20/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated20/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το αμέσως πιο πάνω μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α΄ ΚΠολΔ, πρέπει, να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί τα γεγονότα που αναφέρονται στο μέρος αυτό αποτελούν επιχειρήματα και συμπεράσματα, που διατυπώθηκαν κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, όχι όμως και "πράγματα" κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 20 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 20/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Βλαστό βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΚΤΗΜΑ ΜΟΝΟΠΟΡΙ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΓΕΩΡΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Κρίκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 349/2005 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-9-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 31-10-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι΄ αυτά.
Με το ένα από τα μέρη του πρώτου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα αναφερόμενα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά χωρίς απόδειξη. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο στην επί της ουσίας της υποθέσεως κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των αναφερόμενων ένορκης μαρτυρικής καταθέσεως και χωρίς όρκο εξετάσεως του αντιπροέδρου της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, των όσων εξέθεσαν οι αυτοπροσώπως εμφανισθέντες ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αναιρεσείων και νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης, των αναφερόμενων ένορκων βεβαιώσεων, καθώς και όλων των εγγράφων που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι.
Επομένως, εφόσον το Εφετείο στις σχετικές παραδοχές του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών μέσων, δηλαδή όχι χωρίς απόδειξη, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια και γι΄ αυτό ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το αμέσως πιο πάνω μέρος του, με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
2.- Επειδή, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 περ. α΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, όχι όμως και οι με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ενστάσεως ή αντενστάσεως συνεχόμενοι ισχυρισμοί, που αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση αυτής, οι οποίοι και αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ή της ενστάσεως ή αντενστάσεως πραγματικών γεγονότων (Ολ.
ΑΠ 469/1984, 10044/1992). Πάντως δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (σχ. ΑΠ 143/2002, 784/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, με άλλο από τα μέρη του πρώτου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο δέχτηκε τα στο λόγο αυτόν αναιρέσεως αναφερόμενα πραγματικά γεγονότα παρά το ότι τα γεγονότα αυτά δεν είχαν προβληθεί από τον αναιρεσείοντα, αλλ΄ ούτε είχαν προβληθεί "παραδεκτώς και νομίμως" από την αναιρεσίβλητη.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το αμέσως πιο πάνω μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α΄ ΚΠολΔ, πρέπει, να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί τα γεγονότα που αναφέρονται στο μέρος αυτό αποτελούν επιχειρήματα και συμπεράσματα, που διατυπώθηκαν κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, όχι όμως και "πράγματα" κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως.
Περαιτέρω, με άλλο μέρος του ίδιου (πρώτου) λόγου αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη τους αναφερόμενους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, που αναφέρονται σε ορισμένα από τα αμέσως πιο πάνω γεγονότα, παρά το ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είχαν επαναφερθεί νόμιμα σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ.
Και ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το αμέσως πιο πάνω μέρος του, επίσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α΄ ΚΠολΔ, πρέπει, να απορριφθεί, προεχόντως, επίσης ως απαράδεκτος, γιατί οι σ΄ αυτόν αναφερόμενοι ισχυρισμοί αποτελούν άρνηση της ένδικης αγωγής και ως εκ τούτου δεν αποτελούν και "πράγματα" κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως.
3.- Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο το λόγο αναιρέσεως, ώστε όχι μόνο να εξάγεται από αυτόν σε ποιον από τους περιοριστικά στο άρθρο 559 ίδιου Κώδικα αναφερόμενους αναιρετικούς λόγους υπάγεται, αλλά και να καθορίζονται σ΄ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β΄ του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως της παρά το νόμο λήψεως υπόψη αποδείξεων που δεν προσκομίστηκαν, πρέπει, πρωτίστως, να καθορίζονται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ποιες είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ακυρότητας, έκπτωσης από δικαίωμα ή απαραδέκτου, πρέπει να αναγράφονται στο αναιρετήριο τα γεγονότα που δημιουργούν το λόγο αναιρέσεως και σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια δηλαδή σε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το υπόλοιπο μέρος του πρώτου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αφενός υπέπεσε στην από τον αριθμό 11 περ. β΄ , όπως εκτιμάται, του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, επειδή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικά έγγραφα και άλλα αποδεικτικά μέσα, παρά το ότι των αποδεικτικών αυτών μέσων δεν είχε γίνει νόμιμη, κατά το λόγο α αναιρέσεως, επίκληση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης και αφετέρου στην από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου προβλεπόμενη πλημμέλεια.
Ο παραπάνω (πρώτος) λόγος αναιρέσεως κατ΄ αμφότερα τα αμέσως πιο πάνω μέρη του πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος στο σύνολό του, γιατί: Αναφορικά μεν με την προβαλλόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν προσδιορίζονται και δεν εξειδικεύονται στο σχετικό μέρος του τα αποδεικτικά έγγραφα και τα άλλα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη το Εφετείο παρά το ότι δεν είχε γίνει νόμιμη, κατά το λόγο αναιρέσεως, επίκλησή τους.
Αναφορικά δε με την προβαλλόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, δεν αναγράφονται στο αναιρετήριο τα γεγονότα που δημιουργούν το λόγο αναιρέσεως και σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια και δη, πρωτίστως, αν αυτή αφορά σε παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ακυρότητας, έκπτωσης από δικαίωμα ή απαραδέκτου.
Υπό την εκδοχή δε ότι με το μέρος του λόγου αυτού αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, επειδή παρέλειψε να κηρύξει το απαράδεκτο των αναφερόμενων ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης, μολονότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είχαν επαναφερθεί νόμιμα σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, πρέπει, σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το αμέσως πιο πάνω μέρος του να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί οι σ΄ αυτόν αναφερόμενοι ισχυρισμοί αποτελούν άρνηση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ιδρυθεί λόγος αναιρέσεως από την αμέσως ποι πάνω διάταξη.
