20/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated20/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια. Δεν είναι άρα διοικητικές διαφορές ουσίες αλλά ιδιωτικές εκείνες που αναφύονται από συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, οι οποίες συνάπτονται μεν με το Δημόσιο (ή ΝΠΔΔ), ανήκουν όμως από τη φύση τους στο ιδιωτικό δίκαιο και ρυθμίζονται από αυτό, εφόσον δεν υπάγονται σε εξαιρετικό νομοθετικό καθεστώς.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 20 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 20/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2α Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1) ..35)… , που παραστάθηκε μετά του ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, με την επωνυμία "", όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και τον ειδικό διαχειριστή της ΕΡΤ Α.Ε. και των θυγατρικών της, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Σοφίας Διαμαντοπούλου, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή της και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-9-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 51/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 899/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-7-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα διοικητικά δικαστήρια κατά την παραγ. 2 δε του ίδιου άρθρου στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας όπως ο νόμος ορίζει.
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 1406/1983 ορίζεται ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στην δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφέρονται στην εφαρμογή της νομοθεσίας, που αφορά, εκτός άλλων, και στις διοικητικές συμβάσεις. Διοικητικές συμβάσεις είναι εκείνες, στις οποίες ένα τουλάχιστον από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Δημόσιο (ή ΝΠΔΔ) έχουν αντικείμενο σχετικό με την λειτουργία δημόσιας υπηρεσίας ή εξυπηρετούν δημόσιο σκοπό και προσθέτως η κατάρτιση και εκτέλεση τους διέπεται, έστω και εν μέρει, από κανόνες ιδιωτικού δικαίου ή περιέχουν νόμιμους όρους που εξασφαλίζουν υπέρ του συμβαλλομένου Δημοσίου (ή ΝΠΔΔ) δυνατότητες μονομερούς επέμβασης ή εξαιρετικό συμβατικό καθεστώς.
Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια. Δεν είναι άρα διοικητικές διαφορές ουσίες αλλά ιδιωτικές εκείνες που αναφύονται από συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, οι οποίες συνάπτονται μεν με το Δημόσιο (ή ΝΠΔΔ), ανήκουν όμως από τη φύση τους στο ιδιωτικό δίκαιο και ρυθμίζονται από αυτό, εφόσον δεν υπάγονται σε εξαιρετικό νομοθετικό καθεστώς.
Συνεπώς, διαφορές από τέτοιες συμβάσεις ανήκουν στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΠ 475/2018, ΑΠ 1325/2010).
Περαιτέρω, κατ' αρθρ. 197 παρ. 1 ΚΔδιοικ.Δ οι αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων παράγουν δεδικασμένο που δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια ως προς το ουσιαστικό ή δικονομικό διοικητικής φύσεως ζήτημα που κρίθηκε, με αυτές, εφόσον τούτο τελεί σε άμεση και αναγκαία συνάρτηση προς το συμπέρασμα που με αυτές έγινε δεκτό. Δεν καλύπτονται συνεπώς τα πλεοναστικά κριθέντα. (ΑΕΔ 18/2005) ή τα κριθέντα παρεμπιπτόντως. 'Έτσι οι αποφάσεις του ΣΤΕ και των διοικητικών δικαστηρίων, αν καταστούν απρόσβλητες, δημιουργούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο δεσμευτικό για τα πολιτικά δικαστήρια, μόνον επί του διοικητικής φύσεως ζητήματος που κρίθηκε κυρίως ή παραμπιπτόντως προς θεμελίωση της κρίσης του σχετικά με το κύρος της διοικητικής πράξης (ολ ΑΠ 39/1988, ΑΠ 302/2011), δεν αποτελούν δε δεδικασμένο ως προς τα ζητήματα ιδιωτικού δικαίου που παρεμπιπτόντως εξετάσθηκαν, για τα οποία έχουν δικαιοδοσία τα πολιτικά δικαστήρια κατ'αρθρ.1 και 2 ΚΠλΔ (ΑΠ 552/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 11-9-2013 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν ότι προσλήφθηκαν από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση ΑΕ" (ΕΡΤ ΑΕ), ο καθένας από αυτούς αρχικά με αντίστοιχη σύμβαση έργου ή σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και μετά τη λήξη αυτών όλοι τους με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, με τις ειδικότητες και το συμφωνημένο μηνιαίο μισθό που ειδικότερα αναφέρεται στην αγωγή, έως 11-6-2013., οπότε και η ΕΡΤ ΑΕ καταργήθηκε με την υπ' αριθμ.
