209/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated209/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η κυκλοφορία επί γηπέδου προσιτού στο κοινό ή σε κάποιο αριθμό προσώπων, που δικαιούνται να συχνάζουν σ' αυτό, εξομοιώνεται με την κυκλοφορία επί οδού", "Άρθρο 5 παρ. 1. Επιφυλασσομένων των διατάξεων του άρθρου 3, απαγορεύεται η κυκλοφορία αυτοκινήτου στην Ελλάδα, αν δεν υπάρχει κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 ασφαλιστική κάλυψη", "Άρθρο 6.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 209 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 209/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "COMMERCIAL VALUE", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κρεμμύδα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 449/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 99/2014 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-12-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 18-3-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως και να απορριφθούν οι υπόλοιποι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τα άρθρα 1, 2, 5, 6 και 10 του ν. 489/1976, όπως έχει κωδικοποιηθεί με το π.δ. 237/1986 και όπως συμπληρώθηκε με μεταγενέστερους νόμους, ορίζονται τα εξής: "Άρθρο 1. α) Κατά την έννοια του παρόντος: α) Αυτοκίνητο όχημα είναι το επί του εδάφους και όχι επί τροχιών με μηχανική δύναμη ή με ηλεκτρική ενέργεια κινούμενο όχημα, ανεξάρτητα αριθμού τροχών.
Ως αυτοκίνητο θεωρείται και κάθε ρυμουλκούμενο όχημα συζευγμένο μετά του κυρίως αυτοκινήτου ή μη, ως και ποδήλατο εφοδιασμένο με βοηθητικό κινητήρα, β)..., γ) Ζημιωθέν πρόσωπο είναι το πρόσωπο το οποίο δικαιούται αποζημιώσεως ένεκα ζημίας που προξενήθηκε από αυτοκίνητο", "Άρθρο 2. 1. Ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα επί οδού, υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος.
Η κυκλοφορία επί γηπέδου προσιτού στο κοινό ή σε κάποιο αριθμό προσώπων, που δικαιούνται να συχνάζουν σ' αυτό, εξομοιώνεται με την κυκλοφορία επί οδού", "Άρθρο 5 παρ. 1. Επιφυλασσομένων των διατάξεων του άρθρου 3, απαγορεύεται η κυκλοφορία αυτοκινήτου στην Ελλάδα, αν δεν υπάρχει κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 ασφαλιστική κάλυψη", "Άρθρο 6.
Η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπευθύνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου...(παρ. 1). Ο ασφαλιστής ευθύνεται... έναντι των τρίτων που ζημιώθηκαν από την κυκλοφορία αυτοκινήτων...(παρ. 3α), Αν το αυτοκίνητο πρόκειται να εκτεθεί σε ειδικούς κινδύνους αστικής ευθύνης η ασφαλιστική κάλυψη πρέπει να περιλαμβάνει και αυτούς, εκδιδομένου ειδικού πιστοποιητικού ασφάλισης (παρ. 4)", "Άρθρο 10 παρ. 1.
Το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 2 εδάφ. α' και 4 εδάφ. α' του ν. ΓΠΝ/1911, κατά τα οποία "Αυτοκίνητον, κατά την έννοιαν του παρόντος νόμου, είναι το δια μηχανικής δυνάμεως και ουχί επί τροχιών κινούμενον όχημα ή τροχήλατον" (άρθρο 2 εδάφ.
α') και "Δια πάσαν υπό του αυτοκινήτου κατά την λειτουργίαν του ζημίαν προς τρίτους ενέχεται εις αποζημιώσεις ο τε οδηγός και ο κατά το άρθρον 2 κάτοχος..." (άρθρο 4 εδάφ. α'), συνάγονται τα εξής: Η ενοχή από τον ειδικό νόμο (ν. ΓΠΝ/1911) υπάρχει μόνο για ζημίες από αυτοκίνητο σε λειτουργία. Το αυτοκίνητο είναι σε λειτουργία όταν αρχίζει να δουλεύει ο κινητήρας του, έστω και αν αυτό δεν έχει αρχίσει ακόμη να κινείται, καθώς και όταν κινείται χωρίς να λειτουργεί η μηχανή.
