Supreme Court dismisses appeal against lower court's finding that all evidence was properly considered.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by Astakou Shipping against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court failed to consider specific documents regarding the debtor's obligations, yet the court found the appellate judgment explicitly stated all evidence was weighed. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible because the lower court's conclusion that all documents were considered was clearly established in the record.
Legislator headnote
AI generatedArticles 76 and 558 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 11, letter gamma: An appeal based on the failure to consider evidence is inadmissible if the final judgment explicitly states that all evidence adduced by the parties was duly taken into account and evaluated.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2099 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 2099/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΑΛΥΤΗΡΙΑ ΠΛΟΙΩΝ ΑΣΤΑΚΟΥ ΑΕΒΕ", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Απόστολο Γεωργιάδη και Γεώργιο - Σπυρίδωνα Κατηνιώτη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ (ΕΤΒΑ) ΑΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρίκλεια Απαλαγάκη και 2. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΒΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΕΤΒΑ ΒΙ.ΠΕ. Α.Ε." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία στο ακροατήριο, εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Στρατήγη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Σεπτεμβρίου 1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 94/1999 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 2180/2002 μη οριστική και 3206/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21 Απριλίου 2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 11 Σεπτεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 21.4.2008 αίτησης αναίρεσης.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τον συνδυασμό των άρθρων 76 και 558 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η αναίρεση απευθύνεται εναντίον εκείνων που ήσαν διάδικοι στην δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή κληροδόχων των και αντίδικοι του αναιρεσείοντος όχι όμως απαραιτήτως κατά πάντων αυτών, διότι ο αναιρεσείων, εν όψει του απαλλοτριωτού των ιδιωτικών δικαιωμάτων, δικαιούται να απευθύνει την αναίρεση μόνο κατά του αντιδίκου του εκείνου ως προς τον οποίον, κατ' εκτίμηση του ίδιου συμφέροντός του, επιθυμεί να επιτύχει ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Εξαίρεση ισχύει επί περιπτώσεων αναγκαστικής ομοδικίας, κατά τις οποίες η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά πάντων των ομοδίκων, άλλως απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, παρέστησαν οι δύο εταιρείες κατά των οποίων απευθύνεται τώρα η ένδικη αίτηση αναίρεσης, χωρίς τότε να κριθεί απαράδεκτη για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης η παράσταση της πρώτης από αυτές, ενώ η έφεση της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη σε αναφορά και προς τις δύο τότε εφεσίβλητες.
Επομένως ο σχετικός ισχυρισμός της πρώτης αναιρεσίβλητης για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησής της στην αναιρετική δίκη κρίνεται αβάσιμος.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (173 και 200 ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005) Περαιτέρω, κατά το άρθρο 202 του ΑΚ, αν με τη δικαιοπραξία εξαρτήθηκε η ανατροπή των αποτελεσμάτων της από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση διαλυτική), μόλις συμβεί το γεγονός αυτό παύει η ενέργεια της δικαιοπραξίας και επανέρχεται αυτοδικαίως η προηγούμενη κατάσταση.
Ενόψει της διάταξης αυτής, ο διαλυτικός όρος που περιέχεται στη σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου, σύμφωνα με τον οποίο, σε περίπτωση που ο αγοραστής, ο οποίος ανέλαβε την υποχρέωση για ορισμένη ενέργεια μέσα σε τακτή προς τούτο προθεσμία, δεν προέβη στην εκπλήρωση αυτής που μπορεί να συνίσταται και στην καταβολή μέρους του πιστωθέντος τιμήματος, θα εκπίπτει από κάθε δικαίωμά του που απορρέει από την πώληση και το πωληθέν θα καθίσταται αναγόραστο και θα επιστραφεί χωρίς άλλη διατύπωση στην κυριότητα του πωλητή, αποτελεί αναμφίβολα παρεμβολή στη σύμβαση διαλυτικής αιρέσεως, υπό την οποία τελεί όχι μόνο η κατά το άρθρο 1033 του ΑΚ συμφωνία για τη μεταβίβαση της κυριότητας, αλλά και η ενοχική δικαιοπραξία της πώλησης, η οποία αποτελεί, κατά την παραπάνω διάταξη, την νόμιμη αιτίας της μεταβίβασης.
Όταν δε η διαλυτική αυτή αίρεση πληρωθεί γιατί πέρασε άπρακτη η προθεσμία μέσα στην οποία όφειλε ο αγοραστής να ενεργήσει, τότε, κατά τη βούληση των μερών, που σαφώς εκφράστηκε και είναι σύμφωνη με τα οριζόμενα στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 202 του ΑΚ, ανατρέπεται η όλη σύμβαση τόσο κατά την ενοχική όσο και κατά την εμπράγματη ενέργειά της, με την έννοια ότι παύει αυτή να ισχύει μόνο αν επέλθει το αιρετικό γεγονός και επανέρχεται αυτοδικαίως η προηγούμενη κατάσταση, άρα και η κυριότητα στον πωλητή, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη ενέργειά του και μάλιστα δήλωση υπαναχωρήσεως, η οποία, άλλωστε, εφόσον κατά τη βούληση των συμβαλλομένων αυτοδικαίως ατονεί η σύμβαση μόλις πληρωθεί η αίρεση, στερείται κάθε έννοιας και αντικειμένου. (ΑΠ 848/2008, 1017/1988).
