209/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σ. Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated209/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): που βρίσκεται στα Δ.Δ., ...., ...., ... και ... του Δήμου ..... στο Νομό ...... Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο.
Full text
Απόφαση 209 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 209/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σ. Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Β. Π. του Δ., κατοίκου ..., ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ .....1 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ ...., 2. Γ. Ρ. του Ε., κατοίκου ..., συνιδιοκτήτριας του ΚΠ .... απαλλοτριούμενου ακινήτου, 3. Φ. συζ. Ε. Ρ., το γένος Ε. Μ., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτριας του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ ..., 4.
Ε. Ρ. του Ι., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ ...., 5. Β. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ ....2 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ ...., 6. Κ. Α. του Κ., κατοίκου ..., ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 6Α3 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ ...., 7.
Ε. Δ. του Φ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του ΚΠ ....4 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 8. Α. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη των α) ΚΠ ...3, β) ΚΠ .....1 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ ...3 και γ) ως συνιδιοκτήτη του ΚΠ ...4 απαλλοτριούμενων ακινήτων, 9. Α. Σ. του Β., κατοίκου ..., ιδιοκτήτριας του ΚΠ .....2 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ ....3, 10.
Σ. συζ. Χ. Σ., το γένος ..., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτριας του ΚΠ .....4 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 11. Γ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του ΚΠ ....2 ακινήτου, 12. Ξ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., συνιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ .... 1 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ ...4, 13. Θ. Μ. συζ. Ξ. του Χ., κατοίκου ..., συνιδιοκτήτριας του ακινήτου ΚΠ ...Α1 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ ...4, 14.
Κ. Κ. του Χ. (στην αίτηση του αντιδίκου αναφέρεται εσφαλμένως και από προφανή παραδρομή ως "Κ.", το οποίο διορθώνουμε στο ορθό "Κ.", άλλως και όλως επικουρικώς ασκεί παρέμβαση για την ιδιοκτησία με ΚΠ ....Α), κατοίκου ..., ιδιοκτήτη α) του ΚΠ ....4 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ ....4 (αρ.
αίτησης αντιδίκου 17), β) του ΚΠ ...2 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ ...4 και γ) ως συνιδιοκτήτη του ΚΠ ...4 απαλλοτριούμενων ακινήτων, 15. Λ. Κ. συζ. Κ. του Φ., κατοίκου ..., συνιδιοκτήτριας του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 34 και ιδιοκτήτριας του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 34Α3 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 34, 16.
Φ. Τ. συζ. Γ. του Χ., κατοίκου ..., ιδιοκτήτριας του ΚΠ 42 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 17. Χ. Δ. του Α., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ ....2Α1 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ ....2, 18. Α. Φ. του Χ., ως ιδιοκτήτριας του ΚΠ ....2 απαλλοτριούμενου ακινήτου (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ ...2, 19.
Δ. συζ. Κ. Ρ., το γένος Ν. Θ., κατοίκου ..., συνιδιοκτήτριας σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ ....6, 20.
Ρ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., συνιδιοκτήτη σε ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ ....6, 21. Π. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτριας του ΚΠ ....7 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 22. Δ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του ΚΠ .....0 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 23. Θ. Τ. του Η., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη των ΚΠ ....8 και ΚΠ ...9 απαλλοτριούμενων ακινήτων, 24.
Η. Τ. του Θ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του ΚΠ .....1 απαλλοτριούμενου ακινήτου (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ ....9, 25. Β. Π. του Ι., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του ΚΠ ...1 απαλλοτριούμενου ακινήτου (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ ...5, 26. Γ. Δ. του Β., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του ΚΠ ....2 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 27.
Γ. Δ. του Α., κατοίκου ..., ιδιοκτήτριας του ΚΠ ....1 απαλλοτριούμενου ακινήτου (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ ...2, 28. Θ. Ρ. του Μ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του ΚΠ ....3 απαλλοτριούμενου ακινήτου και ως κληρονόμου του αποθανόντος Μ. Ρ. του Θ., συνιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ ....1 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ ....3, 29.
Γ. χας Ρ. Μ., το γένος Ν. Γ., ως κληρονόμου του αποθανόντος Μ. Ρ. του Θ., συνιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ .....1 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ ....3, 30. Ρ. Θ. του Ο., κατοίκου ..., συνιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 93Α1 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ ...3, 31.
Α. Ρ. του Ευθυμίου, κατοίκου ..., συνιδιοκτήτριας του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ .....1 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ ....3, 32. Α. Ρ. του Ο., κατοίκου ..., συνιδιοκτήτριας του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ ...3Α1 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ ....3, 33. Ι. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ιδιοκτήτη του ΚΠ 99 απαλλοτριούμενου ακινήτου και συνιδιοκτήτη του ΚΠ ....2 απαλλοτριούμενου ακινήτου, ως κληρονόμου του αποθανόντος Κ.
Κ. του Ι., 34. Κ. Κ. του Κ. και Β., ως κληρονόμου του αποθανόντος Κ. Κ. του Ι., ως συνιδιοκτήτριας του KΠ 102 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 35. Β. Κ. του Σ. Γ., συζ. Κ. Κ., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτριας του ΚΠ ....2 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 36. Α. Γ. του Χ., συζ. Β., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτριας των α) ΚΠ .....09, β) ΚΠ ....1 και γ) ΚΠ ......1 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ ....1, απαλλοτριούμενων ακινήτων, 37.
Α. Κ. του Β., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη των ΚΠ .....12 και συνιδιοκτήτη ΚΠ ....63 απαλλοτριούμενων ακινήτων, 38. Χ. Κ. συζ. Θ., το γένος Θ. Δ., κατοίκου ..., α) ως ιδιοκτήτριας του ΚΠ ....13, β) ως συνιδιοκτήτριας του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ .....1 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ .....16 και γ) ως ιδιοκτήτριας του ΚΠ ...19, 39.
Ι. Κ. του Α., κατοίκου ..., α) ως ιδιοκτήτη του ΚΠ ....15 και β) ως συνιδιοκτήτη του ΚΠ ....18 απαλλοτριούμενων ακινήτων 40. Γ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., συνιδιοκτήτριας του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 118 και συνιδιοκτήτριας του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ .....5 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ ...21, 41.
Χ. χήρας Θ. Κ., το γένος Θ. Δ., κατοίκου ..., ως κληρονόμου του αποθανόντος Θ. Κ. του Δ., συνιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 1.....1 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ .....16, 42. Δ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., ως κληρονόμου του αποθανόντος Θ. Κ. του Δ., συνιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 1....1 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ ...16, 43.
Ε. Κ. του Θ., κατοίκου ..., ως κληρονόμου του αποθανόντος Θ. Κ. του Δ., συνιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 1.....1 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ .....16, 44. Π. Κ. του Θ., κατοίκου ..., ως κληρονόμου του αποθανόντος Θ. Κ. του Δ., συνιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ .....1 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ ....16, 45.
Α. Τ. του Χ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 121, 46. Γ. Τ. του Χ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του ακινήτου ΚΠ 121Α1 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ ...21, 47. Γ. Τ., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτριας του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 1....3 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ ...21, 48.
Ι. Δ. του Π., κατοίκου ..., συνιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ ....21Α3 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ ....21 και συνιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ .....1Α4 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ ....21, 49. Χ. Μ. του Ε., κατοίκου Μ. Σ., συνιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ .....1Α3 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ ...21, 50.
Σ. Τ. του Χ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτριας του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ .....1Α2 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 121, 51. Ε. χήρας Θ. Π., κατοίκου ..., συνιδιοκτήτριας σε ποσοστό 34,25% εξ αδιαιρέτου του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ .....23, 52. Θ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., συνιδιοκτήτη σε ποσοστό 65,75% εξ αδιαιρέτου του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ ....23, 53.