ΟΙΚ.02/11-6-2013 Κοινή Υπουργική Απόφαση του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργού Οικονομικών, με τίτλο "Κατάργηση της δημόσιας επιχείρησης Ελληνική Ραδιοφωνία-Τηλεόραση, Ανώνυμη Εταιρία (ΕΡΤ ΑΕ)", η οποία δημοσιεύθηκε την 11-6-2013 στο ΦΕΚ τ. Β',, αρ. 1414, προβλέποντας (άρθρο 3) τη λύση όλων των εργασιακών σχέσεων των εργαζομένων από τη δημοσίευση της ανωτέρω ΚΥΑ.
Επικαλούμενοι δε την ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους για τους λογούς που ειδικότερα εκθέτουν στην αγωγή τους, ζήτησαν οι ενάγοντες, οι δε πρώτη και τρίτη των εναγόντων, ύστερα από παραδεκτό μερικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής τους από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, κατά το μέρος που υπερβαίνει το ποσό των 20.000 ευρώ:
α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της γενομένης την 11-6-2013 καταγγελίας των εργασιακών τους συμβάσεων, β) να υποχρεωθούν το πρώτο εναγόμενο και νυν αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο και ο δεύτερος εναγόμενος, (ήδη μη διάδικος), ως ειδικός διαχειριστής δυνάμει της υπ' αριθμ. ΌΙΚ2/11-6-2013 ΚΥΑ, να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το αντίστοιχο αιτούμενο από κάθε ενάγοντα ποσό ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 11-6-2013 έως την αναφερόμενη για τον καθένα τους ημερομηνία λήξης της αντίστοιχης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη ως εκ του νόμου απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής, γ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να αποδέχονται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία καθενός από αυτούς με την ειδικότητα, όρους και συνθήκες εργασίας που είχαν μέχρι την απόλυση τους, με την απειλή χρηματικής ποινής ποσού 1.000 ευρώ για κάθε έναν από τους ενάγοντες, για κάθε μέρα άρνησής τους και δ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον έκαστος, να τους καταβάλουν το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή προς το δεύτερο εναγόμενο λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης και ως προς το πρώτο εναγόμενο και νυν αναιρεσίβλητο λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, επί ασκηθείσης δε εφέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εξεδόθη η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με τη οποία απερρίφθη η ως άνω έφεση.
Συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τη προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει του δέχθηκε, κατά το μέρος, που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα: "Στην υπό κρίση υπόθεση η κατάργηση της "ΕΡΤ Α.Ε." έγινε κατά τους ισχυρισμούς του δεύτερου των εναγόντων κατ' ενάσκηση κανονιστικής αρμοδιότητας, η οποία παρασχέθηκε στην κανονιστικώς δρώσα διοίκηση, οπότε τόσο η κατάργηση της "ΕΡΤ Α.Ε." όσο και η συγκατάργηση των υφιστάμενων συμβάσεων εργασίας απάντων των ως άνω εναγόντων έχουν λάβει χώρα δυνάμει του κανόνα δικαίου που ενσωματώνεται στην Κ.Υ.Α.
της κατάργησης, ενώ κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων αυτό αμφισβητείται, καθόσον οι τελευταίοι διατείνονται ότι η κατάργηση και λήξη των επίδικων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας απάντων - των εναγόντων έγινε κατόπιν καταγγελίας ιδιωτικού δικαίου των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας του συνόλου του προσωπικού, στο οποίο και ανήκουν οι ενάγοντες.
Ενόψει των ανωτέρω ισχυρισμών των διαδίκων μερών και εξ αντιδιαστολής του συνδυασμού των διατάξεων των άρθρων 222, 249, 284 και 331 ΚΠολΔ θα πρέπει στο σημείο τούτο να σημειωθεί ότι το προδικαστικό ζήτημα της παρούσης πολιτικής δίκης και συγκεκριμένα το κύρος της πράξης με την οποία καταργήθηκε η ΕΡΤ Α.Ε. ήτοι της υπ' αριθμ. 02/11-6-2013 Κ.Υ.Α, (δεδομένου ότι κύριο αντικείμενο της παρούσης δίκης τυγχάνει η καταχρηστικότητα της επίδικης απόλυσης των εναγόντων από την ΕΡΤ ΑΕ με βάση αυτή καθ' ευτή την ανωτέρω καταργητική Κ.Υ.Α., η οποία αποτελεί και το νομικό υπόβαθρο της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων) αποτελεί επιπρόσθετα και κρίσιμο παράγοντα της οριοθέτησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου τούτου.
