Supreme Court reverses lower court for applying wrong statute on appeal deadline for administrative jurisdiction disputes.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece overturned a final judgment dismissing an appeal due to procedural inadmissibility. The lower court incorrectly applied the general statute of limitations for appeals instead of the specific four-month deadline for challenging jurisdictional decisions under the relevant law. Consequently, the Supreme Court found the dismissal based on this error to be legally flawed and remanded the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 9 § 4 (1) of Law 1649/1986 and Article 263 of the Code of Civil Procedure; The specific four-month appeal period for jurisdictional decisions prevails over the general two-month limitation, and failure to apply the correct statute constitutes a ground for cassation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2098 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 2098/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)της Κοινοπραξίας με την επωνυμία "Χ1 -Χ2", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα 2)Χ1 και 3)Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Γαλενιανό, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Δημοτική Τουριστική Επιχείρηση Βόλου" και το διακριτικό τίτλο "ΔΗ.Τ.Ε.Β", που εδρεύει στο Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Παπαγιαννίτση.
Καθής η κοινοποίηση:Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία: "Συνεκμετάλλευση Ξενία, Πορταριάς ΕΠΕ", εδρεύουσα στην Πορταριά Πηλίου, νομίμως εκπροσωπούμενη: Δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Ιουλίου 2003 προσφυγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Εφετείο Λάρισας.
Εκδόθηκε η απόφαση 721/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10 Ιουλίου 2007 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 864/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση έρχεται σήμερα για νέα συζήτηση, με την από 2 Ιουλίου 2008 κλήση.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 20 Φεβρουαρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του λόγου του δικογράφου της αναιρέσεως, την παραδοχή του αυτεπαγγέλτως προτεινόμενου και την αναίρεση της 721/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η παραστάσα πληρεξουσία δικηγόρος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις ..., ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βόλου ..., προκύπτει ότι με εντολή του νομίμως παρισταμένου ως πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσειόντων Ιω. Γαλενιανού, οι οποίοι επισπεύδουν την κρινόμενη 85/20-7-2007 αίτηση για αναίρεση της 721/21-7-2006 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε επί προσφυγής τους απευθυνομένης κατά του αναιρεσίβλητου ν.π.ι.δ., υπέρ του οποίου προσθέτως παρενέβη η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΣΥΝΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΞΕΝΙΑ ΠΟΡΤΑΡΙΑΣ ΕΠΕ", ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της εν λόγω αιτήσεως και της από 2-7-2008 κλήσεως, με τις συνημμένες αντίστοιχες πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (21-9-2008), νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκαν στην προσθέτως παρεμβάσα με κλήση προς συζήτηση κατά την ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο (21-9-2009).
Κατ'αυτήν όμως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνηση της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η προσθέτως παρεμβάσα δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ.1, 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της αναιρέσεως παρά την απουσία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, με την κρινόμενη 85/20-7-2007 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 721/21-7-2006 απόφαση του Εφετείου Λάρισας (σε πενταμελή σύνθεση), η οποία εκδόθηκε επί της 806/16-7-2003 προσφυγής, με το ακόλουθο περιεχόμενο, κατά την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου αυτής. Ειδικότερα, διαλαμβάνεται στην απόφαση "Στην προκειμένη περίπτωση, οι προσφεύγοντες Κοινοπραξία "Χ1 -Χ2" και τα δύο μέλη της, επικαλούμενοι σύναψη μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης από αυτούς, μετά της καθής "Δημοτική Τουριστική Επιχείρηση Βόλου (ΔΗ.Τ.Ε.Β.)", της, από 8-7-1997 συμβάσεως εργολαβίας του αναφερόμενου στο δικόγραφο αυτής (προσφυγής) έργου, ανακαίνισης του ξενοδοχείου "Ξενία" Πορταριάς, ζητούν να αναγνωριστεί ότι η καθής οφείλει να τους καταβάλει το ποσό των 326.409,21 ευρώ συνολικά για την πληρωμή των, 6ου και 7ου λογαριασμών-πιστοποιήσεων, ως εργολαβικό αντάλλαγμα για τις περιγραφόμενες σ' αυτήν (προσφυγή) εργασίες, πέραν των συμφωνημένων με την ως άνω σύμβαση εργολαβίας.
