Legislator Case Law & Legislation
209/2011 AI generated

209/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 209/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

209/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εφόσον, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Keywords

AI generated
coinsurance percentage exclusive right in co-ownership substantial shareholding principle of accession constitutum possessorium condominium unit
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 209 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 209/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. Α., συζ. Ι. Λ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Γρίβα.

Του αναιρεσίβλητου: Π. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρυσούλα Ψαράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 584/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 576/2008 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-2-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 13-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1,2 §1, 4§1, 5 περ. β', 6§2, 7§2, 10§1, 13§1, 14 του ν. 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους", 1002 και 1117 ΑΚ συνάγεται, ότι, επί συστάσεως χωριστής κυριότητας σε ορόφους οικοδομής ή σε διαμερίσματα ορόφων, το ποσοστό αναγκαστικής συγκυριότητας επί των "κοινών" μερών (τέτοιο είναι κυρίως το έδαφος), που αντιστοιχεί σε κάθε επιμέρους χωριστή ιδιοκτησία, μπορεί να καθορισθεί (η έλλειψη άρα καθορισμού δεν επηρεάζει το κύρος της συστάσεως της οροφοκτησίας) είτε με συμβολαιογραφική και μεταγραπτέα δικαιοπραξία του μοναδικού ή όλων των οροφοκτητών (δηλ.

με τη συστατική πράξη ή τον κανονισμό ή άλλη δικαιοπραξία, ακόμη και με διαθήκη, όπου σε μεταγραφή υπόκειται η αποδοχή της κληρονομιάς ή κληροδοσίας ή το κληρονομητήριο), σε περίπτωση δε ελλείψεως τέτοιου καθορισμού, αυτός μπορεί να γίνει από το αρμόδιο δικαστήριο, το οποίο (πρέπει να) αποφαίνεται σχετικώς με βάση την-κατά τον χρόνο συστάσεως της οροφοκτησίας ή (επί διαθήκης) κατά τον χρόνο επαγωγής της κληρονομίας-διαμορφωμένη αξία του αντικειμένου της χωριστής κυριότητας (ορόφου ή διαμερίσματος) σε σχέση προς την αξία της όλης οικοδομής (ΑΠ 356/1981, 398/1974).

Ως εκ τούτου, αν στον καθορισμό αυτού του ποσοστού προέβη μόνο ένας ή ορισμένοι εκ των πλειόνων οροφοκτητών, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, τότε η σχετική δικαιοπραξία, ως αντιβαίνουσα στις ανωτέρω - αναγκαστικού δικαίου αναφορικώς με την απαιτούμενη σύμπραξη όλων των οροφοκτητών - διατάξεις ενέχει κατά το στοιχείο τούτο απόλυτη ακυρότητα, την οποία μπορεί μεν να επικαλεσθεί οποιοσδήποτε, ακόμη και ο δικαιοπρακτήσας, εφόσον όμως έχει έννομο προς τούτο συμφέρον.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εφόσον, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι προϋπόθεση για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στον αναιρεσείοντα, όχι μόνο γενικώς ως προς το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αλλά και ειδικώς ως προς κάθε λόγο αναιρέσεως, θεμελιώνεται δε αυτό στη βλάβη που υφίσταται ο ηττηθείς διάδικος από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως και με την άσκηση της αναιρέσεως επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής συνέπειας για τον αναιρεσείοντα.

Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του τα εξής: Με συμβολαιογραφικό προσύμφωνο, νομίμως μεταγεγραμμένο, ο εναγόμενος Κ. Β. (ήδη κληρονομηθείς από την αναιρεσείουσα) ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στον ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο) λόγω πωλήσεως ένα ισόγειο κατάστημα εμβαδού 30,90 μ2 και το δικαίωμα ανεγέρσεως τρίτου, πάνω από το ισόγειο ορόφου μιας οικοδομής, η οποία, αποτελούμενη από δύο ισόγεια καταστήματα και δύο οροφοδιαμερίσματα, είχε υπαχθεί στο σύστημα της οριζόντιας ιδιοκτησίας (οροφοκτησίας) με προηγούμενη δημόσια διαθήκη του θανόντος στις 21-3-1987 Α.

Β. (πατέρα του εναγομένου), με την οποία ο τελευταίος, ως κύριος της οικοδομής και των καταστημάτων και διαμερισμάτων κατέλιπε στον εναγόμενο το ως άνω ισόγειο κατάστημα κατά κυριότητα και το δικαίωμα ανεγέρσεως τρίτου ορόφου (υψούν) χωρίς όμως να καθορίσει το αντίστοιχο ποσοστό αναγκαστικής συγκυριότητας επί των "κοινών" μερών της οικοδομής.