Το δε ανωτέρω προδικαστικό ζήτημα, κρίθηκε ήδη στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, δυνάμει της υπ' αρ. 1901/2014 απόφασης αυτής, το δεδικασμένο της οποίας (επί του ανωτέρω προδικαστικού ζητήματος του κύρους της Κ.Υ.Α. κατάργησης της ΕΡΤ Α.Ε.) δεσμεύει και τα πολιτικά δικαστήρια, τόσο ως προς την δικαιοδοσία τους, όσο και ως προς τα κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα κριθέντα παρεμπιπτόντως, διοικητικής φύσης ζητήματα, τα οποία αποτελούν προδικαστικά ζητήματα στην παρούσα εκκρεμή πολιτική δίκη (δεδομένου ότι τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια κατά τη διάταξη του άρθρου 2 ΚπολΔ έχουν τη δυνατότητα παρεμπίπτουσας έρευνας του κύρους και της νομιμότητας των πράξεων της Διοίκησης, η οποία δυνατότητα - υφίσταται όταν δεν έχει αποκλεισθεί από το νόμο και δεν έχει εκδοθεί απόφαση του ΣτΕ περί του κύρους των πράξεων της Διοίκησης), καθόσον: (α) υφίσταται πραγματική εξάρτηση της υπό διάγνωση διαφοράς (αφού κύριο αντικείμενο της δίκης είναι η φύση - προέλευση της αιτίας της καταγγελίας και της αντίστοιχης λήξης των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας απάντων των εναγόντων) από την κρίση περί του (στην προκειμένη δίκη) διοικητικής προδικαστικού ζητήματος της νομιμότητας έκδοσης της οικείας Κ.Υ.Α., που αποτέλεσε την αιτία καταγγελίας των συμβάσεων των εναγόντων, η οποία (κρίση) διαπίστωση και διάγνωση του ανωτέρω προδικαστικού ζητήματος έλαβε χώρα κυρίως ασφαλέστερα στα πλαίσια της ετέρας ανοιχθείσας, ενώπιον του ΣτΕ δίκης και μάλιστα ενώπιον της Ολομέλειας αυτού και (β) η ένδικη υπόθεση είναι διαφορά που απορρέει και εξαρτάται στην πλήρη της έκταση από τη φύση και έκδοση της υπ' αριθμ. 02/11-06-2013 ανωτέρω ΚΥΑ, η οποία συνεχίζει να παράγει έννομες συνέπειες στο εργασιακό καθεστώς των εναγόντων χωρίς να έχει έως σήμερα ακυρωθεί.
Ειδικότερα, η Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Προσωπικού Επιχειρήσεων Ραδιοφωνίας - Τηλεόρασης (ΠΟΣΠΕΡΤ), με την από 12-6-2013 αίτηση της, η οποία εισήχθη στην Ολομέλεια του ΣτΕ, λόγω της σπουδαιότητάς της (σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2 εδ. α, 20 και 21 του ΠΔ 118/1989), επεδίωξε να ακυρωθεί η ως άνω υπ' αριθμ. 02/11- 6-2013 ΚΥΑ.
Επί της ως άνω αιτήσεως εκδόθηκε η προρρηθείσα υπ' αριθμ. 1901/2014 απόφαση (ΟλΣτΕ), η οποία απέρριψε την αίτηση. Με την ανωτέρω απόφαση της Ολομελείας του ΣτΕ, κρίθηκε, εκτός από τη συνταγματική κατοχύρωση και τη νομιμότητα έκδοσης της καταργητικής ως άνω Κ.Υ.Α. (ως προδικαστικού ζητήματος- στην παρούσα δίκη) και η αληθής φύση της ένδικης διαφοράς ως διοικητικής.