4.- Επειδή, από το συνδυασμό των άρθρων 23α παρ. 2 και 24 παρ. 3 του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών (β.δ. 174/1963), 31 του Εμπορικού Νόμου, 713, 648, 652 Α.Κ. και 6 α.ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ), προκύπτει ότι ο διευθύνων σύμβουλος ανώνυμης εταιρείας συνδέεται με το νομικό πρόσωπο της εταιρείας με σχέση εντολής.
Αν για τις υπηρεσίες που προσφέρει λαμβάνει αμοιβή, η σχέση του χαρακτηρίζεται ως μίσθωση ανεξάρτητων υπηρεσιών, αφύ λόγω της ως άνω ιδιότητάς του ασκεί εξουσία διοικητική και διαχειριστική με δική του ευθύνη και πρωτοβουλία, είναι όργανο της εταιρείας και υποβάλλεται στο καθεστώς που διέπει το διοικητικό συμβούλιο.
Η σχέση αυτή, είτε ως εντολή, είτε ως σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, μπορεί να λυθεί οποτεδήποτε με καταγγελία, χωρίς να είναι απαραίτητο να υπάρχει σπουδαίος λόγος που να δικαιολογεί την καταγγελία (Α.Κ. 724, 725, 669, 672) και δεν έχουν επ΄ αυτής εφαρμογή οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.
Δεν αποκλείεται όμως ο διευθύνων σύμβουλος, σε εκτέλεση συμβάσεως (που έχει εγκριθεί από τη γενική συνέλευση) να παρέχει, παράλληλα προς τα καθήκοντα που έχει από το νόμο ή το καταστατικό της εταιρείας και υπηρεσίες με αμοιβή τακτικώς προσδιορισμένη. Ο χαρακτηρισμός της συμβάσεως αυτή ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ή ανεξάρτητων υπηρεσιών εξαρτάται, πέρα από την καταβαλλόμενη αμοιβή, από το αν ο διευθύνων σύμβουλος υποβάλλεται ή όχι σε εξάρτηση από τα αρμόδια όργανα της εταιρείας (εργοδότη), αν δηλαδή αυτά έχουν δικαίωμα να ασκούν έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του και να παρέχουν δεσμευτικές γι΄ αυτόν (τον διευθύνοντα σύμβουλο) εντολές και οδηγίες για την επιμελή εκτέλεση τούτων, οπότε πρόκειται για σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η έγκυρη λύση της οποίας, αν αυτή είναι ορισμένου χρόνου, προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη σπουδαίου λόγου (Α.Κ. 672) (ΑΠ 45/1997, 907/1998).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που ενδιαφέρουν εδώ:
Ο αναιρεσείων έχει γεννηθεί το έτος 1961 και κατοικεί στο χωριό .... . Δραστηριοποιείται συστηματικά με αγροτικές εργασίες, έχοντας αποκτήσει την ιδιότητα του νέου αγρότη. Συμμετείχε μάλιστα με δικά του βιολογικά προϊόντα σε διεθνείς εκθέσεις. Παράλληλα ήταν ιδρυτικό μέλος και πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της αγροτικής συνδικαλιστικής οργανώσεως "ΕΝΩΣΗ ΝΕΩΝ ΑΓΡΟΤΩΝ".
Υπό την ιδιότητα αυτή συμμετείχε σε συνέδρια, που διοργάνωσε η εν λόγω αγροτική συνδικαλιστική οργάνωση σε διάφορες πόλεις της Ελλάδος. Την 30-7-1995 απηύθυνε επιστολή προς τον Ψ1, επιχειρηματία στον κλάδο και των γεωργικών μηχανημάτων, τον οποίο εγνώριζε, με την οποία τον ενημέρωνε για την ύπαρξη μιας "ευκαιρίας" επικερδούς επενδύσεως αγροτοτουρισμού και βιολογικής καλλιέργειας.
Ειδικότερα, τον ενημέρωνε ότι, σύμφωνα με αγγελία που δημοσιευόταν στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, η εταιρεία "ΑΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ" εκποιούσε περιουσία προβληματικής επιχειρήσεως, που είχε υπαχθεί στο καθεστώς της ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 46α του ν. 1892/1990, που ευρίσκεται στη θέση ..... , κοντά δηλαδή στον τόπο κατοικίας του αναιρεσείοντος.
Στη συνέχεια, αφού εκθείαζε τα μοναδικά πλεονεκτήματα, αναλύοντας και αποτιμώντας τα οφέλη σε οικονομικά μεγέθη, τον καλούσε να προβεί σε εκδήλωση ενδιαφέροντος για την απόκτηση του εν λόγω ακινήτου. Ο εν λόγω επιχειρηματίας έκρινε ενδιαφέρουσα την προτεινόμενη επένδυση και μετά από συζήτηση με το φίλο του, επίσης επιχειρηματία, Ψ2, στην οποία συζήτηση συμμετείχε και ο αναιρεσείων, αποφάσισαν (ο Ψ1 και ο Ψ2 ) να εκδηλώσουν ενδιαφέρον.
Προς τούτο συνέστησαν νόμιμα εταιρεία με την επωνυμία "ΠΑΥΛΟΣ Ι. ΚΟΝΤΕΛΛΗΣ - ΠΑΥΛΟΣ Γ. ΚΑΡΑΚΩΣΤΑΣ Ανώνυμη, Γεωργική και Εξαγωγική Εταιρεία με έδρα την Αθήνα, διάρκειας 50ετών και σκοπό "την παραγωγή, μεταποίηση, εμπορία γεωργικών προϊόντων, παιδικές κατασκηνώσεις, διοργάνωση σεμιναρίων, συνεδρίων, παροχή τουριστικών υπηρεσιών και εκμετάλλευση τουριστικών και ξενοδοχειακών εγκαταστάσεων... ", η οποία στη συνέχεια θα εκδήλωνε το ενδιαφέρον.
