20/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated20/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε να απορριφθούν, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
Full text
Απόφαση 20 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 20/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Λ. Α. του Δ., 2)Α. Α. του Δ., κατοίκων ..., ως μόνων καθολικών διαδόχων του αρχικού διαδίκου Δ. Α., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου Ευαγγελίας Περράκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Τ., συζ. Χ. Α., 2)Μ. Χ. Α., κατοίκων ..., οι οποίες παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Καραγιάννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-2008 αγωγή του δικαιοπαρόχου των ήδη αναιρεσειόντων, Δ. Α., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3645/2010 του ιδίου Δικαστηρίου, 2188/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 24-9-2015 αίτησή τους και τους από 11-2-2016 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 2-3-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε να απορριφθούν, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου, απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση, με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση το να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της.
Παράγωγο τρόπο μεταβιβάσεως της κυριότητας του ακινήτου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1710, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ, αποτελεί και η καθολική διαδοχή από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου, εφόσον ο κληρονομούμενος ήταν κύριος του ακινήτου, κατά το χρόνο του θανάτου του και ο κληρονόμος αποδέχθηκε την επαχθείσα σ’ αυτόν κληρονομιά, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, στα οικεία βιβλία μεταγραφών, κατά δε το άρθρο 1199 του ιδίου κώδικα, με την κατά το άρθρο 1193 μεταγραφή, η κυριότητα θεωρείται ότι περιήλθε στον κληρονόμο από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου.
Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 ΑΚ συνάγεται, ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται η άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα του νομέα, εάν συντρέχει λόγος, να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας, στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.
Άσκηση νομής αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητα, οι υλικές και εμφανείς πάνω σ’ αυτά πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό τους, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να είναι το πράγμα δικό του, ως τέτοιες δε πράξεις θεωρούνται μεταξύ άλλων, η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεών τους, η δήλωσή τους στο Εθνικό Κτηματολόγιο, καθώς και η καταβολή των οικείων φόρων, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των οικείων πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας.
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 239, 513 επ. 1033 και 1191 ΑΚ προκύπτει, ότι η πώληση ξένου ακινήτου είναι έγκυρη, δηλαδή μόνο η έλλειψη κυριότητας στο ακίνητο δεν έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της συμβάσεως, πλήν όμως, έναντι του αληθινού κυρίου, δεν είναι ισχυρή η εν λόγω μεταβίβαση, αφού γι’ αυτήν απαιτείται να είναι κύριος αυτός που μεταβιβάζει.
Συνεπώς εκείνος προς τον οποίο μεταβιβάστηκε ξένο ακίνητο δεν αποκτά την κυριότητα, εφόσον του μεταβιβάστηκε από μη κύριο. Εξάλλου ο κατά της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου προβαλλόμενος από τον εναγόμενο ισχυρισμός, ότι απέκτησε αυτός την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, αποτελεί ένσταση μεν αν η αγωγή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας ή και σε πρωτότυπο τρόπο, εφόσον όμως τα περιστατικά που προτείνονται από τον τελευταίο, με βάση την οποία απέκτησε την κυριότητα είναι μεταγενέστερα εκείνων της αγωγής ή ο χρόνος της νομής που περιέχεται σ’ αυτά είναι επαρκής για τη συμπλήρωση διπλής χρησικτησίας, άρνηση δε της αγωγής αν τα περιστατικά αυτά συμπίπτουν ή είναι προγενέστερα εκείνων που περιέχονται στην αγωγή. (ΑΠ 610/2014).
Τέλος ο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος για έλλειψη νομίμου βάσεως δεν ιδρύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση ή στάθμιση ή αξιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της συνδρομής των όρων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της.
Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του, με επίκληση, νομίμως προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς τη διεκδικητική αγωγή των υπεισελθόντων στη θέση του αρχικού ενάγοντα αναιρεσειόντων, κατά των αναιρεσιβλήτων και την υποβληθείσα από τις τελευταίες καταλυτική του, καταχθέντος σε δίκη, δικαιώματος, ενστάσεως περί ιδίας κυριότητας. "Στην υπό ένταξη, στο σχέδιο πόλεως, περιοχή της ...
της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ... Αττικής και στη θέση "...", βρίσκεται το επίδικο οικόπεδο, επιφανείας 760,12 τμ, το οποίο απεικονίζεται στο από Φεβρουαρίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Δ. Κ., με τα αλφαβητικά στοιχεία ... και ορίζεται βόρεια σε πλευρά ΑΒ, μήκους 43,20 μέτρων με ιδιοκτησία Γ.
Υ., νότια σε τεθλασμένο πρόσωπο Η2 μήκους 27,70 μέτρων, με αγροτική οδό, ονομαζόμενη ..., ανατολικά σε τεθλασμένη πλευρά ΒΓ, μήκους 10,50 μέτρων και ΓΔ μήκους 4,70 μέτρων, με ιδιοκτησία Ε. και Μ. Α. και δυτικά, σε τεθλασμένη πλευρά ΑΙ, μήκους 5,10 μέτρων, ΙΘ μήκους 7,80 μέτρων και ΘΗ μήκους 3,20 μέτρων, με ρέμα. Το ακίνητο αυτό φέρεται να αγόρασε ο ενάγων Δ.
Α. από τους Σ. Π. και Ζ. Γ. Π., με το .../31-12-2002 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Σ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, στις 6-4-2005, στα βιβλία μεταγραφών του τέως Δήμου ..., στον τόμο … και με αριθμό …. Στους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος το παραπάνω ακίνητο περιήλθε ως εξής: 1] Στον Σ. Π. κατά ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου: α]κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου, από κληρονομιά του πατέρα του Δ.