Κ. Π. του Β., κατοίκου ..., συνιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ ....24, για τον εαυτό του και ως κληρονόμου της αποθανούσας Σ.ς χήρας Β. Π., συνιδιοκτήτριας του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ ...24, 54. Ε. Σ. του Ν., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ ....26, 55. Β. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ .....37, 56.
Π. Τ. του Δ., κατοίκου ..., συνιδιοκτήτριας του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ ....37, 57. Κ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., συνιδιοκτήτριας του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ ....37, 58. Π. Ζ. του Ι., κατοίκου ..., συνιδιοκτήτριας του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ ...38, 59. Γ. ή Ι. Α. του Σ., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτριας του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ ....38, 60.
Κ. Α. του Κ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ ...40, 61. Θ. Γ. του Α., κατοίκου ..., ιδιοκτήτριας του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ ....41, 62. Β. Γ. του Δ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη των α) ΚΠ ....60, β) ΚΠ ....61 και γ) ΚΠ ...76 απαλλοτριούμενων ακινήτων, 63. Κ. Μ. του Α., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτριας του ακινήτου ΚΠ ...63, 64.
Α. Κ. του Β., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτη του ακινήτου ΚΠ ....65, 65. Δ. Δ. του Α., κατοίκου ..., συνιδιοκτήτη του ακινήτου ΚΠ ....78, 66. Ε. Δ. συζ. Δ. του Χ., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτριας του ακινήτου ΚΠ ...78, 67. Π. ή Π. Ι. του Κ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτριας του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ ....82, 68. Β. Τ. του Α., κατοίκου ..., συνιδιοκτήτη του ακινήτου ΚΠ ...94, 69.
Β. Τ. του Σ., κατοίκου ..., συνιδιοκτήτριας του ακινήτου ΚΠ 194, 70. Π. Γ. του Δ., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτη του ακινήτου ΚΠ ....12 για τον εαυτό του και ως κληρονόμου της αποθανούσας Γ. Γ. χας Δ., συνιδιοκτήτριας του ακινήτου ΚΠ ...12, 71. Π. Β. του Κ., κατοίκου ..., ιδιοκτήτη του ακινήτου ΚΠ ...14, 72. Γ. Σ. του Β., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του ακινήτου ΚΠ ...28, 73.
Β. Α. του Σ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτριας του ακινήτου ΚΠ ....39, 74. Ε. Σ. του Θ., κατοίκου ..., ιδιοκτήτη των απαλλοτριούμενων ακινήτων ΚΠ ...38, ΚΠ ...41 (αρ. αίτησης αντιδίκου ....42) και ΚΠ ....43, 75. Δ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ .....72, 76. Θ. Χ. του Κ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του ΚΠ .....99 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 77.
Θ. χήρας Σ. Π., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτριας του ΚΠ ....71 απαλλοτριούμενου ακινήτου και 78. Γ. Α. του Θ. κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του ΚΠ ....73 απαλλοτριούμενου ακινήτου.
Οι υπό στοιχ. 1ος, 2η, 5ος έως και 17ος, 19η, 20ος, 21η, 22ος, 25ος έως και 29η, 33ος έως και 50η, 52ος έως και 65ος, 70ος, 71ος, 72ος, 73η, 74ος, 76ος και 77η των αναιρεσειόντων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Άτσιο, που δήλωσε στο ακροατήριο, ότι: η υπό στοιχ. 18η των αναιρεσειόντων, Α. Φ. του Χ., απεβίωσε στις 14-7-2015 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι της Χ. Φ. του Α. και Β. Φ. του Α., κάτοικοι ... Καρδίτσας, που εκπροσωπούνται από τον ίδιο.
Οι λοιποί των αναιρεσειόντων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αρ. κατάθ. 247/2011 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 297/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Λάρισας και συνεκδικάστηκε με έξι (6) αυτοτελείς αιτήσεις προσώπων, μεταξύ των οποίων και των ήδη αναιρεσειόντων, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.
Εκδόθηκε η 349/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-7-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Τσαλαπόρτας διάβασε την από 4-3-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Γεωργίου Χοϊμέ, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση ως προς τον 75ο αναιρεσείοντα (Δ. Τ.), κατά τα λοιπά να γίνουν δεκτοί, κατά ένα μέρος, οι υπό στοιχ. Α4 λόγοι της αναίρεσης, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό (της εισήγησης) και να απορριφθούν οι υπόλοιποι λόγοι αυτής. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 58/2015 αίτηση ζητείται η αναίρεση της 349/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία καθορίσθηκε η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσειόντων και των συστατικών και των επικειμένων αυτών, προσδιορίσθηκε ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας των αναφερομένων στο σκεπτικό της τμημάτων ακινήτων που απομένουν στους ιδιοκτήτες μετά την απαλλοτρίωση, αναγνωρίσθηκε ότι δεν συντρέχει το κατ' άρθρο 1 ν. 653/1977 τεκμήριο ωφέλειας για τα αναφερόμενα στο διατακτικό της ακίνητα και διορθώθηκε ο οικείος κτηματολογικός πίνακας κήρυξης της απαλλοτρίωσης σύμφωνα με το διατακτικό της για την απαλλοτρίωση που κηρύχθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου με την υπ' αριθμ. 1093759/6195/0010/02-10-2008 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο με αριθμό 444/14-10-2008 ΦΕΚ υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου αναγκαστικώς για λόγους δημοσίας ωφελείας και ειδικότερα για την κατασκευή του Αυτοκινητοδρόμου Κεντρικής Ελλάδας (Ε-65) και συγκεκριμένα, για το τμήμα από Χ.Ο. 63+121,00 έως Χ.Ο. 77+723,00, σε έκταση συνολικού εμβαδού 1.515.197,39 τ.μ.
που βρίσκεται στα Δ.Δ., ...., ...., ... και ... του Δήμου ..... στο Νομό ...... Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο.
Κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων.
Κατά το άρθρο 104 Κ.Πολ.Δ., για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για την συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι αν κατά την συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει την συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στην συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα την συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, από την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 576, όπως το εδάφιο τούτο προστέθηκε με το άρθρο 62 του νόμου 4139/2013, και ισχύει από τις 23-3-2013, ενώ (σύμφωνα με το άρθρο 98 του αυτού νόμου) καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, ορίζεται "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς".
Από τον συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων συνάγεται ότι σε περίπτωση, κατά την οποία είναι απών ο φερόμενος ως ασκήσας την αναίρεση διάδικος, χωρίς να αποδεικνύεται η χορήγηση πληρεξουσιότητας για την άσκησή της, αυτή απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, υπό την προϋπόθεση ότι αυτός έχει κλητευθεί νόμιμα, από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση, ώστε να είναι έγκυρη η συζήτηση της αναίρεσης, ενώ χωρίζεται η υπόθεση για όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 782/2018, ΑΠ 160/2017, 227/ 2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της υποθέσεως προκύπτει ότι η συζήτηση για την κρινόμενη από 17-7-2015 αίτηση για αναίρεση της 349/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, μετά από επίσπευση των αναιρεσειόντων, ορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 18-3-2016 και μετά από αναβολή για τη δικάσιμο της 2-12-2016, πλην όμως και τότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 1-12-2017 και κατ' εκείνη τη δικάσιμο αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 16-11-2018 με αριθμ.
πινακίου 3. Κατά την δικάσιμο αυτή, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στην σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες με αύξοντα αριθμό 3 (Φ. Ρ.), 4 (Ρ.
Ε.), 23 (Τ. Θ.), 24 (Τ. Η.), 30 (Ρ. Θ.), 31 (Α. Ρ.), 32 (Α. Ρ.), 51 (Ε. χήρα Θ. Π.), 66 (Ε. Δ.), 67 (Π. ή Π. Ι.), 68 (Β. Τ.) και 69 (Β. Τ.). Περαιτέρω δεν αποδεικνύεται από το φάκελο της δικογραφίας η χορήγηση πληρεξουσιότητας από τους απολειπόμενους αναιρεσείοντες προς τον υπογράψαντα την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και παραστάντα για λογαριασμό των λοιπών κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, δικηγόρο Κοζάνης Βασίλειο Άτσιο.
