Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, citing lack of evidence of document distortion.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision regarding a labor dispute. The appellant argued that the Court of Appeals distorted an oath testimony and ignored the Ombudsman's report, but the Court found these claims unsupported. The decision relied on the procedural rule that an appeal based on alleged document distortion is inadmissible if the sworn statement does not qualify as a 'document' under the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 20 and 577 § 3 of the Civil Procedure Code; An appeal alleging distortion of an oath testimony is inadmissible if the sworn statement does not constitute a 'document' under the cited provision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 20 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 20/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας Ε. Κ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Στέφανου Φακή, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1)Κ. Σ. του Γ., κατοίκου ... και 2) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ν. Α.Ε. - ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΝΔΥΣΗΣ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ - ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Νέα Χαλκιδόνα Αττικής και παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Εμμανουήλ Καρπαθάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-12-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 616/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2212/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-12-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση..
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 31.12.2018 και αριθ. κατάθεσης 11955/31.12.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και ήδη κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ) υπ' αριθ. 2212/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση το Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την από 9.6.2016 και με αριθ. κατάθ. 1931/9.6.2016 έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 616/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα εργατικών διαφορών), με την οποία είχε γίνει δεκτή κατά ένα μέρος από ουσιαστική πλευρά η από 29.10.2013 και αριθ. κατάθ. 143795/5064/29.10.2013 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας περί επιδικάσεως μισθών υπερημερίας, λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και, αφού, εξαφάνισε αυτή, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα. 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο577 § 3 ΚΠολΔ).
Από την κατ' άρθρ. 561 ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχτηκε τα ακόλουθα: Ότι, η εδρεύουσα στη Ν. Χαλκηδόνα Αττικής δεύτερη εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία Ν. ΑΕ, δραστηριοποιείται στο χώρο της μόδας και στο σχεδιασμό, την παραγωγή και διάθεση γυναικείων ενδυμάτων.
Ότι αποτελεί οικογενειακή επιχείρηση, στο ΔΣ της οποίας μετέχουν ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος η Δ. Ν., σύζυγος του πρώτου εναγόμενου, και ως μέλος η κόρη του Ε.-Β. Σ.. Ότι, ο πρώτος εναγόμενος Κ. Σ., εργάζεται στην εταιρία ως υπάλληλος με καθήκοντα υπευθύνου πωλήσεων. Ότι, δεν αποδείχθηκε ο αγωγικός ισχυρισμός ότι ο τελευταίος ασκεί διευθυντικά καθήκοντα στην εταιρία, ενεργώντας ως "de facto" εργοδότης, καθόσον η μοναδική περί τούτου αναφορά περιλαμβάνεται- σε επίπεδο εκτίμησης- στο προσκομιζόμενο από τους διαδίκους πόρισμα Συνηγόρου του Πολίτη.
Ότι, για τις ανάγκες της επιχειρήσεώς της η δεύτερη εναγόμενη εταιρία προσέλαβε την ενάγουσα, την 1.10.2012, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως δοκιμάστρια ρούχων. Ότι, η επίδειξη ρούχων της εταιρίας γίνεται ενώπιον των πελατών, αλλά και του προσωπικού και όχι σε κάποιον ιδιαίτερο χώρο. Ότι, παράλληλα, ανατέθηκε στην ενάγουσα η διαχείριση του ηλεκτρονικού καταστήματος της εταιρίας (e- shop), που λειτουργεί στο διαδίκτυο, εργασία όμως στην οποία δεν ανταποκρίθηκε με επιτυχία.
Ότι, αποδείχτηκε, επίσης, ότι η ενάγουσα επέδειξε από την αρχή της προσλήψεώς της αδιαφορία για την εργασία της. Ότι, συγκεκριμένα, υπήρξαν περιπτώσεις κατά τις οποίες διέκοψε την επίδειξη ρούχων ξαφνικά, είτε για φαγητό, είτε για τσιγάρο, είτε για να τηλεφωνήσει, δραστηριότητες για τις οποίες διέθετε γενικά πολύ χρόνο, λέγοντας μάλιστα σε συναδέλφους της ότι αυτό είναι δικαίωμά της, καθώς και ότι δεν είχε ανάγκη να δουλέψει γιατί ο άνδρας της (σ.σ.
ενάγουσας) κέρδιζε πολλά χρήματα. Ότι, στις 2.8.2013 και περί ώρα 09.30,' η ενάγουσα, ενώ έπρεπε να βοηθήσει στη γρήγορη εξυπηρέτηση της πελάτισσας της εταιρίας κας Ζ., αυτή συγκέντρωνε από το προσωπικό παραγγελίες για αγορά διαφόρων τροφίμων από παρακείμενο κατάστημα. Ότι, τα ανωτέρω γνωρίζουν εξ ιδίας αντιλήψεως οι επιμέλεια των εναγόμενων εξετασθείσες μάρτυρες- συνάδελφοι της ενάγουσας κατά το επίδικο διάσημα.
