2097/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου και Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2097/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η απόφαση που απορρίπτει παραδεκτό και νόμιμο αυτοτελή ισχυρισμό εκκρεμοδικίας πρέπει να περιέχει την επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας παρέχει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ., ενώ η μη απάντηση του δικαστηρίου σε τέτοιο ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακρόασης που παρέχει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2097 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2097/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου και Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Β. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ζωή Τσάκωνα, για αναίρεση της υπ'αριθ. 1973/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθ.πρωτ. … 41/28-11-2017 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1625/17.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη υπ' αριθμ. πρωτ. …41/28.11.2017 αίτηση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1973/3.4.2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών με την οποία ο αναιρεσείων Γ. Β. του Σ. κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1, 2 Κ.Ποιν.Δ.). Είναι επομένως τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Κατά το άρθρο 57 παρ. 1 και 3 του Κ.Ποιν.Δ. αν κάποιος έχει καταδικασθεί ή αθωωθεί ή έχει παύσει η εναντίον του ποινική δίωξη, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι ποινική δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός νομικός χαρακτηρισμός. Αν, παρά την απαγόρευση αυτή, ασκηθεί ποινική δίωξη κηρύσσεται αυτή απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου που στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. ΣΤ' Κ.Ποιν.Δ. πρέπει να συντρέχουν : α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μία αξιόποινη πράξη ή την κηρύσσει απαράδεκτη(τυπικό δεδικασμένο) β) ταυτότητα προσώπου γ) ταυτότητα πράξης ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του(σε σχέση με τον χρόνο, τόπο, τρόπο και λοιπές περιστάσεις τέλεσής της) και ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό της που περιλαμβάνει τόσο την πράξη του δράστη (ενέργεια ή παράλειψη) όσο και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προηγήθηκε από αυτή αμέσως με την τέλεσή της ή σε μεταγενέστερο χρόνο.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 36, 43, 125 και 132 του Κ.Ποιν.Δ. συνάγεται ότι αν ασκηθεί νέα ποινική δίωξη σε βάρος του ίδιου προσώπου για την ίδια πράξη, δημιουργείται εκκρεμοδικία για την οποία δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στο νόμο, αλλά έχει γι' αυτή ανάλογη εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 57 παρ.3 του Κ.ΠοινΔ.
για το δεδικασμένο. 'Ετσι κατ' αρχήν κηρύσσεται απαράδεκτη η δεύτερη ποινική δίωξη (ακόμα και αν ασκήθηκε πρώτη αλλά δεν έχει κριθεί),εφόσον η πρώτη ποινική δίωξη έχει κριθεί οριστικά, αλλά όχι αμετάκλητα. Διαφορετικά, αν δεν κηρυχθεί απαράδεκτη η δεύτερη ποινική δίωξη και εκδικασθεί η σχετική κατηγορία στοιχειοθετείται λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Η' Κ.Ποιν.Δ. για υπέρβαση εξουσίας. Ο ισχυρισμός για ύπαρξη εκκρεμοδικίας είναι αυτοτελής και πρέπει να έχει προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, η δε προβολή του για πρώτη φορά στον 'Αρειο Πάγο είναι απαράδεκτη. Επίσης, για να είναι παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας λόγω ύπαρξης εκκρεμοδικίας, πρέπει να αναφέρεται το αναιρετήριο με τρόπο σαφή και ορισμένο ότι είναι οριστική και όχι αμετάκλητη η προγενέστερη απόφαση που εκδόθηκε για την ίδια αξιόποινη πράξη κατά του ίδιου κατηγορουμένου, τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να διακριβωθεί η ταυτότητα της πράξης και οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση τις οποίες (εσφαλμένα αποκρούστηκε η ύπαρξη εκκρεμοδικίας.