Ενόψει των ανωτέρω και σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, πρέπει δοθέντος ότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων, που επισκοπούνται παραδεκτώς, οι αναιρεσείοντες συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας, να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τους ως άνω αναιρεσείοντες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης ως προς αυτούς, ενώ ως προς τους λοιπούς που εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο πρέπει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης να προχωρήσει νομίμως.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α`, 287 παρ. ι και 290 ΚΠολΔ, τα οποία εφαρμόζονται και στην κατ` αναίρεση δίκη, (άρθρ. 573 παρ. ι ΚΠολ.Δ), προκύπτει ότι η βίαιη διακοπή της δίκης που επέρχεται από το θάνατο του διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά, με ενιαία δήλωση, στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητός τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί, αμέσως, συζήτηση της υποθέσεως (Ολ.ΑΠ 22/2000).
Για το παραδεκτό της συζητήσεως πρέπει να προσκομίζονται από εκείνον που δηλώνει την συνέχιση της δίκης στο όνομά του, μετά τον θάνατο του αρχικού διαδίκου ως κληρονόμου του αποβιώσαντος, αποδεικτικά έγγραφα, τόσο του θανάτου του αρχικού πρώτου αναιρεσείοντος, όσο και της ιδιότητας των δηλούντων την συνέχιση ως μοναδικών εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης κληρονόμων εκείνου, ώστε να βεβαιωθεί επισήμως ο θάνατος του αρχικού, πρώτου αναιρεσείοντος, και η ιδιότητα των δηλούντων ως κληρονόμων εκείνου.
Στην προκειμένη περίπτωση κατά την συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου δηλώθηκε η βίαιη διακοπή, λόγω θανάτου της αρχικής διαδίκου, (αναιρεσείουσας), υπό αύξοντα αριθμό 18 (Φ. Α.), η οποία απεβίωσε στις 14-7-2015, (όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη ληξιαρχική πράξη θανάτου της), την δίκη της οποίας συνεχίζουν κατόπιν δήλωσής τους οι, όπως προκύπτει από το με επίκληση προσκομιζόμενο πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου ...
και από την με αριθμ. ...4/9-8-2016 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς των Β. και Χ. Φ. που μεταγράφηκε νόμιμα, κληρονόμοι της, γιοί της (Β. και Χ. Φ.), οι οποίοι παρέστησαν, νομίμως, διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Βασιλείου Άτσιου. Επομένως αυτοί νομίμως συνεχίζουν την δίκη, και υπεισέρχονται στην δικονομική θέση της αρχικής διαδίκου.
Στο πλαίσιο της θεμελιακής δικονομικής αρχής της ελεύθερης διαθέσεως του αντικειμένου της δίκης, που καθιερώνεται από το άρθρο 106 ΚΠολΔ, το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να επιληφθεί αυτεπαγγέλτως μιας διαφοράς παρά μόνο ύστερα από σχετική αίτηση του διαδίκου. Αν, όμως, παρόλα αυτά, προβεί σε εκδίκαση και έκδοση απόφασης, τότε αυτή η απόφαση είναι ελαττωματική, διότι αντίκειται στην εν λόγω διαθετική αρχή.
Έλλειψη αίτησης υπάρχει και όταν έγινε παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής (ή ένδικου μέσου, κατ' άρθρ. 299 ΚΠολΔ), αφού η παραίτηση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 295 παρ. 1α του ίδιου Κώδικα, έχει ως συνέπεια η αγωγή κ.λπ. να θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε, ενώ αίρονται αναδρομικά οι συνέπειες της άσκησής της (ΑΠ 1348/2006).
Εξάλλου, κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον. Το απαιτούμενο αυτό έννομο συμφέρον προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Βλάβη του διαδίκου υπάρχει, όταν βλάπτεται (ηττάται).
Τούτο συμβαίνει, όταν απορρίπτονται, ολικά ή μερικά, οι αιτήσεις του ή γίνονται, ολικά ή μερικά, δεκτές έναντι αυτού αιτήσεις του αντιδίκου του. Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, ήτοι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του αναιρεσείοντος.
Το έννομο συμφέρον κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρ. 68 ΚΠολΔ) και, εφόσον δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλομένης, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης κρίνεται απαράδεκτος (ΑΠ 1619/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αίτηση επιδιώκεται η αναίρεση της 349/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας που, αφού συνεκδίκασε επτά (7) αιτήσεις, η μία από τις οποίες σωρεύεται σε παρέμβαση, καθόρισε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τα αναφερόμενα απαλλοτριωμένα ακίνητα.
Ο 78ος όμως, των αιτούντων της Ε' αίτησης Δ. Κ. Τ., ήδη 75ος των αναιρεσειόντων (φερόμενος ιδιοκτήτης του απαλλοτριωμένου ακινήτου που αναγράφεται στον οικείο κτηματολογικό πίνακα με αριθμό ....2), όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΛ, επισκόπηση της πληττόμενης απόφασης, με δήλωση των πληρεξούσιων δικηγόρων του στο ακροατήριο του δικαστηρίου που καταχωρίστηκε στα πρακτικά εκείνης της δίκης, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αίτησής του και, κατόπιν τούτου, αυτή θεωρήθηκε ότι δεν ασκήθηκε, κατά τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297 ΚΠολΔ και 18 παρ. 1 εδάφ.
β' ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ). Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη, κατά το μέρος που ασκείται από τον 75ο των αναιρεσειόντων, ο οποίος δεν έχει το απαιτούμενο για την άσκησή της έννομο συμφέρον, αφού δεν έχει υποστεί βλάβη, με βάση όσα προεκτέθηκαν.
Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001, "1. Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.
Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και για το δικαστήριο υποχρεωτικά, προκειμένου να διαγνωστεί η πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή αν λάβει υπόψη άλλα τέτοια.
Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του, για την πραγματική αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου, αν ληφθεί υπόψη η χρησιμοποιούμενη στην παραπάνω διάταξη λέξη "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Η σχετική, για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου, κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Επίσης, κατά το τελευταίο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 15 του ίδιου ν. 2882/2001, που προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 76 του ν. 4146/2013, "Το δικαστήριο υποχρεούται να αιτιολογεί ειδικά την τυχόν απόκλιση της προσδιοριζόμενης από το ίδιο αξίας του ακινήτου τόσο από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία του, όσο και από την προκύπτουσα από την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής της παραγράφου 1 του παρόντος ή του ανεξάρτητου εκτιμητή της παρούσας παραγράφου" (ΑΠ 844/2015).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ Ολομ. 28/1998, ΑΠ Ολομ. 32/1996).
Δεν αρκεί, για το ορισμένο του λόγου αυτού, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο:
α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 148/2008). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους συναφείς, υπό στοιχ. Α5 και Α1, λόγους αναίρεσης, για όλες τις κατηγορίες (οκτώ τον αριθμό) των απαλλοτριωμένων ακινήτων, όπως αναφέρονται στο αναιρετήριο, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση, ευθέως και εκ πλαγίου, των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 2, 25 παρ. 1, 93 παρ. 3 του Συντάγματος, 13 ν. 2882/2001, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 15 παρ. 3, 6 και 7 ν. 2882/2001, 1 παρ.
Γ1, Γ7 και Γ8 ν. 4152/2013 και της 19928/292/13-5-2013 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών "Θέσπιση Κώδικα Δεοντολογίας Πιστοποιημένων Εκτιμητών", διότι το Εφετείο καθόρισε, "αυθαίρετα και αναιτιολόγητα", τιμές "εξευτελιστικές", για τις εδαφικές εκτάσεις και τα επικείμενά τους που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά, για λόγους δημόσιας ωφέλειας (κατασκευή αυτοκινητόδρομου Κεντρικής Ελλάδας στο Δήμο ...