Εξάλλου, εάν στη σύμβαση προστέθηκαν πλείονες αιρέσεις είναι ζήτημα ερμηνείας, εάν αυτές είναι αθροιστικές ή διαζευκτικές. Και στην πρώτη μεν περίπτωση πρέπει να πληρωθούν όλες, ενώ στη δεύτερη αρκεί η πλήρωση μιας μόνο. Η πλήρωση και της τέτοιας αίρεσης δυνατό να εξαρτηθεί από τη θέληση ή εξουσία ενός των συμβαλλομένων και δη του δικαιούχου, οπότε πρόκειται περί καθαρής εξουσιαστικής αίρεσης και τα αποτελέσματα της δικαιοπραξίας παύουν από της επέλευσης του μέλλοντος και αβέβαιου γεγονότος ήτοι εκ μόνης της γυμνής θέλησης του υπέρ ου τέθηκε η αίρεση.
Η πλήρωση της εξουσιαστικής αίρεσης επέρχεται με δήλωση του υπέρ ου τέθηκε συμβαλλομένου και δύναται να είναι ρητή ή σιωπηρά, έτι δε συνάγεται και εκ της όλης συμπεριφοράς του δικαιούχου, με την οποία εκδηλούται η δικαιοπρακτική βούληση του προσώπου (ΑΠ 637/2003). Τέλος κατά την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε από την άσκησή του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, όχι μόνο δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του αλλά και εμφανίζουν αυτή ότι χωρεί κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, με αποτέλεσμα οι επαχθείς επιπτώσεις που δημιουργούνται από την άσκηση αυτού για τον υπόχρεο να προκαλούν την εντύπωση γενόμενης σε βάρος του έντονης αδικίας, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 207 εδ.
β του ΑΚ, η αίρεση θεωρείται ότι δεν πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της προκάλεσε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα τον ωφελούσε η πλήρώσή της. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) ΟλΑΠ 1/1999.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 13/1995).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε τούτο ή εκείνο το περιστατικό.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την έννοια ότι το αποδεικτικό πόρισμα είναι σαφές, είναι από τον 'Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1897/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων (αρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ): "Με την υπ' αριθμ.
ΙΕ/9823/360/09.11.1984 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, μετά από αίτηση της ενάγουσας Ανώνυμης Βιομηχανικής Εταιρείας, εγκρίθηκε η υπαγωγή της στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 1262/1982 της επενδύσεώς της για την ίδρυση μονάδας διαλυτηρίων πλοίων, στην τοποθεσία "..." ..., στην Ναυτιλιακή Βιομηχανική Περιοχή (ΝΑ.ΒΙ.ΠΕ.) της εναγομένης ΕΤΒΑ.
Σύμφωνα με τους όρους της εγκριτικής Υπουργικής απόφασης που προαναφέρθηκε, έλαβε κεφαλαιακή ενίσχυση από το Δημόσιο και επιδότηση επιτοκίου για την κάλυψη μέρους της επιβάρυνσης από τους τόκους των τραπεζικών δανείων που θα έπαιρνε για την πραγματοποίηση της επένδυσης. Έλαβε εξάλλου από την εναγομένη τοκοχρεωλυτικά δάνεια 162.000.000 και 124.000.000 δραχμών, ένα μέρος όμως της επένδυσης έπρεπε να καλυφθεί με δικά της κεφάλαια.
Έτσι, προς κάλυψη μέρους της συμμετοχής της στο παραγωγικό κόστος της επενδύσεώς της, αγόρασε με το υπ' αριθμ. ... πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνας Βασιλείου, που έχει μεταγράφει νόμιμα, ένα οικόπεδο (γήπεδο) εκτάσεως 19.000 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ..., στη θέση ..., εντός της ζώνης της ΝΑ.ΒΙ.ΠΕ., έναντι τιμήματος 20.900.000 δραχμών.
Από το τίμημα αυτό η ενάγουσα κατέβαλε, κατά την υπογραφή του συμβολαίου, το ποσό των 6.270.000 δραχμών, ενώ το υπόλοιπο ποσό 14.630.000 δραχμές συμφωνήθηκε να καταβληθεί από την αγοράστρια κατά το σύστημα της σύνθετης χρεωλυσίας, έντοκα, με επιτόκιο το εκάστοτε ισχύον στην πωλήτρια ΕΤΒΑ, για την χρηματοδότηση παγίων εγκαταστάσεων.
Η εξόφληση ορίστηκε σε 16 εξαμηνιαίες δόσεις, κάθε 1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου κάθε έτους. Η πρώτη δόση έπρεπε να καταβληθεί την 1η Ιουλίου 1989 και η τελευταία την 1η Ιανουαρίου 1997. Με τον ένατο όρο του παραπάνω συμβολαίου, ορίστηκε ότι η αγοραπωλησία του επίδικου γηπέδου, τελούσε υπό την διαλυτική αίρεση της πλήρους και εμπρόθεσμης καταβολής του πιστωθέντος τιμήματος.