Το μετοχικό της κεφάλαιο, οριστικώς καταβεβλημένο εξ ημισείας από καθέναν από τους συνιδρυτές, ορίστηκε σε 10.000.000 δρχ. και κατανεμήθηκε σε 10.000 ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας 1.000 δρχ. καθεμιάς, δηλαδή καθένας έλαβε από 5.000 μετοχές. Στο πρώτο διοικητικό συμβούλιο, πενταμελούς συνθέσεως και με θητεία έως τη συγκληθησόμενη το πρώτο εξάμηνο του έτους 1997 τακτική γενική συνέλευση των μετόχων, συμμετείχε ως μέλος και ο αναιρεσείων (με αριθμό 18.552/20-12-1995 συμβόλαιο - εταιρικό της συμβολαιογράφου Αθηνών ..... ).
Με τη 18.713/1-2-1996 πράξη της ίδιας συμβολαιογράφου διορθώθηκε ως προς ορισμένα άρθρα το καταστατικό της εν λόγω εταιρείας χωρίς να μεταβληθεί η σύνθεση του διοικητικού της συμβουλίου (ΦΕΚ 671/12-2-1996 τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ). Κατά τη λαβούσα χώρα στις 28-3-1996 συνεδρίαση του διοικητικού της συμβουλίου συγκροτήθηκε τούτο σε σώμα, κατανεμήθηκαν οι αρμοδιότητες και ο αναιρεσείων ορίστηκε αγορανομικός υπεύθυνος της εταιρείας (ΦΕΚ 4912/11-7-1996 τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ).
Ο αναιρεσείων, λόγω του ότι κατοικούσε πλησίον του ακινήτου που επιθυμούσαν να αποκτήσει η εταιρεία, μετά από συνεννόηση με τα λοιπά μέλη του διοικητικού συμβουλίου, ανέλαβε να διερευνήσει τα της εκδηλώσεως ενδιαφέροντος και συμμετοχής στη σχετική πλειοδοτική δημοπρασία. Την 9-4-1996 συγκλήθηκε έκτακτα η γενική συνέλευση των μετόχων που αποφάσισε την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά 90.000.000 δρχ., με την έκδοση 90.000 νέων ονομαστικών μετοχών ονομαστικής αξίας 1.000 δρχ.
κάθε μιας (με αριθμό 4913/11-71996 ΦΕΚ τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), στην οποία συμμετείχαν τα παραπάνω δύο ιδρυτικά μέλη (Ψ1 και Ψ2), που έλαβαν 45.000 μετοχές καθένας και ο αναιρεσείων, που έλαβε 2.000 μετοχές ονομαστικής αξίας 2.000.000 δρχ.. Η λήψη των μετοχών αυτών φαίνεται ότι αποτελούσε την αμοιβή του ενάγοντος για τις υπηρεσίες που προσέφερε στην εταιρεία, προς επίτευξη του στόχου της, δηλαδή την απόκτηση του ακινήτου. 14 μήνες αργότερα, δηλαδή τον Ιούνιο 1997 επαναμεταβίβασε τις μετοχές αυτές στους συνιδρυτές της εταιρείας, λαμβάνοντας 15.000.000 δρχ..
Οι προσπάθειες της εταιρείας, μέσω του αναιρεσείοντος - μέλους του διοικητικού της συμβουλίου, ευοδώθηκαν, δεδομένου ότι με το υπ' αριθ. 40660/17-3-1997 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Άργους ... , που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβιβάστηκε στην αναιρεσίβλητη εταιρεία, που πλειοδότησε, το ακίνητο που υπέδειξε ως "ευκαιρία" ο αναιρεσείων.
Δηλαδή ένα ακίνητο αγροτικής και δασικής γης εκτάσεως 1.300 στρεμμάτων, μετά του εντός αυτού εργοστασίου, (συσκευαστηρίου) εμβαδού 1.830,60 τ.μ., δύο αποθηκών και βοηθητικών κτισμάτων και κατοικιών συνολικού εμβαδού 368 τ.μ.. Ακολούθως η αναιρεσίβλητη εταιρεία ανέλαβε συντονισμένες προσπάθειες αποκαταστάσεως του αποκτηθέντος ακινήτου, δεδομένου ότι εμφάνιζε συμπτώματα εγκατάλειψης και αξιοποίησης αυτού.
Προς τούτο ανέθεσε στον αναιρεσείοντα, όπως, με την ιδιότητα του μέλους του διοικητικού συμβουλίου της, προσλάβει και απασχολήσει προσωπικό. Πράγματι ο αναιρεσείων επιμελήθηκε για την πρόσληψη προσωπικού (εργατών κ.λ.π.), που ασχολήθηκε με την εκχέρσωση, καλλιέργεια των υπαρχόντων δένδρων, φύτευση νέων δένδρων κ.λ.π..
Η εταιρεία δαπάνησε για εργασίες στο επίδικο ακίνητο και για αμοιβές εργατών, που προσλάμβανε ο αναιρεσείων, το έτος 1997, 5.576.300 δρχ., το έτος 1998, 5.091.500 δρχ., το έτος 1999 5.810.500 δρχ. και το έτος 2000, 3.064.000 δρχ.. Ειδικότερα, με το υπ' αριθ. 12/7-4-1997 πρακτικό το διοικητικό συμβούλιο της αναιρεσίβλητης εξουσιοδότησε τον αναιρεσείοντα, "μέλος του Δ.
Σ. της εταιρείας, όπως την εκπροσωπεί σε όλες στις δημόσιες Υπηρεσίες του νομού Αργολίδος, υπογράφει κάθε έγγραφο και υποβάλει κάθε αίτηση προς τις αρχές και προβεί σε κάθε νόμιμη ενέργεια και υπογράψει κάθε σχετικό έγγραφο για τη μεταφορά των τηλεφωνικών γραμμών και τη σύνδεση των εγκαταστάσεων της εταιρείας στο προαναφερόμενο ακίνητο με τη ΔΕΗ και τον ΟΤΕ...