του Νομού ....), με τη νόμιμα δημοσιευμένη 1093759/6195/ 0010/2-10-2008 κοινή απόφαση των υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε, καθώς και για τα εδαφικά τμήματα που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση λόγω (σημαντικής) μείωσης της αξίας τους, 1) χωρίς να επεξηγεί πως κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό και σε ποία αποδεικτικά μέσα βασίστηκε και 2) χωρίς να αιτιολογεί για ποιό λόγο αποκλίνει από τις τιμές που προσδιορίζονται στην έκθεση εκτίμησης του συμβούλου των αναιρεσειόντων Γ.
Κ., οικονομολόγου - ανεξάρτητου πιστοποιημένου εκτιμητή, που αξιολόγησε την πραγματική κατάσταση και εκτίμησε την πραγματική αξία των ακινήτων τους κατά τα ευρωπαϊκά και διεθνή πρότυπα (Ι.VS και Ε.VS, ευρωπαϊκά πρότυπα 1 και 2), την οποία, στην πραγματικότητα, δεν έλαβε υπόψη, ούτε τα συγκριτικά και αποδεικτικά μέσα που αυτοί προσκόμισαν με επίκληση, ενώ, αντίθετα, έλαβε υπόψη τις δύο εκθέσεις εκτίμησης του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών, με στοιχεία Φ. 1493/9818/18-2-2008 (ορθή επανάληψη ΕΟΑΕ Α.202283/1-6-2009) και από 12ο/2012, που προσκόμισε το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, μολονότι αυτές είναι εσφαλμένες, επειδή εκτιμούν την αγοραία αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων, η οποία, όμως, σύμφωνα με τα διεθνή και ευρωπαϊκά πρότυπα, δεν μπορεί να έχει εφαρμογή σε υποθέσεις αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, στις οποίες ο καθορισμός της αποζημίωσης βασίζεται στην "ειδική αξία απαλλοτρίωσης" και, επιπλέον, δεν συνυπολόγισαν την πραγματική κατάσταση και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ακινήτων τους, καθώς δεν διενεργήθηκε σε αυτά αυτοψία και δεν λήφθηκαν υπόψη σημαντικά στοιχεία που προσκομίστηκαν, κατά παράβαση όσων ορίζονται, ιδίως, στο άρθρο 15 παρ. 3 του ν. 2882/2001.
Οι λόγοι αυτοί είναι, προεχόντως, απαράδεκτοι, δεδομένου ότι δεν μνημονεύονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, αναφορικά με τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για τις εδαφικές εκτάσεις και τα επικείμενά τους (παρά μόνο για τη μείωση της αξίας των εδαφικών τμημάτων που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση), με την επισήμανση ότι δεν εκτίθεται ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ως προς το ζήτημα τούτο, ούτε προσδιορίζεται το υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου, δηλαδή αν η παραβίαση των προπαρατιθέμενων διατάξεων (όσων είναι ουσιαστικού δικαίου) οφείλεται σε εσφαλμένη εφαρμογή τους ή ψευδή ερμηνεία.
Εν πάση περιπτώσει, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι και επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αυτή δεν στερείται αιτιολογιών, αφού διαλαμβάνεται ότι έγινε η επίμαχη αναγκαστική απαλλοτρίωση για δημόσια ωφέλεια στις ιδιοκτησίες-αγροτεμάχια των αναιρεσειόντων, που βρίσκονται εκτός σχεδίου πόλης και οικισμών και προορίζονται αμιγώς για γεωργικές χρήσεις (ενώ υπάρχουν και κτηνοτροφικές δραστηριότητες), και με βάση τα αναφερόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα που συνεκτιμήθηκαν προσδιορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τις εδαφικές εκτάσεις με τα επικείμενά τους που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά, καθώς και ιδιαίτερη αποζημίωση για τα τμήματα που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση λόγω (σημαντικής) μείωσης της αξίας τους και, επίσης, αναγνωρίστηκε ότι δεν συντρέχει το κατ' άρθρ. 1 του ν. 653/1977 τεκμήριο ωφέλειας για τα αναγραφόμενα ακίνητα (άρθρ. 33 ν. 2971/2001).
Σημειώνεται ότι, με τους πιο πάνω, υπό στοιχ. Α5, λόγους, γίνεται επίκληση των αναιρετικών πλημμελειών και του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς, όμως, οι λόγοι αυτοί να περιέχουν πραγματικά περιστατικά που να τους στοιχειοθετούν αλλά εξαντλούνται στην αναφορά της υπόψη διάταξης (ΑΠ 1491/2009, ΑΠ 1645/2007).
Συνεπώς, οι παρόντες λόγοι, κατά το μέρος τους τούτο, είναι απαράδεκτοι, εξαιτίας της αοριστίας τους.
Κατά τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντίφασης στο αιτιολογικό της απόφασης αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού.
Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμενο (ΑΠ 87/2013). Αν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό και έχει μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών ιδρύεται ο από τον αριθμό 19 λόγος, ενώ, αν υπάρχει μεταξύ εκείνων που έγιναν δεκτά και του συμπεράσματος (συλλογιστικό άλμα), ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 λόγος.
Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προτείνεται, πρώτη φορά, στον Άρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2 εδάφ. β' ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση με τους ίδιους πιο πάνω, υπό στοιχ. Α1, λόγους της αναίρεσης και με την επίκληση της διάταξης του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτά, πρώτη φορά, στο παρόν Δικαστήριο, η αιτίαση ότι "...οι αιτιολογίες και διατάξεις της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως είναι αντιφατικές και λίαν ανεπαρκείς".
Οι λόγοι αυτοί είναι, πρωτίστως, απαράδεκτοι, διότι δεν προσδιορίζεται ποία είναι η αντίφαση που υπάρχει στο διατακτικό της απόφασης, η οποία, και μόνο αυτή, ιδρύει τον παρόντα λόγο αναίρεσης, με την επισήμανση ότι όσα εκθέτουν οι αναιρεσείοντες ανάγονται σε αντιφάσεις και ανεπάρκειες, κατ' αυτούς, του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης ή μεταξύ αυτού και του διατακτικού της.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421-425/2009).
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013).
Ακόμη "πράγμα", κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, είναι κάθε περιστατικό που, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή κατάλυση του ασκούμενου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού (ΑΠ 87/2013).
Με βάση αυτά, δεν αποτελούν "πράγματα", με την παραπάνω έννοια, και η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 94/2008).
Ειδικότερα, η μη λήψη υπόψη των εγγράφων που συγκαταλέγονται στα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 8 εδάφ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, αλλά ελέγχεται αναιρετικά από τον αριθμ. 11 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με το εδάφιο γ' του οποίου αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11γ' του ΚΠολΑ, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, που εφαρμόζονται και στη δίκη προσδιορισμού τιμής μονάδας αποζημίωσης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 1, 19 παρ. 9 και 10, 20 παρ. 6 και 8 ν. 2882/2001 (ΑΠ 1359/2010, ΑΠ 124/2009), προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.
Καμία, ωστόσο, διάταξη νόμου δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει, κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 1456/2014, ΑΠ 292/2011).
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τους συναφείς, υπό στοιχ. Α2, λόγους της αναίρεσης, για όλες τις κατηγορίες των ακινήτων, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση, με την επίκληση των διατάξεων του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 11 ΚΠολΔ, τις αιτιάσεις ότι δεν έλαβε υπόψη 1) τους ισχυρισμούς τους που προέβαλαν παραδεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης για το ότι τα ακίνητά τους (απαλλοτριωμένα, καθώς και εκείνα που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση) έχουν πλεονεκτήματα και ιδιαίτερα, το καθένα, χαρακτηριστικά, βάσει των οποίων η αξία τους είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή που καθόρισε το Εφετείο και 2) τα αναφερόμενα, σε καθένα λόγο ξεχωριστά, αποδεικτικά μέσα (έγγραφα, δικαστικές αποφάσεις ως πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία, τεχνικές εκθέσεις, μεταξύ των οποίων της Ι.
