως της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα κακουργηματικής εκβιάσεως.
Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου υπ΄αριθμ. 643/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ΄αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε.
Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας αυτής δεν υπήρχε ανάγκη να διαληφθούν και τα αναφερόμενα στην αίτηση επί πλέον στοιχεία. Ειδικότερα στο προσβαλλόμενο βούλευμα το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με δικές του σκέψεις κάνει ειδική αναφορά του τρόπου και των μέσων (συμβουλές και παραινέσεις που έγιναν με πειθώ και φορτικότητα) με τα οποία ο αναιρεσείων κατηγορούμενος έπεισε με πρόθεση τους συγκατηγορουμένους του φυσικούς αυτουργούς να εκτελέσουν την άδικη πράξη της απόπειρας εκβιάσεως σε βαθμό κακουργήματος, καθώς και των πραγματικών περιστατικών από τα οποία κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό και επομένως οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του αναιρεσείοντα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω το Συμβούλιο Εφετών παραθέτει τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα, τους οποίους και αποκρούει με τη σαφή αιτιολογία που αναφέρεται στο σκεπτικό του. Τέλος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 385 παρ. 1 στοιχ.
α΄ Π.Κ., με την αιτίαση ότι κατά τον χρόνο υποβολής της σχετικής μηνύσεως είχε ήδη εξοφλήσει ο αναιρεσείων κατηγορούμενος την απαίτηση της συζύγου του μηνυτή και συνεπώς ελλείπει το αναγκαίο (κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα) για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της εκβιάσεως στοιχείο της επερχόμενης ζημίας στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή τρίτου.
Πράγματι η εκ μέρους του αναιρεσείοντα μετά την τέλεση της πράξεώς του εξόφληση της απαιτήσεως της συζύγου του μηνυτή δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή στην αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκβιάσεως, ούτε εξαλείφει το αξιόποινό της, αφού η διάταξη του άρθρου 379 Π.Κ. δεν έχει εφαρμογή στο έγκλημα της εκβιάσεως.
Οι λοιπές στην κρινόμενη αίτηση διαλαμβανόμενες αιτιάσεις πλήττουν, υπό το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας, την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου και για τον λόγο αυτό πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες.
Κατ΄ακολουθίαν όλων των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν σ΄αυτόν τα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω:
α) Να απορριφθεί η υπ΄αριθ. 190/8-12-2004 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου .... , κατά του υπ΄αριθ. 1466/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 18 Σεπτεμβρίου 2006
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Στέλιος Κ.Γκρόζος".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη 190/8-12-2004 έκθεση αναιρέσεως του .... , κατά του 1466/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ΄ ουσίαν η έφεση του κατά του 643/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που παρέπεμψε αυτόν και τους συγκατηγορουμένους του Χ1 και Χ2 ( που δεν άσκησαν αναίρεση) στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, για να δικαστούν, ο μεν Χ1 και Χ2 για την πράξη της απόπειρας εκβιάσεως σε βαθμό κακουργήματος, ο δε αναιρεσείων για ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, πρέπει επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί κατ' ουσίαν.
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 385 παρ.1 στοιχ α του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκβιάσεως με την κακουργηματική του μορφή απαιτείται αντικειμενικώς μεν α) εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία του εξαναγκαζομένου ή άλλου, β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με σωματική βία ή με απειλές , οι οποίες εκλαμβάνονται ως σοβαρές από τον απειλούμενο , είναι δε ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, υποκειμενικώς δε δόλος ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση , έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου , των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεώς αυτού (βασικός δόλος) και επιπροσθέτως σκοπός του δράστη να αποκομίσει αυτός ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Το έγκλημα είναι τετελεσμένο με την επέλευση της περιουσιακής ζημίας στον παθόντα, (ο οποίος μπορεί να είναι πρόσωπο διαφορετικό από το εκείνο που εξαναγκάσθηκε ή απειλήθηκε), διαφορετικά , αν δεν επέλθει η ζημία , το έγκλημα δεν ολοκληρώνεται , αλλά , εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ.1 του ΠΚ, υπάρχει απόπειρα εκβίασης.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ.α ΠΚ με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε . Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται: α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο , όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής , πειθώ , απειλή κλπ. β) διάπραξη από άλλον της πράξεως αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού , δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με γνώση, θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως.
Εξάλλου η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως , κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ , υπάρχει όταν περιέχονται σε αυτό με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη , οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί , βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης .
Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης , όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι κατ' επιλογή μερικά εξ αυτών. Λόγο αναιρέσεως , κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ..β του ΚΠοινΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία περαιτέρω υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά , που δέχθηκε , στη διάταξη που εφαρμόστηκε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή αυτής γίνεται εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται στο βούλευμα με σαφήνεια , πληρότητα , και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του συμβουλίου από την ανάκριση ή προανάκριση που διενεργήθηκε, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού , ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου , οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του , όπως συνάγεται από το σκεπτικό και το διατακτικό του και από την επιτρεπτή αναφορά του, εκτός από τις των διαλαμβανόμενες σ' αυτό δικές του σκέψεις, και στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση , μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ'.αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεων μαρτύρων, απολογία κατηγορουμένων και λοιπών εγγράφων της δικογραφίας), δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά:
Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος υπήρξε εργοδότης της συζύγου του μηνυτή που ονομάζεται Χ3 κατά το χρονικό διάστημα από του Δεκεμβρίου του έτους 1997, έως και της 30-6-1999. Η Χ3 εργάσθηκε στην βιοτεχνία κεντημάτων με την επωνυμία "..... ΟΕ" και από την εργασία της αυτή προέκυψε διαφορά μεταξύ εργοδότη και εργαζομένης, ύψους 950.000 δραχμών.
Ο μηνυτής στην προσπάθειά του να εισπράξει εξωδίκως το ποσό αυτό, μετά από προγραμματισμένη συνάντηση με τον κατηγορούμενο, την 6/7/1999 μετέβη στην επί της οδού .... κατάστημα της εταιρίας του, όπου και τον συνάντησε στο γραφείο του. Μαζί με τον κατηγορούμενο βρίσκονταν εκεί και ακόμη τρεις σωματώδεις άνδρες, ένας από τους οποίους τον ακολούθησε κατά την άνοδό του από την σκάλα και οι οποίοι, όταν άκουσαν ότι ο μηνυτής ζητεί τα χρήματα της συζύγου του, του επετέθησαν και άρχισαν να τον κτυπούν με τα χέρια τους σε διάφορα μέρη του σώματός του.
Ο ένας μάλιστα απείλησε τον μηνυτή ότι θα του κόψει με σουγιά τα δάκτυλα. Παρά τις απειλές όμως ο μηνυτής κατόρθωσε και επεκοινώνησε στο τηλέφωνο με τον λογιστή της εταιρίας, ο οποίος μετέβη στο χώρο του επεισοδίου μετά από είκοσι λεπτά της ώρας και μετά από μελέτη του αιτήματος του μηνυτή συμφώνησε να του παραδώσει μια επιταγή στο ύψος των οφειλομένων ημερομισθίων της συζύγου του.
Την επίσκεψη του μηνυτή στα γραφεία της εταιρίας επιβεβαιώνουν και οι μάρτυρες Χ4, λογιστής της εταιρίας όπως και η Χ5 , ομοίως συνεργάτης του κατηγορουμένου. Και οι δύο αυτοί μάρτυρες παρότι δέχονται ότι υπήρξε επεισόδιο με αντικείμενο την αμφισβήτηση του χρέους εν τούτοις αρνούνται ότι στο χώρο των γραφείων υπήρχαν και τρίτα πρόσωπα εκτός εταιρίας.
Ο Χ4 δεν είδε κτυπημένο τον μηνυτή αλλά ομολογεί ότι κατά την αποχώρησή του από την εταιρία ο τελευταίος του παραπονέθηκε για την κακοποίησή του. Ωστόσο αυτό δεν είναι παράδοξο, διότι ο μηνυτής δεν κατέθεσε, ότι η κακοποίησή του ήταν εμφανής ή άφησε σημάδια ορατά και γι΄αυτό άλλωστε δεν εξετάσθηκε από πραγματογνώμονα.
Ο κατηγορούμενος παραπονείται και θεωρεί αντιφατικούς τους ισχυρισμούς του μηνυτή, ο οποίος όμως παρότι έδωσε τέσσαρες συνολικά καταθέσεις ουδέποτε έπεσε σε αντιφάσεις ή διέψευσε όσα είχε προηγουμένως πει. Αντίθετα, μάλιστα, υπήρξε εξαιρετικά ειλικρινής εκδηλώνοντας την αμφιβολία του για την ταυτότητα του ενός δράστη, του οποίου η φωτογραφία του επεδείχθη στην αστυνομία.