Ορίστηκε ακόμη ότι σε περίπτωση καθυστερήσεως και μιας ακόμη από τις παραπάνω δόσεις, η πωλήτρια μπορεί να θεωρήσει με έγγραφη δήλωσή της προς αυτό, η οποία θα κοινοποιηθεί στην αγοράστρια, την υπέρ αυτής τεθείσα αίρεση ως αυτοδικαίως πληρωθείσα, με αποτέλεσμα την ανατροπή των αποτελεσμάτων της αγοραπωλησίας και την αυτοδίκαιη επάνοδο της κυριότητας νομής και κατοχής του πωλούμενου γηπέδου στην πωλήτρια.
Η πλήρωση της παραπάνω αιρέσεως θα αποδεικνύεται με πράξη την οποία θα κληθεί να υπογράψει η αγοράστρια, σε περίπτωση δε αρνήσεώς της η πωλήτρια θα δικαιούται να υπογράψει την πράξη αυτή με αυτοσύμβαση. Μετά την κατά τα ανωτέρω ανατροπή της πώλησης, θα δικαιούται η αγοράστρια να ζητήσει την επιστροφή του τιμήματος που κατέβαλε από την πωλήτρια, τα δε ανεγερθέντα πωλούμενο γήπεδο κτίρια ή άλλες ακίνητες εγκαταστάσεις θα παραμείνουν υπέρ της πωλήτριας λόγω ποινικής ρήτρας και αποζημιώσεως.
Εξ άλλου, με το ίδιο συμβόλαιο, ανέλαβε και η πωλήτρια ΕΤΒΑ να εκτελέσει με δικές της δαπάνες, τα οριζόμενα στο άρθρο 8 έργα υποδομής τα οποία θα εξυπηρετούν τη ναυτιλιακή βιομηχανική περιοχή και ειδικότερα α) τους κυρίους δρόμους, β) το δίκτυο υπονόμων και αποχετευτικών αγωγών και γ) το δίκτυο παροχής ύδατος.
Ως προς το δίκτυο διανομής ηλεκτρικής ενέργειας και το τηλεφωνικό δίκτυο, η πωλήτρια ανέλαβε την υποχρέωση να φροντίσει να εκτελεστούν αυτά από τους αρμόδιους οργανισμούς (ΔΕΗ, ΟΤΕ) και σύμφωνα με τις διατάξεις που ρυθμίζουν τους οργανισμούς αυτούς, με την διευκρίνιση ότι τα έργα της υποδομής της Ναυτιλιακής Βιομηχανικής περιοχής ..., συντελούνται παράλληλα προς τις εγκαταστάσεις τις ΝΑ.ΒΙ.ΠΕ., γεγονός που δήλωσε η αγοράστρια, δια του παρασταθέντος εκπρόσωπου της ότι το γνωρίζει.
Η ενάγουσα ανήγειρε διάφορα κτίρια, στο χρονικό διάστημα που επακολούθησε και αγόρασε από το εξωτερικό τέσσερις γερανούς, για την πραγματοποίηση της επένδυσής της και για τους σκοπούς της επιχειρηματικής της δραστηριότητας που ήταν η διάλυση παλαιών πλοίων που αποσύρονται ή επισκευές πλοίων γενικώς.
Είναι αληθές ότι υπήρξε καθυστέρηση από την πλευρά της εναγομένης ΕΤΒΑ ως προς την υλοποίηση του προγράμματος για την δημιουργία υποδομών στον χώρο της ΝΑ.ΒΙ.ΠΕ. ..., όπως προκύπτει από τις επιστολές που απεστάλησαν από την ενάγουσα προς τους αρμόδιους υπαλλήλους της εναγομένης, με τις οποίες παραπονέθηκε για καθυστερήσεις:
α) στην παροχή ΔΕΗ, ΟΤΕ, β) στη δημιουργία εγκαταστάσεων βιολογικού καθαρισμού, γ) μώλου φορτώσεως και δ) τελωνειακών εγκαταστάσεων. Όμως δεν είχε γίνει χρονοδιάγραμμα για τα έργα υποδομής, γεγονός που εγνώριζαν οι επενδυτές. Οι καταβολές του πιστωθέντος τιμήματος ήταν τοκοχρεολυτικές και έπρεπε να καταβάλλονται κάθε 1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου κάθε έτους.
Η ενάγουσα εταιρεία σταμάτησε να καταβάλει τις δόσεις, όμως η ΕΤΒΑ, δεν προέβη σε καταγγελία της συμβάσεως, επειδή σε περιπτώσεις μη ομαλής εξέλιξης μιας επένδυσης εδίδετο συνήθως παράταση, λόγω και της μη ολοκλήρωσης των υποδομών από την ίδια. Οι λόγοι που δεν ολοκληρώθηκαν οι υποδομές από την εναγομένη ήταν μεταξύ άλλων και οι αντιδράσεις των τοπικών φορέων για την εγκατάσταση στην περιοχή βιομηχανιών βαριάς όχλησης, γι' αυτό δεν συμμετείχαν άλλοι επενδυτές στο πρόγραμμα δημιουργίας ΝΑ.ΒΙ.ΠΕ., με συνέπεια η ΔΕΗ να μην χορηγεί ρεύμα υψηλής τάσης.