Η απόφαση που απορρίπτει παραδεκτό και νόμιμο αυτοτελή ισχυρισμό εκκρεμοδικίας πρέπει να περιέχει την επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας παρέχει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ., ενώ η μη απάντηση του δικαστηρίου σε τέτοιο ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακρόασης που παρέχει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Β' του Κ.Ποιν.Δ. Δ. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 17, 18 και 19 του Ν. 2523/1997 (διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία) προκύπτει ότι τα εγκλήματα της φοροδιαφυγής που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές περιοριστικά και μόνο: α) στην παράλειψη υποβολής ή στην υποβολή ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος (άρθρο 17 παρ. 1), β) στη μη απόδοση ή την ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18 παρ. 1) και γ) στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων(άρθρο 19 παρ.1).
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 18 παρ.1 του Ν. 2523/1997, υπό το καθεστώς του οποίου φέρεται ότι τελέστηκε η όπως εκτίθεται πιο κάτω, από τον αναιρεσείοντα, φοροδιαφυγή όπως αυτό ίσχυε αρχικά (πριν από την αντικατάστασή του διαδοχικά με το άρθρο 16 παρ.1 του Ν.3888/2010, με το άρθρο 3 παρ. 2 του Ν. 3943/2011 και με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015) αδίκημα μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών διαπράττει ο φορολογούμενος, ο οποίος προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή αυτών, δεν απέδωσε ή απέδωσε ανακριβώς τους άνω φόρους τέλη ή εισφορές ή συμψήφισε ή εξαπατώντας τη φορολογική αρχή έλαβε επιστροφή ΦΠΑ τιμωρούμενος:
α) με φυλάκιση εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του ΦΠΑ που συμψηφίστηκε ή δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς ανέρχεται σε ετήσια βάση έως το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του ΦΠΑ που συμψηφίσθηκε ή δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς, ανέρχεται σε ετήσια βάση από το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ μέχρι το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει σε ετήσια βάση τα εβδομήντα πέντε χιλιάδες (75.000) ευρώ.
Στις διατάξεις αυτές περιγράφεται με σαφήνεια η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της φοροδιαφυγής που τελείται με τη μορφή της μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας, λοιπών φόρων, τελών κλπ. Ειδικότερα περιγράφεται η υποκειμενική υπόσταση του συγκεκριμένου εγκλήματος κατά την οποία (μεταξύ άλλων) η μη απόδοση ή ανακριβής απόδοση στο Δημόσιο του ΦΠΑ στοιχειοθετείται αν ο φορολογούμενος ενήργησε με σκοπό να αποφύγει την πληρωμή ΦΠΑ ή να πληρώσει λιγότερο ΦΠΑ.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 25 παρ.1 του Ν. 1882/1980 "περί φοροδιαφυγής - φορολογίας κλπ" όπως αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 Ν. 2523/1997 και συνέχεια με το άρθρο 34 παρ.1 Ν. 3220/2004 τροποποιήθηκε διαδοχικά με το άρθρο 3 παρ. 1 Ν. 3943/2011 το άρθρο 20 Ν. 4321/2015 και το άρθρο 8 Ν. 4337/2015 "Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στη Φορολογική Διοίκηση χρέη προς το Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημοσίου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών τιμωρείται με ποινή φυλάκισης α) ενός (1) τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών υπερβαίνει το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, β) τριών (3) τουλάχιστον ετών εφόσον το συνολικό χρέος σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α' υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.
ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται πάντοτε σε βαθμό πλημμελήματος, με ποινή φυλάκισης η διάρκεια της οποίας κυμαίνεται ανάλογα με το εκάστοτε προβλεπόμενο ποσό της σχετικής συνολικής οφειλής. Πρόκειται δηλαδή για ιδιότυπο αθροιστικό έγκλημα του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συναπαρτίζεται από το άθροισμα των χρεών του υπαιτίου προς το Δημόσιο που ενοποιούνται για τη νομοτυπική του συγκρότηση, όπως το συνολικό χρέος αναφέρεται στον ανωτέρω υποβαλλόμενο προς τον αρμόδιο Εισαγγελέα πίνακα και μπορεί να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία, χωρίς να έχει έννομη σημασία το ύψος και η αιτία προέλευσης του κάθε μερικότερου χρέους και χωρίς το έγκλημα τούτο να περιέχει στοιχεία εξακολουθητικής, κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης που χαρακτηρίζουν τα αθροιστικά εγκλήματα, οπότε γίνεται λόγος περί ιδιότυπου αθροιστικού εγκλήματος.
Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει, ειδικότερα, ότι στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του σχετικού εγκλήματος είναι 1) η μη καταβολή των βεβαιωμένων στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. ή στα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο και τα λοιπά αναφερόμενα πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα από οποιαδήποτε αιτία, 2) η παρέλευση τετραμήνου από το χρόνο που αυτά έπρεπε να καταβληθούν και 3) το συνολικό άθροισμα των χρεών αυτών, με κάθε είδους τόκους και προσαυξήσεις, κατά το χρόνο συντάξεως του οικείου πίνακα χρεών να υπερβαίνει το οριζόμενο από τον νόμο χρηματικό ποσό με τις εκάστοτε προβλεπόμενες διακρίσεις και κλιμακώσεις.
Με τη. διάταξη αυτή θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ) και η ποινική μεταχείριση διαφοροποιείται από το αδίκημα της φοροδιαφυγής, ως προς το χρονικό σημείο ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους.
Από την αντιπαραβολή των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 18 παρ. 1 του Ν. 1523/1997 και 25 παρ. 1 του Ν" 1882/1990. προκύπτει ότι, τόσο κατά την αντικειμενική, όσο και κατά την υποκειμενική τους υπόσταση, τα θεσπιζόμενα με αυτές εγκλήματα αποσκοπούν στον ποινικό κολασμό διαφορετικών εγκληματικών συμπεριφορών και συνεπώς, μεταξύ αυτών δεν υπάρχει ταυτότητα πράξεως, αλλά αληθής συρροή.
Ειδικότερα, μεταξύ των ανωτέρω διατάξεων δεν υπάρχει σχέση ειδικής προς γενική, ούτε σχέση κυρίας προς επικουρική. Αντίθετα, με τις διατάξεις αυτές προβλέπονται και τυποποιούνται δύο ανεξάρτητες μεταξύ τους και αυτοτελώς κολάσιμες αξιόποινες πράξεις για τη διαφύλαξη του ίδιου έννομου αγαθού (της εξασφαλίσεως δημόσιων εσόδων με θέσπιση ποινικών κυρώσεων) με διαφορετική, όπως προαναφέρθηκε, υποκειμενική και αντικειμενική συγκρότηση η καθεμία από αυτές, οι οποίες τελούν σε αληθή συρροή μεταξύ τους κατά την έννοια του άρθρου 94 ΠΚ και επισύρουν τις προβλεπόμενες αυτοτελείς ποινές (ΑΠ 1280/2017, ΑΠ 37/2017).
Το δε ενδεχόμενο μερικής ή ολικής ταύτισης κάποιου ή κάποιων μόνο από τα στοιχεία της αντικειμενικής τους υπόστασης, όπως η ύπαρξη χρέους ή χρεών από ΦΠΑ στον οικείο πίνακα βεβαιωμένων χρεών(που συνυποβάλλεται με την αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον αρμόδιο Εισαγγελέα για άσκηση ποινικής δίωξης), δεν αναιρεί την ετερότητα και την αυτοτέλεια της νομοτυπικής συγκρότησης και τη διακριτή ποινική κύρωση των αντίστοιχων διαφορετικών εγκληματικών συμπεριφορών του υπαιτίου.
Από τα παραπάνω παρέπεται ότι η απόφαση που εκδίδεται για τη μία από τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις δεν δημιουργεί δεδικασμένο (ή εκκρεμοδικία) για την άλλη, αφού δεν υπάρχει ταύτιση μεταξύ τους (ΑΠ 1280/2017).