και όπως υπογράψει για λογαριασμό της εταιρείας συμβόλαιο ελέγχου πιστοποίησης των προϊόντων με τον οργανισμό Δ.Η.Ω...., όπως υπογράψει τις συμβάσεις αναθέσεως έργου σε εργολήπτες για τα έργα που θα εκτελεστούν στο ακίνητο της εταιρείας εργολήπτες με σκοπό τον καθαρισμό και την καλλιέργεια αυτού, υπό τον όρο ότι η αμοιβή κάθε εργολήπτη δεν θα υπερβαίνει το ποσό των 3.000.000 δρχ... ".
Κατά την έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της αναιρεσίβλητης, που έλαβε χώρα στις 4-6-1997, αποφασίστηκε η τροποποίηση των άρθρων του καταστατικού της που αναφέρονται στο σκοπό και την επωνυμία, η οποία ορίστηκε πλέον σε "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΓΕΩΡΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με τον διακριτικό τίτλο "ΑΓΡΟΚΤΗΜΑ ΜΟΝΟΠΟΡΙ" (ΦΕΚ 54409/24-7-1997 τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ).
Κατά την ίδια γενική συνέλευση αποφασίστηκε - εγκρίθηκε ομοφώνως, όπως από 1ης Μαϊου 1997 καταβάλλεται στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου το ποσό των 30.000 δρχ. για κάθε συνεδρίαση του Δ.Σ., πλην του αναιρεσείοντος, στον οποίο θα καταβληθεί από 1ης Μαρτίου 1997 έως 28-2-1998, δηλαδή για ένα έτος, το ποσό των 15.600.000 δρχ.
για την παροχή συμβουλών και οδηγιών στη διοίκηση και οργάνωση της εταιρείας. Με το υπ' αριθ. 19/3-111997 πρακτικό, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 1566/24-3-1998 τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ, το διοικητικό συμβούλιο της αναιρεσίβλητης εξουσιοδότησε εκ νέου τον αναιρεσείοντα, "μέλος του Δ.Σ. της εταιρείας, όπως την εκπροσωπεί σε όλες τις δημόσιες Υπηρεσίες του νομού Αργολίδος, υπογράφει κάθε έγγραφο και υποβάλει κάθε αίτηση προς τις αρχές και προβεί σε κάθε νόμιμη ενέργεια και υπογράψει κάθε σχετικό έγγραφο για τη μεταφορά των τηλεφωνικών γραμμών και τη σύνδεση των εγκαταστάσεων της εταιρείας στο προαναφερόμενο ακίνητο με τη ΔΕΗ και τον ΟΤΕ.....
και όπως υπογράψει για λογαριασμό της εταιρείας συμβόλαιο ελέγχου πιστοποίησης των προϊόντων με τον οργανισμό Δ.Η.Ω....., όπως προβεί σε κάθε νόμιμη ενέργεια για να ανοίξει λογαριασμό της εταιρείας και να διαχειρίζεται και αυτός, ενεργώντας μόνος του, με μονή υπογραφή του λογαριασμό ΑLΡΗΑ 500, που θα ανοίξει η ΑLΡΗΑ Τράπεζα Πίστεως στο υποκ/μα Άργους... ".
Με το από 23-4-1998 πρακτικό του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης αποφασίστηκε όπως ο Ψ1, εκπρόσωπος της εταιρείας, "συζητήσει κατ' ιδίαν με τον Χ1 (αναιρεσείοντα), το θέμα της αμοιβής του (εν λόγω) μέλους του διοικητικού συμβουλίου". Κατά τη γενική συνέλευση των μετόχων της αναιρεσίβλητης, που έλαβε χώρα στις 30-6-1998, ο αναιρεσείων εξελέγη και πάλι μέλος του διοικητικού της συμβουλίου (ΦΕΚ 9351/7-12-1998 τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ).
Με το από 18-1-1999 έγγραφό του, που απηύθυνε προς την αναιρεσίβλητη και χαρακτήρισε ως εμπιστευτικό, ο αναιρεσείων διατύπωσε παρατηρήσεις και υπέβαλε προτάσεις για την βελτίωση της λειτουργίας και των οικονομικών αποτελεσμάτων της εταιρείας, ενώ ταυτόχρονα εξέφρασε προβληματισμό και αντιρρήσεις "ως προς τον τρόπο που εισπράττει την αμοιβή του που χαρακτήρισε ως αποζημίωση μέλους του Δ.Σ.".
Ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι "... (ο τρόπος που εισπράττει την αμοιβή του) του δημιουργεί μεγάλο εξωγεωργικό εισόδημα με αποτέλεσμα να μην μπορεί να είναι κατά κύριο επάγγελμα αγρότης", να μη μπορεί να είναι ασφαλισμένος στον ΟΓΑ και άλλα συναφή προβλήματα... ". Προς αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος πρότεινε με την ίδια επιστολή "να ενοικιάζονται τα μισά αγροτεμάχια της εναγομένης (αναιρεσίβλητης) σ' αυτόν, ο οποίος θα τα καλλιεργεί και θα πουλάει το προϊόν κατ' αποκλειστικότητα στην εταιρεία,... (ο ίδιος ο αναιρεσείων) θα εξακολουθεί να είναι υπεύθυνος από πλευράς διοικητικού συμβουλίου, αλλά μειώνεται η αποζημίωσή του στις 300.000 δρχ./μήνα (3.600.000 ετησίως) από 15.600.000.
Το υπόλοιπο ποσό των 12.000.000 δρχ. θα το εισπράττει από την πώληση του προϊόντος στην εταιρεία...". Κατά την τακτική γενική συνέλευση των μετοχών της αναιρεσίβλητης, που πραγματοποιήθηκε στις 30 lουνίου 1999, εγκρίθηκε "η καταβολή αμοιβής στο μέλος του διοικητικού συμβουλίου Χ1 (αναιρεσείοντα) 13.000.000 ετησίως για το διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 31-1-1999...
