Supreme Court dismisses appeal due to procedural defect and insufficient grounds for overturning lower court decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a final judgment from the Single Chamber Court of First Instance of Western Greece. The appellant argued the lower court failed to properly evaluate witness testimonies and lacked legal basis for its ruling on contract execution. The court rejected these claims, noting the appellant did not cite the specific violated legal provision and the lower court provided sufficient reasoning based on the facts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 and 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify the violated substantive law and facts, and the lower court's decision is valid if it provides adequate reasoning and properly evaluates evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 209 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 209/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Χ. του Σ., κατοίκου … , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστόφορο Σαράκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' βαθμού με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΞΗΡΟΜΕΡΟΥ" ως καθολικού και ειδικού διαδόχου του αρχικά εναγομένου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΣΤΑΚΟΥ", που εδρεύει στον Αστακό Αιτωλοακαρνανίας και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/7/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 137/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 185/2017 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26/2/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου δεν εμφανίστηκε ο αναιρεσίβλητος, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Από την με αριθμό 7846/16-4-2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας Παρασκευής Λιτού, που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με βεβαίωση αναβολής του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, από την αρχική δικάσιμο της 4-2-2019, καθώς και κλήση για συζήτηση της αίτησης για την παρούσα δικάσιμο, επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο. Επομένως, αφού ο τελευταίος δεν παραστάθηκε, πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει, παρά την απουσία του.
ΙΙ. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 185/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 27-10-2014 και με αριθμό κατάθεσης 97/2014 έφεση του αναιρεσίβλητου Ο.Τ.Α., κατά της με αριθμό 137/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, η οποία είχε κάνει δεκτή την από 10-7-2012 και με αριθμό κατάθεσης ΤΜ 231/2012 αγωγή του αναιρεσείοντος, ως προς την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και είχε υποχρεώσει τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 26.119,53 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙΙ. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο "αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν". Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' Κ.Πολ.Δ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 Κ.Πολ.Δ (Ολ.
ΑΠ 2/2008, ΑΠ 23/2009, ΑΠ 38/2019). Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη, να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου του αυτού είδους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 38/2019, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1078/2015).
Απαιτείται, όμως να μνημονεύονται στην απόφαση ειδικά τα ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, όπως ορίζονται κατά το είδος τους στο άρθρο 339 Κ.Πολ.Δ (Ολ. ΑΠ 8/2005, ΑΠ 197/2013, ΑΠ 1660/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο διέλαβε στον ελάσσονα συλλογισμό της προσβαλλόμενης απόφασής του, τις ακόλουθες πραγματικές παραδοχές: "Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος αποδείξεως στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (ο εναγόμενος δεν εξέτασε μάρτυρα ανταποδείξεως), που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, και από όλα τα επικαλούμενα και νόμιμα προσκομιζόμενα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και οι από 07-11-2011 Ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αγρινίου, οι οποίες ελήφθησαν στο πλαίσιο της δίκης ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πατρών επί της προαναφερθείσης αγωγής, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια (Εφ.
Πειρ. 679/2015 Τ.Ν.Π. "ΝΟΜΟΣ") αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ο Π. Ν. του Ν. αναδείχθηκε ανάδοχος του έργου "Βελτίωση εσωτερικού οδικού δικτύου Δήμου Αστακού των Δ.Δ. Προδρόμου - Αγράμπελων - Χρυσοβίτσας - διασταύρωση Τσαμπουρνιάς" που περατώθηκε το έτος 2000 και παραλήφθηκε στις 05-09-2003. Υπεργολάβος του έργου αυτού ήταν ο ενάγων με σύμβαση, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και του ανωτέρω εργολάβου.
Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι με προφορική εντολή του (τότε) Αντιδημάρχου του Δήμου Αστακού (του οποίου καθολικός διάδοχος είναι ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών Δήμος Ξηρομέρου) Κωνσταντίνου Λαϊνά του ανατέθηκε η ασφαλτόστρωση τμήματος του δρόμου Προδρόμου - Χρυσοβίτσας, μήκους 782 μέτρων, η οποία δεν περιλαμβανόταν στην αρχική σύμβαση έργου, που είχε συνάψει ο ανάδοχος και δεν περιλαμβανόταν στις εγκριθείσες ποσότητες του 3ου ΑΠΕ.