Η ασφάλιση είναι υποχρεωτική για τα αυτοκίνητα που κυκλοφορούν επί οδού ή επί γηπέδου προσιτού στο κοινό ή σε αριθμό προσώπων που δικαιούνται να συχνάζουν σε αυτό. Για την ευθύνη του ασφαλιστή έναντι του τρίτου δεν είναι αναγκαίο το αυτοκίνητο να ήταν σε κίνηση κατά το χρόνο του ατυχήματος, αλλά αρκεί να ήταν σε λειτουργία με την πιο πάνω έννοια.
Ο όρος "κυκλοφορία" του αυτοκινήτου ερμηνεύεται ευρέως από τη νομολογία του Αρείου Πάγου, ώστε να αντιμετωπίζονται όλες, σχεδόν, οι περιπτώσεις πρόκλησης ζημιών σε τρίτους. Έτσι αυξάνεται η προστασία των τρίτων και ικανοποιείται η κοινωνική προστατευτική λειτουργία του ν. 489/1976 (ΑΠ Ολομ. 23/1989, ΑΠ 426/2015, ΑΠ 238/2015, ΑΠ 526/2012).
Περαιτέρω, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων του ν. ΓΠΝ/1911, και μηχάνημα έργου, κινούμενο επί τροχών στο έδαφος με μηχανική ενέργεια και προοριζόμενο για την εκσκαφή χωμάτων, φόρτωση κ.λπ., είναι αυτοκίνητο κατά την έννοια του νόμου και, συνακόλουθα, διαφορές αποζημίωσης για ζημίες σε τρίτους κατά την ενέργεια εκσκαφών και γενικά χωματουργικών εργασιών με αυτό υπάγονται στην ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ (ΑΠ 238/2015).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 19 παρ. 1β' του ίδιου ν. 489/1976, το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν την κατά την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού αποζημίωση λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητικά ατυχήματα, όταν το ατύχημα προήλθε από αυτοκίνητο ως προς το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η κατά το άρθρο 2 υποχρέωση, δηλαδή της ασφάλισης του αυτοκινήτου για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη.
Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με τις προαναφερόμενες του ν. 489/1976 συνάγεται ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού αφορούν και ρυθμίζουν την υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης στα χερσαία αυτοκίνητα οχήματα και δεν αναφέρονται στα λοιπά είδη των προαιρετικών ασφαλίσεων. Κατά συνέπεια, η ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου από το άρθρο 19 παρ. 1 εδάφ.
β' του ν. 489/1976, που δεν υπέχει μεγαλύτερη υποχρέωση από εκείνη του ασφαλιστή, αφορά αυτοκίνητο, το οποίο έχει καλυφθεί με ασφάλιση γενικής κάλυψης του άρθρου 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου και δεν αναφέρεται στα λοιπά είδη των προαιρετικών ασφαλίσεων (ΑΠ 767/2015, ΑΠ 327/2005). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Στην κρινόμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλόμενη 99/2014 απόφασή του, συνεκδικάζοντας, κατά την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών {άρθρ. 666, 667 και 670 έως 676 (681Α ΚΠολΔ), όπως ίσχυαν}, τις δύο αντίθετες εφέσεις (α) από 30-11-2011 του αναιρεσιβλήτου και β) από 29-11-2011 του αναιρεσείοντος με τον πρόσθετο λόγο αυτής που ασκήθηκε με τις προτάσεις του) κατά της πρωτόδικης 449/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών που είχε δεχθεί, κατά ένα μέρος, την ένδικη, από 10-6-2010 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου αυτοκινητικού ατυχήματος και την υπαιτιότητα των οδηγών που είχαν εμπλοκή σ' αυτό: "Στις …-10-2008 και περί ώρα 15.30' ο Ά.
Π., οδηγώντας το... ΑΧΥ ... ΙΧΦ αυτοκίνητο (ανοικτό ανατρεπόμενο), ιδιοκτησίας του Β. Π., εκινείτο στο 17ο χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού ..., στη θέση "Κ.", με κατεύθυνση προς Πάτρα. Στο παραπάνω αυτοκίνητο συνεπέβαιναν στο χώρο των επιβατών ο Α. Γ. και ο Δ. Τ.... και στο τμήμα του αμαξώματος, όπου τοποθετείται το φορτίο (ανοικτή καρότσα), ο Κ.