Η ως άνω υπ'αριθμ. 1901/2014 απόφαση του ΣτΕ (ολομ) έκρινε νόμιμη και συνταγματική την ανωτέρω ΚΥΑ στο σύνολο της, κατά το μέρος της που αφορά τη λύση των συμβάσεων εργασίας του προσωπικού. Δέχθηκε, δε, ρητώς (βλ.σελ. 3 της προσκομιζόμενης απόφασης) ότι "η προσβαλλόμενη {....ενν. η ΚΥΑ 02/11-6- 2013...} συνιστά κανονιστική διοικητική πράξη και κατά το μέρος της, με το οποίο ορίζει ότι από τη δημοσίευσή της λύονται οι συμβάσεις εργασίας του, με οποιοδήποτε τρόπο απασχολούμενου στην ΕΡΤ Α.Ε.
και στις θυγατρικές της, προσωπικού (άρθρο 3 παρ. 1 εδάφιο πρώτο), διότι η ρύθμιση αυτή συνιστά μονομερή επέμβαση στις ανωτέρω συμβατικές σχέσεις απολύτως συναρτώμενη με τις υπό στοιχεία α και β ρυθμίσεις της ίδιας πράξης.". Επίσης, το ΣτΕ έκρινε με την ως άνω απόφαση του ότι τυγχάνει απορριπτέα ως αβάσιμη η αιτίαση της αιτούσας ΠΟΣΠΕΡΤ, η , οποία επικαλείται ότι η προσβαλλομένη πράξη, με την οποία καταργείται η ΕΡΤ Α.Ε.
πρέπει να ακυρωθεί λόγω αντίθεσης των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14Β του ν. 3429/2009 προς το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος, το οποίο κατά τους αιτούντες, επιβάλλει την απρόσκοπτη (συνεχή) λειτουργία δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα, διότι, σύμφωνα με την κρίση του ΣτΕ, η ως άνω αιτίαση στηρίζεται στην εσφαλμένη εκδοχή ότι από το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος προκύπτει ότι επιβάλλεται να υπάρχει δημόσια ραδιοτηλεόραση, ενώ (σύμφωνα με την κρίση του ΣτΕ), ούτε από το ως άνω άρθρο ούτε από το άρθρο 14 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος προκύπτει ότι επιβάλλεται η λειτουργία δημόσιου φορέα ραδιοτηλεοπτική [ βλ.
σελ. 34 τηο προσκομιζόμενης υπ' αριθμ. 1901/2014 απόφασης του ΣτΕ (Ολομ]. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη πράξη, η κατάργηση της ΕΡΤ Α.Ε. έγινε, πέραν των δημοσιονομικών λόγων, με σκοπό να ιδρυθεί νέος φορέας δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, ο νόμος για την ίδρυση του οποίου (ν. 4173/2013) δημοσιεύθηκε στις 26-7-2013, δηλαδή πριν από τη συζήτηση της αιτήσεως ακυρώσεως (27-9-2013) επί της οποίας και εκδόθηκε η ανωτέρω απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ, σύμφωνα δε με τις διατάξεις του νόμου αυτού ο ορισμός των οργάνων διοίκησης του νέου φορέα γίνεται, με εξαίρεση τον πρώτο ορισμό, χωρίς την ανάμιξη της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας.
Επίσης το ΣτΕ, με την ως άνω απόφασή του, έκρινε ότι η ανωτέρω Κ.Υ.Α. συνιστά κανονιστική διοικητική πράξη και κατά το μέρος που ορίζει στο άρθρο 3 παρ. 1 εδαφ. α' ότι από τη δημοσίευσή της (Κ.Υ.Α.) λύονται οι συμβάσεις εργασίας του με οποιοδήποτε τρόπο απασχολούμενου προσωπικού στην ΕΡΤ Α.Ε. και στις θυγατρικές αυτής.
Και τούτο διότι σύμφωνα με το ανώτατο ακυρωτικό Δικαστήριο, η λύση των συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων στην ΕΡΤ Α.Ε. συνιστά μονομερή επέμβαση στις ανωτέρω συμβατικές σχέσεις, απολύτως συναρτώμενη τόσο με την κατάργηση της ΕΡΤ Α.Ε. και των θυγατρικών της, όσο και με τη διακοπή, από 11-6-2013, της μετάδοσης των ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών.
Περαιτέρω, το ΣτΕ έκρινε ότι "η ΕΡΤ Α.Ε., ναι μεν ήταν νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου που λειτουργούσε με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, αποτελούσε, όμως, δημόσια επιχείρηση με σκοπό την υπό του κράτους παροχή δημόσιας ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας, ανήκε στο δημόσιο τομέα, ελεγχόταν και εποπτευόταν από το Κράτος, είχε διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και τελούσε υπό κοινωνικό έλεγχο (άρθρο 1 ν. 987).