καθώς και η χορηγηθείσα αμοιβή στο ίδιο μέλος του διοικητικού συμβουλίου εκ 13.000.000 δρχ. που εβάρυνε τα έξοδα της διαχειριστικής χρήσεως 1998, επί της οποίας έγιναν όλες οι νόμιμες κρατήσεις... ". Τέλος, σύμφωνα με τα πρακτικά, "ο πρόεδρος ενημέρωσε τους μετόχους ότι δεν υπάρχει ανάγκη χορήγησης εγκρίσεως συνάψεως συμβάσεως της εταιρείας με το μέλος του διοικητικού συμβουλίου Χ1 , αφού δεν υπάρχει μέχρι σήμερα πρόθεση συνάψεως τέτοιας συμβάσεως".
Κατά την τακτική γενική συνέλευση των μετόχων της αναιρεσίβλητης που πραγματοποιήθηκε στις 22 lουνίου 2000, εγκρίθηκε "η καταβολή αμοιβής στο μέλος του διοικητικού συμβουλίου Χ1 (αναιρεσείοντα) 15.600.000 ετησίως για την συμμετοχή του στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας ως μέλος αυτού..... καθώς και τη χορηγηθείσα αμοιβή στο ίδιο μέλος του διοικητικού συμβουλίου εκ 18.200.000 δρχ.
που εβάρυνε τα έξοδα της διαχειριστικής χρήσεως 1999, επί της οποίας έγιναν όλες οι νόμιμες κρατήσεις". Από την αρχή της Άνοιξης του έτους 2000 οι σχέσεις του αναιρεσείοντος με τον από τους συνιδρυτές και πρόεδρο του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης Ψ1 ψυχράνθηκαν, με αφορμή διαδόσεις που κυκλοφόρησαν μεταξύ των νέων αγροτών, ότι ο τελευταίος υποστηρίζει τον αναιρεσείοντα στην προσπάθειά του να παραμείνει στην προεδρία του εν λόγω αγροτοσυνδικαλιστικού σωματείου και οι οποίες διαδόσεις είχαν αντίκτυπο στην επιχειρηματική δραστηριότητα της άλλης (βασικής) επιχείρησης που διατηρούσε ο προαναφερόμενος συνιδρυτής.
Παρά τις επαφές και τηλεφωνικές επικοινωνίες η δημιουργηθείσα ψύχρανση δεν διευθετήθηκε. Με την από 3-10-2000 επιστολή του προς τον πρόεδρο του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης ο αναιρεσείων αρνήθηκε ότι έχει σχέση με τα διαδιδόμενα, ισχυρίστηκε ότι το θέρος του έτους 2000 του ζήτησε "ο πρόεδρος του Δ.Σ. της εναγομένης (αναιρεσίβλητης) να αποχωρήσει από την εταιρεία, παραπονέθηκε για την προς αυτόν άδικη και παράνομη συμπεριφορά και υπεστήριξε ότι σε προσωπική τους επικοινωνία είχε δεχθεί να αποχωρήσει, εφόσον. "...
του καταβληθούν 50.000.000 δρχ., για υπερωρίες, άδειες, που δεν έλαβε, ως μέρος από την ιδιαίτερη πέραν του συμφωνηθέντος μισθού του αμοιβή, που του είχε υποσχεθεί για την υπεραξία... και ως μέρος του μισθού που δικαιούται να λάβει για το υπόλοιπο διάστημα μέχρι τη λήξη της πενταετούς εργασιακής σύμβασής του, το οποίο θα απολέσει χωρίς υπαιτιότητα... "...
Τέλος, υποστηρίζοντας ότι η σχέση του με την εταιρεία είναι σχέση εξαρτημένης εργασίας, τον κάλεσε να τη σεβαστεί, να προβεί στη συμφωνηθείσα αύξηση των αποδοχών του, άλλως αν εμμένει στην καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, να του καταβάλει το ποσό των 50.000.000 δρχ. ως αποζημίωση. Είναι η πρώτη φορά που ο αναιρεσείων αναφέρθηκε σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, δεδομένου ότι μέχρι τότε αναφερόταν σε αμοιβή ή αποζημίωση ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου.
Με την από 10-10-2000 επιστολή του ο Ψ1 αρνήθηκε την ύπαρξη συμβάσεως εργασίας, υπεστήριξε ότι ήταν μέλος του Δ.Σ. της εταιρείας και ότι έχει αμειφθεί για την υπόδειξη της αγοράς του ακινήτου. Εξάλλου, η αναιρεσίβλητη εταιρεία δεν δέχτηκε την πρόταση για αλλαγή του τρόπου αμοιβής του που υπέβαλε με την από 18-1-1999 εμπιστευτική επιστολή.
Αντ' αυτού του προτάθηκε να λάβει ως αμοιβή το ποσό των 300.000 δρχ. μηνιαίως, από τις οποίες 250.000 δρχ. ως αποζημίωση μέλους του Δ.Σ. και 50.000 δρχ. για οδοιπορικά (μετάβαση στην έδρα της εταιρείας στην Αθήνα), πρόταση που ο αναιρεσείων δεν δέχτηκε. Κατά την έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της αναιρεσίβλητης, που πραγματοποιήθηκε στις 25-10-2000, αποφασίστηκε η εκλογή νέου διοικητικού συμβουλίου, στο οποίο δεν περιλήφθηκε ο αναιρεσείων.
Αφορμή για την αντικατάστασή του φαίνεται ότι απετέλεσε η αποστολή της παραπάνω από 3-10-2000 επιστολής του, το περιεχόμενο της οποίας θεώρησαν προσβλητικό. Με την από 27-10-2000 επιστολή της η εταιρεία γνωστοποίησε στον αναιρεσείοντα την "έξοδό" του από το διοικητικό συμβούλιο και τον κάλεσε στις 30-10-2000 να παραδώσει στον λογιστή της ό,τι σχετικό με τη διαχείριση της εταιρείας έχει στην διάθεσή του.
