Legislator Case Law & Legislation
2099/2017 AI generated

2099/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2099/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

2099/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αναστασία Περιστεράκη ανέγνωσε την από 2-11-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Keywords

AI generated
over-indebtedness capacity to incur bill liability ownerless property deprivation of existing use financial hardship expired residence permit
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2099 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2099/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Αναστασία Περιστεράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Τ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου λόγω συγχώνευσης δι’ απορροφήσεως της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... Ελλάδος ΑΕ". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 72/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 60/2015 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-11-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αναστασία Περιστεράκη ανέγνωσε την από 2-11-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108,110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. παρ. 1, 2 και 4, 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 1061/2010, ΑΠ 407/2004).

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. β’ και γ’ ΚΠολΔ, που έχουν γενική εφαρμογή, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ’ αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσης του για την αρχική δικάσιμο.

Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί και δεν παραστάθηκε, ή δεν παραστάθηκε νομίμως, η από το πινάκιο αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ 109/2013, ΑΠ 12/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση ,από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 13- 11-2017 και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η αναιρεσείουσα, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. ΚΠολΔ. Περαιτέρω, προκύπτει, ότι τη συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 16-01-2017, είχε επισπεύσει η αναιρεσείουσα, οπότε η υπόθεση αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 13-11-2017 παρόντων αμφοτέρων των διαδίκων. Όφειλε λοιπόν, κατά τα προεκτεθέντα να παραστεί η αναιρεσείουσα κατά την δικάσιμο αυτή χωρίς άλλη κλήση, όμως δεν παρέστη κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου ,όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι’ αυτό πρέπει να δικαστεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (αρθρ. 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται, η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ. 60/2015 τελεσίδικη, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, η οποία , αφού δέχθηκε την από 9-9-2013 έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ’ αριθ. 72/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας και εξαφάνισε κατά ένα μέρος αυτή, κρίνοντας ότι πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος η από 25-5-2011 αγωγή της αναιρεσείουσας ενάγουσας κατά της αναιρεσίβλητης -εναγομένης υποχρέωσε την τελευταία να καταβάλει στην πρώτη ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση από αδικοπραξία το ποσό των 46420 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 ΚΠολΔ) και συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ.577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω οι λόγοι αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., η οποία περιέχει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που την επέσπευσε αποζημίωση για τις ζημίες που επήλθαν από την εκτέλεση, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 του αστικού κώδικα.

Συνεπώς προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 940 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. είναι: α) επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως, ανεξαρτήτως του είδους του τίτλου βάσει του οποίου επισπεύδεται αυτή, β) αμετάκλητη ακύρωση της πραγματοποιηθείσας αναγκαστικής εκτελέσεως μετά από άσκηση ανακοπής, γ) συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 914 ή 919 Α.Κ., δ) ζημία του καθ’ ου η εκτέλεση θετική ή αποθετική ή και μη περιουσιακή (ηθική βλάβη) και ε) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημίας και της παράνομης εκτελέσεως.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, προϋπόθεση για να τύχει εφαρμογής η τελευταία είναι, η πραγματοποίηση της επισπευδομένης αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία ολοκληρώνεται με τον πλειστηριασμό και την κατακύρωση του εκπλειστηριασθέντος πράγματος, ακολούθως δε, μετά από άσκηση ανακοπής να ακολουθήσει η αμετάκλητη ακύρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης.

Ωστόσο, εφόσον δεν συμβούν τα ανωτέρω, αλλά ακυρωθεί μια προηγηθείσα του πλειστηριασμού, που δεν πραγματοποιήθηκε, πράξη της αναγκαστικής εκτελέσεως, εφόσον ο καθ’ ού η εκτέλεση υπέστη ζημία εξ αιτίας αυτής, μπορεί να θεμελιώσει με αυτοτελή αγωγή αξίωση αποζημιώσεως υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.