Ισχυρίζονται, όμως, περαιτέρω, ότι προηγουμένως, αφού τήρησαν τη νόμιμη προδικασία των ενδικοφανών προσφυγών, άσκησαν τις, από 8-2-2000 και 11-7-2000, δύο προσφυγές τους στο Διοικητικό Εφετείο Λάρισας, με το ίδιο περιεχόμενο, ήτοι για την πληρωμή των ως άνω λογαριασμών-πιστοποιήσεων και ότι επ' αυτών (προσφυγών) εκδόθηκαν οι 467/2002 και 468/2002, αντιστοίχως, αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας, οι οποίες απορρίφθηκαν λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των Διοικητικών δικαστηρίων και ότι παρέλκει στην προκειμένη περίπτωση η τήρηση της άνω προδικασίας".
Με την προσβαλλόμενη απόφαση η εν λόγω προσφυγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, με την αιτιολογία ότι από της δημοσιεύσεως των 467/28-8-2002 και 468/28-8-2002 αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας μέχρι εγέρσεως της εν λόγω 806/16-7-2003 προσφυγής παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οριζόμενης δίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας για την άσκηση αυτής, όπως η τελευταία (προθεσμία) ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 12 και 13 του ν. 1418/1984, περί Δημοσίων 'Εργων, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 3 του ν. 2229/1984 και αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 3 του ν. 2940/2001 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 263, 279 και 280 ΑΚ, με τη μόνη διαφοροποίηση από την ΑΚ 263, ότι αντί της αναφερόμενης σ'αυτή εξάμηνης προθεσμίας, ισχύει, εν προκειμένω, η δίμηνη προθεσμία των ανωτέρω ειδικών διατάξεων των ν. 1418/1984, όπως ισχύουν.
Κατά της αποφάσεως αυτής εναντιώνονται οι ηττηθέντες προσφεύγοντες με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια. Ειδικότερα, κατά τις δικονομικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 12 και 13 του ν. 1418/1984 περί Δημοσίων Έργων, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 3 του ν. 2229/1994 και αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 3 του ν. 2940/2001, για το παραδεκτό της προσφυγής του αναδόχου ενώπιον του Εφετείου πρέπει προηγουμένως να έχει εξαντληθεί υποχρεωτικά η διαδικασία διοικητικής επιλύσεως της διαφοράς, με την άσκηση των παρεχομένων από το νόμο ενδικοφανών προσφυγών, ένσταση και αίτηση θεραπείας εντός των οριζομένων προθεσμιών.
Η προσφυγή ασκείται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την κοινοποίηση της αποφάσεως που εκδόθηκε στην αίτηση θεραπείας ή από την λήξη της οριζόμενης στο άρθρο 12 § 7 τρίμηνης προθεσμίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 § 6 του ν. 1418/1914 αίτηση αναιρέσεως κατά των αποφάσεων του πολιτικού εφετείου επιτρέπεται μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1 έως 7, 9, 16, 17, 19 και 20 ΚΠολΔ.
Με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση ότι παρά το νόμο απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη, με αναφορά στην μη επιτρεπόμενη κατ' αυτής αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι παρά το νόμο αξίωσε για το τυπικό παραδεκτό της εν λόγω προσφυγής την τήρηση της διαδικασίας διοικητικής επιλύσεως της διαφοράς με την άσκηση των παρεχομένων από το νόμο ενδικοφανών προσφυγών, ενστάσεως και αιτήσεως θεραπείας.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 § 4 ΚΠολΔ, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, ύστερα από πρόταση του εισηγητή αρεοπαγίτη, που έχει περιληφθεί στην εισήγησή του, λόγο αναιρέσεως από εκείνους που αναφέρονται στο άρθρο 559 αρ. 1, 4, 14, 16, 17 και 19 ΚΠολΔ. Η αυτεπάγγελτη εξέταση του λόγου αναιρέσεως προϋποθέτει, αφενός ότι δεν προσκρούει σε δικονομικά απαράδεκτα της αναιρετικής διαδικασίας και αφετέρου ότι υπάρχουν στην προσβαλλόμενη απόφαση διαπιστωμένες παραβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των αναφερομένων στην εν λόγω παράγραφο λόγων αναιρέσεως.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Κανόνα ουσιαστικού δικαίου αποτελεί το άρθρο 263 ΑΚ, κατά τους ορισμούς του οποίου κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων τελεσιδίκως παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί για λόγους μη ουσιαστικούς.