Γ. και ο ενάγων. Συγκεκριμένα, ο ενάγων καθόταν στο οπίσθιο αριστερό μέρος της καρότσας, η οποία στο επάνω μέρος της φέρει δύο παράλληλα οριζόντια κάγκελα, στηριζόμενα σε τρία κάθετα κάγκελα και ακουμπούσε κάτω από το δεύτερο οριζόντιο κάγκελο τον αγκώνα του αριστερού του χεριού, λυγισμένον προς το εσωτερικό της καρότσας.
Στην παραπάνω χιλιομετρική θέση η επαρχιακή οδός ... έχει πλάτος οδοστρώματος 8 μ. και είναι διπλής κατεύθυνσης, κατά τον ανωτέρω χρόνο όμως εκτελούνταν στο σημείο εκείνο χωματουργικά έργα για τη βελτίωση και τη διαπλάτυνσή της από το δεύτερο των εναγομένων και ήδη πρώτο των εφεσιβλήτων της πρώτης έφεσης, ο οποίος είναι εργολάβος δημοσίων έργων και η κυκλοφορία των οχημάτων γινόταν από το ένα μόνο ρεύμα, τη ρύθμισή της δε είχαν αναλάβει με χρήση σημαίας εργαζόμενοι προστηθέντες του δεύτερου των εναγομένων, ώστε να ακινητοποιούνται τα οχήματα προς Πάτρα και προς Καλάβρυτα εναλλάξ, ανάλογα με τις συνθήκες κυκλοφορίας.
Για την εκτέλεση των έργων αυτών ο δεύτερος των εναγομένων χρησιμοποιούσε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας - χρήσης ΜΕ ... μηχάνημα έργων (εκσκαφέας), εργοστασίου κατασκευής Ο-Κ τύπου RH 12 HD, μήκους 10,70 μ. πλάτους 3,50 μ. και ύψους 3,10 μ., με χωρητικότητα κάδου 1,50 κ.μ., κινούμενο με ερπύστριες, που ανήκε στην ιδιοκτησία του και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "COMMERCIAL VALUE ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε, λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της, το τρίτο των εναγομένων και ήδη δεύτερο των εφεσιβλήτων της πρώτης έφεσης και εκκαλούν της δεύτερης έφεσης νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ".
Κατά τον ανωτέρω χρόνο ο εκσκαφέας βρισκόταν στα αριστερά της οδού σε σχέση με την κατεύθυνση προς Πάτρα, με πρόσωπο προς Πάτρα και στη θέση του οδηγού - χειριστή του βρισκόταν ο πρώτος των εναγομένων (μη εν προκειμένω διάδικος). Όταν ο Ά. Π. πλησίασε στο παραπάνω σημείο, ο ένας εκ των ρυθμιστών της κυκλοφορίας εργαζόμενος του έκανε σήμα με τη σημαία να σταματήσει.
Ο Ά. Π. πράγματι ακινητοποίησε το όχημά του και, σε νέο σήμα να προχωρήσει, συνέχισε την πορεία του και έφθασε στο ύψος του εκσκαφέα. Ο εκσκαφέας εκείνη τη στιγμή δεν κινείτο μεν με τις ερπύστριες, αλλά βρισκόταν με τον κινητήρα του σε λειτουργία και με το βραχίονά του εκτελούσε ο πρώτος των εναγομένων εργασίες εκσκαφής.
Μάλιστα επειδή ο Ά. Π. αντιλήφθηκε ότι ο εκσκαφέας βρισκόταν εκείνη τη στιγμή σε λειτουργία, προειδοποίησε τον πρώτο των εναγομένων για τη διέλευσή του με τη χρήση του ηχητικού οργάνου του αυτοκινήτου του τρεις φορές. Ενώ ο Ά. Π. είχε διανύσει ικανή απόσταση και σχεδόν είχε προσπεράσει τον εκσκαφέα, ο πρώτος των εναγομένων εντελώς αιφνίδια και ανεξέλεγκτα πραγματοποίησε δεξιά περιστροφική κίνηση του βραχίονα του εκσκαφέα, δηλαδή προς το εσωτερικό της οδού.