Ενώπιον του ακροατηρίου του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ο μάρτυρας και ανάδοχος Π. Ν. κατέθεσε ότι ο ανωτέρω Αντιδήμαρχος του Δήμου Αστακού ανέθεσε προφορικά στον ενάγοντα την παράκαμψη με ευθεία διαδρομή της κορυφής Κ12 με την κορυφή Κ5 και όχι την ασφαλτόστρωση, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων. Περαιτέρω κατέθεσε κατά την οριστική παραλαβή του έργου η Επιτροπή παραλαβής είδε την τροποποίηση του έργου (δηλαδή την ανωτέρω παράκαμψη).
Ωστόσο ο μάρτυρας με την με αριθ. Πρωτ. ... αίτησή του προς τον Δήμαρχο Αστακού αναφέρει ότι εκτέλεσε ο ίδιος την ασφαλτόστρωση του τμήματος του δρόμου προς Προδρόμου, του οποίου έγινε η διάνοιξη για την βελτίωση των γεωμετρικών "σχημάτων" αυτού (δρόμου), ανερχόμενης της δαπάνης στο ποσό των 5.450.000 δραχμών(15.994,13 Ευρώ), στο δε επιμετρητικό σχέδιο παραλλαγής του δρόμου, που υπογράφει ο ίδιος, καθώς και στο σχέδιο της επιμετρήσεως του τμήματος παραλλαγής και καταργήσεως τριών στροφών με ευθυγράμμιση, που υπογράφει επίσης ο ίδιος αναφέρονται 590,00 μέτρα και όχι 782 μέτρα όπως εκτίθεται με την αγωγή.
Ωστόσο στο με αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο της ΤΥΔΚ της Διευθύνσεως Τοπικής Αυτοδιοικήσεως της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος προς το Δήμαρχο Αστακού, που κοινοποιείται και προς τον ανάδοχο, αναφέρεται ότι η εργασία ασφαλοστρώσεως του τμήματος του δρόμου προς Προδρόμου, του οποίου η διάνοιξη έγινε με την προαναφερόμενη εργολαβία της βελτιώσεως του εσωτερικού οδικού δικτύου του Δήμου Αστακού, της οποίας ανάδοχος ήταν ο μάρτυρας (και όχι με τη φερομένη ως καταρτισθείσα προφορικά σύμβαση μεταξύ του ενάγοντος και του νόμιμου εκπροσώπου του Δήμου Αστακού, όπως ισχυρίζεται ο μάρτυρας) δεν περιλαμβάνεται στις επιμετρηθείσες εργασίες, διότι είναι υπερβατική σε σχέση με τις εγκριθείσες ποσότητες του 3ου ΑΠΕ, δηλαδή οι επικαλούμενες εργασίες ασφαλτοστρώσεως 780 μέτρων σύμφωνα με την αγωγή (ή των 590 μέτρων κατά τον ανάδοχο) υπερβαίνουν τις επιμετρηθείσες εργασίες ασφαλτοστρώσεως.
Ο μάρτυρας κατέθεσε στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ότι από την οριστική παραλαβή συμπεραίνεται έμμεσα η τροποποίηση, που εκτελέστηκε, εφόσον δεν γίνεται μνεία για παραλλαγή της χάραξης. Πλην όμως στο προαναφερόμενο έγγραφο της ΤΥΔΚ αναφέρεται ρητά ότι η παραλλαγή περιλαμβάνεται στην αρχική εργολαβία και ότι η επικαλούμενη ασφαλτόστρωση δεν επιμετρήθηκε.
Συνεπώς δεν ανατέθηκε στον ενάγοντα, ούτε εκτελέσθηκε από αυτόν με την ιδιότητα του εργολάβου (ή του υπεργολάβου) η επικαλούμενη εργασία ασφαλοστρώσεως τμήματος 782 μέτρων. Επομένως πρέπει η επικουρική βάση της αγωγής να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε την επικουρική βάση της αγωγής ως βάσιμη και κατ' ουσία, έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων όπως βάσιμα παραπονείται ο εκκαλών με την έφεσή του.