Ότι, μια τέτοια συμπεριφορά σε συνδυασμό με την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της δεν μπορούσε φυσικά να γίνει αποδεκτή από την εργοδότριά της, δεύτερη εναγόμενη εταιρία, η οποία προχώρησε αυθημερόν στην απόλυσή της. Ότι, δεν είναι βάσιμοι οι αγωγικοί ισχυρισμοί ότι η απόλυση έγινε από τον πρώτο εναγόμενο και μάλιστα για λόγους εκδίκησης, διότι δήθεν η ενάγουσα δεν ανταποκρίθηκε θετικά στην σωματική συμπεριφορά που αυτός δήλωσε προς την ίδια (αγγίγματα στη μέση και τους γοφούς της) καις τις αναφερόμενες σχετικές προφορικές παραινέσεις του.
Ότι, η ως άνω κρίση ενισχύεται από το γεγονός ότι ο Συνήγορος του Πολίτη, ο οποίος επελήφθη του θέματος κατόπιν διαβίβασης προς αυτόν από την Επιθεώρηση Εργασίας της από 7.8.2013 καταγγελίας της ενάγουσας για άκυρη απόλυσή της κατόπιν σεξουαλικής παρενοχλήσεώς της από τον πρώτο εναγόμενο, με το από 21.5.2014 πόρισμά του (προσκομίζεται), όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του, έθεσε την υπόθεση στο αρχείο.
Ότι, επομένως, η καταγγελία της ένδικης σύμβασης δεν ασκήθηκε καταχρηστικά και δεν πάσχει ακυρότητα από το λόγο αυτό. Ότι, συνεπώς, τα αγωγικά αιτήματα περί επιδικάσεως αποδοχών υπερημερίας και χρηματικής ικανοποίησης για την αιτία αυτή, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα και ότι τέλος η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία έκρινε τα αντίθετα, κακώς τις αποδείξεις εκτίμησε, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με τον δεύτερο (και τελευταίο) λόγο της έφεσης, που πρέπει να γίνει δεκτός.
Στη συνέχεια το Εφετείο έκανε δεκτή κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση ως προς το προαναφερόμενο κεφάλαιο της και, αφού κράτησε την υπόθεση, την δίκασε επί της ουσίας και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι, από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 573/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο λόγο της αίτησης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι έλαβε υπόψη του την υπ' αριθ. …/….2.2014 ένορκη κατάθεση της Ζ.
Τ. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιά Κερασίνας Λαγιώτη, που λήφθηκε νομότυπα και μετά από εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων της, και ιδίως στο σημείο, που αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η εν λόγω ένορκη βεβαίωση αποτελεί μεταφορά των διηγήσεων της αναιρεσείουσας και μάλιστα κατά δήλωση της μάρτυρος και δεν τα γνωρίζει εξ ιδίας αντιλήψεως, ενώ προκύπτει ότι η Ζ.
Τ. δεν μετέφερε απλά και μόνον διηγήσεις της αναιρεσείουσας αλλά ήταν παρούσα και κατέθεσε εξ ιδίας γνώσης και αντιλήψεως για τα επίδικα περιστατικά με το μαγιό, που της ζήτησε να φορέσει ο πρώτος αναιρεσίβλητος, τη βόλτα με το αυτοκίνητο που της ζήτησε ο τελευταίος και γενικά για την κατ' εξακολούθηση προσβλητική συμπεριφορά αυτού, σε βάρος άλλων υπαλλήλων της δεύτερης αναιρεσίβλητης.
Επίσης, ότι προκύπτει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το αντίγραφο της εκτυπωμένης ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, που είχε με το σύζυγο της η αναιρεσείουσα λίγες ημέρες πριν την απόλυσή της και συγκεκριμένα την 24.7.2013 και ότι όλα τα παραπάνω (ένορκη βεβαίωση και έγγραφο) νόμιμα προσκόμισε και επικαλέστηκε η τελευταία ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, για την απόδειξη του ισχυρισμού της περί σεξουαλικής της παρενόχλησης από τον πρώτο εναγόμενο και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η απόλυση της ενάγουσας- εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας δεν έγινε από τον πρώτο εναγόμενο- πρώτο εκκαλούντα και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο για λόγους εκδίκησης και συγκεκριμένα για το ότι η ενάγουσα- εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα δεν ανταποκρίθηκε θετικά στη σωματική συμπεριφορά που εκδήλωσε προς αυτήν ο τελευταίος (αγγίγματα στη μέση και τους γοφούς της), ύστερα από την εκτίμηση των εκεί αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, μεταξύ των οποίων και "τις νομοτύπως και μετ' εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων, ενώπιον των συμ/φων Αθηνών ληφθείσες υπ' αριθ.