Το μετοχικό της κεφάλαιο ανήκε αποκλειστικά στο Ελληνικό Δημόσιο, στο όνομα του οποίου εκδόθηκε ένας ονομαστικός αναπαλλοτρίωτος τίτλος (μετοχή). Τα ένδεκα από τα δέκα τρία μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου ορίζονταν από τους Υπουργούς Οικονομικών και Πολιτισμού. Η Γενική Συνέλευση των μετόχων της απαρτιζόταν από έναν εκπρόσωπο του Υπουργού Πολιτισμού και Τουρισμού και έναν εκπρόσωπο του Υπουργού Οικονομικών.
Κατά τα λοιπά εφαρμοζόταν μεν οι διατάξεις του ν. 2190/1920 (ΦΕΚ Α 37) στο μέτρο, όμως, που δεν αντέβαιναν στις διατάξεις του ν. 1730/1987 (άρθρο 13 ν. 1730/1987). Σκοπός της ήταν η οργάνωση, εκμετάλλευση και ανάπτυξη της κρατικής ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης, καθώς και συμβολή της, με τα μέσα αυτά στην ενημέρωση, στη μόρφωση και στη ψυχαγωγία του ελληνικού λαού, χωρίς, μάλιστα, την επιδίωξη απόκτησης κέρδους (άρθρο 2 ν. 1730/1987).
Οι ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές της όφειλαν να αποβλέπουν στην εκπλήρωση των στόχων της δημόσιας υπηρεσίας, να εξυπηρετούν τις δημοκρατικές~ κοινωνικές και πολιτιστικές ανάγκες της κοινωνίας και να αποτελούν παράγοντα της διασφάλισης της πολυφωνίας. Στην ΕΡΤ Α.Ε. είχε επιβληθεί η υποχρέωση κάλυψης του συνόλου του πληθυσμού της χώρας, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτόν τον κατάλληλο τεχνικό εξοπλισμό.
Τα ραδιοτηλεοπτικά προγράμματά της έπρεπε να απευθύνονται σε όλα τα τμήματα του πληθυσμού, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες ειδικών κοινωνικών κατηγοριών, χωρίς να επηρεάζονται από το βαθμό θεαματικότητας και ακροαματικότητας των εκπομπών που προορίζονται γι' αυτές (άρθρο 14 ν. 1730/1987). Στην ΕΡΤ Α. Ε. είχε εκχωρηθεί από το Κράτος το αποκλειστικό προνόμιο για την πραγματοποίηση ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών εκπομπών εθνικής εμβέλειας (άρθρο 2 ν. 1730/1987).
Πόροι της ΕΡΤ Α.Ε. ήταν, μεταξύ άλλων, έσοδα από ανταποδοτικό τέλος (εισφορά) και έκτακτη επιχορήγηση από τον κρατικό προϋπολογισμό. Οι διατάξεις για την παραγραφή των αξιώσεων, για τόκους, προσωποκράτηση και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων που ίσχυαν υπέρ του Δημοσίου, εφαρμοζόταν και υπέρ της ΕΡΤ Α. Ε. και των εταιρειών που ιδρύονταν με αποκλειστικά κεφάλαια της.
Οι απαιτήσεις της εισπράττονταν σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα για την Είσπραξη Δημοσίων Εξόδων. Είχε το δικαίωμα να χρησιμοποιεί, χωρίς αντάλλαγμα, χώρους του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ., των Ο.Τ.Α. και των οργανισμών του δημοσίου τομέα, να επιλέγει τα σημεία, εγκατάστασης αναμεταδοτών ή πομπών της σε ολόκληρη τη χώρα, ενώ επιτρεπόταν η απαλλοτρίωση ακινήτων υπέρ της ΕΡΤ Α.Ε.
για λόγους δημόσιας ωφέλειας, για τη δημιουργία εγκαταστάσεων και την ανέγερση κτιρίων. Οι κάτοικοι αγροτικών ή αστικών ακινήτων υποχρεούνταν να ανέχονται χωρίς αποζημίωση κάθε εργασία ή εγκατάσταση για την τηλεοπτική και ραδιοφωνική κάλυψη μιας περιοχής, πάνω ή κάτω από τα κτήματά τους ή επάνω σε αυτά (άρθρο 14 ν. 1730/1987)" (βλ.