Ειδικότερα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για τη θεμελίωση αξιώσεως προς αποζημίωση ή και προς χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία αδικοπραξίας απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά οι εξής προϋποθέσεις: α) πράξη ή παράλειψη του δράστη, η οποία είναι παράνομη, δηλαδή αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου που απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, β) η πράξη ή παράλειψη να είναι υπαίτια, δηλαδή να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια του δράστη, ακόμη και ελαφρά, γ) ζημία περιουσιακή ή μη (ηθική βλάβη) και δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του δράστη και της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης, που κρίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 299 Α.Κ.

και υφίσταται όταν η υπαίτια συμπεριφορά ήταν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ικανή, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 660/2010). Οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας (δόλου ή αμέλειας) που στη συγκεκριμένη αδικοπραξία αρκεί να είναι και ελαφρά και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, και γι’ αυτό η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου (περιουσιακού ή ηθικού) αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 2049/2014. 273/2008, 889/2000 και 1063/1999).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ’ αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της εν λόγω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 9/2015, ΑΠ 944/2017).

Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε τα ακόλουθα:"Δυνάμει του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ’ ...1998 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδίκη του Ειρηνοδικείου Καβάλας, αντίγραφο του οποίου με επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκε νόμιμα στην ενάγουσα Ε. Τ., η "..." επέσπευσε διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της ανωτέρω οφειλέτριας για απαίτηση ύψους 522.191 δρχ.

ή 1.532,48 ευρώ με τους νόμιμους τόκους και έξοδα, και συνολικά για το ποσό των 612.866 δρχ. ή 1.798,68 ευρώ. Ακολούθως, με την υπ’ αριθμ. ...11.03.1998 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Καβάλας Θ. Τ., ο οποίος ενεργούσε βάσει σχετικής εντολής προς εκτέλεση της επισπεύδουσας, κατασχέθηκε το ακίνητο της ενάγουσας, ήτοι ένα οικόπεδο έκτασης 50 τ.μ.

κατά τον τίτλο κτήσης και 61,94 τ.μ. κατά νεώτερη καταμέτρηση, που βρίσκεται στην Καβάλα, επί της οδού ..., και συνορεύει βορειοανατολικά με την οδό ..., νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία Α. Χ., νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία Π. Φ. και βορειοδυτικά με παραπάνω οδό, επί του οποίου έχει ανεγερθεί μια διώροφη οικοδομή έκτασης κάθε ορόφου 61,94 τ.μ.

Το ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει στην κυριότητα της ενάγουσας δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...09. συμβολαιογράφου Ελευθερούπολης Σ. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καβάλας στον τόμο … και αριθμό …. Στο ακίνητο αυτό υπήρχε εγγεγραμμένη υποθήκη υπέρ της ... ΤΡΑΠΕΖΑΣ Α.Ε., της οποίας καθολική διάδοχος με συγχώνευση (απορρόφηση) είναι η εναγομένη "...

ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" για το ποσό των 7.500.000 δρχ. προς εξασφάλιση ισόποσου δανείου, που έλαβε η ενάγουσα την 20.02.1997 και το οποίο εξυπηρετούνταν κανονικά. Το εν λόγω ακίνητο εκτιμήθηκε στο ποσό των 12.000.000 δρχ. ή 35.216,43 με τιμή πρώτης προσφοράς στο 1/2 της αρχικής εκτίμησης, ήτοι στο ποσό των 6.000.000 δρχ. ή 17.608,22 ευρώ, ενώ ορίστηκε ημέρα πλειστηριασμού η 29.04.1998.

Ωστόσο, την 06.04.1998 η ενάγουσα προέβη με την ως άνω επισπεύδουσα "...", εκπροσωπούμενη από τον Διευθυντή του υποκαταστήματος της στην Καβάλα, σε ρύθμιση της οφειλής της, καταβάλλοντος την ίδια ημέρα το ποσό των 400.000 δρχ. και αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να καταβάλλει μηνιαίως το ποσό των 40.000 δρχ. μέχρι την εξόφληση, προκειμένου να ματαιωθεί ο πλειστηριασμός και να αρθεί η κατάσχεση του ακινήτου της.