Ωστόσο, με το ανωτέρω προσύμφωνο, μόνο οι συμβληθέντες (χωρίς δηλαδή τη σύμπραξη των λοιπών οροφοκτητών) όρισαν αφενός το τίμημα στο ποσό των 10.000.000 δραχμών και αφετέρου τα ποσοστό της αναγκαστικής συγκυριότητας σε 76,55‰ και 5‰ για το κατάστημα και το δικαίωμα υψούν αντιστοίχως. Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, αν και η ορισθείσα με το ίδιο προσύμφωνο και παραταθείσα με δέκα διαδοχικές συμβολαιογραφικές πράξεις προθεσμία για την κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως πωλήσεως παρήλθε στις 17-1-2003, εντούτοις ο εναγόμενος, ο οποίος είχε λάβει από τον αναιρεσίβλητο (ενάγοντα) το ποσό των 2.000.000 δραχμών ως αρραβώνα, αρνείτο από υπαιτιότητα του να συμπράξει στην κατάρτιση της εν λόγω συμβάσεως και έτσι κατέστη υπερήμερος.

Ακολούθως, το Εφετείο, κατ' αποδοχή της εφέσεως του ενάγοντος κατά της απορριπτικής της αγωγής πρωτόδικης αποφάσεως, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και, δεχθέν την αγωγή, κατεδίκασε την αναιρεσείουσα σε δήλωση βουλήσεως για τη λόγω πωλήσεως μεταβίβαση στον αναιρεσίβλητο των άνω δικαιωμάτων, δηλαδή της κυριότητας του καταστήματος και του δικαιώματος του υψούν, για τα οποία αναφέρει και στο διατακτικό της αποφάσεως του τα ποσοστά 76,55‰ και 5‰ της αναγκαστικής συγκυριότητας επί των "κοινών" μερών της οικοδομής.

Με τον εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ απορρέοντα πρώτο λόγο του αναιρετηρίου ψέγεται το Εφετείο, ότι, με το να καθορίσει τα ως άνω ποσοστά αναγκαστικής συγκυριότητας αυθαιρέτως και όχι με βάση την αξία των αντικειμένων της χωριστής κυριότητας(καταστήματος και δικαιώματος του υψούν) σε σχέση προς την αξία της όλης οικοδομής, παρεβίασε τις προμνημονευθείσες διατάξεις.

Ο λόγος αυτός, προεχόντως, στηρίζεται επί ανακριβούς προϋποθέσεως, αφού ο καθορισμός των ειρημένων ποσοστών έγινε από τους συμβληθέντες στο προσύμφωνο και όχι από το Εφετείο, στην απόφαση του οποίου η αναφορά του σχετικού μέρους του προσυμφώνου γίνεται διηγηματικώς. Αλλά και με την εκδοχή ότι στον επίμαχο καθορισμό προέβη το Εφετείο, υιοθετώντας τον υπάρχοντα στο προσύμφωνο καθορισμό, ο λόγος ενέχει αοριστία και είναι, ως εκ τούτου, απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ρητώς, ούτε συνάγεται, εμμέσως από την εκτίμηση του περιεχομένου του, ότι η αναιρεσείουσα έχει έννομο συμφέρον για την επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας, ότι δηλαδή υφίσταται κάποια βλάβη ή εκτίθεται σε κίνδυνο βλάβης από τον γενόμενο ως άνω καθορισμό των ποσοστών αναγκαστικής συγκυριότητας.

Τέλος, με την εκδοχή, ότι ο εξεταζόμενος αναιρετικός λόγος εμπεριέχει την αιτίαση, ότι, κατά παραβίαση των άνω διατάξεων, το Εφετείο, παρόλο που ο ειρημένος καθορισμός έγινε ακύρως από μόνους τους συμβληθέντες στο προσύμφωνο χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών οροφοκτητών, δέχθηκε ως έγκυρο τον καθορισμό αυτόν, ο ίδιος λόγος είναι και πάλι αόριστος, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται τη συνδρομή στο πρόσωπο της εννόμου συμφέροντος για την προβολή της εν λόγω ακυρότητας.