Σ., αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού και την προαναφερόμενη του Γ. Κ.), τα οποία δεν εκτίμησε και δεν αξιολόγησε ειδικά, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε εσφαλμένη κρίση. Οι λόγοι αυτοί 1) από τον αριθμό 8, είναι, κυρίως, απαράδεκτοι, διότι α) δεν αποτελούν "πράγματα", με την παραπάνω έννοια, τα οριζόμενα, περιοριστικώς, στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, η μη λήψη υπόψη των οποίων δεν ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, β) οι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων, ως προς την αξία των εδαφικών εκτάσεων και των επικειμένων τους που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά, καθώς και των τμημάτων που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και, συνεπώς, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, αλλά συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα που επιδρούν στην αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων τους και των τμημάτων που εναπομένουν μετά την απαλλοτρίωση, γ) με το πρόσχημα αναιρετικών πλημμελειών, προβάλλονται αιτιάσεις για τη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες οι αναιρεσείοντες έχουν διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τα παραπάνω ζητήματα και δ) εν πάση περιπτώσει, το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς και, εκ του πράγματος, τους απέρριψε και 2) από τον αριθμό 11γ', είναι αβάσιμοι, γιατί το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του για την ουσία της υπόθεσης, αφού έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, όπως βεβαιώνεται με την προσβαλλόμενη απόφαση, και "όλα, χωρίς εξαίρεση, τα έγγραφα που οι διάδικοι νομότυπα επικαλούνται και προσκομίζουν" (σελίδα 89η) και "...α) τις επικαλούμενες από κάθε διάδικο αξίες των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, σε συνδυασμό με τα συγκριτικά και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που καθένας απ' αυτούς προσκομίζει και επικαλείται, β) τις εκτιμήσεις του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών, γ) τα τεκμήρια που συνάγονται από τις εφετειακές αποφάσεις για άλλες απαλλοτριώσεις (προσκομιζόμενες από τους καθών η απαλλοτρίωση) αλλά και την προαναφερόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας (297/2010) που καθόρισε την προσωρινή αποζημίωση και δ) τα συγκριτικά στοιχεία που επικαλέστηκαν οι μάρτυρες αποδείξεως και ανταποδείξεως..." (σελίδα 100η), ενώ, ειδικά, η από Μαρτίου 2013 τεχνική έκθεση της αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Ι.
Σ. και η από 21-3-2014 "έκθεση εκτίμησης αξίας ακινήτων" του ανεξάρτητου πιστοποιημένου εκτιμητή Γ. Κ. αναφέρονται στη σελίδα 121η της προσβαλλομένης και δεν καταλείπεται, κατόπιν αυτών, καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα επίμαχα έγγραφα που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες.
Κατά τη διάταξη του αριθμού 9 εδάφ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης.
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (ΑΠ Ολομ. 25/2003, ΑΠ 845/2009), όπως και η αίτηση για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης σχετικά με την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων ή των επικειμένων τους (ΑΠ 998/2011, ΑΠ 21/2010, ΑΠ 124/2009).
Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ' αυτήν λόγου αναίρεσης, απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.
Για να είναι όμως ορισμένος και άρα παραδεκτός λόγος αναίρεσης που προβάλλεται με βάση τη διάταξη αυτή, πρέπει να προσδιορίζεται το αποδεικτικό μέσο και να αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ποία αποδεικτική δύναμη προσδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο της ουσίας και ποίο είναι το σχετικό σφάλμα της απόφασής του.
Εξάλλου, ο ίδιος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσδίδει σε κάποιο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ορίζει ο νόμος και όχι όταν προβαίνει σε εκτιμήσεις σχετικά με την αξιοπιστία κάποιου αποδεικτικού μέσου. Η τελευταία αυτή κρίση είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 1491/2009).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τους ίδιους, υπό στοιχ. Α2, λόγους αναίρεσης, γίνεται επίκληση των αναιρετικών πλημμελειών από τους αριθμούς 9, 12 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να προβάλλονται συγκεκριμένες αιτιάσεις. Επομένως, και κατά τούτο, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, εξαιτίας της αοριστίας τους (ΑΠ 1491/2009, ΑΠ 1645/2007).
Εν πάση, όμως, περιπτώσει, με την εκδοχή ότι οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις ότι δεν έγιναν δεκτά τα αιτήματά τους να καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τα απαλλοτριωμένα ακίνητά τους με τα επικείμενα, καθώς και η ιδιαίτερη αποζημίωση για τα τμήματα που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, στο ύψος των ποσών που ζήτησαν αυτοί αλλά καθορίστηκαν σε μικρότερο ύψος, δεν θεμελιώνονται οι παρόντες λόγοι α) του αριθμού 9, αφού τα αιτήματά τους έγιναν, κατά ένα μέρος, δεκτά, κατά μερική παραδοχή των αιτήσεών τους (ΑΠ 844/2015, ΑΠ 588/2014), β) του αριθμού 12, καθόσον δεν προσδιορίζεται, πρωτίστως, ποία αποδεικτική δύναμη προσδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας και σε ποίο επακριβώς αποδεικτικό μέσο και γ) του αριθμού 19, γιατί, με το πρόσχημα της παραβίασης της διάταξης αυτής, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, ως προς τα ζητήματα αυτά (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνακόλουθα, οι παρόντες λόγοι είναι απαράδεκτοι και για την αιτία αυτή.
Όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 9 και 20 παρ. 6 του ν. 2882/2001, τα αποδεικτικά μέσα που επιτρέπονται στη διαδικασία τόσο της προσωρινής όσο και της οριστικής αποζημίωσης είναι τα προβλεπόμενα από τον ΚΠολΔ (άρθρ. 339), με εξαίρεση τις ένορκες βεβαιώσεις, αλλά και εκείνα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου.
Η δυνατότητα αυτή επίκλησης αποδεικτικών μέσων που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, άρα και κάθε είδους εγγράφων, με εξαίρεση τα πλαστά και τα μη γνήσια έγγραφα (ΑΠ 277/2010), δικαιολογείται από το ότι στη δίκη της απαλλοτρίωσης, με τη χρήση τους, επιτυγχάνεται ταχύτητα της διαδικασίας και περιορισμός των δικαστικών εξόδων.
Εξάλλου, η τυπικότητα των κανόνων αυστηρής απόδειξης δεν συνάδει με την ανάγκη για ταχεία και ολιγοδάπανη διαδικασία καθορισμού της αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα. Περαιτέρω, η εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων στην εν λόγω δίκη γίνεται ελεύθερα από το δικαστήριο στο πλαίσιο του ανακριτικού συστήματος, όπως προβλέπεται ρητά στις διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 10 εδάφ.
α' και 20 παρ. 8 ν. 28882/2001. Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ 49/2015, ΑΠ 1047/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους συναφείς, υπό στοιχ. Α3, λόγους αναίρεσης, για τις 1η, 2η και 3η κατηγορίες ακινήτων, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 εδάφ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα για την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων (και των επικειμένων τους) και, συνακόλουθα, για τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσής τους, τις προαναφερόμενες δύο εκθέσεις εκτίμησης του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών, οι οποίες, όμως, για τις αιτίες που εκτέθηκαν στην αρχική σκέψη της παρούσας, αναφορικά με τους Α1 και Α5 λόγους της αναίρεσης, είναι εσφαλμένες.
Οι λόγοι αυτοί, κατά το μέρος τους τούτο, είναι αλυσιτελείς, διότι, και με την εκδοχή ότι αληθεύουν οι ισχυρισμοί που τους θεμελιώνουν, το δικαστήριο της ουσίας μπορούσε να λάβει υπόψη τις εκθέσεις αυτές, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων για το απαράδεκτο των συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων (που αποτελούν συνάμα και στοιχεία της προδικασίας, κατ' άρθρ. 17 παρ. 3 ν. 2882/2001), προβλήθηκαν στο Εφετείο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αφού δεν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 74/2008, ΑΠ 1419/2007).
