Legislator Case Law & Legislation
2098/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against conviction for non-payment of public debts exceeding statutory thresholds.

Case Number 2098/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn a conviction for non-payment of public debts. The court found the lower court's reasoning sufficient regarding the debt amount, payment method, and specific deadline, rejecting arguments that the debt was merely contractual or that the statute of limitations had passed. Consequently, the appeal was dismissed and the appellant was ordered to pay court costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 25 of Law 1882/1990; Article 510 of the Code of Criminal Procedure: The failure to pay public debts exceeding the statutory threshold within the prescribed period constitutes a criminal offense regardless of whether the debt arose from a contract, provided the specific elements of the offense are clearly established in the judgment.

Keywords

AI generated
non-payment of public debts criminal liability for debt statutory threshold for offense appeal against conviction contractual obligation vs criminal debt

Cited Legislation

AI generated
Article 25 of Law 1882/1990
Article 24 of Law 2523/1997
Article 510 of the Code of Criminal Procedure
Article 583 of the Code of Criminal Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2098 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2098/2006

Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Γρηγόριο Μάμαλη, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια και Θεοδώρα Γκοϊνη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημοσθένη Δημοσθένους, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 673/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Μαρτίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 668/2005.

Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στην μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή προκειμένου για χρέη, που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών, από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον Εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως, κατά τις διακρίσεις των επομένων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλόμενου και το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής.

Με την κατά τα ανωτέρω αντικατάσταση του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα Τελωνεία και αφετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού, που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής και, έτσι, πράξεις που ήταν προηγουμένως αξιόποινες είναι πλέον ανέγκλητες.

Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση των πιο πάνω εγκλημάτων, που, πρέπει, να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, είναι, η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, το ύψος τούτου, ο τρόπος πληρωμής (εφάπαξ ή σε δόσεις) και το ληξιπρόθεσμο αυτών, δηλαδή ο ακριβής χρόνος καταβολής του, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε και η μη πληρωμή του μέσα σε ορισμένη προθεσμία.

ΙΙ.- Εξάλλου κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 24 παρ. 5 εδάφ. α' του Ν. 2523/1997, οι εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις (και ως τέτοιες νοούνται κατά το εδάφ. β' της ίδιας παραγράφου και αυτές για τις οποίες δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη) εκδικάζονται με βάση τις προϊσχύουσες διατάξεις, εκτός αν εισάγεται ευμενέστερη ρύθμιση με τις διατάξεις του νεότερου νόμου. Έτσι, για το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιωμένου χρέους, ευνοϊκότερες είναι οι διατάξεις του Ν. 2523/1997, κατά τις οποίες η πράξη τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το χρέος της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει το 1.000.000 δραχμές, όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφόσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δραχμές. Ως χρέη προς το Δημόσιο κατά την έννοια της διάταξης αυτής εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει νοούνται όλα ανεξαρτήτως τα χρέη προς αυτό που βεβαιώνονται και εισπράττονται από τις αρμόδιες Υπηρεσίες του (Δημοσίου) και συνεπώς και εκείνα που προέρχονται από την εκμίσθωση περιουσιακών του στοιχείων,

ΙΙΙ.- Εξ άλλου, έλλειψη της κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει το από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών αυτών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο.

IV.- Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, συντρέχει, όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχτεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 673/2005 απόφασή του το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύει κατά το είδος τους δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού, λαμβανομένων ως ενιαίο σύνολο, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων στις 30-4-1997, ενώ είχε βεβαιωθεί σε βάρος του στην Δ.Ο.Υ. .... το ποσό των 30.459.436 δρχ. ή 89.399 ευρώ που αφορούσε χρέος γενικά προς το Δημόσιο, το οποίο καταβάλλεται εφάπαξ καθυστέρησε την καταβολή αυτού πέραν του διμήνου από την λήξη του χρόνου της καταβολής του. Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της παράβασης του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, την οποία ανέστειλε επί τριετία.

Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, όπως γι' αυτήν τελικώς κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 1,2,3,4,5,6 και 7 Ν. 1882/1990, όπως μετά την αντικ.

της παρ. 1 με το άρθρ. 23 παρ. 1 Ν. 2523/97. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται μνεία της αρχής που προέβη στην βεβαίωση του χρέους (Δ.Ο.Υ. ....), του ύψους αυτού (30-.459.436 δρχ.) το οποίο υπερβαίνει το από τις προαναφερθείσες διατάξεις όριο των 4.500.000.000 δρχ, του τρόπου πληρωμής αυτού (εφάπαξ) και του ακριβούς χρόνου καταβολής του (30-4-1997).

Ουδεμία δε δημιουργείται ασάφεια, όσον αφορά ειδικότερα τον τρόπο καταβολής του προς το Δημόσιο χρέους του κατηγορουμένου, εκ του ότι από προφανή παραδρομή δεν έχουν διαγραφεί από το προοίμιο του διατακτικού αυτής η αντιστοιχούσα στα τυπικά στοιχεία της θεμελίωσης της ως άνω αξιόποινης πράξης φράση "μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων προκειμένου περί χρεών που καταβάλλονται σε δόσεις", αφού στην συνέχεια στο κείμενο αυτού που περιέχει τις παραδοχές του διαγράφηκε η παραπάνω φράση και παρέμεινε μόνο η αναφορά εφάπαξ.

Συνεπώς, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι α) ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας με τις ειδικότερες αιτιάσεις, ότι δεν διευκρινίζονται τα επί μέρους χρέη με αποτέλεσμα να μην προκύπτει αν κάθε ένα χρέος υπερβαίνει το όριο εκείνο που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής, ούτε εάν τα χρέη ήταν καταβλητέα σε δόσεις ή εφάπαξ, β) Ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Ε' λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης με την αιτίαση ότι δεν περιλαμβάνονται στην έννοια των χρεών προς το Δημόσιο του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 και το χρέος από οφειλόμενα μισθώματα από την μίσθωση καταστήματος στο Κρατικό Αεροδρόμιο Αθηνών από την Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας του Ελληνικού Δημοσίου.

Τέλος, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο λόγος αναίρεσης που επιχειρείται να επιστηριχθεί επί του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ με την αιτίαση ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 11 του Διεθνούς συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματος, που κυρώθηκε με τον Ν. 2462/1997, σύμφωνα με την οποία "κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση", καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων στην ως άνω ποινή, για πράξη που δεν διώκεται ποινικώς και τούτο διότι η τελευταία αυτή διάταξη αφορά ενοχές από σύμβαση, η αδυναμία εκπλήρωσης των οποίων δεν αίρει το αξιόποινο των πράξεων της παραβίασης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο που προβλέπονται και τιμωρούνται από την ως άνω διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990.

Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει, ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6 Μαρτίου 2005 αίτηση του ....., για αναίρεση της 673/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και,

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2006. Και,

Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 14 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