σελ. 55 και 56 της προσκομιζόμενης απόφασης του ΣτΕ). Επίσης το ΣτΕ έκρινε (βλ. σελ. 56 της ως άνω απόφασης) ότι η " ΕΡΤ Α.Ε. εξαιρείτο από την εφαρμογή τόσο της Οδηγίας 75/129/ΕΟΚ, όσο και του ν. 1387/1983, που αφορούν στις ομαδικές απολύσεις. Και τούτο, διότι η ΕΡΤ Α.Ε. δε συνιστούσε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, που ασκούσε συνήθη οικονομική δραστηριότητα, λειτουργούσα σύμφωνα με τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας.
Αντιθέτως, με βάση τους δημόσιους σκοπούς που επεδίωκε, το εύρος του ελέγχου που ασκείτο σε αυτήν από το Δημόσιο, τον τρόπο χρηματοδότησής της και τα προνόμια δημόσιας εξουσίας, που της είχαν απονεμηθεί, είχε χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν σε οργανισμό δημοσίου δικαίου. Με βάση τις ως άνω σκέψεις, το ΣτΕ απέρριψε τις αιτιάσεις της ΠΟΣΠΕΡΤ, που ισχυριζόταν ότι με την έκδοση της ως άνω προσβαλλόμενης πράξης παραβιάζονται οι κανόνες για την προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση ομαδικών απολύσεων.
Επομένως, η ΕΡΤ Α.Ε. εξαιρείτο από την εφαρμογή τόσο της Οδηγίας για τις ομαδικές απολύσεις, όσο και του ν. 1387/1983....Από όλα τα ανωτέρω συνάγεται ότι η κατάργηση της ΕΡΤ Α.Ε. με τη συνεπακόλουθη συγκατάργηση των υφισταμένων συμβάσεων εργασίας απάντων των ως άνω εναγόντων έχουν λάβει χώρα δυνάμει του κανόνα δικαίου που ενσωματώνεται στην προαναφερόμενη 2/11-6- 2013 Κ.Υ.Α., η οποία κρίθηκε νόμιμη και συνταγματική με την υπ' αριθμ. 1901/2014 απόφαση της Ολομελείας του ΣτΕ.
Επομένως, από τα ως άνω διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας συνάγεται ότι η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί' ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων τούτου, η οποία ως διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης εξετάζεται αυτεπάγγελτα, δεδομένου Επιπρόσθετα των ανωτέρω ότι:
Α) η κατάργηση από τη Διοίκηση νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου που ασκούν δημόσια λειτουργία, όπως εν προκειμένω η "ΕΡΤ Α.Ε.", αποτελεί άσκηση κανονιστικής αρμοδιότητας, όπως και η κρίση 'περί των απορρεόντων από αυτήν επιμέρους ζητημάτων που αφορούν το εργασιακό καθεστώς του προσωπικού τους, Β) η ένδικη υπόθεση αποτελεί διαφορά που απορρέει από την έκδοση της υπ' αριθμ. 02/11-6-2013 Κ.Υ.Α., η οποία εκδόθηκε κατ' ενάσκηση δημόσιας και δη κανονιστικής εξουσίας για την ικανοποίηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος, και επομένως οι αξιώσεις που απορρέουν από την εφαρμογή της ανωτέρω Κ.Υ.Α.
τυγχάνουν στην ουσία διοικητικής φύσεως, Γ) δυνάμει της υπ' αριθμ. 1901/2014 απόφασης της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας η ανωτέρω Κ.Υ.Α., κρίθηκε νόμιμη και συνταγματική, καθόσον η κατάργηση της ΕΡΤ Α.Ε., έγινε κατ' ενάσκηση κανονιστικής αρμοδιότητας, η οποία παρασχέθηκε στην κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση, οπότε τόσο η κατάργηση της ΕΡΤ Α.Ε., όσο και η συγκατάργηση των υφιστάμενων συμβάσεων εργασίας απάντων των ως άνω εναγόντων, έχουν λάβει χώρα δυνάμει του κανόνα δικαίου που ενσωματώνεται στην υπ' αριθμ. 02/11-6-2013 Κ.Υ.Α.
