20/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 20 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 20/2011
Legislator headnote
AI generated20/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 20 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 20/2011
Full text
Απόφαση 20 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 20/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του στις 1 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του καλούντος - αναιρεσείοντος: Ν. Χ. του Χ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύση Πρωτοπαπά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των καθ' ων η κλήση: 1) Π. Σ. του Δ., δικηγόρου, κατοίκου …, ως οριστικής συνδίκου της πτωχεύσεως του αναιρεσίβλητου Αναστασίου Γκουριώτη του Βασιλείου, 2) Α. Γ. του Β., αναιρεσίβλητου, κατοίκου παλαιότερα …, στην οδό … αρ. 34 -36, και ήδη …, ή …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Ιουλίου 2004 αγωγή του ήδη δεύτερου των καλούντων-αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4822/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7672/2007 του Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την 2672/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης του Εφετείου, όπως αυτή διορθώθηκε, καθώς και την επαναφορά των πραγμάτων στην πρoτέρα κατάσταση ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21 Ιουνίου 2007 αίτηση του. Για την τελευταία ορίσθηκε αρχικώς δικάσιμος η 19 Μαΐου 2008 κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε, μετά από δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσίβλητου ότι ο τελευταίος κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως. Με την από 21 -8-2008 δήλωση αναγκαστικής επανάληψης της δίκης του αναιρεσείοντος, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, για την οποία ορίσθηκε δικάσιμος η 5 Οκτωβρίου 2009, και η οποία απευθύνεται, αφενός κατά της οριστικής συνδίκου της πτωχεύσεως του αναιρεσίβλητου και αφετέρου κατά του τελευταίου, επανήλθε η υπόθεση προς συζήτηση. Κατά τη δικάσιμο αυτή η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε, λόγω των βουλευτικών εκλογών της 4ης Οκτωβρίου 2009. Ακολούθησε η από 30-11 -2009 κλήση του αναιρεσείοντος, που απευθύνεται κατά των καθ' ων, υπό τις προαναφερόμενες ιδιότητές τους, για την οποία ορίσθηκε δικάσιμος η 19 Απριλίου 2010, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για τη σημερινή δικάσιμο.
Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, ο αναιρεσείων παραστάθηκε, όπως σημειώνεται πιο πάνω, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, οι καθ' ων η κλήση δεν παραστάθηκαν. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 9 Μαΐου 2008 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Δαλιάνη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι τρεις πρώτοι λόγοι αναιρέσεως και η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και να απορριφθεί ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 3 και 4 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση από τις υπ' αριθμ. 2686Β/22-12-2009 και 11496Ε/22-12-2009 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πειραιώς η πρώτη και του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών η δεύτερη, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο καλών-αναιρεσείων, προκύπτει ότι, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου του, ακριβές αντίγραφο της από 30-11-2009 κλήσης αυτού, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 19-04-2010, κατά την οποία η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους καθ' ων η κλήση, με την οποία επαναφέρεται προς συζήτηση η από 21-06-2007 αίτηση αναιρέσεως με αναιρεσίβλητο τον δεύτερο εξ αυτών, μετά από τις προηγηθείσες ματαιώσεις και επαναφορές της υπόθεσης από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο και την στο μεταξύ πτώχευση του αναιρεσίβλητου, λόγος για τον οποίο καλείται να παρασταθεί η πρώτη των καθ' ων δικηγόρος, ως οριστική σύνδικος της πτωχεύσεως. Επομένως, αφού οι καθ' ων η κλήση (σύνδικος και αναιρεσίβλητος αντίστοιχα) δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση με τη σειρά από το πινάκιο, ούτε έχουν καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 και 226 παρ. 4 ΚΠολΔ να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 286 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "η δίκη διακόπτεται αν, εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ...γ) πτωχεύσει κάποιος διάδικος, εφόσον η δίκη αφορά την πτωχευτική περιουσία ...". Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς εκείνες των άρθρων 534 ΕμπΝ, που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, και 68 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι από την κήρυξη της πτωχεύσεως διαδίκου η εκκρεμής δίκη διακόπτεται μόνο εφόσον αφορά την πτωχευτική περιουσία και εφεξής νομιμοποιείται για τον πτωχεύσαντα μόνο ο σύνδικος, ο οποίος επιχειρεί τις σχετικές διαδικαστικές πράξεις. Αν όμως, η δίκη δεν αφορά την πτωχευτική περιουσία, αλλά αναφέρεται στην προσωπική κατάσταση ή σε καθαρώς οικογενειακές σχέσεις, τα ατομικά δικαιώματα ή σε στενώς με το πρόσωπο του διαδίκου συνδεδεμένες περιουσιακές δίκες, η πτώχευση του διαδίκου δεν προκαλεί τη διακοπή της δίκης και εγκύρως συνεχίζεται απ' αυτόν, ως μόνου νομιμοποιούμενου προς τούτο, όχι δε και από τον σύνδικο της πτωχεύσεως, ο οποίος δεν νομιμοποιείται να παρίσταται στην εκκρεμή δίκη είτε μόνος του είτε μαζί με τον πτωχό, αλλά αρκεί προς τούτο μόνον η παράσταση του τελευταίου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος επικαλούμενος ότι από το αναφερόμενο σ' αυτή συκοφαντικό δημοσίευμα που δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 23-6-2004 της εφημερίδας "ΤΟ ΒΗΜΑ", που υπέγραψε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων ως συντάκτης του, προσβλήθηκε παράνομα η τιμή και η υπόληψη του ως ατόμου και επαγγελματία δημοσιογράφου, κατέχοντος την ιδιότητα του Διευθυντή ενημέρωσης του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, ζήτησε, μετά τον περιορισμό του αιτήματος της αγωγής του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος, οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 1.500.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από το ανωτέρω δημοσίευμα.