Κατά τα λοιπά, με τους ίδιους λόγους γίνεται επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την απλή αναφορά της διάταξης αυτής, χωρίς, όμως, να εκτίθενται πραγματικά περιστατικά που να τους στοιχειοθετούν. Κατά συνέπεια, οι λόγοι αυτοί είναι αόριστοι, κατά το μέρος τους τούτο.
Από τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 13 του ν. 2882/2001, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι για να είναι πλήρης η αποζημίωση για την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου, δηλαδή για να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου, καθώς και των συναπαλλοτριούμενων συστατικών (ΑΠ 422/2015), έστω και αν αυτά δεν αναφέρονται στον κτηματολογικό πίνακα, αρκεί να υπάρχει σχετικό αίτημα (ΑΠ Ολομ. 5/2002, ΑΠ 1902/2009), κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσωρινό ή τον οριστικό (εφόσον από την πρώτη συζήτηση παρήλθε ένα έτος) προσδιορισμό της αποζημίωσης, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου και των συστατικών του, αλλά και τη ζημία που ενδεχομένως υφίσταται ο δικαιούχος από τη σημαντική μείωση της αξίας του τμήματος που εναπομένει μετά την απαλλοτρίωση, ακόμη και αν η ζημία αυτή προκαλείται από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση.
Εξάλλου, ως τμήμα που απομένει για την τυχόν μείωση της αξίας του οποίου προσδιορίζεται και παρέχεται η πιο πάνω ιδιαίτερη αποζημίωση, νοείται όχι μόνο η εδαφική έκταση που εναπομένει αλλά και τα τυχόν συστατικά του ακινήτου σ' αυτή, όπως είναι η οικοδομή, της οποίας απομειώνεται η αξία, τα πηγάδια, τα θερμοκήπια κ.λπ.
που καθίστανται άχρηστα πλέον για τη χρήση που προορίζονταν (ΑΠ Ολομ.31/2005, ΑΠ 1185/2005, ΑΠ 507/ 2000). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους υπό στοιχ. 4ο λόγους της αναίρεσης, για τις 4η, 5η, 7η και 8η κατηγορίες ακινήτων, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα εξής: 1) Για τα επικείμενα βαμβάκι, σιτάρι και τριφύλλι ("συστατικά εδάφους - καλλιέργεια") που υπάρχουν στην 4η κατηγορία ακινήτων, μολονότι ζητήθηκε απ' αυτούς ο καθορισμός αποζημίωσης, το Εφετείο απέρριψε το αίτημά τους, ως μη νόμιμο, θεωρώντας ότι ζήτησαν να καθοριστεί αποζημίωση για την απώλεια προσόδων από τα ακίνητά τους (διαφυγόντα κέρδη). 2) Για τα αναφερόμενα επικείμενα που υπάρχουν στην 5η κατηγορία των ακινήτων, αφενός μεν στα απαλλοτρκομένα τμήματά τους, αφετέρου δε στα τμήματα που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, τα οποία και καταστρέφονται, δεν καθορίστηκε αποζημίωση, αν και ζητήθηκε. 3) Για τα αναφερόμενα εδαφικά τμήματα που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση της 7ης κατηγορίας των ακινήτων, παρότι ζήτησαν τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, στα παρατιθέμενα ποσοστά, για (σημαντική) μείωση της αξίας τους εξαιτίας της απαλλοτρίωσης, κατ' άρθρ. 13 παρ. 4 ν. 2882/2001, για άλλα μεν δεν προσδιορίστηκε τέτοια αποζημίωση, για άλλα δε καθορίστηκε αποζημίωση αλλά σε μικρότερα ποσοστά από εκείνα που είχαν ζητήσει και 4) Για την 8η κατηγορία των ακινήτων που αποτελούν, κατά τους αναιρεσείοντες, αυτοτελή και διαιρετά ακίνητα, ως τμήματα μεγαλύτερων ακινήτων, ήτοι των ακινήτων που αναγράφονται στα τεχνικά στοιχεία της απαλλοτρίωσης (κτηματολογικό πίνακα) με τους αριθμούς 6, 23, 34, 42, 59, 65, 72, 93, 116, 121 και 161, αν και ζητήθηκε, δεν καθορίστηκε αποζημίωση α) για το έδαφος, β) για τα επικείμενα που υπάρχουν είτε μέσα στα απαλλοτριωμένα είτε στα τμήματα που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση, τα οποία καταστρέφονται και γ) για τα τελευταία αυτά εδαφικά τμήματα, λόγω (σημαντικής) μείωσης της αξίας τους, μετά την απότμηση των απαλλοτριωμένων.
Εξάλλου, παρά την υποβολή σχετικών αιτημάτων, καθορίστηκε αποζημίωση για τα αναφερόμενα επικείμενα που υπάρχουν μέσα στα απαλλοτριωμένα αλλά σε αναντιστοιχία με την αναγραφόμενη πραγματική τους αξία και, περαιτέρω, δεν αναγνωρίστηκε ότι δεν συντρέχει και για τα πιο πάνω, αυτοτελή και διαιρετά, ακίνητα το κατά το άρθρο 1 του ν. 653/1977 τεκμήριο ωφέλειας.
Με βάση αυτά, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν, με τους παραπάνω λόγους, στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ, κατά το μέρος που γίνεται επίκληση αναιρετικών πλημμελειών και από τους αριθμούς 11, 12 και 19 του ίδιου άρθρου, οι λόγοι αυτοί είναι αόριστοι, γιατί δεν περιέχουν πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωσή τους.
Κατά τα λοιπά, αναφορικά με τις αιτιάσεις από τους αριθμούς 8 και 9, οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι ως προς τις παραπάνω 1η, 3η και 4η (με την παρακάτω εκτιθέμενη εξαίρεση) αιτιάσεις. Ειδικότερα: 1) Ως προς τη με αριθμό 1 αιτίαση (4η κατηγορία ακινήτων): Το Εφετείο απέρριψε το αίτημα των αναιρεσειόντων για καθορισμό "ιδιαίτερης" αποζημίωσης για τα "συστατικά εδάφους - καλλιέργεια" (βαμβάκι, σιτάρι, τριφύλλι), ως μη νόμιμο, με τη διαλαμβανόμενη αιτιολογία ότι πρόκειται για καθορισμό αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη (απώλεια προσόδων μονοετών καλλιεργειών και από απαλλοτριούμενα ακίνητα) που δεν συναρτάται με την αξία των απαλλοτριωμένων (ΑΠ Ολομ. 8-7/2006, ΑΠ 71/2012) και, συνεπώς, δεν ιδρύονται οι από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι, αφού έλαβε υπόψη τους σχετικούς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων και τους απέρριψε (ΑΠ 1175/2015), ούτε παρέμειναν αδίκαστες οι αιτήσεις τους αυτές, οι οποίες και απορρίφθηκαν (ΑΠ 528/2009, ΑΠ 826/2007), με ειδική μάλιστα αιτιολογία. 2) Ως προς τη με αριθμό 3 αιτίαση (7η κατηγορία ακινήτων):
Το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς που πρότειναν οι αναιρεσείοντες και αφορούσαν την επικαλούμενη μείωση της αξίας των ακινήτων τους που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση και, συγκεκριμένα, κατά ένα μέρος, τους δέχθηκε (χωρίς να θεμελιώνονται τέτοιοι λόγοι από το γεγονός ότι δεν έγινε δεκτό το αίτημά τους να καθοριστεί η οριστική αποζημίωση στο ύψος του ποσού που ζήτησαν αλλά αυτή προσδιορίστηκε σε μικρότερο ύψος) και, κατά άλλο μέρος, τους απέρριψε είτε με τη διαλαμβανόμενη αιτιολογία (στις σελίδες 106 έως 116 της προσβαλλόμενης απόφασης), είτε εκ των πραγμάτων και, συνάμα, δεν άφησε αδίκαστες τις αιτήσεις τους αυτές, οι οποίες, κατά μερική παραδοχή, έγιναν δεκτές.