της κατάργησης, (το κύρος της οποίας πλέον όπως προαναφέρθηκε κρίθηκε αμετάκλητα δυνάμει της υπ' αριθμ. 1091/2014 απόφασης της Ολομ. ΣτΕ). δεδομένου ότι η υπ' αριθμ. 02/11-6-2013 Κ.Υ.Α. με την οποία καταργήθηκε η ΕΡΤ ΑΕ.. και έπαυσε να υπάρχει πάροχος της δημόσιας υπηρεσίας στον τομέα της ραδιοτηλεόρασης, δεν αντιτίθεται στις εξουσιοδοτικές διατάξεις του άρθρου 14β του ν. 3429/2005 ούτε αντιτίθεται στο άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος, καθόσον κάθε αντίθετη αιτίαση στηρίζεται στην εσφαλμένη εκδοχή ότι από το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος προκύπτει ότι επιβάλλεται να υπάρχει δημόσια ραδιοτηλεόραση, Δ) η κατάργηση του υφιστάμενου φορέα δημόσιας ραδιοτηλεόρασης και η διακοπή λειτουργίας του μέχρι τη λειτουργία νέου προς τον σκοπό "εξορθολογισμού της παροχής, της λειτουργίας και του κόστους οργάνωσης της δημοσίας ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας μέσω της ίδρυσης και διαμόρφωσης ενός νέου οργανισμού - προτύπου" συνιστά επιλογή του νομοθέτη αρχικώς και της, κανονιστικώς δρώσης, Διοικήσεως τελικώς και επομένως εισάγει ακυρωτική διοικητικής φύσεως διαφορά, Ε) το δεδικασμένο της υπ' αρθμ. 1901/2014 απόφασης της Ολομελείας του ΣτΕ (επί του ανωτέρω προδικαστικού ζητήματος) δεσμεύει και το παρόν Δικαστήριο ως προς τα κριθέντα παρεμπιπτόντως (για την προκείμενη δίκη) ενώπιον του ΣτΕ διοικητικής φύσεως ζητήματα, τα οποία αποτελούν προδικαστικά ζητήματα στην παρούσα εκκρεμή πολιτική δίκη, και τα οποία (προδικαστικά ζητήματα-κύρος καταργητικής Κ.Υ.Α.) "συμπαρασύρουν" δικονομικά και το κύριο αντικείμενο της παρούσας δίκης (καταχρηστικότητα της εφαρμογής της ανωτέρω Κ.Υ.Α.) ως διαφοράς της αυτής διοικητικής φύσεως, δεδομένου ότι τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια κατά, τη διάταξη του άρθρου 2 ΚπολΔ έχουν τη δυνατότητα παρεμπίπτουσας έρευνας του κύρους και της νομιμότητας των πράξεων της Διοίκησης, η οποία (δυνατότητα) υφίσταται όταν δεν έχει αποκλεισθεί από το νόμο και δεν έχει εκδοθεί απόφαση του ΣτΕ περί του κύρους των πράξεων της Διοίκησης αφού παράλληλα [α] υφίσταται πραγματική εξάρτηση της υπό διάγνωση διαφοράς, (διότι αντικείμενο της δίκης είναι η φύση-προέλευση της αιτίας τής καταγγελίας και της αντίστοιχης λήξης των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας απάντων των εναγόντων και η εκτίμηση αυτής ως καταχρηστικής) από την κρίση περί του (στην προκείμενη δίκη) διοικητικής προδικαστικού ζητήματος της νομιμότητας έκδοσης της οικείας Κ.Υ.Α., η οποία (κρίση) διαπίστωση και διάγνωση του ανωτέρω προδικαστικού ζητήματος έλαβε χώρα κυρίως ασφαλέστερα στο πλαίσιο της έτερης, ανοιχθείσας ενώπιον του ΣτΕ, δίκης...