Συνεπώς, η ένδικη διαφορά, δεν αφορά την πτωχευτική περιουσία του αναιρεσίβλητου, ο οποίος, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 789/25-6-2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Εκούσιας Δικαιοδοσίας) κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως, με χρόνο παύσης των πληρωμών την 2-3-2007, και επομένως, η δίκη που ανοίχθηκε με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, δεν διεκόπη βιαίως, εγκύρως δε συνεχίζεται με διάδικο μόνο τον αναιρεσίβλητο, ο οποίος και μόνο νομιμοποιείται στη συνέχιση της, όχι δε και τη σύνδικο της πτωχεύσεως, η οποία δεν νομιμοποιείται προς τούτο, αφού η δίκη δεν αφορά την πτωχευτική περιουσία. Κατ' ακολουθία τούτων, η από 30-11-2009 κλήση του αναιρεσείοντος, με την οποία επαναφέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, μετά τις προηγηθείσες ματαιώσεις της συζήτησης αυτής, κατά το μέρος που απευθύνεται εναντίον της πρώτης των καθ' ων δικηγόρου, ως οριστικής συνδίκου της πτωχεύσεως του αναιρεσίβλητου, προκειμένου να συνεχίσει την φερομένη ως διακοπείσα δίκη, λόγω της πτωχεύσεως αυτού, είναι απαράδεκτη, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η τελευταία δεν νομιμοποιείται προς τούτο, καθόσον η δίκη δεν διεκόπη, η τελευταία δε νομίμως διεξάγεται μετά την επαναφορά της υπόθεσης, μόνον από τον δεύτερο των καθ' ων (αναιρεσίβλητο).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 591 παρ. 2 εδ. δ', 671 παρ. 1δ, 674 παρ. 2 και 681 παρ. 4δ ΚΠολΔ συνάγεται ότι κατά τη διαγραφόμενη στο τελευταίο άρθρο ειδική διαδικασία δεν επιτρέπεται η προσκομιδή ενόρκων βεβαιώσεων ληφθεισών μετά τη συζήτηση της εφέσεως εντός της προβλεπόμενης τριήμερης προθεσμίας για κατάθεση προσθήκης στις προτάσεις, παρά μόνον αν αυτές (ένορκες βεβαιώσεις) χρησιμεύουν προς αντίκρουση ισχυρισμών προταθέντων για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση της εφέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, έλαβε υπόψη μεταξύ άλλων και την υπ' αριθμ. …/15-5-2006 ένορκη βεβαίωση, η οποία εδόθη ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Χρήστου Στείρου στις 15-5-2006 (δηλαδή μετά τη γενόμενη στις 11-5-2006 συζήτηση ενώπιον του Εφετείου) και την οποία ο αναιρεσίβλητος προσκόμισε όχι προς αντίκρουση ισχυρισμών προταθέντων για πρώτη φορά κατά την άνω συζήτηση αλλά, όπως ο ίδιος αναφέρει στην από 16-5-2006 προσθήκη των προτάσεών του, προς αντίκρουση των ενόρκων βεβαιώσεων του αναιρεσείοντος. Ως εκ τούτου το Εφετείο υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρ. 11β' ΚΠολΔ πλημμέλεια της λήψεως υπόψη μη (παραδεκτώς) προσκομισθέντος αποδεικτικού μέσου και επομένως ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται σ' αυτό η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Περαιτέρω, με τις κατατεθείσες στις 11-5-2006 και ώρα 08.30' (δηλαδή πριν από την έναρξη της συζητήσεως ενώπιον του Εφετείου) έγγραφες προτάσεις του, ο αναιρεσείων, προς απόδειξη της αλήθειας του επίμαχου δημοσιεύματος, προσκόμισε και επικαλέσθηκε, πλην άλλων, και τις υπ' αριθμ. … και …/2006, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Κοροπούλη, ένορκες βεβαιώσεις, μαζί με την υπ' αριθμ. 