Κατόπιν αυτού στις 30-10-2000 ο αναιρεσείων παρέδωσε ό,τι σχετικό με τη διαχείριση της αναιρεσίβλητης κατείχε προς τους .... και ..... , που είχαν εξουσιοδοτηθεί προς τούτο. Ακολούθως το Εφετείο δέχτηκε ότι, με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά: Προ της συστάσεως της αναιρεσίβλητης εταιρείας ουδεμία συμφωνία είχε συναφθεί μεταξύ του αναιρεσείοντος και των συνιδρυτών της και δη για σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και μάλιστα ορισμένου χρόνου, όπως τελικά αναγκάστηκε να παραδεχθεί ο αναιρεσείων.
Πολύ περισσότερο δεν αποδείχθηκε ότι συνήφθη τέτοια σύμβαση μετά τη σύσταση της αναιρεσίβλητης. Άλλωστε, για την έγκυρη σύναψη τέτοιας συμβάσεως, εξερχόμενης σαφώς των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της αναιρεσίβλητης, αφού το εταιρικό της κεφάλαιο ήταν αρχικά 10.000.000 δρχ. και στη συνέχεια 100.000.000 δρχ.
και οι ετήσιες αποδοχές του αναιρεσείοντος 15.500.000 δρχ., απαιτούνταν η ειδική έγκριση της γενικής συνελεύσεως των μετόχων της αναιρεσίβλητης, πράγμα όμως το οποίο ουδόλως προέκυψε. Αλλά και οι παραπάνω όροι και συνθήκες παροχής των υπηρεσιών του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη, αποκλείουν τη σύναψη και λειτουργία τέτοιας συμβάσεως.
Ειδικότερα, η παράλληλη συστηματική ενασχόληση του αναιρεσείοντος με την καλλιέργεια της οικογενειακής αγροτικής περιουσίας του και η ιδιότητά του ως προέδρου αγροτικής συνδικαλιστικής οργανώσεως, που απαιτούσε πολυσχιδείς δραστηριότητες αφενός και η προσφορά των υπηρεσιών του χωρίς την άμεση και συνεχή εποπτεία και έλεγχο της αναιρεσίβλητης ως προς τον χρόνο και τρόπο παροχής τους αφετέρου, σαφώς μαρτυρεί την έλλειψη νομικής εξάρτησής του από την αναιρεσίβλητη με την έννοια της εργοδότριας και του μισθωτού.
Δέχτηκε δε ακόμη το Eφετείo ότι, με βάση τους παραπάνω όρους και συνθήκες παροχής των υπηρεσιών του αναιρεσείοντος, η μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης σύμβαση έχει τα χαρακτηριστικά της συμβάσεως μισθώσεως ανεξάρτητων υπηρεσιών, υπό την έννοια της καταβολής τακτικά προσδιορισμένης αμοιβής σε μέλος του διοικητικού συμβουλίου για την προσφορά υπηρεσιών στην αναιρεσίβλητη εταιρεία.
Και αυτό γιατί από τη συγκρότηση σε σώμα του πρώτου Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης, δηλαδή από τις 28-3-1996 και μέχρι το μήνα Οκτώβριο 2000 συνεχώς και αδιακόπως ο αναιρεσείων διατέλεσε μέλος του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης και δη μέχρι τις 7-4-1997 με δικαίωμα διπλής υπογραφής, έκτοτε δε με δικαίωμα μονής υπογραφής στις οριζόμενες αρμοδιότητες, λαμβάνοντας γι 'αυτές τις υπηρεσίες του την καθορισθείσα από τα όργανα της αναιρεσίβλητης αμοιβή.
Η γενική συνέλευση των μετόχων της ΑΕ, ως το ανώτατο όργανο της εταιρείας, νομίμως και εγκύρως ανακάλεσε την προς τον αναιρεσείοντα εντολή (τον έπαυσε από μέλος του Δ.Σ.), η ανάκληση δε αυτή συνεπάγεται την λήξη της υποκείμενης σχέσεως της εντολής, ακόμη και αν είχε καταρτιστεί για ορισμένο χρόνο, χωρίς η εταιρεία να έχει υποχρέωση να καταβάλει στον ανακληθέντα σύμβουλο την αμοιβή του έως τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου διαρκείας της συμβάσεως εντολής.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 23/2003 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου και έτσι επικύρωσε την απόφαση αυτή, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 20-12-2000 ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούνταν η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της με την αναιρεσίβλητη διϊσχυριζόμενης ως υπάρχουσας συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, καθώς και, ύστερα από παραδεκτό περιορισμό κατά ένα μέρος του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό αίτημα, αφενός η καταψήφιση της αναιρεσίβλητης στην καταβολή προς τον αναιρεσείοντα του χρηματικού ποσού των 11.076.000 δραχμών για μισθολογικές διαφορές και αφετέρου η αναγνώριση του ότι η πρώτη (αναιρεσίβλητη) υποχρεούται να καταβάλει στο δεύτερο (αναιρεσείοντα) τα περαιτέρω χρηματικά ποσά των 52.364.000 δραχμών για μισθούς υπερημερίας και των 5.000.000 δραχμών για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που είχε υποστεί ο τελευταίος.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς: α) Δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 648 και 649 του ΑΚ, από τις οποίες, εκείνη μεν του άρθρου 648 καθορίζει την έννοια της συμβάσεως εργασίας, εκείνη δε του άρθρου 649 ορίζει ότι "αν η εργασία κατά τις συνηθισμένες περιστάσεις παρέχεται μόνο με μισθό, λογίζεται πως έχει σιωπηρά συμφωνηθεί μισθός".