Η αξιοπιστία του μηνυτή επιβεβαιώνεται και από την κατάθεση του μάρτυρα ... , αστυνομικού, ο οποίος επιβεβαιώνει, ότι ενώπιόν του ο φυσικός αυτουργός της καταγγελλόμενης πράξης Χ6 παρεδέχθη την πράξη του και ζήτησε συγνώμη από τον μηνυτή.
Οι αιτιάσεις του εκκαλούντος καταπίπτουν με την απλή ανάγνωση των καταθέσεων των μαρτύρων και ειδικότερα η επισήμανση ότι η μήνυση υπεβλήθη μετά πάροδο πλέον της διετίας είναι αυταπόδεικτα ψευδής, αφού ο μηνυτής ήδη την επομένη ημέρα της εις βάρος του πράξεως την κατήγγειλε στην αστυνομία και τούτο βεβαιώνεται από δημόσιο έγγραφο δηλαδή την από 7-7-1999 έκθεση ένορκης εξέτασής του ενώπιον του αρχιφύλακα .... . ΄Αλλωστε ο μηνυτής δεν φαίνεται να έχει οποιοδήποτε κίνητρο ψευδούς καταμηνύσεως αφού μάλιστα το αίτημά του για καταβολή των χρημάτων της συζύγου του ήδη ικανοποιήθηκε και δεν θα μπορούσε να απαιτήσει οτιδήποτε άλλο από τον μηνυτή. Η εκδοχή που θα ήθελε τον μηνυτή κοινό εκβιαστή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, αφού ήδη απεδείχθη ότι ο Χ6 παρεδέχθη την πράξη του και ζήτησε συγνώμη από τον μηνυτή.
Το γεγονός ότι ο μηνυτής δεν ασκούσε ίδιον δικαίωμα κατά την επιδίωξη καταβολής των μισθών της συζύγου του δεν ασκεί επιρροή στην κατηγορία, διότι εκβίαση μπορεί να τελεσθεί και κατά την προσπάθεια του δράστη να εξαναγκάσει κάποιον με βία ή απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημιά στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου.
Σχετικά με την ηθική αυτουργία του εκκαλούντος κρίνεται ότι είναι αποδεδειγμένη, διότι άλλος δεν θα μπορούσε να έχει προσκαλέσει εντός του εργασιακού του χώρου ξένα προς την εταιρία πρόσωπα. Το ίδιο εις βάρος του εκκαλούντος είναι και το γεγονός ότι οι φυσικοί αυτουργοί της πράξης μετέβησαν στο χώρο του επεισοδίου κατά την ώρα της προγραμματισμένης συνάντησης του μηνυτή με τον εκκαλούντα, ο οποίος σε κάθε περίπτωση ήταν εκείνος που αντλούσε συμφέρον από την πράξη. Κατά τα λοιπά δεν απεδείχθη οποιαδήποτε σχέση των φυσικών αυτουργών της πράξης με τον μηνυτή, η οποία θα μπορούσε να ερμηνεύσει λογικά με άλλο τρόπο την επίθεση.
Συνεχίζοντας το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με δικές του σκέψεις εκθέτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με συμβουλές και παραινέσεις που έγιναν με πειθώ και φορτικότητα, με πρόθεση προκάλεσε στους συγκατηγορουμένους του Χ1 και Χ2 την απόφαση να εκτελέσουν την ανωτέρω αξιόποινη πράξη της απόπειρας εκβιάσεως σε βαθμό κακουργήματος σε βάρος του μηνυτή .... και συγκεκριμένα αυτός υπέβαλε την ιδέα στους ως άνω συγκατηγορούμενούς του και με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, ύψους 950.000 δραχμών ή 2.787,90 ευρώ, να ασκήσουν σωματική βία κατά του μηνυτή, ο οποίος ζητούσε την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών της εργαζομένης στη βιοτεχνία κεντημάτων του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου συζύγου του Χ3 , καταφέροντάς του με τα χέρια τους χτυπήματα σε διάφορα σημεία του σώματός του, προκειμένου να τον εξαναγκάσουν να υπογράψει απόδειξη ότι δήθεν είχε εισπράξει τις παραπάνω δεδουλευμένες αποδοχές της συζύγου του, ενώ δεν τις είχε εισπράξει, και έτσι να επέλθει αντίστοιχη ζημία στην περιουσία εκείνης και του ίδιου του μηνυτή με ισόποση ωφέλεια στην περιουσία του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου, του σκοπού του όμως μη επιτευχθέντος από εμπόδια εξωτερικά και λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς του.