Συνεπώς παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της εφέσεως και πρέπει αυτή να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσία. Να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση και αναδικασθεί η επικουρική βάση της αγωγής, να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία...". Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην απόφαση του Εφετείου πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τις από 7-11-2011 δύο ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης Χ. Ν. και Η. Κ., ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αγρινίου, οι οποίες είχαν ληφθεί στο πλαίσιο δίκης επί της από 7-12-2005 όμοιας αγωγής του, που είχε ασκήσει στο Διοικητικό Εφετείο Πατρών και οποία απορρίφθηκε για έλλειψη δικαιοδοσίας.
Ότι οι καταθέσεις των παραπάνω μαρτύρων, ο πρώτος των οποίων είναι αδελφός του αναδόχου του έργου Π. Ν., που απασχόλησε ως υπεργολάβο τον αναιρεσείοντα και ο δεύτερος μάρτυρας ετύγχανε δημοτικός σύμβουλος Αστακού, ήσαν λίαν ουσιώδεις για την ουσιαστική κρίση του Εφετείου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι αρκούσαν από μόνες τους για την απόδειξη ότι ο αναιρεσείων, κατόπιν αιτήματος των νομίμων εκπροσώπων του Δήμου, κατασκεύασε το επίδικο επιπλέον τμήμα της οδού, μήκους τούτου 782 μέτρων.
Από τις πιο πάνω πραγματικές παραδοχές του Εφετείου, όμως, σαφώς προκύπτει ότι οι από 7-11-2011 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ρητά μνημονεύονται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη της η προσβαλλόμενη απόφαση, για την εξαγωγή του αποδεικτικού πορίσματός της. Επίσης έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα Π.
Ν., αναδόχου του έργου, ο οποίος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ανέφερε ότι ο Αντιδήμαρχος του Δήμου Αστακού ανέθεσε προφορικά στον ενάγοντα, υπεργολάβο, το έργο παράκαμψης της οδού. Έκρινε, όμως, ως απολύτως πειστικό το με αριθ. Πρωτ. ... έγγραφο της ΤΥΔΚ της Διευθύνσεως Τοπικής Αυτοδιοικήσεως της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος και ήχθη στο πόρισμα ότι δεν ανατέθηκε ούτε εκτελέσθηκε από τον ενάγοντα το επίδικο έργο ασφαλτόστρωσης τμήματος 782 μέτρων της οδού.
Καθίσταται, έτσι, αδίστακτα βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και τις δύο παραπάνω, από 7-11-2011, ένορκες βεβαιώσεις. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος, κατά την γνώμη της πλειοψηφίας του Δικαστηρίου τούτου. IV. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.
ΑΠ 2/2008, ΑΠ 23/2019, ΑΠ 38/2019). Ως έγγραφα, για την ίδρυση του παρόντος λόγου, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ, ως αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1044/2013, ΑΠ 256/2012, ΑΠ 1134/2011) και δεν αποτελούν έγγραφα τα διαδικαστικά δικόγραφα (ΑΠ 42/2014, ΑΠ 243/2012), ούτε τα πρακτικά ή η έκθεση του Εισηγητή δικαστή που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων (ΑΠ 690/2013, ΑΠ 1300/2006, ΑΠ 223/2006).
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ο αναιρεσείων αποδίδει στην απόφαση του Εφετείου το σφάλμα της παραμόρφωσης εγγράφων. Ειδικότερα, με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση προέβη σε παραμόρφωση των ταυτάριθμων πρακτικών της με αριθμό 137/2014 πρωτόδικης απόφασης, που περιέχει την κατάθεση του μάρτυρα Π.