Π. του Γ., που απεβίωσε στο ... στις 14-8-1959 αφήνοντας την .../11-7-1959 δημόσια διαθήκη του, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου ... Β. Π. και δημοσιεύθηκε από το Πρωτοδικείο Αθηνών με το 1489/1960 πρακτικό του και περιείχε μεταξύ άλλων την διάταξη "την υπόλοιπη περιουσία μου θα την διανείμουν όλοι οι κληρονόμοι μου, σύζυγος και τέκνα κατά την αναλογία της εξ αδιαθέτου μερίδας τους" δηλαδή η σύζυγος και μητέρα του, Ζ.
Π. κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου και τα τέσσερα τέκνα του δηλαδή ο Σ. Π. και τα αδέρφια του Κ., Σ. και Γ., κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου ο καθένας και συνολικά 36/48 εξ αδιαιρέτου. Την εν λόγω κληρονομιά, στην οποία περιλαμβανόταν και το επίδικο ακίνητο, ο Σ. Π. αποδέχθηκε με την .../2002 πράξη του συμβολαιογράφου ...
Σ. Π. που έχει νόμιμα μεταγραφεί στον τόμο … με αριθμό … των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., για τον εαυτό του ατομικά και ως κατά νόμο υπόχρεος των κληρονόμων Ζ. Π., Κ. Π. και Σ. Π.. β] κατά το 1/16 εξ αδιαιρέτου περιήλθε στον ίδιο πιο πάνω δικαιοπάροχο του ενάγοντος από κληρονομιά της μητέρας του Ζ.
χήρας Δ. Π., που απεβίωσε στο ... στις 29-07-1985 χωρίς να αφήσει διαθήκη, αφήνοντας ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους της τα ανωτέρω τέκνα της, δηλαδή τον παραπάνω και τα αδέρφια του Κ., Σ. και Γ., κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου τον καθένα. Την κληρονομιά της μητέρα του, στην οποία περιλαμβανόταν μεταξύ άλλων και το παραπάνω ποσοστό της [4/16] επί του επιδίκου ακινήτου το οποίο είχε περιέλθει σε αυτήν από κληρονομιά, κατά τα προαναφερθέντα, αποδέχθηκε για τον εαυτό του ατομικά και ως κατά νόμο υπόχρεος των κληρονόμων Κ.
Π. και Σ. Π., με την ...2002 πράξη του Συμβολαιογράφου ... Σ. Π., που έχει νόμιμα μεταγραφεί στον τόμο … και με αριθμό …. γ] Εν μέρει και κατά το 1/12 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του αδερφού του Κ. Π., που απεβίωσε στο ... στις 22-12-1989, χωρίς να αφήσει διαθήκη, την οποία αποδέχθηκε με την ...2002 πράξη του Συμβολαιογράφου ...
Σ. Π., που έχει νόμιμα μεταγραφεί στον τόμο … και με αριθμό … των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον δε Κ. Π. το ως άνω ακίνητο, είχε περιέλθει εν μέρει κατά τα 3/16 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του πατέρα του Δ. Π., που, όπως προαναφέρθηκε, είχε αποβιώσει στις 14-8-1959 και εν μέρει κατά το 1/16 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά της μητέρας του Ζ.
χήρας Δ. Π., που είχε αποβιώσει χωρίς να αφήσει διαθήκη και δ] εν μέρει και κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά της αδερφής του Σ. Π., που απεβίωσε στις 29-3-1994 στο ... και δυνάμει της .../29-3-1994 δημοσίας διαθήκης της, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου ... Ολγας Παπατσούνη και δημοσιεύθηκε νόμιμα από το Πρωτοδικείο Αθηνών με το 1699/1994 πρακτικό του, την οποία αποδέχθηκε με την .../2002 πράξη του Συμβολαιογράφου ...
Σ. Π., που έχει νόμιμα μεταγραφεί στον τόμο … και με αριθμό … των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου .... Στη Σ. Π., το 1/3 εξ αδιαιρέτου, είχε περιέλθει εν μέρει κατά τα 3/16 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του πατέρα της Δ. Π., που απεβίωσε την 14-8-1959 και εν μέρει κατά το 1/16 από κληρονομιά της μητέρας της Ζ. χήρας Δ.
Π., που απεβίωσε στις 29-7-1985 και εν μέρει κατά το 1/12 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του αδερφού της Κ. Π. του Δ., που απεβίωσε στις 22-12-1989. 2] Στη Ζ. Π. του Γ., περιήλθε το επίδικο ακίνητο κατά το υπόλοιπο ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου κατά πλήρη κυριότητα από κληρονομιά του πατέρα της Γ. Π., που απεβίωσε στο Κορωπί, στις 13-8-1999, χωρίς να αφήσει* διαθήκη, αφήνοντας αυτή ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμο του, που αποδέχθηκε την κληρονομιά, στην οποία περιλαμβανόταν μεταξύ άλλων και το ως άνω ποσοστό του [16/48] επί του επιδίκου ακινήτου, με την .../2002 πράξη του Συμβολαιογράφου ...
Σ. Π., που έχει νόμιμα μεταγραφεί στον τόμο … και με αριθμό … των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου .... Στον δικαιοπάροχο της το, ως άνω, ποσοστό[1/3 εξ αδιαιρέτου] επί του επιδίκου ακινήτου, είχε περιέλθει κατά πλήρη κυριότητα α] εν μέρει κατά τα 3/16 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του πατέρα του Δ. Π. και δυνάμει της ανωτέρω .../11-7-1959 δημοσίας διαθήκης του, την οποία αποδέχθηκε με την ανωτέρω .../2002 νομίμως μεταγραφείσα, πράξη του Συμβολαιογράφου ...
Σ. Π., β] εν μέρει κατά το 1/16 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά της μητέρας του Ζ. χήρας Δ. Π., που απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη στις 29-7-1985, την κληρονομιά της οποίας αποδέχθηκε με τη νομίμως μεταγραφείσα με αριθμό ...2002 πράξη του Συμβολαιογράφου ... Σ. Π. και γ] εν μέρει και κατά το 1/12 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του αδερφού του Κ.