Η συμφωνία αυτή αποτυπώθηκε και στη υπ’ αριθμ. ...29.04.1998 δήλωση αναστολής πλειστηριασμού, που συνέταξε η συμβολαιογράφος Καβάλας Δ. Κ., σύμφωνα με την οποία η επισπεύδουσα και η ενάγουσα συμφώνησαν την αναστολή του πλειστηριασμού για έξι μήνες, ήτοι έως την 04.11.1998, με τον όρο της καταβολής με δόσεις του οφειλόμενου ποσού και την ολοσχερή εξόφληση του χρέους, ενώ σε περίπτωση μη καταβολής θα εκδιδόταν νέο πρόγραμμα πλειστηριασμού από τον αρμόδιο δικαστικό επιμελητή.

Την ίδια ημέρα εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. .../29.04.1998 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή και ορίστηκε ημέρα πλειστηριασμού του ανωτέρω ακινήτου η 04.11.1998. Ωστόσο, κατά την ημέρα αυτή, μολονότι η ενάγουσα ήταν απολύτως συνεπής στις καταβολές και είχε καταβάλει μέχρι τότε το συνολικό ποσό των 640000 δρχ.

ή 1.878,21 ευρώ, όπως η ίδια ενημέρωσε όλους τους συμμετέχοντες στον πλειστηριασμό, μεταξύ των οποίων και την εναγομένη, προσερχόμενη στον τόπο, όπου έλαβε χώρα, και προσκομίζοντας τις σχετικές αποδείξεις, ο πλειστηριασμός πραγματοποιήθηκε και το ακίνητο κατακυρώθηκε στην εναγομένη, η οποία ήταν και η μοναδική που πλειοδότησε, με την υπ’ αριθμ. .../04.11.1998 κατακυρωτική έκθεση της συμβολαιογράφου Καβάλας Δ.

Κ., στην τιμή της πρώτης προσφοράς (6.000.000 δρχ. ή 17.608,22 ευρώ), που υπολειπόταν σημαντικά από την εμπορική αξία του ακινήτου, η οποία ανερχόταν περίπου στο ποσό των 17.000.000 δρχ. ή 50.000 ευρώ. Με τον τρόπο αυτό η εναγομένη ενήργησε καθ’ υπέρβαση των αρχών που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, σε αντίθεση με το περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη, καθόσον γνώριζε τόσο την αντιφατική συμπεριφορά της ως άνω επισπεύδουσας τραπεζικής εταιρίας, η οποία είχε δημιουργήσει εύλογα την πεποίθηση στην ενάγουσα ότι το ακίνητο της δεν επρόκειτο να εκπλειστηριαστεί, όσο και το γεγονός ότι η ενάγουσα κατέβαλλε κανονικά τις δόσεις της, σύμφωνα με τη ρύθμιση της οφειλής της, η οποία ανερχόταν σε μηδαμινό ποσό σε σχέση με την αξία του ακινήτου της, καταβάλλοντας απέλπιδες προσπάθειες να περισώσει το μοναδικό ακίνητο περιουσιακό της, στοιχείο, στο οποίο και διέμενε, παρά το προχωρημένο της ηλικίας της (τότε περίπου εβδομήντα πέντε ετών).

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη συνέχισε την ανωτέρω αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά της, μεταγράφοντας την υπ’ αριθμ. ...11.03.1999 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης της ανωτέρω συμβολαιογράφου στον τόμο … και αριθμό ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καβάλας και αποβάλλοντας την ενάγουσα από την οικογενειακή της στέγη, δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../25.05.2001 έκθεσης βίαιης αποβολής και εγκατάστασης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Καβάλας Κ.