Με την κίνηση αυτή ο κάδος συλλογής εξορυχθέντων υλικών (κουτάλα) του βραχίονα του εκσκαφέα προσέκρουσε με σφοδρότητα με το κάτω μέρος του στην οπίσθια αριστερή πλευρά της καρότσας του αυτοκινήτου, το οποίο οδηγούσε ο Ά. Π., και στο σημείο που ο ενάγων ακουμπούσε το χέρι του, το οποίο συνέθλιψε στο ύψος του αγκώνα.
Η πρόσκρουση αυτή ήταν τόσο δυνατή που έγινε αισθητή από τον Ά. Π., ο οποίος προς στιγμήν απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε. Αποτέλεσμα της πρόσκρουσης ήταν να τραυματιστεί σοβαρά ο ενάγων. Υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες αποκλειστικά υπαίτιος της πρόσκρουσης είναι ο πρώτος των εναγομένων.
Ειδικότερα η αμέλειά του συνίσταται στο γεγονός ότι αυτός, από έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας που όφειλε να καταβάλει, όπως θα έπραττε ο μέσος συνετός οδηγός, ευρισκόμενος υπό ανάλογες συνθήκες, χειριζόταν τον παραπάνω εκσκαφέα χωρίς να επιδείξει την απαιτούμενη σύνεση και να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στο χειρισμό του και επίσης προέβη στην περιστροφή του βραχίονα του εκσκαφέα χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να το κάνει χωρίς κίνδυνο των διερχόμενων οχημάτων και των επιβατών τους, με αποτέλεσμα να προκαλέσει την πρόσκρουση του κάδου του βραχίονα του εκσκαφέα στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ά.
Π. (άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999). Το γεγονός ότι ο εκσκαφέας κατά το χρόνο του ατυχήματος βρισκόταν σε λειτουργία προκύπτει, πέραν των άλλων αποδεικτικών στοιχείων, και από τις από 3-10-2008 εκθέσεις ένορκης εξέτασης μαρτύρων των ανωτέρω Α. Π. και Κ. Γ. και την από 2-10-2008 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα του δεύτερου των εναγομένων, όλες ενώπιον του Αρχ/κα του Α.Τ.
… Θ. Χ., που ελήφθησαν κατά την ποινική προδικασία, οι οποίοι σαφώς κατέθεσαν ότι ο εκσκαφέας κατά το χρόνο του ατυχήματος βρισκόταν σε λειτουργία και εκτελούσε εργασίες εκσκαφής, αλλά και την 6-10-2008 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα του πρώτου των εναγομένων ενώπιον του ίδιου Αρχ/κα, ο οποίος πρώτος των εναγομένων κατέθεσε χαρακτηριστικά ότι όταν αντιλήφθηκε το βραχίονα του εκσκαφέα να κατευθύνεται προς το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ά.
Π., αμέσως "φρέναρε", γεγονός που υποδηλώνει λειτουργία του εκσκαφέα. Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων και σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, το ένδικο ατύχημα προκλήθηκε από τον εκσκαφέα ως αυτοκίνητο με την ευρεία του όρου έννοια, ο οποίος βρισκόταν σε λειτουργία με περιστροφική κίνηση του βραχίονά του και όχι από τη.