Π., που απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη, στις 22-12-1989, την κληρονομιά του οποίου αποδέχθηκε με την νομίμως μεταγραφείσα με αριθμό ...2002 πράξη του Συμβολαιογράφου ... Σ. Π.. Στον Κ. Π. του Δ. τα 4/16 εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας επί του επιδίκου, είχαν περιέλθει εν μέρει και κατά τα 3/16 από κληρονομιά του πατέρα του Δ.
Π., που απεβίωσε την 14-8-1959 και εν μέρει κατά το 1/16 από κληρονομιά της μητέρας του Ζ. χήρας Δ. Π., που απεβίωσε στις 29-7-1985. Στον αρχικό ιδιοκτήτη Δ. Π. το παραπάνω ακίνητο είχε περιέλθει κατά πλήρη κυριότητα με συμβόλαιο δωρεάς εν Ζ. από τον πατέρα του, που συντάχθηκε το έτος 1942 αλλά και με έκτακτη χρησικτησία λόγω συνεχούς από το έτος 1942 μέχρι το χρόνο του θανάτου του, διακατοχικών πράξεων με διάνοια κυρίου και καλή πίστη μέχρι το έτος 1945 και έκτοτε δε με διάνοια κυρίου χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανέναν.
Ο ενάγων ισχυρίστηκε στην αγωγή του ότι νεμόταν το επίδικο ακίνητο από το έτος 1998, που ο απώτερος δικαιοπάροχος του Γ. Π., πατέρας της δεύτερης των άμεσων δικαιοπαρόχων του Ζ. Π., ο οποίος ενεργούσε για τον εαυτό του ατομικά και ως πληρεξούσιος του αδερφού του Σ. Π., δυνάμει του .../1998 πληρεξουσίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου ...
Όλγας Παπατσούνη, με το .../1998 προσύμφωνο μεταβίβασης ακινήτου της ίδιας Συμβολαιογράφου, του μεταβίβασαν την νομή του [επιδίκου] και έκτοτε μέχρι το χρόνο της άσκησης της ένδικης αγωγής [έτος 2008], ασκούσε με διάνοια κυρίου, όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής ώστε με την προσμέτρηση στο χρόνο αυτό και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του, να έχει καταστεί κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Από κανένα όμως στοιχείο δεν αποδείχθηκε ο αγωγικός αυτός ισχυρισμός. Οι επικαλούμενες από τον ενάγοντα πράξεις νομής και συγκεκριμένα εποπτείας του ακινήτου και ανάθεσης της καλλιέργειας της φυόμενης σε αυτό αμπέλου στον δικαιοπάροχο του Σ. Π., δεν επιβεβαιώνονται από κανένα στοιχείο, ούτε άλλωστε και ο μάρτυρας του καταθέτει για συγκεκριμένες εμφανείς υλικές πράξεις στο επίδικο από τον ενάγοντα, δηλωτικές της φυσικής εξουσίασης αυτού, με διάνοια κυρίου.
Οι μοναδικές ενέργειες του ενάγοντος, που έχουν σχέση με το επίδικο, έλαβαν χώρα για πρώτη φορά, το έτος 2003, και αυτές είναι η υποβολή της με αριθμό πρωτοκόλλου ...12-9-2003, δήλωσης ιδιοκτησίας και η ένσταση διόρθωσης του σχεδίου πόλης κατά τη νοτιοδυτική γωνία αυτού με αριθμό πρωτοκόλλου ...12-9-2003. Αλλ’ ούτε και οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος ασκούσαν διακατοχικές πράξεις στο επίδικο από το έτος 1983 και εντεύθεν, διότι αυτοί και συγκεκριμένα οι Σ.
Π., Σ. Π. και ο Κ. Π., οι οποίοι να σημειωθεί ότι διατηρούσαν άριστες οικογενειακές σχέσεις με τις εναγόμενες και ο απ’ αυτούς Σ. Π. είναι νονός της δεύτερης\ με το από 20-4-1983 ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο αυτοί συμβλήθηκαν ως πωλητές ατομικά και για λογαριασμό του αδερφού τους Γ., δυνάμει προφορικής προς τα αδέρφια του εξουσιοδότησης, και η πρώτη εναγόμενη ως αγοράστρια, μεταβίβασαν στην τελευταία, την νομή του εν λόγω ακινήτου, το οποίο γειτνίαζε με την κατοικία των εναγομένων και αποτελούσε προς δυσμάς φυσική απερίφρακτη προέκταση του αύλειου χώρου της.
Από τον παραπάνω χρόνο [έτος 1983] σύνταξης του ιδιωτικού συμφωνητικού, η πρώτη εναγόμενη ασκούσε συνεχώς και αδιαλείπτως πράξεις νομής στο επίδικο, με διάνοια κυρίου και συγκεκριμένα επέβλεπε αυτό, προέβαινε στον καθαρισμό του, επιμελείτο των ορίων του, παρεμπόδιζε την καταπάτηση του από τρίτους, φύτεψε δέντρα, καλλιεργούσε το υπάρχον σε αυτό αμπέλι για την παραγωγή οίνου, διατηρούσε ορνιθώνα [κοτέτσι] και σπίτι σκύλου, το δήλωνε στις αρχές [υποβολή δήλωσης Ε9 στη ΔΟΥ ...
από το έτος 1995, δήλωσης ιδιοκτησίας στο Εθνικό Κτηματολόγιο] και υπέβαλε ενστάσεις στο Δήμο ... σχετικά με την ένταξη του στο σχέδιο πόλεως. Επίσης, κατά τα έτη 1994-1995, κατασκεύασε μέσα στο επίδικο, τοιχείο προστασίας από την εισροή νερών και υλικών του χειμάρρου που προερχόταν από το προς δυσμάς του ακινήτου της, διερχόμενο ρέμα και ανέθετε, κατά διαστήματα, σε χειριστές εκσκαπτικών μηχανημάτων την δημιουργία αναχωμάτων στο επίδικο, για το σκοπό αυτό.