Α. - Ν.. Μάλιστα, με την από 07.06.2002 επιστολή της, η εναγομένη πρότεινε στην ενάγουσα να της πωλήσει το ανωτέρω ακίνητο στο ποσό των 50.000 ευρώ με τη χορήγηση τοκοχρεωλυτικού δανείου αντίστοιχου ποσού και με την προϋπόθεση παραίτησής της από τα ένδικα μέσα κατά του κύρους του πλειστηριασμού, ενώ την 31.10.2002 το προτεινόμενο τίμημα της ανωτέρω πώλησης ανήλθε στο ποσό των 55.000 ευρώ.

Στη συνέχεια, με την υπ’ αριθμ. 333/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας έγινε δεκτή η έφεση της ενάγουσας και ακυρώθηκε η ανωτέρω υπ’ αριθμ. .../04.11.1998 κατακυρωτική έκθεση της συμβολαιογράφου Καβάλας Δ. Κ., για το λόγο ότι ο πλειστηριασμός του ακινήτου της έγινε καθ’ υπέρβαση των αρχών που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη.

Η ως άνω απόφαση κατέστη ήδη αμετάκλητη με την υπ’ αριθμ. 2069/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε επί της ουσίας η ασκηθείσα από την εναγομένη αναίρεση. Για τον ίδιο λόγο άκυρες καθίστανται και οι μεταγενέστερες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης ήτοι η σύνταξη και μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης και η έκθεση βίαιης αποβολής της ενάγουσας από το ακίνητο της, όπως δύναται να κριθεί παρεμπιπτόντως από το Δικαστήριο αυτό, για τη θεμελίωση του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος αποζημίωσης της ενάγουσας, παρόλο που δεν ασκήθηκαν ανακοπές και κατά των πράξεων αυτών,

σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη. Ωστόσο, παρόλο που μετά την αμετάκλητη ακύρωση του πλειστηριασμού δεν υπήρχε πλέον νόμιμη αιτία και δεν δικαιολογούνταν η διατήρηση της περιουσιακής μεταβολής που έλαβε χώρα, η εναγομένη αρνούνταν να επιστρέψει το ακίνητο στην ενάγουσα, η οποία υποχρεώθηκε και πάλι να ζητήσει τη δικαστική προστασία καταθέτοντας σε βάρος της αγωγή, η οποία έγινε δεκτή κατά την επικουρική της βάση με την υπ’ αριθμ. 212/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, που υποχρέωσε την εναγομένη να μεταβιβάσει το ανωτέρω ακίνητο στην ενάγουσα βάσει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Προηγουμένως, η ενάγουσα με αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας, είχε ζητήσει να οριστεί μεσεγγυούχος του εν λόγω ακινήτου, υπό το φόβο της περαιτέρω εκποίησής του και να της επιτραπεί η αποκατάσταση των φθορών που είχε υποστεί λόγω της πολυετούς εγκατάλειψής του. Οι εν λόγω αιτήσεις έγιναν δεκτές με τις υπ’ αριθμ. 982/2008 και 2137/2008 αποφάσεις του παραπάνω Δικαστηρίου.

Υπό την πίεση των ανωτέρω αποφάσεων, η εναγομένη παρέδωσε την κατοχή του ακινήτου στην ενάγουσα μόλις την 20.02.2009, αρνούμενη όμως να συμπράξει μέχρι σήμερα στη μεταβίβαση της κυριότητάς του, όπως υποχρεούται βάσει της προαναφερθείσας αμετάκλητης ήδη απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα στερήθηκε τη χρήση και κάρπωση του ακινήτου της από την 25.05.2001 έως την 20.02.2009, εξαιτίας των αντίθετων προς τα χρηστά ήθη και την καλή πίστη ενεργειών των εκπροσώπων και των προστηθέντων υπαλλήλων και νομικών παραστατών της εναγόμενης Τράπεζας, οφειλόμενων σε πταίσμα και ειδικότερα σε βαριά αμέλεια αυτών, για την οποία ευθύνεται η ίδια η τράπεζα, οι οποίοι συμμετείχαν, εν γνώσει τους, σε ελαττωματικό πλειστηριασμό που έλαβε χώρα παρά την ύπαρξη διακανονισμού της οφειλής, δυνάμει της οποίας επισπεύθηκε και συμφωνίας για την αναβολή του, ενώ στη συνέχεια αρνήθηκαν να επιστρέφουν το ακίνητο παρά την αμετάκλητη ακύρωση του πλειστηριασμού και την έκδοση απόφασης που τους υποχρέωνε σε αναμεταβίβαση.