Ολοκληρώθηκε όμως το εξωτερικό οδικό δίκτυο και το δίκτυο πυρόσβεσης, οι δε τελωνειακές υπηρεσίες μπορούσαν να εξυπηρετούνται από το Δήμο ... Δεν προέκυψε όμως αντισυμβατική και σε αντίθεση με την καλή πίστη συμπεριφορά της εναγομένης δια των προστηθέντων από αυτή υπαλλήλων, όταν στις 02.04.1997 απέστειλε εξώδικο στην ενάγουσα ότι ενεργοποιεί τον όρο για την πλήρωση της διαλυτικής αιρέσεως, λόγω της μη αποπληρωμής του τιμήματος όπως προεβλέπετο στο συμβόλαιο που προαναφέρθηκε.
Αντίθετα αποδείχτηκε ότι υπήρξαν αρκετές προσπάθειες από την πλευρά της εναγομένης για την προώθηση της δημιουργίας της ΝΑ.ΒΙ.ΠΕ., αφού το έτος 1991 χρηματοδότησε με 80.000.000 δραχμές τις ανασκαφές που πραγματοποίησε το Υπουργείο γιατί βρέθηκε στην περιοχή αρχαίος οικισμός. Εξάλλου δεν υπήρξε χρονική δέσμευσή της, με το συμβόλαιο που προαναφέρθηκε, για τη δημιουργία των υποδομών της ΝΑ.ΒΙ.ΠΕ. ..., ούτε εξαρτήθηκε η καταβολή των δόσεων για την αποπληρωμή του τιμήματος την αποπλήρωση του τιμήματος του επίδικου γηπέδου με την από την πλευρά της εναγομένης.
Μετά την κοινοποίηση του από 02.04.1997 εξωδίκου της τελευταίας, με το οποίο δήλωσε ότι ενεργοποιεί τον όρο του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου για την πλήρωση της διαλυτικής αιρέσεως για την ανατροπή της πωλήσεως του επιδίκου, γηπέδου, ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας προσέφερε στους αρμοδίους υπαλλήλους της εναγομένης επιταγή ποσού 51.284.267 δραχμών, δηλ.
το υπόλοιπο του τιμήματος, που δεν είχε καταβάλει η ενάγουσα μαζί με τους νόμιμους τόκους, οι υπάλληλοι όμως αυτοί αρνήθηκαν την είσπραξη του παραπάνω ποσού, οπότε ο παραπάνω εκπρόσωπος εξαργύρωσε την επιταγή και δεν προέβη σε δημόσια παρακατάθεση του ποσού. Είναι βέβαια αληθές ότι η ενάγουσα μετά την κατάρτιση του συμβολαίου αγοραπωλησίας του ενδίκου γηπέδου, κατασκεύασε εντός αυτού σταδιακά με τα ποσά που έλαβε ως δάνεια και με δικά της κεφάλαια κτίρια και μηχανολογικές εγκαταστάσεις, η αξία των οποίων έχει εκτιμηθεί στο συνολικό ποσό των 754.000.000 δραχμών, που σύμφωνα με όρο του συμβολαίου που προαναφέρθηκε θα παραμείνουν ως καταπετούσα ποινική ρήτρα υπέρ της εναγομένης πωλήτριας, καθολική διάδοχος της οποίας έχει ήδη καταστεί λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση η "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ", όμως η ενάγουσα έχει την δυνατότητα να ζητήσει δικαστικά την μείωση της ποινικής ρήτρας στο προσήκον μέτρο.
Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν". Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τα αντίστοιχα κεφάλαια, της αγωγής που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι δεν πληρώθηκε η διαλυτική αίρεση υπό την οποία τελούσε το πωλητήριο συμβόλαιο που είχε καταρτίσει με δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, άλλως ότι η πλήρωση της αίρεσης αυτής θεωρείται μη πληρωθείσα, γιατί επήλθε με συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων αντίθετη προς την καλή πίστη, ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω διατάξεις των άρθρων 202, 207 εδ.
β, 281 και 288 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ότι δεν προέκυψε αντισυμβατική και αντίθετη με την καλή πίστη συμπεριφορά της εναγομένης δια των προστηθέντων της όταν στις 2-4-1997 απέστειλε εξώδικο στην ενάγουσα ότι ενεργοποιεί τον όρο για την πλήρωση της διαλυτικής αίρεσης της, λόγω της μη αποπληρωμής του τιμήματος όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους, και ότι δεν είχε εξαρτηθεί η καταβολή των δόσεων του τιμήματος από την ολοκλήρωση των έργων εκ μέρους της εναγομένης, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της διαγνωσθείσας υπερημερίας της αναιρεσείουσας στην καταβολή του τιμήματος και της πλήρωσης της διαλυτικής αίρεσης ανατροπής της σύμβασης, στην οποία δεν συνετέλεσε οποιοδήποτε συμπεριφορά της αρχικά εναγομένης αντίθετης στην καλή πίστη.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους πρώτο (κατά το ένα μέρος του) και δεύτερο (κατά το ένα μέρος του) λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ, 1 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους πρώτο, δεύτερο (κατά το ένα μέρους τους) τρίτο και τέταρτο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ., κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Ειδικότερα, σε σχέση με τις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. οι παραδοχές εκ μέρους της προσβαλλόμενης: 1) της πλήρωσης της συμφωνημένης διαλυτικής αίρεσης με την εκ μέρους της αναιρεσείουσας περιέλευσή της σε κατάσταση υπερημερίας, με την παρέλευση άπρακτης της συμφωνημένης δήλης ημέρας καταβολής, που συνεπαγόταν, κατά τις ίδιες παραδοχές, τη συμφωνημένη ανατροπή της όλης σύμβασης στο πλαίσιο εφαρμογής της διάταξης του άρθρ. 202 του ΑΚ και 2)της πλήρωσης της συμφωνημένης σωρευτικά καθαρής εξουσιαστικής αίρεσης, εκ μόνης της θέλησης της δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, με την εκφρασθείσα ρητά και εγγράφως δήλωσή της, για την ενεργοποίηση των αποτελεσμάτων της πληρωθείσας ήδη αίρεσης, όπως ρητά είχε συμφωνηθεί μεταξύ των μερών, συνεπαγόταν την οριστική ενεργοποίηση και υλοποίηση της επελθούσας ήδη ανατροπής του όλου συμβατικού πλαισίου μεταξύ των διαδίκων, χωρίς αυτό να αναιρείται από το γεγονός ότι δεν περιλαμβάνεται στις ίδιες παραδοχές και η σύνταξη χωριστής έγγραφης πράξης για την πλήρωση της αίρεσης, που αφορούσε κατά τα συμφωνημένα (με βάση τις ίδιες παραδοχές) μόνο την απόδειξη του γεγονότος της πλήρωσης και όχι και την επέλευση της πλήρωσης αυτής καθ' εαυτής, που συμφωνήθηκε να είναι αυτοδίκαιη και να την επικαλείται, εάν το επιθυμούσε, η δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων, αποκλειστικά.