Όταν το έτος 1997 ο Ι. Γ., ιδιοκτήτης ακινήτου στην ίδια περιοχή, αμφισβήτησε τη νομή της πρώτης εναγόμενης σε τμήμα του επιδίκου, εμβαδού 300τ.μ. στην ανατολική πλευρά του, άσκησε αυτή εναντίον του την από 16-7-1997 αναγνωριστική αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η 3753/1998, τελεσίδικη ήδη, απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία η ίδια αναγνωρίστηκε κυρία και νομέας του πιο πάνω εδαφικού τμήματος, ως ανήκοντος στο επίδικο.
Χαρακτηριστικό επίσης γεγονός της φυσικής εξουσίασης του επιδίκου ακινήτου με διάνοια κυρίου από την πρώτη εναγομένη, είναι και η, στα μέσα της δεκαετίας του 1990, άμεση αντίδραση της στην τοποθέτηση σε αυτό ρολογιού ύδρευσης, από τον μάρτυρα του ενάγοντος Α. Υ., από τον οποίο απαίτησε, όπως ο ίδιος καταθέτει στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, να βγάλει αυτό τοποθετώντας το στο δικό του, προς βορράν, κτήμα.
Περαιτέρω, με εντολή της πρώτης εναγομένης συντάχθηκε το από Ιανουαρίου του έτους 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Η. Α., στο οποίο εμφαίνεται το επίδικο ακίνητο με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα ... ως συνεχόμενη ιδιοκτησία της, που προσαρτάται στο με αριθμό .../12-7-2004 συμβόλαιο γονικής παροχής του Συμβολαιογράφου ...
Σ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στις 6-8-2004, στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό …, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., δυνάμει του οποίου η πρώτη εναγομένη, ως κυρία πλέον του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, αφού κατείχε και νεμόταν αυτό, όπως προαναφέρθηκε, από το έτος 1983 μέχρι το 2004, ασκώντας τις προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στον νομέα αγροτικού ακινήτου, μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα αυτού στη δεύτερη, η οποία μαζί με τη μητέρα της ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο, το οποίο, μετά την μεταβίβαση, δήλωνε στην ΑΟΥ ...
και στο Εθνικό Κτηματολόγιο, ως ιδιοκτησία της. Όλα τα παραπάνω ανενδοίαστα προκύπτουν από τα προσκομιζόμενα από τις εναγόμενες έγγραφα αλλά και από τη σαφή κατάθεση της μάρτυρος τους, σύμφωνα με την οποία ουδέποτε ο ενάγων εμφανίστηκε στο επίδικο γι’ αυτό άλλωστε και δεν αντέδρασε, όταν η πρώτη εναγομένη, το μεν έτος 1994, ως νομέας του επιδίκου, κατασκεύασε τοιχείο στο μέσον αυτού για την αναχαίτιση των ορμητικών νερών του χειμάρρου που προέρχονταν από το βορείως αυτού διερχόμενο ρέμα, το δε έτος 2000, κατά την ανέγερση της διώροφης κατοικίας στην όμορη ιδιοκτησία της, τοποθέτησε συρματόπλεγμα στο τοιχείο που είχε ήδη κατασκευάσει, κατά τον παραπάνω χρόνο στο επίδικο και προέβη επίσης στην κατασκευή και άλλου τοιχείου με κάγκελα, στη νότια και νοτιοδυτική πλευρά του επιδίκου, που έχει πρόσοψη προς την οδό ....
Τέλος, ενώ ο ενάγων ισχυρίζεται ότι αποβλήθηκε από τη νομή του επιδίκου το Σεπτέμβριο του έτους 2003, μέχρι την άσκηση της αγωγής του το έτος 2008, δεν προέβη, παρά τη δικηγορική του ιδιότητα, σε οποιαδήποτε νομική ενέργεια για την άρση της δήθεν προσβολής του, γεγονός που ενισχύει τη θέση των εναγομένων, ότι ουδέποτε αυτός ήταν στη νομή του επιδίκου.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον η πρώτη εναγομένη κατέστη κυρία με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας σε χρόνο προγενέστερο της μεταγραφής του επικαλούμενου από τον ενάγοντα τίτλου κτήσης της κυριότητας του στο επίδικο, η οποία έλαβε χώρα στις 6-4-2005, η σύνταξη και η μεταγραφή του εν λόγω τίτλου [.../2002 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου] δεν προσπόρισε σε αυτόν την κυριότητα του επιδίκου, αφού οι δικαιοπάροχοι του, κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, δεν ήταν συγκύριοι αυτού, διότι το δικαίωμα τους είχε καταλυθεί με την πρωτοτύπως κτηθείσα κυριότητα της πρώτης εναγομένης".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την αγωγή του αρχικού ενάγοντα στη θέση του οποίου υπεισήλθαν οι αναιρεσείοντες ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, περί διεκδικήσεως του επιδίκου ακινήτου, κάνοντας δεκτή την από έκτακτη χρησικτησία ένστασή ιδίας κυριότητας των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε κρίνει ομοίως.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε σ’ αυτήν χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα και που καθιστούν ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή, αφού ο αρχικός ενάγων προέβη σε αγορά του επιδίκου από μη κυρίους, καθόσον η από κληρονομική διαδοχή κυριότητα των τελευταίων, είχε, κατά το χρόνο καταρτίσεως και μεταγραφής του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου καταλυθεί από την αποκτηθείσα με έκτακτη χρησικτησία κυριότητα των εναγομένων και συνεπώς δεν υφίστατο μεταβιβαστέο στον ενάγοντα, με πώληση, δικαίωμα κυριότητας.
Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω, στη νομική σκέψη, μνημονευθεισών, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων. Ενόψει τούτων, είναι απορριπτέος, ο υποστηρίζων τα αντίθετα και από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος της αναιρέσεως.
Περαιτέρω οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου κατά τις οποίες η προσβαλλομένη δεν αιτιολογεί γιατί δεν αναφέρει μεταξύ των συγκυριών - συννομέων του επιδίκου ακινήτου, κατά το χρόνο που αυτό άτυπα παραδόθηκε στην πρώτη εναγομένη, ήτοι το 1983 και τη Ζ. Π., που ως σύζυγος του αποβιώσαντος στις 14-8-1959 Δ. Π. ήταν και αυτή συννομέας, όπως και τα φερόμενα ως παραδόσαντα τη νομή παιδιά του, είναι απαράδεκτες γιατί αφορούν σε ελλείψεις ως προς την αξιολόγηση του πορίσματος που προέκυψε από τις αποδείξεις και συνακόλουθα πλήττουν την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφώς και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου, όταν είναι σαφής και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις, πραγ/νη κ.λπ.).
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, τα παρακάτω έγγραφα, από τα οποία προέκυπτε ότι οι άμεσοι δικαιοπάροχοι του αρχικού ενάγοντος, ήτοι ο Σ.
και Ζ. Γ. Π., καθώς και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του και ιδιαίτερα ο Γ. Π., ενεργούσαν πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου και μετά τις 20.4.1983 που οι εναγόμενες φέρεται να παρέλαβαν τη νομή του. Τα έγγραφα αυτά είναι α)η υπ’ αριθμ.88/1986 δήλωση φόρου κληρονομίας του Γ. Π. του Δ. για την κληρονομιά της μητέρας του Ζ., στην οποία το επίδικο αναφέρεται με αρ.Α6 β)η υπ’ αριθμ....1996 πράξη προσδιορισμού φόρου κληρονομιάς για την προαναφερθείσα κληρονομία και τη συνημμένη σ’ αυτή έκθεση ελέγχου, στην οποία το επίδικο αναφέρεται με αριθ.6-6, γ)η υπ’ αριθμ....1998 δήλωση φόρου κληρονομίας του Σ.
Π. του Δ., ατομικά και για λογαριασμό των αποβιωσάντων αδελφών του Κ. και Σ., για την κληρονομιά της μητέρας τους Ζ., στην οποία το επίδικο αναφέρεται με αριθμό 124, δ)το υπ’ αριθμ..../2002 πιστοποιητικό της Δ.Ο.Υ. ..., με την υπ’ αριθμ....1998 δήλωση φόρου κληρονομίας του Σ. Π. του Δ., για την κληρονομιά της αδελφής του Σ., στο οποίο το επίδικο ακίνητο αναφέρεται με αριθμό …, ε)η υπ’ αριθμ....1998 δήλωση φόρου κληρονομίας του Σ.Π.
του Δ., ατομικά και ως υποχρέου για την αποβιώσασα αδελφή του Σ. και αναφορικά με την κληρονομιά του αδελφού τους Κ., στην οποία το επίδικο αναφέρεται με αριθμό …, στ)το υπ’ αριθμ..../2002 πιστοποιητικό της Δ.Ο.Υ. ... με τη συνημμένη σ’ αυτό υπ’ αριθμ….2001 δήλωση φόρου κληρονομίας της Ζ. Γ. Π. για την κληρονομιά του πατέρα της Γ., στο οποίο το επίδικο αναφέρεται με αριθ.35, ζ)η υπ’ αριθμ….1993 έκθεση πραγ/νης για υπόθεση δικαστικής διανομής μεταξύ των δικαιοπαρόχων του αρχικού ενάγοντα και των λοιπών συγκληρονόμων του Δ.
Π., στην οποία το επίδικο περιγράφεται με αριθμό …, η)το υπ’ αριθμ..../1986 προσύμφωνο διανομής ακινήτων της συμβ/φου ... Όλγας Παπατσούνη και το από 28.2.1996 ιδιωτικό συμφωνητικό διανομής θ)η υπ’ αριθμ..../2000 δήλωση απογραφής κληρονομίας της συμβ/φου ... Νίκης Τσιρογιάννη, στην οποία αναφέρεται το προσύμφωνο πώλησης του επιδίκου ακινήτου στον αρχικά ενάγοντα από τον Γ.
Π. που ενεργούσε και για λογαριασμό του αδελφού του Σ., ι)η δήλωση Φόρου Μεγάλης Ακίνητης Περιουσίας της Ζ. Π. για το έτος 2002 και το υπ’ αριθμ..../2002 πιστοποιητικό, στα οποία αναφέρεται η ένδικη προς τον αρχικό ενάγοντα πώληση. Με τον τρίτο λόγο του προσθέτου δικογράφου της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ίδια αναιρετική πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο για το ίδιο ζήτημα, ήτοι για τη διενέργεια πράξεων νομής επί του επιδίκου από τους δικαιοπαρόχους του αρχικού ενάγοντα και μετά τις 20.4.1983, δεν έλαβε υπόψη τα παρακάτω έγγραφα α)την από Ιανουαρίου 2013 έκθεση φωτοερμηνευτικής έρευνας του τοπογράφου μηχανικού Δ.
Μ. και τις συνημμένες σ’ αυτήν αεροφωτογραφίες των ετών 1996 1998, 2001 και 2010 του ΟΚΧΕ (Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος) και του 2005 της ΓΥΣ (Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού) με την αντίστοιχη φωτοερμηνεία τους, β)την περιεχόμενη στα υπ’ αριθμ..../10.11.2009 πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης ένορκη κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως Α.