Κατά το χρονικό αυτό διάστημα η ενάγουσα υπέστη θετική ζημία, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως για το διάστημα από 25.5.01 μέχρι 31.12.03, το ποσό των 340 ευρώ μηνιαίως για το διάστημα από 1.1.04 μέχρι 31.12.06 και στο ποσό των 380 ευρώ μηνιαίως για το διάστημα από 1.1.07 μέχρι 20.2.09, ήτοι συνολικά υπέστη ζημία 31.420 [(300 ευρώ Χ 31μήνες) +(340 ευρώ Χ 36 μήνες) + (3 80 ευρώ Χ 26 μήνες) ευρώ], το οποίο θα αποκέρδαινε μετά βεβαιότητος εάν μίσθωνε σε τρίτο πρόσωπο το παραπάνω ακίνητο, όπως εκτιμάται ενόψει της εμπορικής του αξίας, της τοποθεσίας του και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του (διώροφη μονοκατοικία με υπόγειο, με κεντρική θέρμανση και κλιματιστικά σώματα, άριστης κατασκευής και εξοπλισμού), σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των μαρτύρων.

Περαιτέρω, από τις ανωτέρω άκυρες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης και αντίθετες προς τα χρηστά ήθη ενέργειες της εναγομένης, η ενάγουσα υπέστη προσβολή της προσωπικότητάς της και ηθική βλάβη, διότι παρουσιαζόταν στους τρίτους ως κακοπληρώτρια πελάτης των τραπεζών, αλλά κυρίως διότι στεναχωρήθηκε και ταλαιπωρήθηκε από τη σε βάρος της αναγκαστική εκτέλεση, η οποία της στέρησε την εξουσία διάθεσης του μοναδικού ακίνητου περιουσιακού της στοιχείου και την υποχρέωσε σε επί σειρά ετών χρονοβόρες και πολυέξοδες δικαστικές διαμάχες, με αποτέλεσμα να φτάσει στην προχωρημένη ηλικία των ογδόντα πέντε ετών πριν καταφέρει να ανακτήσει το ακίνητο της, και δη μόνο την κατοχή και όχι και την πλήρη κυριότητά του.

Επομένως, για τη χρηματική της ικανοποίηση θα πρέπει να της επιδικαστεί το ποσό των 15.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο ενόψει του είδους, της βαρύτητας και των συνθηκών τέλεσης της προσβολής, του βαθμού πταίσματος της εναγομένης, της χρονικής διάρκειας της ταλαιπωρίας και της ηλικίας της ενάγουσας, καθώς και της επαγγελματικής, κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, από τους οποίους η μεν ενάγουσα είναι μια υπέργηρος χαμηλών εισοδημάτων ιδιώτης, η δε εναγομένη μία από τις πιο εύρωστες Τράπεζες της Ελλάδας.

Κατ’ ακολουθίαν, η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ως άνω ποσό των 46.420 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεχθέν ως χρονικό διάστημα απώλειας μισθωμάτων από 25.5.01 (αποβολή ενάγουσας από ακίνητο της) μέχρι 20.2.09 (απόδοση κατοχής αυτού), διότι η αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης εκτείνεται σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα, ορθώς κατά τούτο εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων ως αβασίμων των αντίθετων ισχυρισμών της εναγομένης που περιλαμβάνονται στους τρίτο και τέταρτο λόγους έφεσης, έσφαλε όμως ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το μέρος που δέχθηκε ότι η ενάγουσα, για όλο το ως άνω χρονικό διάστημα, απώλεσε κατά μήνα 380 ευρώ και επιδίκασε για την ίδια αιτία το συνολικό ποσό των 35.340 ( 93 μήνες Χ 380) ευρώ, καθώς επίσης έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου (άρθρ. 932 ΑΚ) ως προς το επιδικασθέν ποσό των 50.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης".