Περαιτέρω, οι παραδοχές εκ μέρους της προσβαλλομένης (επί πλέον εκείνων που ήδη προαναφέρθηκαν για τις συμφωνημένες δύο αιρέσεις): 1) ότι η πωλήτρια ΕΤΒΑ Α) ανέλαβε να εκτελέσει με δικές της δαπάνης, τα οριζόμενα στο άρθρο 8 έργα υποδομής, τα οποία θα εξυπηρετούσαν την ναυτιλιακή βιομηχανική περιοχή και ειδικότερα α) τους κυρίους δρόμους, β) το δίκτυο υπονόμων και αποχετευτικών αγωγών και γ) το δίκτυο παροχής ύδατος και Β) ανέλαβε την υποχρέωση να φροντίσει να εκτελεστούν τα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας και το τηλεφωνικό δίκτυο από τους αρμόδιους οργανισμούς (ΔΕΗ και ΟΤΕ), 2) ότι τα έργα αυτά υποδομής συμφωνήθηκε να συντελούνται παράλληλα προς τις εγκαταστάσεις της ΝΑ.ΒΙ.ΠΕ., 3) ότι η ενάγουσα ανήγειρε διάφορα κτίρια στο χρονικό διάστημα που επακολούθησε και αγόρασε από το εξωτερικό τέσσερις γερανούς, 4) ότι υπήρξε καθυστέρηση από την πλευρά της εναγομένης ΕΤΒΑ ως προς την υλοποίηση του προγράμματος για τη δημιουργία υποδομών στο χώρο της ΝΑ.ΒΙ.ΠΕ.:
α) στην παροχή της ΔΕΗ και ΟΤΕ, β) στη δημιουργία εγκαταστάσεων βιολογικού καθαρισμού, γ) μόλου φορτώσεως και δ) τελωνειακών εγκαταστάσεων, 5) ότι η ενάγουσα παραπονέθηκε με επιστολές της για τις καθυστερήσεις αυτές 6) ότι δεν είχε γίνει χρονοδιάγραμμα για τα έργα υποδομής, γεγονός που γνωρίζουν οι επενδυτές, 7) ότι δεν υπήρχε χρονική δέσμευση με το συμβόλαιο για τη δημιουργία των υποδομών της ΝΑ.ΒΙ.ΠΕ., ούτε εξαρτήθηκε η καταβολή των δόσεων για την αποπληρωμή του τιμήματος του επίδικου γηπέδου με την ολοκλήρωση των υποδομών από την πλευρά της εναγομένης, 8) ότι η ενάγουσα σταμάτησε να καταβάλει τις δόσεις, όμως η Ε.Τ.Β.Α., δεν προέβη σε καταγγελία της σύμβασης, επειδή σε περιπτώσεις μη ομαλής εξέλιξης μιας επένδυσης, εδίδετο συνήθως παράταση λόγω και της μη ολοκλήρωσης των υποδομών από την Ε.Τ.Β.Α. 9) ότι οι λόγοι που δεν ολοκληρώθηκαν οι υποδομές από την εναγομένη ήταν μεταξύ άλλων και οι αντιδράσεις των τοπικών φορέων για την εγκατάσταση στην περιοχή βιομηχανιών βαριάς όχλησης, γι' αυτό δεν συμμετείχαν άλλοι επενδυτές στο πρόγραμμα δημιουργίας ΝΑ.ΒΙ.ΠΕ.