και [β] η ένδικη υπόθεση είναι διαφορά που άμεσα απορρέει και εξαρτάται από την φύση. και έκδοση της' υπ' αριθμ. 02/11-6-2013 ανωτέρω κοινής υπουργικής απόφασης, η οποία εισάγει διοικητική διαφορά ουσίας και [γ] σε κάθε, δε, περίπτωση, όπως προεκτέθηκε αναλυτικά, η ΕΡΤ Α.Ε. ναι μεν ήταν Ν.Π.Ι.Δ., που λειτουργούσε με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, πλην όμως δεν συνιστούσε επιχείρηση ή εκμετάλλευση που ασκούσε συνήθη οικονομική δραστηριότητα, λειτουργούσα σύμφωνα με τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας, αλλά αντιθέτως το μετοχικό της κεφάλαιο ανήκε αποκλειστικά στο Ελληνικό Δημόσιο είχε χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν σε οργανισμό δημοσίου δικαίου, αποτελούσε στην ουσία δημόσια επιχείρηση με σκοπό την, υπό του κράτους, παροχή δημόσιας ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας, ανήκε στο δημόσιο τομέα, ελεγχόταν και εποπτευόταν από το κράτος και ήταν φoρέας δημόσιας εξουσίας, οπότε επίδικη διαφορά είναι διοικητική διαφορά ουσίας και όχι ιδιωτική δεδομένου ότι δεν αφορούσε έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου......:Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο δέχθηκε τα ίδια έστω και με ελλιπή αιτιολογία, η οποία παραδεκτά συμπληρώνεται με την παρούσα απόφαση, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, ώστε είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι της έφεσης των εναγόντων, με τους οποίους αυτοί υποστηρίζουν τα αντίθετα....." Με την κρίση του αυτή, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη τεσσάρων μελών αυτού και συγκεκριμένα της Σοφίας Καρυστηναίου, Αρετής Παπαδιά, Σοφίας Τζουμεριώτη και Γεωργίου Δημάκη, Αρεοπαγιτών, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεχόμενο ότι η επίδικη διαφορά, είναι διαφορά ουσίας και όχι ιδιωτική αφού δεν αφορά έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου, με συνέπεια η ένδικη αγωγή να είναι απορριπτέα λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, έσφαλε διότι ναι μεν το προδικαστικό ζήτημα της παρούσας δίκης, ήτοι το κύρος της πράξης με την οποία καταργήθηκε η ΕΡΤ ΑΕ (02/11-6-2013 ΚΥΑ) κρίθηκε ήδη δυνάμει της υπ' αριθμό. 1901/2014 αποφάσεως της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, πλην όμως το κύριο ζήτημα της δίκης αυτής που αφορά τις τυχόν συνέπειες από ενδεχόμενη υπερημερία του εργοδότη κατά την εκτέλεση των επίδικων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, έχει αναμφιβόλως χαρακτήρα ιδιωτικής διαφοράς που υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.
Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος αληθής από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠλΔ (και όχι από τον αριθ. 1 του άρθρου αυτού όπως αναφέρεται), δεδομένου ότι όταν το δικαστήριο της ουσίας, αν και έχει δικαιοδοσία για έρευνα της αγωγής, την απορρίπτει λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας υποπίπτει στην πλημμέλεια της παρά νόμο κήρυξης απαραδέκτου είναι βάσιμος.
Ένα μέλος του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα η Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα έχει την γνώμη ότι ο ως άνω λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Και τούτο διότι το προδικαστικό ζήτημα της παρούσης πολιτικής δίκης δηλαδή το κύρος της υπ' άριθ. 02/11-6-2013 ΚΥΑ με την οποία καταργήθηκε η ΕΡΤ ΑΕ (εργοδότης των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων), η οποία υπ' άριθ. 02/11-6-2013 ΚΥΑ αποτελεί ουσιαστικά το νομικό υπόβαθρο της καταγγελίας των ένδικων εργασιακών συμβάσεων, κρίθηκε ήδη δυνάμει της υπ' άριθμ. 1901/2014 αποφάσεως της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, το δεδικασμένο της οποίας επί του ως άνω προδικαστικού ζητήματος του κύρους της εν λόγω ΚΥΑ με την οποία καταργήθηκε η ΕΡΤ ΑΕ δεσμεύει και τα πολιτικά δικαστήρια, συγχρόνως δε γεννά πραγματική και ουσιαστική εξάρτηση της υπό κρίση διαφοράς δηλαδή την αιτία της καταγγελίας των ένδικων εργασιακών συμβάσεων και την ύπαρξη ή όχι συνεπειών από την ενδεχόμενη υπερημερία του εργοδότη από την ήδη ολοκληρωθείσα διάγνωση του ανωτέρω προδικαστικού ζητήματος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (αρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδος των αναιρεσειόντων (σύμφωνα με το σχετικό αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2) μειωμένα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 του Εισ.Ν.ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τα άρθρα 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΚΥΑ 134423Οικ/1992 Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' άριθμ 899/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση το ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων ποσού τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