Η αναιρεσείουσα μέμφεται την άνω απόφαση με τους εξής λόγους: "1) ότι δεχθείσα ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο « ορθώς κατά τούτο εκτίμησε τις αποδείξεις,.... έσφαλε όμως ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το μέρος που δέχθηκε ότι η ενάγουσα, για όλο το ως άνω χρονικό διάστημα, απώλεσε κατά μήνα 380 ευρώ> περιέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στη δίκη κατά παράβαση του άρθρο 559 αρ 19ΚΠοΛΔ), 2) ότι προέβη στον υπολογισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω αδικοπραξίας χωρίς ιδιαίτερη αξιολόγηση, ιεράρχηση ή επεξήγηση παραβιάζοντας έτσι το άρθρο 559 αρ 1 ΚΠολΔ, 3) το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα διδάγματα της κοινής πείρας για τον υπολογισμό της εύλογης αποζημίωσης, η οποία, ως εκ τούτου, κάθε άλλο παρά εύλογη μπορεί να θεωρηθεί. Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως τον ουσιαστικό κανόνα του άρθ. 932 ΑΚ, πλημμέλεια που εμπίπτει στο άρθ. 559 αριθ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ως ελλειπούσης νομίμου βάσεως και δη επαρκούς αιτιολογίας, που να δικαιολογεί την κρίση περί του ύφους της επιδικασθείσας "εύλογης" χρηματικής ικανοποιήσεως".

Από τη διάταξη των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ 1 και 577 παρ 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ,που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση ,ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Στην προκειμένη περίπτωση ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο παραπονείται η αναιρεσείουσα για παράβαση του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ είναι πρωτίστως απαράδεκτος, καθόσον η αναιρεσείουσα αναφέροντας τα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε η προσβαλλομένη σχετικά με τα όσα είχε δεχθεί το πρωτόδικο δικαστήριο, όλως αορίστως ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση «περιέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες» χωρίς περαιτέρω να αναφέρει τις παραδοχές της απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια και όχι επιλεκτικά και αποσπασματικά, σε τι ακριβώς συνίσταται η αντίφαση στην αιτιολογία και από πού προκύπτει, σε κάθε περίπτωση δε και αβάσιμος αφού οι σχετικές αιτιολογίες της προσβαλλομένης είναι επαρκείς και σαφείς.

Επομένως πρέπει ν’ απορριφθεί. Σχετικά με τους λοιπούς λόγους αναίρεσης με τους οποίους η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559 αρ 1 και 19 ΚΠολΔ ως προς την επιδικασθείσα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης λόγω της αδικοπραξίας παρατηρητέα τα εξής: ο προσδιορισμός της τελευταίας (χρηματικής ικανοποίησης ) έχει αφεθεί στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται καταρχήν σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου για έλλειψη νόμιμης βάσης, επιβάλλεται όμως σε κάθε περίπτωση να λαμβάνεται υπόψη η αρχή της αναλογικότητας, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της άνω αρχής, δηλ ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟΛ ΑΠ 9/2015).Στην προκειμένη περίπτωση όμως που οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της υπό κρίση αίτησης που πλήττουν τις παραδοχές του εφετείου ως προς το επιδικασθέν ποσό της επιδικασθείσας εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, χωρίς επίκληση παραβίασης της άνω αρχής της αναλογικότητας, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι γιατί αφορούν την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων.

Μετά ταύτα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν’ απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο. Τέλος, η αναιρεσείουσα που ηττήθηκε στη δίκη, πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176,183,189 παρ 1,191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 17-11-2015 αίτηση της αναιρεσείουσας Ε. Τ. για αναίρεση της 60/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ".

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 12 Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 21 Δεκεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