με συνέπεια η ΔΕΗ να μη χορηγεί ρεύμα υψηλής τάσης, ολοκληρώθηκε όμως το εξωτερικό οδικό δίκτυο και το δίκτυο πυρόσβεσης, οι δε τελωνειακές υπηρεσίες μπορούσαν να εξυπηρετούνται από το Δήμο ..., 10) ότι δεν προέκυψε αντισυμβατική και αντίθετη με την καλή πίστη συμπεριφορά της εναγομένης όταν απέστειλε στις 2-4-1997 προς την ενάγουσα εξώδικο με το οποίο ενεργοποιούσε τον όρο για την πλήρωση της διαλυτικής αίρεσης, λόγω της μη αποπληρωμής του τιμήματος, 11) ότι υλοποιήθηκαν αρκετές προϋποθέσεις, από την πλευρά της εναγομένης για την προώθηση της δημιουργίας της ΝΑ.ΒΙ.ΠΕ., αφού το έτος 1991 χρηματοδότησε με 80.000.000 δρχ.
τις ανασκαφές του Υπουργείου Πολιτισμού, γιατί βρέθηκε στην περιοχή αρχαίος οικισμός και 12) ότι η ενάγουσα κατασκεύασε μέσα στο ακίνητο που αγόρασε σταδιακά με τα ποσά που έλαβε ως δάνεια και με δικά της κεφάλαια κτίρια και μηχανολογικές εγκαταστάσεις αξίας 754.000.000 δρχ., που θα παραμείνουν ως καταπεσούσα ποινή υπέρ της εναγομένης αγοράστριας, της οποίας όμως τη μείωση στο προσήκον μέτρο μπορούσε να ζητήσει δικαστικά η ενάγουσα, δεν καθιστούν (οι παραδοχές), κατ' αντικειμενική κρίση, προφανώς καταχρηστική ή αντίθετη προς την καλή πίστη στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 281, 288, 207 εδ.
β του ΑΚ την ενέργεια των εναγομένης στο να ενεργοποιήσει στις μεταξύ των διαδίκων σχέσεις και να υλοποιήσει οριστικά την επελθούσα ήδη αυτοδικαίως ανατροπή του συμβολαίου με την καθυστέρηση εκ μέρους της ενάγουσας καταβολής των συμφωνημένων δόσεων. Περαιτέρω, η παραδοχή της προσβαλλομένης ότι "συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών τα έργα υποδομής να συντελούνται παράλληλα προς τις εγκαταστάσεις της ΝΑ.ΒΙ.ΠΕ", εκτιμώμενη όχι μεμονωμένα, αλλά σε συνδυασμό προς όλες τις άλλες παραδοχές που προαναφέρθηκαν, δεν καθιστά το αιτιολογικό της προσβαλλομένης, σε συνδυασμό με το απορριπτικό για την αγωγή της αναιρεσείουσας διατακτικό της, αντιφατικό ή ανεπαρκές, ενόψει των σαφών και ειδικών παραδοχών της προσβαλλομένης, που στηρίζουν αυτοτελώς το απορριπτικό διατακτικό της, ότι: "Δεν υπήρχε χρονική δέσμευση με το συμβόλαιο για τη δημιουργία των υποδομών της ΝΑ.ΒΙ.ΠΕ., ούτε εξαρτήθηκε η καταβολή των δόσεων για την αποπληρωμή του τιμήματος του οικοπέδου με την ολοκλήρωση των υποδομών από την πλευρά της εναγομένης".
Για τους ίδιους λόγους, η παραδοχή της προσβαλλομένης ότι "μετά την κοινοποίηση του από 2-4-1997 εξωδίκου προς την αναιρεσείουσα για την πληρωμή της διαλυτικής αίρεσης, η ενάγουσα προσφέρθηκε να καταβάλει το οφειλόμενο μέχρι τότε ποσό του τιμήματος των 51.284.267 δρχ, προσφορά όμως που αποκρούσθηκε εκ μέρους της πωλήτριας ΕΤΒΑ", δεν αναιρούσε την ήδη επελθούσα τότε σε προγενέστερο χρόνο αυτοδίκαιη πλήρωση της διαλυτικής αίρεσης με μόνη την καθυστέρηση, ούτε εκ των υστέρων ετίθετο ζήτημα κρίσης υπό το πρίσμα των διατάξεων των αρθρ. 207 εδ.β, 281, 288 του ΑΚ της ήδη επελθούσας σε προγενέστερο χρόνο, (σε σχέση με την απρόσφορη προσφορά των χρημάτων) πλήρωσης οριστικά τόσο της διαλυτικής όσο και της εξουσιαστικής αίρεσης.
Περαιτέρω, η παραδοχή της προσβαλλομένης ότι "δεν υπήρχε χρονοδιάγραμμα για τη εκπλήρωση των υποχρεώσεων της πωλήτριας για την κατασκευή των υποδομών" καθιστούσε μάταιο τον οποιοδήποτε χρονικό προσδιορισμό εκπλήρωσης της αντίστοιχης υποχρέωσης, ενώ η παραδοχή της προσβαλλομένης για την χορήγηση εκ μέρους της πωλήτριας από δικής της πρωτοβουλία προς την αναιρεσείουσα παράτασης στην αποπληρωμή δόσεων σε χρόνο πριν από την επίδοση του εξωδίκου για την οριστική ενεργοποίηση της ήδη επελθούσας αυτοδίκαια πλήρωσης της διαλυτικής αίρεσης, δεν καθιστούσε αντίθετη προς την καλή πίστη την επίκληση εκ μέρους της πωλήτριας της συνεχιζόμενης καθυστέρησης καταβολής του τιμήματος, και την μέσω αυτής αυτοδίκαιη πλήρωση της συμφωνημένης διαλυτικής αίρεσης μετά την πάροδο της οποιασδήποτε χορηγηθείσας παράτασης.