4206Ε/8-5-2006 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών … για τη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αναιρεσίβλητου, στις οποίες περιέχονται οι καταθέσεις των Β. Μ. και Γ. Λ. . Το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφαση του ότι την αποδεικτική του κρίση διαμόρφωσε από τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις, από όλα τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα και από τις ειδικώς μνημονευόμενες ένορκες βεβαιώσεις, στις οποίες όμως δεν περιλαμβάνει με συγκεκριμένη αναφορά και τις ανωτέρω υπ' αριθμ. … και …/2006 ένορκες βεβαιώσεις της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Κοροπούλη. Ενόψει όμως του ότι οι ένορκες βεβαιώσεις, κατά τα προεκτεθέντα, έχουν χαρακτήρα ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου, η έλλειψη ειδικής μνείας των ανωτέρω ενόρκων βεβαιώσεων στην προσβαλλόμενη απόφαση δημιουργεί αμφιβολίες περί του αν ελήφθησαν ή όχι υπόψη από το Εφετείο, γεγονός που καταφάσκει τη βασιμότητα του σχετικού, εκ του άρθρου 559 αρ.11γ' ΚΠολΔ απορρέοντος, τρίτου λόγου του αναιρετηρίου. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή των λόγων αυτών αναιρέσεως, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο Άρειος Πάγος, για να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, πρέπει η εκτέλεση, εκούσια ή αναγκαστική, να έγινε με βάση την αναιρούμενη απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το αναιρετήριο, προβάλλει παραδεκτώς ότι ο ίδιος, συμμορφούμενος εκουσίως προς την αναιρούμενη υπ' αριθμ. 7685/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 2672/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 7.893,54 ευρώ. Ζητεί δε να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκούσια εκτέλεση, εκ μέρους του, της αναιρουμένης αποφάσεως και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να του επιστρέψει το ποσό αυτό, καταβάλλοντάς του 7.893,54 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αποφάσεως που θα εκδοθεί επί της αιτήσεως του, έως τη εξόφληση. Η αίτηση αυτή είναι νόμω βάσιμη, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ. Από τα επικαλούμενα και προαποδεικτικώς προσκομιζόμενα έγγραφα, αποδεικνύεται ότι με την αναιρούμενη υπ' αριθμ. 7685/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 2672/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 5.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και ποσό 550 ευρώ για δικαστική δαπάνη. Ο αναιρεσίβλητος επέδωσε στον αναιρεσείοντα στις 13-6-2007 την από 11-6-2007 επιταγή προς πληρωμή σε εκτέλεση της ανωτέρω αποφάσεως. Όπως προκύπτει από τη με χρονολογία 18-6-2007 έγγραφη απόδειξη, η οποία φέρει τις υπογραφές των πληρεξούσιων δικηγόρων αμφότερων των διαδίκων, ο αναιρεσείων συμμορφούμενος εκουσίως προς την αναιρούμενη απόφαση, κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 7.983,54 ευρώ, αποτελούμενο από το επιδικασθέν κεφάλαιο των 5.000 ευρώ, νόμιμους τόκους υπερημερίας 1548,54 ευρώ, τέλη απογράφου, αντιγράφου μετ' αντιγραφικών δικαιωμάτων 235 ευρώ, αμοιβή για σύνταξη επιταγής 600 ευρώ, δικαστική δαπάνη 550 ευρώ και δαπάνη επίδοσης επιταγής 50 ευρώ. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση, να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το ποσό των 7.983,54 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως σε αυτόν της προκειμένης (αναιρετικής) αποφάσεως (άρθρο 340 ΑΚ - ΑΠ 1095/2009, ΑΠ 1662/2006, ΑΠ 1277/2008).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 7685/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως έχει διορθωθεί με την υπ' αριθμ. 2672/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης.
Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το ποσό των επτά χιλιάδων εννιακοσίων ογδόντα τριών ευρώ και πενήντα τεσσάρων λεπτών (7983,54 ευρώ) με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της προκειμένης αποφάσεως σ' αυτόν.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 10 Ιανουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