Αν όμως ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή εντός έξι (6) μηνών η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται κατ' αναλογία και στις αποσβεστικές προθεσμίες (ΑΚ 279), ειδικότερα δε και στη δίμηνη ανατρεπτική προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να ασκηθεί η προσφυγή, η οποία, εν τοις πράγμασι, είναι αγωγή, με την οποία ζητείται η επίλυση ειδικής κατηγορίας διαφορών που προκύπτουν από την εκτέλεση δημοσίων έργων.
Επομένως αν η προσφυγή απορριφθεί για λόγους μη ουσιαστικούς, επιτρέπεται να ασκηθεί νέα προσφυγή. Η νέα, όμως, προσφυγή για να έχει ως έννομο αποτέλεσμα την διατήρηση της διακοπής της αποσβεστικής που έγινε με την εμπρόθεσμη άσκηση της απορριφθείσης προσφυγής, πρέπει να ασκηθεί μέσα στη δίμηνη προθεσμία από τη δημοσίευση της αποφάσεως του δικαστηρίου, με την οποία έχει απορριφθεί για μη ουσιαστικούς λόγους η προηγούμενη προσφυγή, δεδομένου ότι από τη δημοσίευση της αποφάσεως είναι τελεσίδικη και δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της εφέσεως.
Ειδικότερα, για την εκ νέου άσκηση της προσφυγής δεν ισχύει η εξάμηνη προθεσμία που ορίζεται από τη διάταξη της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 263 ΑΚ, αλλά η οριζόμενη με την διάταξη του άρθρου 13 § 3 εδ. 2 του ν. 1418/1984 δίμηνη ανατρεπτική προθεσμία, η οποία αρχίζει από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Και τούτο για τον λόγο ότι δεν ανταποκρίνεται στη θέληση του νομοθέτη να παράσχει, με την ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 263 § 2 ΑΚ, στον προσφεύγοντα χρόνο για την άσκηση της νέας προσφυγής μεγαλύτερο εκείνου στον οποίο όφειλε να ασκήσει την πρώτη προσφυγή.
Η γενική αυτή διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ αποτελεί κανόνα ουσιαστικού δικαίου και εφαρμόζεται σε περίπτωση απορρίψεως της προσφυγής για οποιοδήποτε τυπικό λόγο. Αντίστοιχου περιεχομένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου αποτελεί και η ειδική διάταξη του άρθρου 9 παρ.4 εδ. 1 του ν. 1649/1986 κατά τους ορισμούς της οποίας "Αν ένδικο βοήθημα απορριφθεί τελεσιδίκως για έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, ενόψει των ρυθμίσεων του ν. 1406/1983, το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα που προβλέπει ο νόμος, εφόσον ασκηθεί ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αρμοδίου δικαστηρίου μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής αποφάσεως στον ενδιαφερόμενο, λογίζεται, ως προς όλες τις έννομες συνέπειες, ότι ασκήθηκε κατά το χρόνο της άσκησης εκείνου που απορρίφθηκε".
Η ειδική αυτή διάταξη, που εφαρμόζεται μόνο σε περίπτωση απορρίψεως της προσφυγής για τον τυπικό λόγο της ελλείψεως δικαιοδοσίας, επεδίωξε να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που γεννήθηκαν από την εφαρμογή του ν. 1406/1983 ως προς την προσήκουσα δικαιοδοσία, όπως σημειώνεται, εν είδει αιτιολογικής εκθέσεως, στο κείμενο αυτής.