λειτουργία του ως μηχανήματος έργου και κατά συνέπεια τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του ν. ΓΠΝ/1911 και του ν. 489/1976. Πρέπει να σημειωθεί ότι η επίκληση από το τρίτο των εναγομένων της συνυπαιτιότητας των (τρίτων για τον ενάγοντα) ρυθμιστών της κυκλοφορίας και του Ά. Π., γίνεται αλυσιτελώς, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, αφού δεν συντρέχει εν προκειμένω νόμιμη περίπτωση προβολής από το τρίτο των εναγομένων κατά του ενάγοντος του συντρέχοντος πταίσματος των τρίτων προσώπων, αλλά πρόκειται για περίπτωση εις ολόκληρον ευθύνης περισσότερων υπόχρεων κατά το άρθρο 926 ΑΚ και ο παθών μπορεί να απαιτήσει αποζημίωση για ολόκληρη τη ζημία από οποιονδήποτε από τους οφειλέτες, μεταξύ των οποίων είναι δυνατό να ακολουθήσει αναγωγή κατά το άρθρο 927 ΑΚ...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο επικύρωσε, κατά τούτο, την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, τις προπαρατιθέμενες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού δέχθηκε, ανέλεγκτα, ότι το ζημιογόνο όχημα βρισκόταν, κατά το χρόνο του ατυχήματος, σε λειτουργία υπό την προαναφερόμενη έννοια, εκτελώντας εργασίες εκσκαφής με τον κινητήρα του σε λειτουργία.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση για παραβίαση, ευθέως, των πιο πάνω διατάξεων με την επίκληση ότι οι αγωγικές αξιώσεις, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος (που έχει υπεισέλθει, κατ' άρθρ. 25 παρ. 4 του ν. 489/1976, στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της ασφαλιστικής εταιρείας "COMMERCIAL VALUE", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας), εξαιρούνται από την υπόψη ασφαλιστική κάλυψη, καθόσον, κατά το αναιρεσείον, το ένδικο ατύχημα δεν έγινε κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του μηχανήματος έργων ως αυτοκινήτου, αλλά ενόσω αυτό λειτουργούσε ως "εργαλείο", που δεν αρκεί για να θεμελιώσει λειτουργία αυτού ως αυτοκινήτου και, συνεπώς, δεν υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικό ατύχημα παρά μόνο στην προαιρετική ασφάλισή του ως "εργαλείου".
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος (ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 719/2012), αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το άρθρο 300 ΑΚ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 128/2013).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 2181/2013).
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό-τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010).
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 19 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο διέλαβε ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα των συνθηκών του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και ιδίως ως προς το ζήτημα της έλλειψης υπαιτιότητας τρίτων, ήτοι α) του Γ.
Μ., εργολήπτη-υπεύθυνου των εργασιών που εκτελούνταν στο οδόστρωμα, β) των προσώπων που είχαν προστηθεί απ' αυτόν για τη ρύθμιση της κυκλοφορίας των αυτοκινήτων που κινούνταν εκείνον το χρόνο στην οδό και γ) του Ά. Π., οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου, στην καρότσα του οποίου επέβαινε ο παθών αναιρεσίβλητος. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση, α) ενώ δέχεται ότι στη 17η χιλιομετρική θέση η επαρχιακή οδός ...
έχει πλάτος οδοστρώματος 8 μέτρων και είναι διπλής κατεύθυνσης, ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος εκτελούνταν στο σημείο εκείνο χωματουργικά έργα και η κυκλοφορία των οχημάτων γινόταν από το ένα μόνο ρεύμα και ότι ο βραχίονας του εκσκαφέα σε περιστροφική κίνηση που πραγματοποίησε προσέκρουσε στην οπίσθια αριστερή πλευρά της καρότσας του ΙΧΦ αυτοκινήτου, στη συνέχεια δεν αναφέρει σε ποίο ρεύμα κυκλοφορίας έγινε η πρόσκρουση, δηλαδή στο ρεύμα όπου γινόταν η κυκλοφορία των οχημάτων ή στο ρεύμα όπου εκτελούνταν τα έργα και απαγορευόταν η κυκλοφορία των οχημάτων ή στο μέσο του οδοστρώματος και σε πόση απόσταση από το δεξιό άκρο του οδοστρώματος, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν η οδήγηση του Ά.
Π., οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου, ήταν αμελής ή επιμελής και αν μπορούσε να αποφύγει το ατύχημα, ενεργώντας αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, β) δεν αναφέρει πόσα μέτρα του οδοστρώματος καταλάμβανε ο εκσκαφέας κατά τη διάρκεια που ο βραχίονάς του πραγματοποιούσε περιστροφικές κινήσεις, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν το εναπομένον ελεύθερο τμήμα του οδοστρώματος, επέτρεπε ή όχι την ακίνδυνη διέλευση του ΙΧΦ αυτοκινήτου για όσο χρονικό διάστημα διαρκούσαν οι περιστροφικές κινήσεις του βραχίονα του εκσκαφέα, γ) δεν προσδιορίζει τη θέση του ΙΧΦ αυτοκινήτου πάνω στο οδόστρωμα, προκειμένου να ελεγχθεί αν κινούνταν κανονικά, δηλαδή στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος, σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) ή όχι, δ) δεν εξηγεί πως είναι δυνατό ο χειριστής, ο οποίος καθόταν στο μπροστινό μέρος του εκσκαφέα με πρόσωπο προς Πάτρα και με την πλάτη του προς το μέρος των κινούμενων προς Πάτρα οχημάτων, να αντιληφθεί το ΙΧΦ αυτοκίνητο του Ά.