Και αυτό γιατί, με βάση τις παραδοχές του Εφετείου, η σύμβαση που υπήρχε μεταξύ αναιρεσείοντος αφενός και αναιρεσίβλητης αφετέρου οπωσδήποτε δεν είχε το χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, αλλ είχε το χαρακτήρα συμβάσεως εντολής για ορισμένο χρόνο αναφορικά με την άσκηση καθηκόντων που απέρρεαν από το νόμο και το καταστατικό, καθώς και συμβάσεως ανεξάρτητων υπηρεσιών αναφορικά με τις υπηρεσίες, που, παράλληλα με την άσκηση των αμέσως πιο πάνω καθηκόντων του (που απέρρεαν από το νόμο και το καταστατικό) παρέχονταν από τον αναιρεσείοντα με αμοιβή.
Δεδομένου ότι, κατά τι παραδοχές του Εφετείου, το μεν ο αναιρεσείων, λόγω της ιδιότητας αυτού ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, στο οποίο είχαν ανατεθεί σχετικά διευθυντικά καθήκοντα, ασκούσε εξουσία ως προς τη διοίκηση και τη διαχείριση της τελευταίας με δική του ευθύνη και πρωτοβουλία, αποτελώντας έτσι όργανο αυτής και υποβαλλόμενος στο καθεστώς που διέπει το διοικητικό συμβούλιο ανώνυμης εταιρείας, το δε ο ίδιος (αναιρεσείων) κατά την παροχή της εργασίας του, με βάση την περαιτέρω σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, δεν υποβαλλόταν στον έλεγχο και στην εποπτεία της εργοδότιδάς του αναιρεσίβλητης ως προς το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο παροχής της εργασίας, που του είχε ανατεθεί, και συγκεκριμένα δεν ήταν υποχρεωμένος να ακολουθεί και να συμμορφώνεται προς δεσμευτικές οδηγίες και εντολές της αναιρεσίβλητης ως προς το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο παροχής της εν λόγω εργασίας του.
΄Ετσι η σχέση του αναιρεσείοντος, μέλους του διοικητικού συμβουλίου της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, προς την τελευταία μπορούσε, και ως σύμβαση εντολής, αλλά και ως σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών να λυθεί με καταγγελία οποτεδήποτε χωρίς να είναι απαραίτητο να υπάρχει σπουδαίος λόγος (σχ.
ΑΠ 45/1997 και 907/1998), με αποτέλεσμα η προαναφερόμενη καταγγελία αμφοτέρων των εν λόγω συμβάσεων να είναι απολύτως έγκυρη και ως εκ τούτου να μην οφείλονται οι με την ένδικη αγωγή ζητούμενοι μισθοί υπερημερίας, ενώ δεν δικαιούται ο ίδιος και τις με την ίδια αγωγή περαιτέρω ζητούμενες διαφορές αποδοχών, που στηρίζονται σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αφού, κατά τα πιο πάνω, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, υπήρξε όχι τέτοια σύμβαση, αλλά σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών.
Και β) δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, οι αιτιολογίες που έχει διαλάβει στην απόφασή του αυτήν αναφορικά με τα πιο πάνω ζητήματα και πλήρεις και σαφείς είναι και δεν εμφανίζουν οποιαδήποτε αντιφατικότητα. Οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφάρμοσε το Εφετείο στους οποίους περιλαμβάνονται και εκείνες των άρθρων 648, 649 και 652 του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την υπ΄ αριθ. 324/1946 Π.Υ.Σ.
και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, καθώς και εκείνες των άρθρων 31 Εμπ.Ν. 713, 724, 669 παρ. 2 ΑΚ. Δεν χρειαζόταν δε για την επάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως να προσδιορίζεται ή να διευκρινίζεται αν οι υπηρεσίες που παρείχε ο αναιρεσείων απαιτούσαν ειδικές γνώσεις, ικανότητα και εμπειρία, καθώς και αν και τα λοιπά μέλη του Δ.Σ.
της αναιρεσίβλητης διέθεταν τέτοιες γνώσεις, εμπειρία και ικανότητα, ώστε να μπορούν να παράσχουν τέτοιες υπηρεσίες, ή, έστω, να μπορούν να ασκούν συνεχή εποπτεία και έλεγχο αναφορικά με τις από τον αναιρεσείοντα παραπάνω παρεχόμενες υπηρεσίες, αφού και αν ακόμη τα εν λόγων (λοιπά) μέλη του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης δεν διέθεταν τα προαναφερόμενα προσόντα, το γεγονός αυτό δεν θα επιδρούσε κατά οποιοδήποτε τρόπο στο χαρακτήρα της με τον αναιρεσείοντα υπάρχουσας σχετικής συμβάσεως.
Ενόψει αυτών : 1) Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 του ΑΚ, δηλαδή λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρθ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των υπόλοιπων διατάξεων "του κεφαλαίου του ΑΚ περί συμβάσεως εργασίας", δηλαδή λόγος αναιρέσεως επίσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, να απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος, γιατί εφενός δεν προσδιορίζονται ειδικότερα οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν ευθέως και αφετέρου, σε κάθε περίπτωση, δεν προσδιορίζεται ειδικότερα ούτε το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα αναφορικά με την παραβίαση των εν λόγω κανόνων του ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα σφάλμα που να σχετίζεται με την ερμηνεία ή την εφαρμογή ή τη μη εφαρμογή των κανόνων αυτών.
Και 2) οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως κατά τα μέρη τους με τα οποία προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω αντιφατικών αιτιολογιών αφενός και ασαφών, ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών αφετέρου, αντίστοιχα, επί των ζητημάτων που αναφέρονται πιο πάνω υπό το στοιχείο β΄, δηλαδή λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος του προβάλλεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, επειδή η ίδια η απόφασή του αυτή περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν περιέχονται σ΄ αυτήν αντιφατικές διατάξεις ολικά ή μερικά και μάλιστα δεν υφίσταται σ΄ αυτήν αντίφαση διατάξεων η οποία να εντοπίζεται στο διατακτικό της απόφασης αυτής.