Υ. και γ)την υπ’ αριθμ....2012 νομίμως ληφθείσα ενώπιον του Ειρηνοδίκη ... ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Α. συζ. Α. Υ.. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, γιατί από την προσβαλλομένη απόφαση, και την ειδική της αναφορά τόσο στις καταθέσεις των εξετασθέντων στο πρωτόδικο δικαστήριο μαρτύρων και της επίμαχης ένορκης βεβαίωσης, όσο και στην περιεχόμενη σ’ αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν γεννιέται καμμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος, κατά το οποίο οι εναγόμενες απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, νεμηθείσες τούτο (επίδικο) από 20.4.1983 και επέκεινα και καταλύσασες το επ’ αυτού και από κληρονομική διαδοχή δικαίωμα κυριότητας των δικαιοπαρόχων του αρχικού ενάγοντα η από τους οποίους διενέργεια πράξεων νομής κατά το επίμαχο διάστημα δεν αποδείχθηκε.
Εξάλλου όσον αφορά τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως οι αναφερόμενες στα επίμαχα έγγραφα πράξεις όσον μεν αφορά τον Σ. Π. είναι αφανείς, απέχουν χρονικά μεταξύ τους και εφόσον δεν συνδυάζονται με εμφανείς πράξεις επί του επιδίκου και σύμφωνα με τον προορισμό του δεν συνιστούν πράξεις νομής ενώ όσον αφορά τον δικαιοπάροχο της Ζ.
Π., ήτοι τον αποβιώσαντα στις 13.8.1999 πατέρα της Γ., πέραν της αναφοράς του στα υπό στοιχείο (η) ένδικα έγγραφα, καμμία πράξη νομής δεν αναφέρεται, η δε για λογαριασμό του το 2002 αποδοχή από τη Ζ. της κληρονομιάς του αποβιώσαντα στις 14.8.1959 πατέρα του και η μεταγραφή της, μολονότι ανατρέχει κατά την ΑΚ 1199 στο χρόνο θανάτου, δεν συνεπάγεται και την κατάλυση των δικαιωμάτων τρίτων στα κληρονομιαία ακίνητα, που αποκτήθηκαν στο ενδιάμεσο, μέχρι τη μεταγραφή, διάστημα.
Εξάλλου οι αιτιάσεις του τρίτου λόγου του προσθέτου δικογράφου, κατά τις οποίες το Εφετείο δεν προσέδωσε στα επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα και ιδιαίτερα στη μαρτυρική κατάθεση και την ένορκη βεβαίωση τη βαρύτητα που οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι αυτά έχουν, καθώς και ότι η διαφορετική εκτίμησή τους, σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις, θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ.
Εξ ετέρου η αιτίαση του ερευνώμενου προσθέτου λόγου περί μη αιτιολόγησης των αποδειχθέντων δεν ιδρύει την επικαλούμενη από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Ενόψει τούτων και οι λόγοι αυτοί (πρώτος του κυρίου δικογράφου και τρίτος του προσθέτου) πρέπει να απορριφθούν.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 11 περ.α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 270 παρ.2 ΚΠολΔ το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός. Συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394, για τον περιορισμό του εμμάρτυρου μέσου απόδειξης και τις εξαιρέσεις αυτού. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι για υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας, λαμβάνονται υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα ως τέτοια δε νοούνται τα υποστατά μεν, πλην ελαττωματικά και γιαυτό άκυρα. Ήτοι λαμβάνονται υπόψη γενικώς κάθε είδους έγγραφα, όπως αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, μη συντεταγμένα κατ’ αποδεικτικό τύπο, ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, μη θεωρημένα από τη Δ.Ο.Υ. γενικά δε κάθε είδους εγγραφές, όπως επιστολές και φωτοτυπίες επικυρωμένες ή ανεπικύρωτες (Ολ.ΑΠ 15/2003). Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων, ούτε τα ανυπόστατα, όπως είναι οι ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η καθορισμένη διαδικασία (ΑΠ 1341/2015, ΑΠ 1402/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο του προσθέτου δικογράφου της αναιρέσεως και κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο έλαβε υπόψη το από 20.4.1983 ιδιωτικό συμφωνητικό, μολονότι τούτο ήταν ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, καθόσον προσκομίστηκε σε φωτοτυπία, που είχε επικυρωθεί στις 10.4.1986 από τον Οικονομικό Έφορο Γλυφάδας, ο οποίος κατά το χρόνο εκείνο δεν είχε τέτοια αρμοδιότητα και προσέτι ήταν μη συννόμως επικυρωμένο τόσο το 2008 από το Αστυνομικό Τμήμα Βάρης όσο και το 2009 από δικηγόρο (δεδομένου ότι, κατά την πρώτη εναγομένη - αναιρεσίβλητη, το πρωτότυπο είχε χαθεί κατά τις πλημμύρες του 1983).
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον το επίμαχο έγγραφο, ως φωτοτυπία και μάλιστα είτε ανεπικύρωτη, είτε μη συννόμως επικυρωμένη, εφόσον κατά τα αναφερόμενα παρακάτω στον τέταρτο αναιρετικό λόγο δεν έχει κηρυχθεί πλαστό είναι επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο και το Εφετείο με το να το λάβει υπόψη του δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια.
Με τον τέταρτο λόγο του προσθέτου δικογράφου της αναιρέσεως και κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ίδια πλημμέλεια του αριθμού 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά την οποία το Εφετείο κατά την κατάστρωση του νομικού του συλλογισμού για τη διενέργεια από την πρώτη εναγομένη - αναιρεσίβλητη πράξεων νομής επί του επιδίκου ακινήτου, δέχθηκε ως αποδεικτικό στοιχείο το Ε-9 του έτους 1995, του οποίου πρώτη φορά επίκληση και προσκομιδή έγινε, με την από 28.1.2014 προσθήκη, των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων.