Ν., παραλείποντας κρίσιμες περικοπές της, καταλήγοντας γι' αυτό σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα. Ο αναιρετικός λόγος, ως προς το σκέλος του αυτό, είναι απαράδεκτος, διότι τα πρακτικά του δικαστηρίου που περιέχουν μαρτυρικές καταθέσεις, δεν αποτελούν έγγραφα, όπως προεκτέθηκε, ώστε να ιδρύουν τον παρόντα λόγο αναίρεσης.
Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του με αριθ. πρωτ. ... εγγράφου της ΤΥΔΚ της Διευθύνσεως Τοπικής Αυτοδιοικήσεως της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, απευθυνόμενο προς το Δήμαρχο Αστακού. Το έγγραφο αυτό προσκομίζεται και το περιεχόμενό του παρατίθεται στο αναιρετήριο.
Από την επισκόπησή του, για την έρευνα του αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι, μεταξύ άλλων, αναγράφει: "Η εργασία ασφαλτόστρωσης του τμήματος του δρόμου προς Πρόδρομο που η διάνοιξή της έγινε με την εργολαβία του θέματος δεν περιλαμβάνεται στις επιμετρηθείσες εργασίες (και επομένως δεν έχει πληρωθεί η αντίστοιχη δαπάνη) λόγω του ότι είναι υπερβατική σε σχέση με τις εγκριθείσες ποσότητες του 3ου Α.Π.Ε.".
Η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την εκτίμηση του εν λόγω εγγράφου, διέλαβε, κατά λέξη "Ωστόσο στο με αριθ. πρωτ. ... έγγραφο της ΤΥΔΚ της Διευθύνσεως Τοπικής Αυτοδιοικήσεως της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος προς το Δήμαρχο Αστακού, που κοινοποιείται και προς τον ανάδοχο, αναφέρεται ότι η εργασία ασφαλτοστρώσεως του τμήματος του δρόμου προς Προδρόμου, του οποίου η διάνοιξη έγινε με την προαναφερόμενη εργολαβία της βελτιώσεως του εσωτερικού οδικού δικτύου του Δήμου Αστακού, της οποίας ανάδοχος ήταν ο μάρτυρας (και όχι με την φερόμενη ως καταρτισθείσα προφορικά σύμβαση μεταξύ του ενάγοντος και του νόμιμου εκπροσώπου του Δήμου Αστακού, όπως ισχυρίζεται ο μάρτυρας) δεν περιλαμβάνεται στις επιμετρηθείσες εργασίες, διότι είναι υπερβατική σε σχέση με τις εγκριθείσες ποσότητες του 3ου ΑΠΕ, δηλαδή οι επικαλούμενες εργασίες ασφαλτοστρώσεως 780 μέτρων σύμφωνα με την αγωγή (ή των 590 μέτρων κατά τον ανάδοχο) υπερβαίνουν τις επιμετρηθείσες εργασίες ασφαλτοστρώσεως".
Ο αναιρεσείων αποδίδει την παραμόρφωση του εγγράφου αυτού σε αναγνωριστικό σφάλμα, συνιστάμενο στην πρόσθεση, από το Εφετείο, της φράσης "..... δηλαδή οι επικαλούμενες εργασίες ασφαλτοστρώσεως 780 μέτρων σύμφωνα με την αγωγή (ή των 590 μέτρων κατά τον ανάδοχο) υπερβαίνουν τις επιμετρηθείσες εργασίες ασφαλτοστρώσεως", ισχυριζόμενος ότι, ένεκα, του σφάλματος αυτού, η προσβαλλόμενη απόφαση ήχθη στο λανθασμένο συμπέρασμα ότι η έννοια της "υπερβατικής δαπάνης" ήταν μια δαπάνη που δεν του εγκρίθηκε και δεν του καταβλήθηκε επειδή δήθεν το έργο δεν είχε εκτελεσθεί.
Από το περιεχόμενο του παραπάνω εγγράφου και από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όμως, σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου, αλλά η πιο πάνω επίμαχη φράση που κατά τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντα προσέθεσε, αφορά συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος, από την αξιολόγηση του εγγράφου, διαφορετικού που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πρόκειται, συνεπώς, για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ). Επομένως, ο παρών λόγος αναίρεσης είναι, ως προς το δεύτερο σκέλος του, αβάσιμος. V. Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ καθιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" δε, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.
ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1/2019, ΑΠ 933/2018). Το αν ενώπιον του δικαστηρίου είχε προταθεί ή όχι αυτοτελής ισχυρισμός, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, με την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, δηλαδή αγωγής, προτάσεων, έφεσης κ.λ.π. (Ολ. ΑΠ 2/2001, ΑΠ 119/2008, ΑΠ 378/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ο αναιρεσείων βάλει κατά της απόφασης του Εφετείου, αιτιώμενος ότι έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο έκανε δεκτό τον τρίτο λόγο της έφεσης του αναιρεσιβλήτου Δήμου, με τον οποίο όμως, ο τελευταίος δεν είχε προβάλει ισχυρισμό περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του αναιρεσείοντος, ήτοι ότι δεν του ανατέθηκε και δεν εκτελέστηκε το επίδικο έργο. Από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ επισκόπηση του δικογράφου της από 27-10-2014 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, προκύπτει ότι αυτός προσέβαλε την εκκαλούμενη απόφαση και με το παράπονο της κακής εκτίμησης των αποδείξεων.
Ο λόγος αυτός έγινε δεκτός στην ουσία του, όπως διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, αφού η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων έπληττε την παραδοχή της πρωτόδικης απόφασης ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων είχε εκτελέσει, κατόπιν ανάθεσης, το επίδικο έργο, το Εφετείο που δέχθηκε τον τρίτο λόγο της έφεσης στην ουσία του, έλαβε, προδήλως, υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
VI. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, συντρέχει όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (Ολ.
ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 25/2004, ΑΠ 275/2018). Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται τις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή να εντοπίζονται οι αντιφάσεις.
Επίσης πρέπει στο αναιρετήριο να παρατίθεται η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και ο προταθείς ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός με τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν αυτόν (ΑΠ 326/2018, ΑΠ 1454/2014, ΑΠ 116/2012, ΑΠ 601/2011, ΑΠ 1206/2008). Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αίτησης, από τον αριθμό 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, συνιστάμενη σε ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εκτέλεσης ή μη του επιδίκου έργου.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος, ένεκα αοριστίας, αφού ο αναιρεσείων ουδόλως παραθέτει τη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε. Σε κάθε δε περίπτωση είναι και αβάσιμος, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση, στις προεκτεθείσες πραγματικές παραδοχές της, διέλαβε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, με τις οποίες στήριξε το αποδεικτικό της πόρισμα ότι δεν ανατέθηκε στον αναιρεσείοντα, ούτε εκτελέσθηκε από αυτόν, με την ιδιότητα του εργολάβου ή υπεργολάβου το επίμαχο έργο.
VII. Κατά τη γνώμη ενός μέλους του Δικαστηρίου, όμως, του Εισηγητή Αρεοπαγίτη Βασιλείου Μαχαίρα, έπρεπε να γίνει κατ' ουσίαν δεκτός ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα, απ' όσα διαλαμβάνει στις ουσιαστικές της παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν προκύπτει αναμφίβολα και χωρίς δισταγμό ότι έλαβε υπόψη της και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και τις από 7-11-2011 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Χ.
Ν. και Η. Κ., οι οποίες είχαν ληφθεί στα πλαίσια άλλης δίκης στο Διοικητικό Εφετείο. Η προσβαλλόμενη απόφαση μνημονεύει ρητά τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις, κατά τη γενική αναφορά της στα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, από το γεγονός, όμως, ότι δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε αναφορά του περιεχομένου τους, ούτε καν σε επιγραμματική αξιολόγηση της αξιοπιστίας των παραπάνω μαρτύρων, ανακύπτουν σοβαρές αμφιβολίες εάν τις έλαβε υπόψη και τις συνεκτίμησε, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκησή της (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ). Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν θα περιληφθεί, ελλείψει αιτήματος του απόντος αναιρεσίβλητου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-2-2018 αίτηση του Γ. Χ., για αναίρεση της με αριθμό 185/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο που καταβλήθηκε για την άσκηση της αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