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η εκ του άρθρου αυτού προβλεπόμενη προστασία παρέχεται και επί των εκ συμβάσεων απορρεόντων δικαιωμάτων, πλήν όμως εκ μόνου του γεγονότος ότι το περιεχόμενο του δικαιώματος είναι ανεπιεικές ή άγει σε επιβλαβή για τον οφειλέτη αποτέλεσμα ή μπορεί να ικανοποιηθεί διαφορετικά, δεν καθιστά την άσκηση αυτού καταχρηστική. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης και υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι, κατά παραβίαση του άρθρου 281 ΑΚ, απέρριψε σιωπηρώς τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος, ως εκ του ότι στο προσύμφωνο περιέχεται ο όρος της αυτοσυμβάσεως, με συνέπεια να μην απαιτείται η καταδίκη αυτής (αναιρεσείουσας)στην κρίσιμη δήλωση βουλήσεως, προκειμένου να ολοκληρωθεί η οριστική σύμβαση πωλήσεως. Μόνη όμως η ύπαρξη αυτού του όρου δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του ένδικου δικαιώματος, ήτοι δεν ενέχει προφανή υπέρβαση των αξιολογικών ορίων που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ. Επομένως, ο ερευνώμενος λόγος είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ, ο χαρακτηρισμός μιας συμβάσεως ως αισχροκερδούς ή καταπλεονακτικής προϋποθέτει αφενός την ύπαρξη προφανούς δυσαναλογίας μεταξύ των εκατέρωθεν παροχών και αφετέρου την εκ μέρους του αισχροκερδούντος εκμετάλλευση - πλην άλλων - της ανάγκης του αντισυμβαλλομένου του. Τέτοια ανάγκη υπάρχει όταν ο τελευταίος (αντισυμβαλλόμενος) ή κάποιο πρόσωπο, έναντι του οποίου αυτός έχει νομική υποχρέωση προστασίας, ευρίσκεται σε άμεσο και πραγματικό κίνδυνο ιδίως οικονομικής φύσεως, η αντιμετώπιση του οποίου είναι ανεπίδεκτη αναβολής.

Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την εκ του άρθρου 179 ΑΚ ένσταση της αναιρεσείουσας, δεχθέν, με επάλληλη αιτιολογία, ότι, χωρίς να έχει προταθεί από τον εναγόμενο κουφότητα ή (και) απειρία του, η από τον ίδιο και την αναιρεσείουσα, για τη στοιχειοθέτηση καταστάσεως ανάγκης, προβληθείσα δυσχέρεια μεταβιβάσεως των άνω καταστήματος και δικαιώματος του υψούν, εξαιτίας της υπάρξεως εκκρεμότητας αναφορικώς με την δυνατότητα καθορισμού των ποσοστών της αναγκαστικής συγκυριότητας, από όλους τους οροφοκτήτες δεν συνιστά ανάγκη κατά την έννοια του άρθρου 179 ΑΚ, "δεδομένου μάλιστα ότι υπήρχε η δυνατότητα και δικαστικού καθορισμού των ποσοστών συνιδιοκτησίας ...".

Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τη διάταξη του άρθρου 179ΑΚ, αλλ' ούτε και τις διατάξεις των άρθρων 174, 178, 180 και 513 επ. του ίδιου κώδικα, αφού πράγματι η εκτεθείσα δυσχέρεια δεν εμπίπτει στο περιεχόμενο της αόριστης νομικής έννοιας της ανάγκης. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ 1 ΚΠολΔ απορρέων, τρίτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.

Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και τη διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νομίμου, αορίστου ή απαραδέκτου ή για οποιονδήποτε άλλο τυπικό λόγο (Ολ.ΑΠ 3/1997). Ο τέταρτος, επομένως, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσεως αναφορικώς με την απόρριψη της από το άρθρο 179 ΑΚ ενστάσεως ως νόμω αβάσιμης, είναι απαράδεκτος, διότι η απόρριψη αυτής της ενστάσεως ως νόμω αβάσιμης δεν μπορεί να ελεγχθεί μέσω του προκείμενου αναιρετικού λόγου.

Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 παρ. 1 εδαφ. β' Κ.ΠολΔ, λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, να εκτίθεται δε περαιτέρω στο σχετικό λόγο η έννοια που αποδόθηκε στον κανόνα δικαίου, που χαρακτηρίζεται εσφαλμένη και η κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος ορθή, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε να χρησιμοποιήσει (Ολ.ΑΠ 8, 10 και 11/2005, Ολ.ΑΠ 2/2008).

Ο διατυπούμενος στο τέλος του αναιρετηρίου (πέμπτος) λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο, ότι απέρριψε την άνω ένσταση χωρίς να στηριχθεί "… στα διδάγματα της κοινής πείρας και τα χρηστά ήθη που επικρατούν στις συναλλαγές καν προσδιορίζουν περαιτέρω στη συνείδηση του έμφρονα κοινωνικού ανθρώπου την αναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής σε μια συμβατική σχέση και δη πώληση ακινήτου", ενέχει παντελή αοριστία και είναι, ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζονται καθόλου τα ανωτέρω "διδάγματα της κοινής πείρας και τα χρηστά ήθη".

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26 Φεβρουαρίου 2009 αίτηση της Π. Α. συζ. Ι. Λ., για αναίρεση της 576/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