Legislator Case Law & Legislation
209/2012 AI generated

209/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 209/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 209 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 209/2012

Legislator headnote

AI generated

209/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 209 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 209/2012

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 209 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 209/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μαρία Βασιλάκη-Φραγκίσκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1) α. Μ. χήρας Ε. Κ., β. Μ. Κ. του Ε. και γ. Π. Κ. του Ε., οι οποίοι συνεχίζουν την δίκη για λογαριασμό του ήδη αποβιώσαντος Ε. Κ. του Π., 2) α) Ά. Λ. του Κ., β) Φ. Λ. του Κ., 3) α) Α. Χ. του Α., β) Ε. Χ. του Α., 4) α) Χ. Λ. του Β., β) Α. Λ. του Β., μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων της Γ. χήρας Β. Λ., 5) α) Β. Μ. του Α., β) Γ. Π. του Σ., 6) Μ. συζύγου Δ. Β., 7) α) Δ. Β. του Β., β) Ε. Β. του Β., 8) α) Ε. χήρας Θ. το γένος Ζ. Λ., β) Α. Λ. του Ζ., γ) Ε. Λ. του Ζ., δ) Μ. Λ. ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων της Α. Λ., 9) Ε. συζύγου Α. Π., ως κληρονόμου του Σ. Π., 10) Α. συζύγου Α. Π., το γένος Α. Τ., 11) Σ. συζύγου Α. Χ., το γένος Θ. Ν., 12) α) Α. Τ. του Ν., β) Α. Τ. του Ν., 13) α) Χ. Τ. του Α., β) Α. χήρας Π. Τ., η οποία συνεχίζει την δίκη για λογαριασμό του αποβιώσαντος Π. Τ. του Α., γ) Β. Τ. του Α., δ) Σ. συζύγου Γ. Τ., το γένος Ν. Μ., ε) Β. Μ. του Ν., κατοίκων ..., 14) Σ. συζύγου Α. Χ., 15) α) Χ. Ν. του Δ., κατοίκου ..., β) Γ. Ν. του Δ., γ) Α. συζύγου Α. Π., το γένος Δ. Ν., 16) Α. Ν. του Λ., 17) Α. συζύγου Β. Μ., 18) Χ. Ζ. του Θ., κατοίκου ..., 19) α) Μ. συζύγου Δ. Γ., β) Φ. συζύγου Ι. Χ., για λογαριασμό της αποβιώσασας Α. χήρας Θ. Γ., 20) Ε. συζύγου Κ. Π., κατοίκων ..., 21) α) Α. Χ. του Ε., β) Ε. Χ. του Ε., γ) Γ. Χ. του Ε., κατοίκων ..., 22) α. Χ. Π. του Χ., β. Α. Π. του Χ., οι οποίοι συνεχίζουν την δίκη για λογαριασμό του αποβιώσαντα Χ. Π. του Α., 23) Ε. Τ., 24) α) Α. Τ. του Ν., β) Α. Τ. του Ν., 25) Ε. Τ. του Χ., 26) Η. Π. του Α., κατοίκων ... 27) Θ. Κ. του Ε., 28) Α. χήρας Μ. Τ., το γένος Α. Λ., κατοίκου ..., 29) Ε. συζύγου Ι. Γ., κατοίκου ..., όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Μιχαήλ Βαρότσο και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και εν προκειμένω από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, κατοικοεδρεύοντα στη Θεσσαλονίκη, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Ροϊλό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25/5/1999 και 31/3/2000 αιτήσεις των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν με άλλες αιτήσεις, ανταιτήσεις και πρόσθετες παρεμβάσεις. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3012/2001 μη οριστική και 503/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση των οποίων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/2/2005 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βασιλάκη-Φραγκίσκου ανέγνωσε την από 8/1/2008 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Γεωργίου Πετράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη εν όλω οριστική απόφαση η πλημμέλεια της παραβιάσεως των διατάξεων του ν. 2882/2001 και των άρθρων 4 παρ. 1 και 17 παρ. 2 του Συντάγματος, διότι το Εφετείο δεν καθόρισε την αποζημίωση των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσειόντων βάσει της πραγματικής αξίας αυτών, που προέκυπτε από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, που εκείνοι είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει στο δικαστήριο, αλλά με βάση τη μικρότερη αξία ;που φέρεται να προέκυπτε από τα αποδεικτικά στοιχεία, που είχε προσκομίσει το αναιρεσίβλητο Δημόσιο, συνάμα δε καθόρισε για όμορα απαλλοτριωθέντα ακίνητα αποζημίωση πολύ μεγαλύτερη από εκείνη των δικών τους ακινήτων κατά παράβαση της αρχής ισότητας των πολιτών. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, προεχόντως, διότι υπό την επίκληση της πιο πάνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που είναι ανέλεγκτη (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, που προέβαλαν με την αίτηση τους, περί της πραγματικής αξίας των απαλλοτριωθέντων κι έτσι δεν καθόρισε την αποζημίωση στο ποσό, που εκείνοι είχαν προσδιορίσει την αξία αυτή, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν και τον απέρριψε εν μέρει εκ του πράγματος ως αβάσιμο. Επειδή "πράγματα" υπό την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, η λήψη ή μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας στοιχειοθετεί τον εξ αυτής αναιρετικό λόγο, αποτελούν οι ασκούντες ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής - αιτήσεως, ανταγωγής - ανταιτήσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν αποτελούν, επομένως, πράγματα το περιεχόμενο των αποδείξεων, που το δικαστήριο εκτιμά χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Εξ άλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 17 του ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναιρέσεως, αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται εξ αιτίας αυτών, αδύνατη η εκτέλεση της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου. Με τον δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι για τον καθορισμό της πραγματικής αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσειόντων δεν έλαβε υπόψη το περιεχόμενο της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, που είχε διενεργηθεί κατόπιν προδικαστικής αποφάσεως του ίδιου δικαστηρίου. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι το περιεχόμενο της ανωτέρω πραγματογνωμοσύνης δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του επικαλουμένου αναιρετικού λόγου. Αλλά, αν θεωρηθεί ότι με τον λόγο αυτόν γίνεται επίκληση της εκ του αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειας για παρά το νόμο μη λήψη υπόψη επικληθέντος και προσκομισθέντος αποδεικτικού μέσου, ο λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτή προκύπτει, ειδικά μνημονεύεται η ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, που το δικαστήριο έλαβε υπόψη για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος. Εξάλλου ο ίδιος άνω λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος, από τον αριθ. 17 του άρθρου 559 του ΚΠοΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη την αιτίαση, ότι περιέχει στο διατακτικό της αντιφατικές διατάξεις, ως εκ του ότι καθορίζει αποζημίωση για άλλα ακίνητα της ίδιας περιοχής πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που καθορίζει για τα κείμενα σε πολύ μικρή απόσταση από αυτά ακίνητα των αναιρεσειόντων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ των διατάξεων αυτών.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ' του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα ή κάθε μη αυτοτελής αίτηση αυτών στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα (που προκαλεί ενέργεια του δικαστηρίου και αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης.

Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση μόνο από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και όχι και από τον αριθ. 1 του ίδιου άρθρου, όπως επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, ψέγεται η προσβαλλόμενη εν όλω οριστική απόφαση, ότι άφησε αδίκαστο το αίτημα των αναιρεσειόντων, με το οποίο αυτοί ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι παρανόμως επιβαρύνονται, κατά το άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 653/1977 τα εναπομείναντα, μετά την απαλλοτρίωση μέρους τους, τμήματα των ακινήτων τους με υποχρέωση αυτοαποζημιώσεως ως ωφελούμενα από την απαλλοτρίωση, ενώ αυτά βλάπτονται από αυτή. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως στηριζόμενος σε αναληθή προϋπόθεση, διότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική 3012/2001 απόφαση του ίδιου Εφετείου, που είχε αρχικώς εκδοθεί και επί της αιτήσεως των αναιρεσειόντων, το δικαστήριο με την απόφαση του αυτή δίκασε και το πιο πάνω αίτημα της και το απέρριψε για έλλειψη δικαιοδοσίας. Επίσης είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε αναληθή προϋπόθεση και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 17 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη εν όλω οριστική απόφαση ότι περιέχει αντιφατικές διατάξεις στο διατακτικό της με το να επιδικάζει ιδιαίτερη ζημία για το εναπομείναν μέρος απαλλοτριουμένων ιδιοκτησιών και συγχρόνως να επιβαρύνονται αυτά με υποχρέωση αυτοαποζημιώσεως λόγω ωφελείας, αφού στο διατακτικό της ανωτέρω αποφάσεως δεν περιέχεται διάταξη για υποχρέωση αυτοαποζημιώσεως των ιδιοκτησιών αυτών. Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας ή για ανεπαρκή αιτιολογία σε ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνονται στην πρώτη περίπτωση μνεία ότι η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες και στη δεύτερη οι παραδοχές της προσβαλλομένης, με πληρότητα και σαφήνεια, καθώς και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια της αιτιολογίας, ποιο δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκεια της λείπει.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 9 και 19 του ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι άφησε αδίκαστη την αίτηση τους για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα τμήματα των ιδιοκτησιών τους λόγω μειώσεως της αξίας ή αχρηστεύσεώς τους μετά την απότμηση μέρους αυτών, που γίνεται με την ένδικη απαλλοτρίωση, άλλως ότι στερείται νόμιμης βάσεως λόγω ελλείψεως αιτιολογίας και ανεπαρκούς αιτιολογίας για την απόρριψη της ανωτέρω αιτήσεως. Ο λόγος αυτός, καθόσον αφορά την πρώτη αιτίαση, στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, διότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, κατ' ορθή εκτίμηση νοηματικώς του περιεχομένου της (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο δίκασε και την πιο πάνω αίτηση και την απέρριψε κατ' ουσίαν, καθόσον δε αφορά τη δεύτερη αιτίαση, ως προς το πρώτο μέρος της επίσης στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, αφού η απόφαση έχει αιτιολογία για την απορριπτική της αιτήσεως κρίση της, ως προς το δεύτερο δε μέρος είναι αόριστος, διότι δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα και δεν εξειδικεύεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια της αιτιολογίας, ποιο δηλαδή αναγκαίο για την πληρότητα της στοιχείο λείπει. Επομένως πρέπει και ο λόγος αυτός αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (άρθρα 176και 183 ΚΠολΔ ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από20-2-2005 αίτηση για αναίρεση των υπ' αριθμ. 3012/2001 και 503/2004 αποφάσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