Ο λόγος αυτός και ανεξάρτητα από το ότι η λήψη ή μη υπόψη μόνο αυτού του αποδεικτικού στοιχείου δεν επηρρεάζει το εξαχθέν αποδεικτικό πόρισμα, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων της πρωτοβάθμιας και της έκκλητης δίκης, η αναφορά της πρώτης αναιρεσίβλητης περί δηλώσεως του ενδίκου ακινήτου στο Ε-9 από το 1995 περιέχεται στο νόμιμα επικληθέν και προσκομισθέν πρωτόδικα, ως σχετ.Α3α (σελ.57) και επαναπροσκομισθέν νόμιμα στο Εφετείο, ως σχετ.3 (σελ.27) Ε-9 του 1998.
Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός (τέταρτος πρόσθετος) πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή ο από τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει.
Το έγγραφο πρέπει να αφορά στην απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, ήτοι ισχυρισμού επιβλαβούς για τον αναιρεσείοντα που να ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να επιδρά στο διατακτικό της αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 20.4.1983 ιδιωτικού συμφωνητικού, με το να δεχθεί ότι συμβληθέντες σ’ αυτό και παραδόσαντες στην πρώτη εναγομένη τη νομή του επιδίκου ακινήτου, εκτός από τους αναφερόμενους σ’ αυτό ως πωλητές, ήτοι τους Σ., Σ.
και Κ. Π., ήταν και ο μη αναφερόμενος στο συμφωνητικό αδελφός τους Γ., για τον οποίο δέχθηκε, ότι έχει εξουσιοδοτήσει προφορικά, για την κατάρτιση του συμφωνητικού τα αδέλφια του, χωρίς όμως να αναφέρεται σε κανένα σημείο του κειμένου ότι οι τρεις πωλητές αδελφοί από κοινού ή κάποιος από αυτούς εκπροσωπεί και τον τέταρτο αδελφό τους.
Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, καθόσον η επικαλουμένη παραμόρφωση δεν επηρρεάζει την υλική πράξη της παραλαβής από την αγοράστρια πρώτη εναγομένη της νομής του επιδίκου, έστω και αυτογνωμόνως, έναντι των μη αναφερομένων στο συμφωνητικό λοιπών συννομέων του επιδίκου, ήτοι του αδελφού των πωλητών Γ. και της μητέρας τους Ζ., πράγμα το οποίο και ασκεί έννομη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Το επίμαχο συμφωνητικό, που είναι αποδεικτικό και όχι συστατικό έγγραφο, αφού για την μεταβίβαση και απόκτηση της νομής δεν απαιτείται τύπος, με το επικαλούμενο περιεχόμενο, που πράγματι έχει, αποδεικνύει την παραλαβή της νομής από την πρώτη εναγομένη - αναιρεσίβλητη από τον αναφερόμενο σ’ αυτό χρόνο (20.4.1983) και η επικαλούμενη παραμόρφωση, ενόψει του ότι η νομή αποκτάται και αυτογνωμόνως, δεν επηρρεάζει το αποδεικτικό πόρισμα και δεν επιδρά στο διατακτικό, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, η άσκηση της νομής διάρκεσε πέραν της εικοσαετίας, έστω και αν η παραλαβή της πάσχει (κατάληψη) έναντι των προαναφερθέντων συννομέων.
Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός (δεύτερος) πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου κώδικα, ως αποδεικτικά μέσα. Ενόψει τούτων δεν αποτελούν έγγραφα με την προαναφερθείσα έννοια, εκείνα τα οποία αποτυπώνουν άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως τα πρακτικά ή η εισηγητική έκθεση, που περιέχει τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, η έκθεση πραγ/νης και το συνοδεύον αυτή σχεδιάγραμμα, η έκθεση αυτοψίας, καθώς και οι κατά το άρθρο 390 συνταχθείσες και αφορώσες την εκκρεμή δίκη γνωμοδοτήσεις και τα συνοδεύοντα αυτές τοπογραφικά.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο του προσθέτου δικογράφου της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση της κρίσεώς του ως προς τη διενέργεια από την πρώτη εναγομένη πράξεων νομής επί του επιδίκου, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της περιεχόμενης στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα αποδείξεως Α.
Υ., με το να δεχθεί γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονταν στην κατάθεση αυτή, στοιχειοθετουμένου συγχρόνως και του αναιρετικού λόγου του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού δέχθηκε "χωρίς απόδειξη" πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και κατά τα δύο σκέλη του.
Ειδικότερα όσον αφορά την κατά τον αριθμό 20 αιτίαση, γιατί αφορά σε αποδεικτικό μέσο, που δεν είναι έγγραφο, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ. ΚΠολΔ, αλλά σε έγγραφο που αποτυπώνει άλλο αποδεικτικό μέσο και δη μαρτυρική κατάθεση και η τυχόν παραμόρφωσή του, δεν ιδρύει, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο.
Η αιτίαση του αριθμού 10 ως προς το επίμαχο ζήτημα της ασκήσεως από την πρώτη εναγομένη - αναιρεσίβλητη πράξεων νομής, δεν αφορά σε μη προσκομιδή αποδείξεων ή σε μη αναφορά των αποδεικτικών μέσων που διαμόρφωσαν το αποδεικτικό πόρισμα ως προς το ζήτημα αυτό, αλλά σε εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικού μέσου και ειδικότερα της προαναφερθείσας ένορκης μαρτυρικής κατάθεσης.
Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός (πέμπτος πρόσθετος) ως προς όλες τις αιτιάσεις του, πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.8 περ.β του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, δηλαδή κάθε περιστατικό, το οποίο αφηρημένο λαμβανόμενο υπόψη, οδηγεί κατά νόμο, στη γέννηση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 23/2008).