Επομένως, δεν ιδρύονται οι παρόντες λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 1175/2015, ΑΠ 844/2015, ΑΠ 588/ 2014) και 3) Ως προς τις με αριθμό 4 αιτιάσεις (8η κατηγορία ακινήτων): α) Κατά το μέρος που αυτές αναφέρονται στον μη καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για τις εδαφικές εκτάσεις που απαλλοτριώθηκαν, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Εφετείο καθόρισε οριστική αποζημίωση για τα μεγαλύτερα ακίνητα, τμήματα των οποίων αποτελούν, όπως και οι αναιρεσείοντες παραδέχονται, τα επίμαχα με αριθμούς κτηματολογικού πίνακα 6-Α1, 6-Α2, 6-Α3, 23-Α1, 23-Α2, 34-Α1, 34-Α2, 34-Α3, 34-Α4, 42-Α1, 42-Α2, 59-Α1, 65-Α1, 72-Α1, 116-Α1, 121-Α1, 121-Α2, 121-Α3, 121-Α4, 121-Α5 και 161-Α5 ακίνητα, τα οποία οι τελευταίοι υποστηρίζουν ότι, ως αγροτεμάχια, έστω και αν προέρχονται από αναδασμό, αποτελούν αυτοτελή και διαιρετά τμήματα άρα καθόρισε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης και γι' αυτά, με την παρατιθέμενη μάλιστα αιτιολογία, που δεν αποδέχονται, βέβαια, οι αναιρεσείοντες, ότι δεν είναι επιτρεπτή, κατά νόμο, η κατάτμηση των εν λόγω αγροτεμαχίων, επειδή προέρχονται από αναδασμό, β) Κατά το μέρος που οι αιτιάσεις αναφέρονται στο ότι δεν καθορίστηκε αποζημίωση για τα επικείμενα με τις περαιτέρω διακρίσεις αα) για τα "συστατικά εδάφους - καλλιέργεια" (σιτάρι, βαμβάκι) που βρίσκονται είτε μέσα στα απαλλοτριωμένα ακίνητα είτε στα τμήματά τους που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση, ββ) για το επικείμενο που υπάρχει μέσα στο απαλλοτριωμένο, με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 6-Α1, ακίνητο (40 μέτρα λάστιχο Φ20) και για τα επικείμενα που βρίσκονται μέσα στο τμήμα του ίδιου ακινήτου που απομένει μετά την απαλλοτρίωση και γγ) για τα επικείμενα που βρίσκονται μέσα στα απαλλοτριωμένα, με αριθμούς κτηματολογικού πίνακα 65-Α1 και 116-Α1, ακίνητα, για τα οποία καθορίστηκε αποζημίωση, αναντίστοιχη, όμως, με την πραγματική αξία τους, είναι αβάσιμες, με την εξαίρεση το επικείμενο της 6-Α1 ιδιοκτησίας, όπως θα εκτεθεί ακολούθως, δεδομένου ότι, I) ως προς την αα αιτίαση, το Εφετείο απέρριψε το σχετικό αίτημα των αναιρεσειόντων με την αιτιολογία που μνημονεύτηκε προηγουμένως, σε σχέση με την 1η αιτίαση (της 4ης κατηγορίας των ακινήτων), II) ως προς τη ββ αιτίαση, κατά το μέρος που αφορά, παρά την υποβολή αιτήματος, τον μη καθορισμό αποζημίωσης για τα επικείμενα που βρίσκονται στο ακίνητο 6-Α1 που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, διότι, στο παρόν στάδιο, δεν προσκομίζεται η κατ' άρθρ. 15 παρ. 2 ν. 2882/2001 αίτηση, προκειμένου να ελεγχθεί το αν πράγματι υποβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες η οικεία αίτηση στην αρμόδια υπηρεσία για την εκτίμηση της αξίας των συγκεκριμένων επικειμένων, τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, καταστρέφονται εξαιτίας της απαλλοτρίωσης, ώστε να καθοριστεί η αποζημίωση (άρθρ. 18 παρ. 6 του ίδιου νόμου) και III) ως προς τη γγ αιτίαση, διότι δεν θεμελιώνονται οι παρόντες λόγοι, επειδή καθορίστηκε η οριστική αποζημίωση σε μικρότερο ύψος από εκείνο το ποσό που ζητούσαν οι αναιρεσείοντες και που, κατά την άποψή τους, ανταποκρινόταν στην πραγματική αξία των απαλλοτριωμένων επικειμένων κατά τον κρίσιμο χρόνο και γ) Κατά το μέρος που οι αιτιάσεις αναφέρονται στο ότι δεν καθορίστηκε αποζημίωση για τα τμήματα των ακινήτων αυτών που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση και δεν έγινε δεκτό ότι αίρεται το (μαχητό) τεκμήριο αυτοαποζημίωσης, είναι αβάσιμες, διότι το Εφετείο με το να καθορίσει την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των μεγαλύτερων ακινήτων, μέσα στα οποία, βρίσκονται και τα θεωρούμενα από τους αναιρεσείοντες αυτοτελή και διαιρετά, επιμέρους, εδαφικά τμήματα, αποφάνθηκε και για τα ζητήματα αυτά, αφενός μεν, προσδιορίζοντας ποία ακίνητα που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση υφίστανται (σημαντική) μείωση της αξίας τους, για τα οποία και καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση, αφετέρου δε, αναγνωρίζοντας για ποία ακίνητα δεν συντρέχει το πιο πάνω τεκμήριο ωφέλειας.
Κατά συνέπεια, έλαβε υπόψη τους σχετικούς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, τους οποίους και δέχθηκε, κατά ένα μέρος, και δεν άφησε αδίκαστες τις αιτήσεις τους, όπως αναπτύχθηκε και προηγουμένως, σε σχέση με την 3η αιτίαση. Ειδικά, για την απομείωση της αξίας των τμημάτων αυτών που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση, επισημαίνεται ότι οι κρινόμενοι λόγοι είναι και αλυσιτελείς, δεδομένου ότι στην πληττόμενη απόφαση δεν περιέχονται παραδοχές για το ότι τα απαλλοτριωμένα ακίνητα είχαν, πριν από την απαλλοτρίωση, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την οικοδόμηση, δηλαδή ότι είχαν και οικοπεδική αξία, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες.
Αντίθετα, στην προσβαλλομένη περιλαμβάνονται παραδοχές για το ότι πρόκειται για αγροτεμάχια με αμιγώς γεωργική χρήση, ενώ υπάρχουν και κτηνοτροφικές δραστηριότητες, και, συνακόλουθα, δεν νοείται να ερευνηθεί αν τα εν λόγω ακίνητα πληρούσαν, πριν από την απαλλοτρίωση, τους όρους δόμησης κατά τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις και αν τα εδαφικά τμήματα που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση δεν είναι πλέον άρτια ούτε κατά παρέκκλιση ή είναι μεν άρτια αλλά όχι οικοδομήσιμα (ΑΠ 96/2015, ΑΠ 1619/2010, ΑΠ 1290/ 2009).