Π., αφού δεν είχε οπτική επαφή με τα διερχόμενα οχήματα, ε) δεν αιτιολογεί την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του χειριστή και του αποτελέσματος που επήλθε, στ) δεν αναφέρει την απόσταση από την οποία αντιλήφθηκε ο οδηγός του ΙΧΦ την περιστροφική κίνηση του βραχίονα του εκσκαφέα, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν η περιστροφική κίνηση ήταν αιφνιδιαστική και στέρησε από τον οδηγό του ΙΧΦ αυτοκινήτου τη δυνατότητα αποτελεσματικού αποφευκτικού ελιγμού ή δεν ήταν αιφνιδιαστική και είχε τη δυνατότητα, καταβάλλοντας την συνηθισμένη στις συναλλαγές επιμέλεια του μέσου συνετού οδηγού, να αποφύγει το ατύχημα, φρενάροντας και ακινητοποιώντας το όχημά του ή μειώνοντας την ταχύτητά του ή ενεργώντας αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά και ζ) δεν αναφέρει αν, λόγω των εργασιών που εκτελούνταν στο οδόστρωμα, είχαν τοποθετηθεί σε κατάλληλες θέσεις όλες οι απαιτούμενες κατά περίπτωση ρυθμιστικές και πληροφοριακές πινακίδες, κατ' άρθρ. 9 παρ. 1 του ΚΟΚ και, επιπλέον, αν τα όρια των εργασιών αυτών που εκτελούνταν στο οδόστρωμα είχαν επισημανθεί με την τοποθέτηση των αναφερόμενων στο άρθρο 9 παρ. 2 του ΚΟΚ συνεχών ή διακεκομμένων εμποδίων, απαραίτητο στοιχείο για να μπορεί να ελεγχθεί αν ο εργολάβος είχε λάβει τα αναγκαία προφυλακτικά μέτρα.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο δεν παραβίασε, ούτε εκ πλαγίου, τις προαναφερόμενες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις, αλλά διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, όπως αυτές παρατέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το αν οι διατάξεις αυτές εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Συγκεκριμένα, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει παραδοχές που με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις καθιστούν σαφές ότι, αποκλειστικά, υπεύθυνος του ένδικου τροχαίου ατυχήματος είναι ο οδηγός -χειριστής του μηχανήματος έργων - εκσκαφέα (Η. Χ. Τ.), αρχικά πρώτος των εναγομένων, χωρίς, εν πάση περιπτώσει, να ασκεί έννομη επιρροή ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι στην πρόκληση του ατυχήματος συνετέλεσε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά τρίτων προσώπων (των παραπάνω αναφερομένων), αφού δεν αποκλείεται η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της προπεριγραφόμενης συμπεριφοράς του οδηγού-χειριστή του εκσκαφέα και του επιζήμιου αποτελέσματος που επήλθε εξαιτίας αυτής, εφόσον ο αιτιώδης σύνδεσμος δεν διακόπτεται.
Οι υπόλοιπες πιο πάνω αιτιάσεις είναι αλυσιτελείς, διότι αναφέρονται σε ελλείψεις που ανάγονται στην πληρέστερη αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού -χειριστή του εκσκαφέα στην πρόκληση του ατυχήματος, το οποίο (πόρισμα) σαφώς εκτίθεται στην απόφαση και δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθενται, επιπλέον, σ' αυτήν τα εν λόγω στοιχεία που το αναιρεσείον παραθέτει και θεωρεί ότι είναι απαραίτητα, δεδομένου ότι, κατά την, αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του Εφετείου, 1) η κυκλοφορία των οχημάτων, λόγω των χωματουργικών εργασιών που εκτελούνταν στο σημείο εκείνο του οδοστρώματος, γινόταν από το ένα μόνο ρεύμα και τη ρύθμιση είχαν αναλάβει, με τη χρήση σχετικής σημαίας, εργαζόμενοι-προστηθέντες του εργολήπτη-υπεύθυνου της εκτέλεσης των εργασιών Γ.