Ακόμη "πράγμα" υπό την έννοια της διατάξεως αυτής αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (Ολ.ΑΠ 3/2008). Για την ίδρυση δηλαδή του λόγου αυτού, πρέπει να αγνοήθηκαν λόγοι εφέσεως αφορώντες σε αυτοτελείς ισχυρισμούς, ενώ δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αν ρητώς ή "εκ των πραγμάτων" προκύπτει ότι το Εφετείο εξέτασε το λόγο αυτό της εφέσεως και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 25/2003).
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 457 παρ.2 και 3, 460, 461 και 463 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι τα ιδιωτικά έγγραφα, σε αντίθεση με τα δημόσια δεν έχουν το τεκμήριο γνησιότητας. Η επίκληση και προσκομιδή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει, εντεύθεν, τον ισχυρισμό του διαδίκου περί της γνησιότητάς του, ο δε αντίδικος τούτου έχει το βάρος της δηλώσεως περί αρνήσεως της γνησιότητας και ο πρώτος της απόδειξης αυτής, όταν αμφισβητηθεί, καθόσον η αμφισβήτηση της γνησιότητας αποτελεί άρνηση.
Εφόσον το ιδιωτικό έγγραφο είναι ενυπόγραφο, αδιάφορο αν φέρει την υπογραφή εκείνου κατά του οποίου προσάγεται ή τρίτου, το παραγόμενο από τη μη αμφισβήτηση της γνησιότητας της υπογραφής αμάχητο τεκμήριο περί της γνησιότητας του υπερκειμένου περιεχομένου του εγγράφου, που καλύπτεται από την υπογραφή, ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, του επικαλουμένου την πλαστότητα, επιβαρυνομένου με την απόδειξη της κατά τα άρθρα 463 και 98 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως και με τον ταυτόσημο πρώτο λόγο του προσθέτου δικογράφου της, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 8 εδ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη λόγο εφέσεως περιέχοντας ένσταση πλαστογραφίας του από 20.4.1983 ιδιωτικού συμφωνητικού, με το οποίο "οι καταρτίσασες τούτο εκ των υστέρων και για τις ανάγκες της ένδικης διαφοράς αναιρεσίβλητες, φέρονται να έχουν παραλάβει τη νομή του ακινήτου".
Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι γιατί όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και ειδικότερα του δικογράφου της εφέσεως και των προτάσεων της πλευράς των αναιρεσειόντων στην πρωτοβάθμια και στην κατ’ έφεση δίκη, τέτοια ένσταση ούτε μετά την προσκομιδή του εγγράφου κατά την συζήτηση στο πρώτόδικο δικαστήριο υποβλήθηκε, αλλά ούτε και με λόγο εφέσεως έχει υποβληθεί, ενώ υποβλήθηκε το πρώτον με τις προτάσεις του Εφετείου χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ και χωρίς την τήρηση των οριζομένων στο άρθρο 463 του ΚΠολΔ και ειδικότερα την αναφορά ονομαστικής των μαρτύρων, η υποχρέωση της κατονόμασης των οποίων υφίσταται ακόμη και όταν, όπως στην ένδικη περίπτωση, έχει υποβληθεί μήνυση για πλαστογραφία, στην οποία αναφέρονται οι μάρτυρες.
Ενόψει του απαραδέκτου της υποβολής της εν λόγω ενστάσεως, δεν υπήρξε επ’ αυτής απάντηση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, μη δημιουργουμένου από την παράλειψη αυτή λόγου αναιρέσεως, αφού το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντά σε αλυσιτελείς και απαραδέκτους ισχυρισμούς, όπως άλλωστε έγινε και με την υποβληθείσα αορίστως στον πρώτο βαθμό και επαναφερθείσα με την έφεση άρνηση γνησιότητας του εν λόγω εγγράφου, αφού τούτο ήταν ενυπόγραφο και το αμάχητο τεκμήριο της γνησιότητάς του ανατρεπόταν με παραδεκτή και μόνο ένσταση πλαστότητας.
Ενόψει τούτου και οι λόγοι αυτοί (τέταρτος του κυρίου δικογράφου και πρώτος του προσθέτου) πρέπει να απορριφθούν, ενώ οι αιτιάσεις του ερευνώμενου προσθέτου λόγου, περί μη αιτιολογιών της οικείας ως προς την πλαστότητα σιωπηρής απορριπτικής κρίσης, δεν ιδρύουν τον επικαλούμενο αναιρετικό λόγο του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, του οποίου αντικείμενο έρευνας είναι εκείνα που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και όχι για εκείνα που δεν αποφάνθηκε, ως προς τα οποία και εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 8 εδ.β του ίδιου άρθρου, ενώ η επίκληση του αριθμού 10 (του ίδιου άρθρου) χωρίς αντίστοιχο πραγματικό δεν ιδρύει την προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή αναιρετική πλημμέλεια.
Εξάλλου η επίκληση με τον ερευνώμενο πρόσθετο λόγο αποδεικτικών στοιχείων που προέκυψαν μετά την άσκηση της αναίρεσης και δη της υπ’ αριθμ.36627Α/19.10.2015 αποφάσεως του Γ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και της από 8.10.2015 εκθέσεως γραφολογικής πραγ/νης της διορισθείσας με την υπ’ αριθμ.27476/2015 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου ειδικής δικαστικής γραφολόγου Γ.
Α., είναι αλυσιτελής. Ενόψει τούτων η αναίρεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, στο σύνολό τους πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου (αρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ), ενώ οι τελευταίοι, λόγω της ήττας τους (αρθρ.183, 180 παρ.1 και 176 ΚΠολΔ) πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-9-2015 αίτηση και τους από 11.2.2016 προσθέτους λόγους των Λ. Α. του Δ. και Α. Α. του Δ. κατά των Α. Τ. συζ. Χ. Α. και Μ. Α. του Χ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ.2188/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2017.
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