…/2014 και …./2014....... αντιστοίχως, ένορκες βεβαιώσεις τρίτων, καθώς και από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται.....". Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση και από όλες τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη ολόκληρο το περιεχόμενο των ενόρκων βεβαιώσεων, που νόμιμα προσκόμισε και επικαλέστηκε η ενάγουσα- εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα και ιδίως της Ζ.
Τ.. Ειδικότερα από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου αναφέρεται ότι "...Δεν είναι βάσιμοι οι αγωγικοί ισχυρισμοί ότι η απόλυση έγινε από τον πρώτο εναγόμενο και μάλιστα για λόγους εκδίκησης, διότι δήθεν η ενάγουσα δεν ανταποκρίθηκε θετικά στην σωματική συμπεριφορά που αυτός δήλωσε προς την ίδια (αγγίγματα στη μέση και τους γοφούς της) και στις αναφερόμενες σχετικές προφορικές παραινέσεις του.
Όσα περί αυτών καταθέτουν οι επιμελεία της ενάγουσας εξετασθέντες μάρτυρες δεν τα γνωρίζουν εξ ιδίας αντιλήψεως, αλλά κατά ρητή δήλωση τους, από τις διηγήσεις της ενάγουσας. Η ως άνω κρίση ενισχύεται από το γεγονός ότι ο Συνήγορος του Πολίτη, .]...." προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του ολόκληρο το περιεχόμενο της ως άνω ένορκης βεβαίωσης, το οποίο και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης για τη σεξουαλική ή μη παρενόχλησή της ενάγουσας- εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας (αγγίγματα στη μέση και γοφούς), καθώς και για τις αναφερόμενες στην ένδικη αγωγή σχετικές παραινέσεις του πρώτου εναγομένου- πρώτου εκκαλούντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, η αναφορά δε στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι τα κατατεθέντα από τους εξετασθέντες μάρτυρες της ενάγουσας- εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης δεν τα γνωρίζουν εξ ιδίας αντιλήψεως αλλά κατά ρητή δήλωσή τους από τις διηγήσεις της τελευταίας, αποτελεί ενίσχυση των παραδοχών της και όχι βεβαιότητα ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο.
Επίσης, από την κατηγορηματική ως άνω διαβεβαίωση και από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης^ προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη και το ως άνω αντίγραφο της εκτυπωμένης ηλεκτρονικής αλληλογραφίας της ενάγουσας- εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας, το οποίο το Εφετείο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος του για τη διενέργεια ή μη πράξεων σεξουαλικής παρενόχλησης από τον πρώτο εναγόμενο- πρώτο εκκαλούντα και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο, πλην όμως, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά (και όχι σύμφωνα με τις απόψεις της ενάγουσας) την αποδεικτική του δύναμη και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών της.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος.
Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 600/2017, ΑΠ 1440/2002). Για να θεμελιώνεται όμως ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε κατά το περιεχόμενο του και δεν αρκεί, ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενο του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1627/2010, ΑΠ 832/2009).
Ως έγγραφα, κατά το ίδιο ως άνω άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον λόγο αυτό αναιρέσεως, νοούνται τα προβλεπόμενα ως αποδεικτικά μέσα, κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα έγγραφα, όπου αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι τα πρακτικά συνεδριάσεως των δικαστηρίων, κατά το μέρος τους που περιέχουν καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων, ούτε οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου, κατά το μέρος τους, που περιλαμβάνει τα υπό του μάρτυρος ενόρκως βεβαιωθέντα (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 19/2018, ΑΠ 587/2009, ΑΠ 7/2007).Ο ίδιος λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται :
α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 194/2005, ΑΠ 1315/1993).
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αίτησης κατά το πρώτο σκέλος του, προβάλλει την ανωτέρω από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και δη ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 21.5.2014 Πορίσματος του Συνηγόρου του Πολίτη (ΣτΠ), το οποίο νόμιμα προσκόμισε και επικαλέστηκε ως προς το κρίσιμο αποδεικτέο θέμα "του επεισοδίου με τα μαγιό" και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο "είτε εσφαλμένα ανέγνωσε είτε παρέλειψε να αναγνώσει" το πλήρες περιεχόμενο του ως άνω Πορίσματος, στο οποίο ρητώς αναφέρεται ότι κρίθηκε ως αποδειχθείσα η καταγγελία της σύμβασης εργασίας για το περιστατικό με το μαγιό και συγκεκριμένα αναφέρεται ότι "..Ο ΣτΠ θεωρεί ότι, ανεξαρτήτως, σκοπού, ο οποίος άλλωστε δεν απαιτείται από το νόμο, η συμπεριφορά του καταγγελλόμενου, όπως αυτή εκδηλώθηκε ιδίως στο αποδειχθέν επεισόδιο με τα μαγιό, εξελήφθη από την αναφερόμενη, ως μορφή ανεπιθύμητης λεκτικής συμπεριφοράς σεξουαλικού χαρακτήρα.