Μ., ώστε να ακινητοποιούνται τα οχήματα προς Πάτρα και Καλάβρυτα εναλλακτικά, ανάλογα με τις συνθήκες κυκλοφορίας, 2) ο εκσκαφέας βρισκόταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο, στα αριστερά της οδού σε σχέση με την κατεύθυνση προς Πάτρα, με πρόσωπο προς Πάτρα, 3) όταν ο οδηγός του ΙΧΦ αυτοκινήτου Ά. Π. πλησίασε τον εκσκαφέα στο κρίσιμο σημείο, ο ένας από τους ρυθμιστές της κυκλοφορίας - εργαζόμενος του έκανε σήμα να σταματήσει και, πράγματι, αυτός ακινητοποίησε το αυτοκίνητό του, 4) ακολούθως, συνέχισε την πορεία του, όταν με νέο σήμα του επιτράπηκε, ανεμπόδιστα, να προχωρήσει, 4) επιπλέον, επειδή αντιλήφθηκε ότι ο εκσκαφέας βρισκόταν εκείνη τη στιγμή σε λειτουργία, προειδοποίησε τον οδηγό-χειριστή του για τη διέλευση του φορτηγού αυτοκινήτου του, χρησιμοποιώντας, για το σκοπό αυτόν, τρεις φορές μάλιστα, το ηχητικό όργανο του αυτοκινήτου του και 5) ενώ είχε διανύσει ικανή απόσταση στον μοναδικό ελεύθερο χώρο του οδοστρώματος και είχε, σχεδόν, προσπεράσει τον εκσκαφέα, ο οδηγός-χειριστής του τελευταίου πραγματοποίησε, εντελώς αιφνίδια και ανεξέλεγκτα, τη δεξιά περιστροφική κίνηση του βραχίονα του εκσκαφέα, προς το εσωτερικό της οδού, προκαλώντας το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Οι παραδοχές αυτές στηρίζουν επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το κρίσιμο ζήτημα των συνθηκών του επίδικου ατυχήματος.
Κατά τη διάταξη του αριθμού 9 εδάφ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης.
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (ΑΠ Ολομ. 25/2003, ΑΠ 1004/2015), όχι, όμως, και ο λόγος της έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της εκκαλούμενης απόφασης, το οποίο αφορά σε πραγματικές ή νομικές αυτής πλημμέλειες, αναφορικά με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ο οποίος συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, η λήψη ή μη λήψη υπόψη του οποίου θεμελιώνει τον από τον αριθμό 8 προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο (ΑΠ 150/2015, ΑΠ 831/2013, ΑΠ 845/2009).
Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής (του αριθμού 9), για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ' αυτήν λόγου αναίρεσης, απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, το αναιρεσείον, με την επίκληση της παραπάνω διάταξης, από τον αριθμό 9 εδάφ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο τον πρόσθετο λόγο της έφεσής του, κατά τον οποίο δεν το βαρύνει καμία υποχρέωση για αποζημίωση του αναιρεσιβλήτου, διότι οι ζημίες που αυτός υπέστη δεν προκλήθηκαν "από την κυκλοφορία του μηχανήματος έργων στο οδόστρωμα ως οχήματος αλλά από τη λειτουργία αυτού ως εργαλείου και, σύμφωνα με τις...
διατάξεις του νόμου, το Επικουρικό Κεφάλαιο... δεν υποχρεούται σε αποζημίωση...". Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, αφού αναφέρεται σε "πρόσθετο λόγο έφεσης" και, συνεπώς, δεν ιδρύεται ο παρών, από το άρθρ. 559 αριθμ. 9 εδάφ. γ' λόγος αναίρεσης. Εν πάση, όμως, περιπτώσει, ο θεμελιωτικός του λόγου τούτου ισχυρισμός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι το μηχάνημα έργων βρισκόταν σε λειτουργία κατά τον κρίσιμο χρόνο του ατυχήματος και, έτσι, εκ του πράγματος, απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και δεν άφησε αδίκαστη αίτησή του.