Εξάλλου, οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης, όσον αφορά την αποδεικτική αξιολόγηση μαρτυρικών καταθέσεων, δεν εμπίπτουν στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., γιατί δεν αφορούν ανεπαρκείς ή ασαφείς αιτιολογίες επί "ζητήματος" κατά την έννοια της διάταξης, δηλαδή επί ισχυρισμών που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, αλλά έχουν περιληφθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά το στάδιο της αποδεικτικής αξιολόγησης των κατ' ιδίαν αποδεικτικών στοιχείων, σε συνδυασμό και με τη συνεκτίμηση των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων, και πριν το Δικαστήριο να καταλήξει στο σαφές και αναμφίβολο αποδεικτικό του πόρισμα, ώστε κατά το αντίστοιχο μέρος τους οι ερευνώμενοι λόγοι κρίνονται απαράδεκτοι.
Τέλος, οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης με αριθμούς ένα έως τέσσερα αλλά και ο πέμπτος (κατά το ένα μέρος του) κατά την σ' αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα, περί του κατά πόσον δηλαδή, υπήρξε συμπεριφορά της αρχικής εναγομένης αντίθετη προς την καλή πίστη, που να έχει σχέση με την πλήρωση των δύο αιρέσεων και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσιβλήτων, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται, κατά την αναιρεσείουσα, σε αντίθεση με το πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης, 1) ότι πληρώθηκαν οι αιρέσεις και 2) ότι κατά την πλήρωσή τους δεν συνέτρεξε συμπεριφορά της αρχικά εναγομένης αντίθετη προς την καλή πίστη, είναι απορριπτέοι (λόγοι) ως απαράδεκτοι, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πληρότητα και κατά λογική ακολουθία στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Με τους ίδιους δε λόγους, κατά λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
III. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας όταν κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων.
Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητά, είτε να προκύπτει από αυτήν έμμεσα όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της διαπίστωσής της, ή ακόμα και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της.
Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της σύμβασης τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτές. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το Δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα "συναλλακτικά ήθη (Ολ.
ΑΠ 26/2004, Α.Π. 1183/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης που προαναφέρθηκαν, δεν προκύπτει ότι το Εφετείο διέγνωσε, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αμέσως ή εμμέσως, και κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ασάφειες ή κενά στις δηλώσεις των συμβαλλομένων που περιλήφθηκαν στο υπ' αριθ. ...
συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Κων/νας Βασιλείου, η δε προσφυγή εκ μέρους του Εφετείου, κατά την αποδεικτική αξιολόγηση των προσκομιζομένων αποδεικτικών στοιχείων στις καταθέσεις των μαρτύρων της εναγομένης ... και ..., δεν αφορούσε ερμηνεία των όρων του ίδιου συμβολαίου, αλλά εκτίμηση πραγματικών περιστατικών έξω από αυτό, ότι δηλαδή "δεν είχε γίνει χρονοδιάγραμμα για τα έργα της υποβολής" και ότι "δινόταν παράταση εάν δεν είχαν ολοκληρωθεί τα έργα υποδομής".
Επομένως ο πέμπτος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχη αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του αρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ, κρίνεται αβάσιμος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένες προϋποθέσεις.
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωση της προκύπτει ότι η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφα, και όχι μαρτυρική κατάθεση, ενώ ως έγγραφα νοούνται μόνο όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ του Κ.Πολ.Δ., και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης όπως η αγωγή.
Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στην κατ' έφεση δίκη διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης, και η οποία πρέπει να είναι προφανής υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση ή μη ανάγνωση ενός μέρους του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό και όχι όταν το εκτίμησε αποδεικτικά εσφαλμένα, δηλαδή, όταν υφίσταται διαγνωστικό και όχι εκτιμητικό σφάλμα (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 442/1993).
Από δε την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 559 αρ.20 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου κατέληξε το δικαστήριο με την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση και επανάληψη των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου, και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 413/1993).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, για να καταλήξει στην κρίση που προαναφέρθηκε σε προηγούμενες σκέψεις και να απορρίψει τον σχετικό αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι με βάση τη μεταξύ των διαδίκων υπογραφείσα σύμβαση πώλησης η εμπρόθεσμη εκ μέρους της καταβολής και εξόφληση του πιστωθέντος τιμήματος προϋπέθετε την εμπρόθεσμη εκτέλεση (ολοκλήρωση) από την αρχικά εναγομένη όλων των έργων υποδομής της ΝΑ.ΒΙ.ΠΕ.
στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των εκατέρωθεν εξετασθέντων μαρτύρων, και σε όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους, μεταξύ των οποίων και το υπ' αριθ. ... πωλητήριο συμβόλαιο. Προβάλλει ειδικά δε ως προς το πιο πάνω αποδεικτικό μέσο η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενό του με το να αναγνώσει μόνο το άρθρο 8 αυτού που ρητά μνημονεύει και όχι και τα άρθρα 1,2,4 και 10 αυτού.