5.- Επειδή με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι, δήθεν, δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία του αναιρεσείοντος με τους συνιδρυτές της αναιρεσίβλητης για κατάρτιση συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας με την τελευταία, πράγμα το οποίο αναγκάστηκε, δήθεν, ο πρώτος να παραδεχτεί, χωρίς να παραθέτει το παραμικρό στοιχείο ή αιτιολογία, από τα οποία να προκύπτει ότι πράγματι ο αναιρεσείων "είχε προβεί σε μία τέτοια, ανύπαρκτη σε κάθε περίπτωση, δήθεν παραδοχή - ομολογία...., στην οποία, άλλωστε, ουδέποτε προέβη" και ότι με το να δεχτεί αυτά το Εφετείο έσφαλε και πρέπει να αναιρεθεί κατά το άρθρο 559 αριθ. 8, 10 περ.
α΄, 11 και 19 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του, προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί με αυτόν και υπό την επίκληση των αμέσως πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 559 αρθ. 8, 10 περ. α΄, 11 και 19 ΚΠολΔ στην πραγματικότητα πλήττεται η κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ανέλεγκτη περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου.
Σε κάθε περίπτωση, με την εκδοχή ότι με το λόγο αυτόν αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση γιατί με αυτή λήφθηκε υπόψη δικαστική ομολογία, που πράγματι δεν υπήρχε, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την εν λόγω απόφασή του, τη σχετική παραδοχή του δεν στήριξε σε μια τέτοια (δικαστική) ομολογία.
Με την εκδοχή δε ότι με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι έλαβε υπόψη από έγγραφα, δήθεν, προκύπτουσα εξώδικη ομολογία, που στην πραγματικότητα δεν είχε γίνει ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί η κρίση του δικαστηρίου, για το αν συνάγεται ομολογία από έγγραφα που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο διάδικος, αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων και δεν υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (σχ.
ΑΠ 545/1933, 411/1981).
6.- Επειδή, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, ο από αυτήν προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως εξαιτίας της παραμορφώσεως του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο διαμόρφωσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι όταν το έγγραφο αυτό εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, εκτός αν εξαίρεται αναφορικά με το για ύπαρξη ή ανυπαρξία γεγονότος, πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας, αφού, σε περίπτωση μη συνδρομής της εξαιρέσεως αυτής, δεν είναι δυνατή, εξαιτίας της συνεκτιμήσεώς του μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, η διακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας που προσδόθηκε σ΄ αυτό, ενώ η από τη συνεκτίμησή του μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα κρίση του δικαστηρίου είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο (και τελευταίο) λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, επειδή παραμόρφωσε το περιεχόμενο του αποσπάσματος του βιβλίου μετόχων της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, που είχε προσκομιστεί, εφόσον δέχτηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο εν λόγω έγγραφο και ειδικότερα δέχτηκε ότι από το έγγραφο αυτό προέκυπτε ότι στις 9-4-1996 είχε γίνει αύξηση του κεφαλαίου της αναιρεσίβλητης με την έκδοση 90.00 νέων ονομαστικών μετοχών, ονομαστικής αξίας 1.000 δραχμών κάθε μιας, στην οποία αύξηση συμμετείχαν τα αναφερόμενα δύο ιδρυτικά μέλη της, καθένα από τα οποία έλαβε 45.000 μετοχές και ο αναιρεσείων, που έλαβε 2.000 μετοχές ονομαστικής αξίας 2.000.000 δραχμών, ότι η λήψη των μετοχών αυτών από τον αναιρεσείοντα αποτελούσε την αμοιβή του για τις υπηρεσίες τις οποίες αυτός είχε προσφέρει προς την αναιρεσίβλητη για την επίτευξη του στόχου της προς απόκτηση συγκεκριμένου ακινήτου και ότι 14 μήνες αργότερα, δηλαδή το μήνα Ιούνιο του 1997 ο αναιρεσείων επαναμεταβίβασε τις μετοχές αυτές στους συνιδρυτές της αναιρεσίβλητης, λαμβάνοντας 15.000.000 δραχμές.
Ενώ στο αμέσως πιο πάνω απόσπασμα του βιβλίου μετόχων της αναιρεσίβλητης αναφέρεται, αφενός ότι η προαναφερόμενη αύξηση του κεφαλαίου της τελευταίας έγινε με την έκδοση 88.000 μετοχών, από τις οποίες καθένας από τους ως άνω δύο μόνους συνιδρυτές αυτής έλαβε 44.000 μετοχές, χωρίς να αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων έλαβε οποιαδήποτε μετοχή, και αφετέρου πιστοποιείται ότι ο τελευταίος στις 19-6-1997 (δηλαδή μετά ένα και πλέον έτος) αγόρασε και πώλησε ταυτοχρόνως 2.000 μετοχές, χωρίς όμως να αναγράφεται η τιμή αγοράς από αυτόν ή η τιμή πωλήσεως των μετοχών αυτών προς τους συνιδρυτές της αναιρεσίβλητης.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, προεχόντως διότι ακόμη και αν είναι αληθές ότι οι μετοχές που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της αυξήσεως του κεφαλαίου της αναιρεσίβλητης ήταν 88.000 (και όχι 90.000, όπως δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση), ότι καθένας από τους συνιδρυτές αυτής έλαβε 44.000 μετοχές (και όχι 45.000, όπως δέχτηκε ή ίδια απόφαση), καθώς και ότι στο βιβλία μετόχων της αναιρεσίβλητης πιστοποιούνται τα παραπάνω λοιπά στο λόγο αναιρέσεως αναφερόμενα, τα γεγονότα αυτά δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ως εκ τούτου και υπό την εκδοχή ότι υπήρξε διαφοροποίηση σχετικά με όσα πράγματι αναγράφονται στο έγγραφο, δεν δημιουργείται στη συγκεκριμένη περίπτωση ο από τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2 Σεπτεμβρίου 2005 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 349/2005 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