Κατά το άρθρο 931 ΑΚ, η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι επιδικάζεται σε εκείνον που έχει υποστεί την αναπηρία ή την παραμόρφωση ένα εύλογο χρηματικό ποσό χωρίς σύνδεση με περιουσιακή ζημία, το ύψος του οποίου καθορίζεται με βάση ορισμένους προσδιοριστικούς παράγοντες, δηλαδή το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, την ηλικία, το φύλο και τις κλίσεις του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ αξίωσης για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΑΠ 405/2015, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 150/ 2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, ανέλεγκτα, μεταξύ των άλλων, ότι ο αναιρεσίβλητος, ηλικίας, κατά το χρόνο του ατυχήματος, 22 ετών, που (συν)επέβαινε στην ανοικτή καρότσα του φορτηγού αυτοκινήτου, τραυματίστηκε σοβαρά και ότι κρίθηκε ανάπηρος κατά ποσοστό 25%, δεχόμενο, περαιτέρω, ότι συνυπαίτιος στην έκταση και στη βαρύτητα του τραυματισμού του είναι και ο ίδιος σε ποσοστό 20%, διότι δέχθηκε να επιβιβαστεί στην καρότσα του φορτηγού αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Ά.
Π., ήτοι σε χώρο προορισμένο για μεταφορά φορτίων, και, επίσης, ακουμπούσε τον αγκώνα του αριστερού του χεριού κάτω από το δεύτερο οριζόντιο κάγκελο, ενώ οι σωματικές βλάβες που υπέστη συναρτώνται αιτιωδώς με τις εν λόγω πράξεις του. Επιδικάζοντας, όμως, στη συνέχεια, αποζημίωση από το άρθρο 931 ΑΚ, δέχθηκε τα ακόλουθα περιστατικά: "...αποδείχθηκε ότι η ως άνω μερική αναπηρία του ενάγοντος, ηλικίας...
κατά το χρόνο του ατυχήματος, 22 ετών περίπου, θα επηρεάσει οπωσδήποτε μελλοντικά με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων την εν γένει οικονομική, επαγγελματική και κοινωνική εξέλιξή του, επιδρά σαφώς στη μείωση της προσωπικότητάς του, δεν είναι δυνατόν να εξαλειφθεί στο μέλλον και θα επιδράσει δυσμενώς στις μελλοντικές κοινωνικές συναναστροφές του, στο γάμο του, καθώς και στην εν γένει κοινωνική και επαγγελματική του εξέλιξη.
Και τούτο γιατί ο ενάγων θα μειονεκτεί έναντι των υγιών συναδέλφων του, γεγονός που θα υποβαθμίσει ποιοτικά το μέλλον του, αφού θα στερηθεί της δυνατότητας να αναπτύξει την προσωπικότητά του δια της εργασίας. Επίσης επηρεάζει άμεσα και το κοινωνικό του μέλλον, αφού περιορίζονται οι κοινωνικές του επαφές, συναναστροφές και δραστηριότητες, εφόσον ήταν υγιής και μετά το ατύχημα παρουσιάζει αναπηρία.
Έτσι, προς αντιμετώπιση όλων αυτών των δυσμενών επιπτώσεων στις μελλοντικές κοινωνικές συναναστροφές του ενάγοντος και στην εν γένει επαγγελματική του εξέλιξη, δικαιούται αυτός πρόσθετη, κατά το άρθρο 931 ΑΚ, χρηματική παροχή, βάσει του είδους και των συνεπειών της αναπηρίας του αφενός και της ηλικίας του αφετέρου, το εύλογο ποσό των 25.000 ευρώ...".
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 931 και 300 ΑΚ, διότι για τον υπολογισμό της χρηματικής παροχής που προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ δεν συνεκτίμησε όπως επιβάλλεται, κατά τα εκτεθέντα, το προαναφερόμενο ποσοστό συνυπαιτιότητας του παθόντος - αναιρεσιβλήτου.
Επομένως, είναι βάσιμος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος (και τελευταίος) λόγος της αναίρεσης (ΑΠ 767/2015, ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 421/2012).
Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνει δεκτή, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιό της που προεκτέθηκε και κατά το μέρος που αναφέρεται στους διαδίκους της παρούσας αναιρετικής δίκης και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιό της, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει το αναιρεσείον, σε αυτό (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα). Τέλος, ο αναιρεσίβλητος που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 99/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας και ως προς τους διαδίκους της προκείμενης δίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Πατρών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
Διατάζει την επιστροφή στο αναιρεσείον του παραβόλου που έχει καταθέσει. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Φεβρουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