Υπ' αυτά, όμως τα δεδομένα, και καθ' όσον αφορά το πιο πάνω φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο ούτε η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, ούτε και προκύπτει από το σύνολο αυτών που ιστορεί στην αίτησή της ή και κυρίως από αυτή την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο παραπάνω έγγραφο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά της, ύστερα από τη συνεκτίμηση και όλων των άλλων στοιχείων, ότι, δηλαδή, δεν είχε συμφωνηθεί η προεκπλήρωση εκ μέρους της πωλήτριας όλων των υποχρεώσεων της κατασκευής των έργων υποδομής ώστε να ενεργοποιηθεί η υποχρέωση της αναιρεσείουσας αγοράστριας για την εξόφληση των οφειλομένων δόσεων.
Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ, έκτος, κατά το ένα μέρος του, λόγος αναίρεσης, είναι, από την αιτία αυτή, απαράδεκτος. Κατά το δεύτερο μέρος του ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναίρεσης, από τον αριθμ. 20 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος γιατί, όπως από το περιεχόμενό του προκύπτει, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι είχε συμφωνηθεί πράγματι η προαναφερθείσα προεκπλήρωση, πλήττοντας πλέον την αντίθετη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, που ανάγεται σε πράγματα, και σαν τέτοια, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθ. 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ).
Τέλος, ο ίδιος λόγος αναίρεσης και κατά το τελευταίο μέρος του είναι αβάσιμος κατ' ουσία, γιατί το Εφετείο από το προαναφερθέν υπ' αριθ. ... συμβόλαιο, έλαβε υπόψη (ανέγνωσε) και συνεκτίμησε, καίτοι μη ειδικά μνημονευόμενα και τα οριζόμενα στα άρθρα του 1, 2, 4 και 10, που δεν οδηγούσαν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα.
V. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ. 3/1997).
Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Με τον έβδομο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς της δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων που κατέτειναν στην απαλλαγή της από την προεκπλήρωση της παροχής της, καίτοι τέτοιοι ισχυρισμοί δεν προβλήθηκαν από τη δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων.
Συγκεκριμένα κατά την αναιρεσείουσα το Εφετείο δέχθηκε ότι οι λόγοι που δεν ολοκληρώθηκαν οι υποδομές από την εναγομένη ήταν οι αντιδράσεις των τοπικών φορέων και ότι η εναγομένη προώθησε τη δημιουργία ΝΑ.ΒΙ.ΠΕ αφού από το 1991 χρηματοδότησε με 80.000.000 δρχ. τις ανασκαφές (αρχαιολογικές) στην περιοχή καίτοι τα περιστατικά αυτά δεν προβλήθηκαν από τις αναιρεσίβλητες.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω περιστατικά δεν αποτελούν ισχυρισμούς (πράγματα) κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά προβλήθηκαν από την δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων ως επιχειρήματα συναγόμενα από τις αποδείξεις για την άρση ανταποδεικτικά του βασικού αγωγικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, που στήριζε και την αγωγή της, όπως προαναφέρθηκε σε προηγούμενες σκέψεις.
VI. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.
ΑΠ 14/2005 και 2/2008). Με τον όγδοο και τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε για την απόδειξη του βασικού αγωγικού της αναιρεσείουσας ότι οι υποχρεώσεις της αρχικής εναγομένης Ε.Τ.Β.Α απέναντί της για προεκπλήρωση προκύπτουν όχι μόνο από το ανωτέρω συμβόλαιο με αριθ. 3897/1989 αλλά και από ένα ευρύτερο πλέγμα δεσμεύσεων, που πηγάζουν από τις δημόσιες διακηρύξεις της ΕΤΒΑ (του ν.1262/1982), τις αποφάσεις του Υ.Π.Ε.Θ.Ο και αυτής περί ίδρυσης της ΝΑ.ΒΙ.ΠΕ., τις αποφάσεις του Δ.Σ.
της ΕΤΒΑ και του Διοικητή της, την από 17-12-1984 τεχνική έκθεση της ΕΤΒΑ και τα δανειστικά συμβόλαια, ήτοι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη: 1) την υπ' αριθ. ΙΕ 1823/1994 απόφαση του Υ.Π.Ε.Θ.Ο., 2) την από 17-12-1994 τεχνική έκθεση της ΕΤΒΑ, 3) υπ υπ' αριθ. ... δανειστικό συμβόλαιο, 4) την από 9-12-1987 δανειοδοτική σύμβαση, 5) τον κανονισμό λειτουργίας των βιομηχανικών περιοχών Ελλάδος, 6) την από 12-2-1990 έκθεση Κεντρικού Ελέγχου του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και 7) διάφορες επιστολές και απαντήσεις επ' αυτών σχετικά με την καθυστέρηση, αν και τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις της, στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ρητά ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας για την υποχρέωση προεκπλήρωσης εκ μέρους της αρχικά εναγομένης των υποχρεώσεών της για την κατασκευή των υποδομών καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τα πιο πάνω έγγραφα για να καταλήξει στο απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος.
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη κάθε μιας των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν στο ακροατήριο με χωριστή νομική υπεράσπιση (ΚΠολΔ 179 και 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-4-2008 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΑΛΥΤΗΡΙΑ ΠΛΟΙΩΝ ΑΣΤΑΚΟΥ ΑΕΒΕ" για αναίρεση της υπ'αριθμ. 3206/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ για κάθε μία από αυτές.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 3 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