ΙV. Με βάση τα πιο πάνω περιστατικά , το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της αξιόποινης πράξεως της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα κακουργηματικής εκβιάσεως και, ακολούθως, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του πρωτόδικου 643/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών .
Με. αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών , διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα πιο πάνω αξιόποινη πράξη και από τα οποία συνήγαγε την κρίση για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης αυτής πράξεως , τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος στο ακροατήριο , καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ.1, 46 παρ.1α, 385 παρ.1α ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ή με άλλο τρόπο.
Για την πληρότητα δε της πιο πάνω αιτιολογίας δεν υπήρχε ανάγκη να διαληφθούν και τα αναφερόμενα στην αίτηση επί πλέον στοιχεία. Ειδικότερα, με την παραδοχή του συμβουλίου ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, έπεισε τους συγκατηγορουμένους του Χ1 και Χ2 με συμβουλές και παραινέσεις που έγιναν με πειθώ και φορτικότητα και με πρόθεση προκάλεσε σε αυτούς την απόφαση να διαπράξουν το πιο πάνω αδίκημα της απόπειρας εκβιάσεως σε βαθμό κακουργήματος, καθώς και με την έκθεση των πραγματικών περιστατικών από τα οποία κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό, πλήρως αιτιολογείται ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο κατηγορούμενος προκάλεσε στην συγκεκριμένη περίπτωση στους πιο πάνω φυσικούς αυτουργούς την απόφαση να αποπειραθούν να εκτελέσουν την προαναφερόμενη άδικη πράξη και οι περί αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες.
Επίσης, το Συμβούλιο Εφετών παραθέτει τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, τους οποίους αποκρούει με τη σαφή πιο πάνω εκτιθέμενη αιτιολογία του. Οι διατυπούμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ως προς τις αιτιολογίες και τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Συμβούλιο για να αποκρούσει τους εν λόγω αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς του, απαραδέκτως προβάλλονται , καθόσον με το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου.
Η ειδικότερη αιτίαση, ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν αιτιολογεί και δεν αναφέρει ειδικώς ποία ήταν τα εξωτερικά εμπόδια και οι λόγοι οι ανεξάρτητοι της θελήσεώς του που εμπόδισαν τους αυτουργούς να ολοκληρώσουν τη διάπραξη του εγκλήματος της εκβιάσεως είναι αβάσιμη. Ρητώς στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται ότι ο παθών- μηνυτής "παρά τις απειλές κατόρθωσε και επικοινώνησε στο τηλέφωνο με τον λογιστή της εταιρείας , ο οποίος μετέβη στο χώρο του επεισοδίου...", η παρουσία του οποίου είχε ως αποτέλεσμα να συμφωνήσει ο αναιρεσείων να δοθούν τα οφειλόμενα ( με επιταγή) στη σύζυγο του παθόντος και κατ' αυτόν το τρόπο να μη ολοκληρωθεί το αδίκημα της κακουργηματικής εκβιάσεως.
Επίσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 385 παρ.1 στοιχ. α ΠΚ . Συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι κατά το χρόνο της υποβολής της σχετικής μηνύσεως είχε ήδη εξοφλήσει την απαίτηση της συζύγου του παθόντος μηνυτή και συνεπώς ελλείπει το αναγκαίο, κατά τους ισχυρισμούς του, στοιχείο για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της εκβιάσεως της επερχόμενης ζημίας της περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή τρίτου.
Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, καθόσον η εκ μέρους του αναιρεσείοντος εξόφληση της πιο πάνω απαιτήσεως δεν ασκεί έννομη επιρροή στην αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκβιάσεως, ούτε εξαλείφει το αξιόποινό της, αφού η διάταξη του άρθρου 379 ΠΚ, δεν έχει εφαρμογή επί εκβιάσεως. Οι λοιπές αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στην κρινόμενη αίτηση, πλήττουν απαραδέκτως με το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας, την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες.
Επομένως οι από τη διάταξη του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ.β και δ' λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, κατά τους οποίους το προσβαλλόμενο βούλευμα εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω αναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και ότι αυτό στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα ( 583 παρ.1 ΚΠΔ
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 190/8-12-2004 έκθεση αναιρέσεως του .... ,κατά του 1466/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ΄ουσία η έφεση αυτού κατά του 643/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2006. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