Η συμπεριφορά αυτή σαφώς υπερέβη τα όρια της επιβαλλόμενης εργασιακής ευπρέπειας, με ενδεχόμενο ακόμα και την προσβολή της προσωπικότητας της καταγγέλλουσας. Ωστόσο, η συγκεκριμένη συμπεριφορά δεν απεδείχθη πέρας πάσης αμφιβολίας ότι αντικειμενικά θεωρούμενη διέθετε την ανάλογη βαρύτητα, ώστε να δημιουργήσει συνολικά εκφοβιστικό, εχθρικό, εξευτελιστικό, ταπεινωτικό ή επιθετικό περιβάλλον εργασίας για την αναφερόμενη.
Κατόπιν τούτων, ο ΣτΠ δεν μπορεί με ασφάλεια να τοποθετηθεί ως προς το εάν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της κας. Ε.Κ. εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 14 του ν. 3896/2010. Σε συνέχεια των ανωτέρω, ο Συνήγορος του Πολίτη διαβιβάζει το παρόν πόρισμα (άρθρο 25 παρ. 8 εδ. α του ν. 3896/2010) στα εμπλεκόμενα μέρη προς γνώση και τις έννομες συνέπειες.
Με την έκδοση του παρόντος πορίσματος, το οποίο δεν είναι δεσμευτικό για τα μέρη ούτε προκαταλαμβάνει την κρίση του Δικαστηρίου, λήγει η εξώδικη παρέμβαση του Συνηγόρου του Πολίτη, ως φορέα ελέγχου της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας και η υπόθεση τίθεται στο αρχείο", ενώ το Δικαστήριο ανέφερε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης μόνο την τελευταία φράση του Πορίσματος του Συνηγόρου του Πολίτη, ήτοι αυτή της θέσης της υπόθεσης στο αρχείο, το οποίο όμως, κατά ρητή εξήγησή του, δεν αναφέρεται στο αληθές της καταγγελίας, αλλά στην υπαγωγή της στο άρθρο 14 του Ν. 3869/2010.
Ο λόγος αυτός της αίτησης, ανεξαρτήτως της αντιφατικότητάς του ("είτε εσφαλμένα ανέγνωσε είτε παρέλειψε να αναγνώσει"), ενόψει των εκτεθέντων και την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης) είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι προκύπτει ότι το Εφετείο δεν στήριξε το προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμά του (περί μη απόλυσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, λόγω εκδικητικότητας, εξ αιτίας μη ανταπόκρισής της στη σωματική συμπεριφορά, που εκδήλωσε προς αυτή ο πρώτος εναγόμενος - εφεσίβλητος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος -αγγίγματα στη μέση και τους γοφούς- σεξουαλική παρενόχληση), που είναι αντίθετο με τις απόψεις της αναιρεσείουσας, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, στο φερόμενο ως παραμορφωμένο συγκεκριμένο έγγραφο, αλλά αναφερόμενο στο ως άνω έγγραφο προέβη σε ενίσχυση της σχετικής του κρίσης, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ".....Η ως άνω κρίση ενισχύεται από το γεγονός ότι ο Συνήγορος του Πολίτη......".
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα, με τον ίδιο λόγο της αίτησης κατά το δεύτερο σκέλος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ως άνω υπ' αριθ. 5227/20.2.2014 ένορκης βεβαίωσης της μάρτυρα Ζ. Τ. και δέχτηκε ότι ολόκληρο το περιεχόμενο της κατάθεσής της είναι εκ μεταφοράς διηγήσεων της αναιρεσείουσας, ενώ από την ανάγνωση αυτού προκύπτει αντίθετο νόημα, ότι δηλαδή η μάρτυρας είχε ιδία γνώση και αντίληψη των όσων κατέθεσε.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι, κατά τα εκτεθέντα στη/αμέσως ως άνω μείζονα σκέψη, η ένορκη αυτή βεβαίωση, κατά το μέρος που περιλαμβάνει τα υπό του άνω μάρτυρος ενόρκως βεβαιωθέντα, δεν αποτελεί "έγγραφο" υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ, ώστε η τυχόν παραμόρφωση του περιεχομένου της να ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως.
Μετά από αυτά και μη προβαλλομένου άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, λόγω της ήττας της, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 31.12.2018 και αριθ. κατάθ. 11955/31.12.2008 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 2212/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