Όσον αφορά, όμως, τη 2η αιτίαση (της 5ης κατηγορίας ακινήτων), όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του όλου περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης και των από 28-2-2011 αίτησης και από 5-3- 2014 παρέμβασης-αίτησης (υπό στοιχ. Δ' και Ζ', αντίστοιχα, στην απόφαση), το Εφετείο, αν και στα δικόγραφα αυτά υπήρχε σχετικό αίτημα από τους ενδιαφερομένους αναιρεσείοντες για επιδίκαση αποζημίωσης, παρέλειψε να αποφανθεί για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για τα παρακάτω επικείμενα, ήτοι 1) 150 μέτρα καρούλι, 300 μέτρα λάστιχο, 3 σωλήνες 3άρι (ιδιοκτησία 14), 2) σωληνωτοί οχετοί από τσιμέντο διαμέτρου 80 εκατοστών, μήκους 12 μέτρων (ιδιοκτησία 113), 3) δύο μονάδες ξήρανσης καπνού (φούρνοι), βάση από μπετόν 119 τετραγωνικών μέτρων (ιδιοκτησία 119), 4) πίνακας τριφασικός με ηλεκτρικό μοτέρ 40-20 με παροχή 1 και ρολόι Δ.Ε.Η. (ιδιοκτησία 160) και 5) αγωγός άρδευσης 3 ιντσών 100 μέτρων (ιδιοκτησία 241), καθώς και για το επικείμενο της 6 ιδιοκτησίας (κατά τους αναιρεσείοντες 6-Α1) της 8ης κατηγορίας ακινήτων (παραπάνω με αριθμό 4η αιτίαση, στοιχ.
ββ), δηλαδή 40 μέτρα λάστιχο Φ20. Όσον αφορά τα επικείμενα της ίδιας 5ης κατηγορίας των ακινήτων που, κατά τους αναιρεσείοντες, υπάρχουν στα εδαφικά τμήματα που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση (ιδιοκτησίες 50, 59, 113, 119 και 161) και καταστρέφονται, για τα οποία δεν καθορίστηκε αποζημίωση, μολονότι υποβλήθηκε σχετικό αίτημα, οι παρόντες λόγοι είναι αβάσιμοι, γιατί, στο στάδιο τούτο, δεν προσκομίζεται η κατ' άρθρ. 15 παρ. 2 και 18 παρ. 6 του ν. 2882/2001 αίτηση, όπως, κατά τα λοιπά, εκτίθεται στην 4η αιτίαση για την 8η κατηγορία των ακινήτων.
Συνεπώς, οι ερευνώμενοι, από τους αριθμούς 8 και 9, υπό στοιχ. Α4, λόγοι της αναίρεσης είναι, κατά ένα μέρος, βάσιμοι. Να σημειωθεί, τέλος, ότι δεν γίνεται μνεία για το επικείμενο της 65 (κατά τους αναιρεσείοντες, 65-Α1) ιδιοκτησίας (εξωτερικοί σωλήνες, μήκους 180 μέτρων), για το οποίο δεν καθορίστηκε αποζημίωση, καθόσον δεν έχει υποβληθεί ειδικό αίτημα για το ποσό, στο οποίο ζητείται να καθοριστεί η αποζημίωση αυτή (ΑΠ 273/2003).
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που οφείλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 682/2014, ΑΠ 183/2014).
Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ 1620/2005).
Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τους υπό στοιχ. Β1 και Β5 (τελευταίους) λόγους (όπως αναγράφονται στο αναιρετήριο) της αναίρεσης και με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 2, 25 παρ. 1 εδάφ. τελευταίο και 93 παρ. 3 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, 13 παρ. 1 και 3, 18 παρ. 4 ν. 2882/2001 και 305 αριθμ. 4 ΚΠολΔ, αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι παραβίασε τις διατάξεις αυτές με το να μη συμπεριλάβει στην αμοιβή που επιδίκασε στους πληρεξούσιους δικηγόρους τους (ως μέρος της συνολικής δαπάνης) το φόρο προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) που της αναλογεί, υποπίπτοντας, έτσι, στις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 1, 12, 17 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Οι λόγοι αυτοί, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά τους ή όχι, είναι, προεχόντως, απαράδεκτοι, αφού δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι οι σχετικοί, θεμελιωτικοί τούτων, ισχυρισμοί προβλήθηκαν και από ποιους αναιρεσείοντες, με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, στη δίκη του οριστικού καθορισμού της αποζημίωσης, αν και μπορούσαν να προβληθούν, χωρίς, παράλληλα, να εμπίπτουν στις λοιπές πιο πάνω εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ.
Κατά συνέπεια πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα ως προς την παράλειψή της να αποφανθεί για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για τα παρακάτω επικείμενα, ήτοι 1) 150 μέτρα καρούλι, 300 μέτρα λάστιχο, 3 σωλήνες 3άρι (ιδιοκτησία ΚΠ 14), 2) σωληνωτοί οχετοί από τσιμέντο διαμέτρου 80 εκατοστών, μήκους 12 μέτρων (ιδιοκτησία ΚΠ 113), 3) δύο μονάδες ξήρανσης καπνού (φούρνοι), βάση από μπετόν 119 τετραγωνικών μέτρων (ιδιοκτησία ΚΠ 119), 4) πίνακας τριφασικός με ηλεκτρικό μοτέρ 40-20 με παροχή 1 και ρολόι Δ.Ε.Η. (ιδιοκτησία ΚΠ 160) και 5) αγωγός άρδευσης 3 ιντσών 100 μέτρων (ιδιοκτησία ΚΠ 241), καθώς και για το επικείμενο της ΚΠ 6 ιδιοκτησίας (κατά τους αναιρεσείοντες ΚΠ 6-Α1, δηλαδή 40 μέτρα λάστιχο Φ20 και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαιά της, στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, στον καταθέσαντα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), τα οποία ορίζονται μειωμένα, κατ' άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/ 1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ.) σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αρ. 2 της 134423/18-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται στο διατακτικό, δοθέντος ότι η αποκλείουσα την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 δεν έχει εφαρμογή στην δίκη της αναίρεσης κατ` απόφασης εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης, στην οποία εφαρμόζονται, όσον αφορά στη δικαστική δαπάνη, οι διατάξεις των άρθρων 173 έως 193 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (άρθρο 22 παρ. 3 ν. 2882/2001, ΑΠ 148/2018),.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την αίτηση αναίρεσης ως προς τον Δ. Τ. (75ο των αναιρεσειόντων).
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της υπ' αριθμ. 58/2015 αίτησης αναίρεσης ως προς τους αναιρεσείοντες με αύξοντα αριθμό 3 (Φ. Ρ.), 4 (Ρ. Ε.), 23 (Τ. Θ.), 24 (Τ. Η.), 30 (Ρ. Θ.), 31 (Α. Ρ.), 32 (Α. Ρ.), 51 (Ε. χήρα Θ. Π.), 66 (Ε. Δ.), 67 (Π. ή Π. Ι.), 68 (Β. Τ.) και 69 (Β. Τ.).
Δικάζει ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες την αίτηση αναίρεσης.
Αναιρεί, κατά ένα μέρος, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαιά της την 349/2014 οριστική απόφαση του Εφετείου Λάρισας, ήτοι για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για τα παρακάτω επικείμενα, ήτοι 1) 150 μέτρα καρούλι, 300 μέτρα λάστιχο, 3 σωλήνες 3άρι (ιδιοκτησία ΚΠ ....4), 2) σωληνωτοί οχετοί από τσιμέντο διαμέτρου 80 εκατοστών, μήκους 12 μέτρων (ιδιοκτησία ΚΠ ....13), 3) δύο μονάδες ξήρανσης καπνού (φούρνοι), βάση από μπετόν 119 τετραγωνικών μέτρων (ιδιοκτησία ΚΠ ....19), 4) πίνακας τριφασικός με ηλεκτρικό μοτέρ 40-20 με παροχή 1 και ρολόι Δ.Ε.Η. (ιδιοκτησία ΚΠ ....60) και 5) αγωγός άρδευσης 3 ιντσών 100 μέτρων (ιδιοκτησία ΚΠ ....41), καθώς και για το επικείμενο της ΚΠ ..... ιδιοκτησίας (κατά τους αναιρεσείοντες ΚΠ 6.....1), δηλαδή 40 μέτρα λάστιχο Φ20.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαια της, για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Λάρισας, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