Εντεύθεν παρέπεται ότι αποτελεί πάγια ρύθμιση, που επιτρέπει την εκ νέου άσκηση του ενδίκου βοηθήματος σε περίπτωση που αυτό απορριφθεί για έλλειψη δικαιοδοσίας, απαράδεκτο το οποίο και μόνο αποβλέπει να θεραπεύσει. Για το λόγο αυτό, σε κάθε περίπτωση, προϋπόθεση του παραδεκτού της προσφυγής είναι η εμπρόθεσμη άσκηση αυτής ενώπιον του στερουμένου δικαιοδοσίας δικαστηρίου.
Ότι πρόκειται για πάγια ρύθμιση, σε αντιδιαστολή προς τις μεταβατικού χαρακτήρα διατάξεις, προκύπτει, εκτός από το γράμμα και τον επιδιωχθέντα δι' αυτής σκοπό της αντιμετωπίσεως των προβλημάτων που γεννήθηκαν κατά τα πρώτα έτη εφαρμογής του ν. 1406/1983, λόγω της δημιουργίας αμφισβητήσεων ως προς τις διαφορές οι οποίες κατά περίπτωση υπάγονται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή των διοικητικών δικαστηρίων ουσίας, και από την αντιπαραβολή της προς την αμέσως προηγούμενη μεταβατική διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου, κατά την οποία "όσοι, ως τη δημοσίευση του νόμου αυτού, είχαν εγείρει ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων αγωγές αποζημιώσεως -και οι αγωγές αυτές απορρίφθηκαν ή θα απορριφθούν-, μπορούν ήδη -να ασκήσουν προσφυγή μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία τεσσάρων μηνών-" (Πλειοψ.
Ολ. ΣΤΕ 3846/1997). Προφανές είναι ότι στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται η επανάληψη της διαδικασίας διοικητικής επιλύσεως της διαφοράς με την άσκηση των παρεχομένων από το νόμο ενδικοφανών προσφυγών, ένσταση και αίτηση θεραπείας. Όπως προαναφέρθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση η προσφυγή αξιολογήθηκε ως εκπροθέσμως ασκηθείσα, με άμεση δικονομική συνέπεια την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης, με την αιτιολογία ότι από της δημοσιεύσεως των 467/28-8-2002 και 468/28-8-2002 αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας, με τις οποίες απορρίφθηκαν οι όμοιου περιεχομένου προσφυγές για έλλειψη δικαιοδοσίας, μέχρις εγέρσεως της εν λόγω 806/16-7-2003 προσφυγής παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερη της οριζόμενης δίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας για την άσκηση αυτής, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τη γενική διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες ειδικές διατάξεις του ν. 1418/1984, όπως ισχύουν, αντί της ειδικής διατάξεως του άρθρου 9 § 4 εδ. 1 του ν. 1649/1986, εφαρμοζόμενης, εν προκειμένω, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές του Εφετείου, με την οποία ορίζεται η αυτή δίμηνη ανατρεπτική προθεσμία, πλην από της επιδόσεως στον ενδιαφερόμενο της απορριπτικής τελεσίδικης αποφάσεως.
Έτσι ευθέως παραβίασε τις εν λόγω ουσιαστικές διατάξεις τις μεν ως άνω πρώτες με την εφαρμογή τους, καίτοι δεν ήσαν εφαρμοστέες, τη δε δεύτερη με τη μη εφαρμογή της αν και ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέα, δημιουργουμένου εντεύθεν, κατ' αυτεπάγγελτη πρόταση, του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Λάρισας, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο ν.π.ι.δ.
στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που δεν κατέθεσαν προτάσεις (ΚΠολΔ 183), τα οποία ορίζει στο ποσό των 1300,00 ευρώ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 721/21-7-2006 απόφαση του Εφετείου Λάρισας (σε πενταμελή σύνθεση) και παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Λάρισας, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τριακοσίων (1300,00) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 3 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