Εξάλλου, η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Ποιν.Δ. πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, τη θεμελίωση δηλαδή της εκφερόμενης δικαιοδοτικής κρίσης σε σχέση με την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, αλλά πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, ήτοι εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ. από τον κατηγορούμενο και τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής τους να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα (ΑΠ 1577/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης που παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, η συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ανέπτυξε προφορικώς και κατέθεσε εγγράφως τον αυτοτελή ισχυρισμό (ένσταση) περί απαραδέκτου της ασκηθείσας σε βάρος του ποινικής δίωξης λόγω εκκρεμοδικίας (δεδικασμένου) για την πράξη της μη απόδοσης ΦΠΑ για την οποία καταδικάστηκε με την προσβαλλομένη απόφαση, επειδή δεν έλαβε υπόψη την μνημονευόμενη προσκομισθείσα και επικληθείσα κατά την εκδίκαση της επίδικης υπόθεσης εκ μέρους του, προγενέστερη υπ' αριθμ. 10639/2016 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που δεν ήταν αμετάκλητη, με την οποία αυτός καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, συνολικού ποσού 595.095,93 ευρώ στο οποί συμπεριλαμβάνονται και τα ποσά του ΦΠΑ για τα οποία καταδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση.
Το δικάσαν δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως, κατά λέξη, απορρίπτοντας τον αυτοτελή ισχυρισμό (ένσταση) του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος περί εκκρεμοδικίας, τα εξής: "Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ, αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός.
Αν παρά την απαγόρευση αυτή ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, πρέπει, να συντρέχουν α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου και γ) ταυτότητα πράξης ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολο του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή.
Ειδικότερα, δε επί της συρροής, οπότε με την αυτή ενέργεια ή παράλειψη του δράστη τελούντα περισσότερα εγκλήματα (άρθρο 94 § 2 ΠΚ), το δεδικασμένο εξαντλείται στην αξιόποινη πράξη για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη και δεν εμποδίζει ως εκ τούτου, νέα δίωξη για την άλλη αξιόποινη πράξη που συρρέει με την πρώτη κατ' ιδέα και που δεν κρίθηκε, έστω και αν ένα από τα περισσότερα στοιχεία της τελευταίας πράξης αποτέλεσε συγχρόνως στοιχείο του ήδη κριθέντος εγκλήματος (ΟΛ ΑΠ 1110/1982, ΑΠ 135/2016).
Συναφώς με τα ανωτέρω, επί συνδρομής όλων των ως άνω προϋποθέσεων πλην της προϋπόθεσης του αμετακλήτου, η μεταγενέστερη χρονικά ποινική δίωξη κηρύσσεται απαράδεκτη, λόγω εκκρεμοδικίας, η οποία συνιστά αρνητική δικονομική προϋπόθεση που εμποδίζει την άσκηση νέας ποινικής δίωξης για την ίδια πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε πρωτόδικα με την εκκαλουμένη για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής ΦΠΑ (άρθρ. 18 Ν.1882/900), η οποία συρρέει αληθώς με την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο, ώστε να μη παράγεται εκκρεμοδικία που να εμποδίζει την εκδίκαση της ένδικης υπόθεσης η άσκηση προγενέστερης, από την παρούσα, ποινικής δίωξης και καταδίκης του σε πρώτο βαθμό για την τελευταία.
Και τούτο, διότι, τόσο κατά την αντικειμενική όσο και κατά την υποκειμενική τους υπόσταση, τα θεσπιζόμενα, μ' αυτές, εγκλήματα αποσκοπούν στον ποινικό κολασμό διαφορετικών εγκληματικών συμπεριφορών, έτσι ώστε να μη διαφεύγει τον ποινικό κολασμό εκείνος ο οποίος τέλεσε την αξιόποινη πράξη της μη απόδοσης στο Δημόσιο φόρων ή τελών όπως και του ΦΠΑ που προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθ. 17 και 18 του ν. 2523/1997 ήδη άρθρ. 8 ν.4337/2015 αν δεν καταβάλει το από την συμπεριφορά του αυτή οφειλόμενο και βεβαιωθέν χρέος μέσα στις προθεσμίες που ορίζει το άρθρ. 25 ν. 1882/90 επιβαρυνόμενο με τους εκάστοτε αναλογούντες τόκους και προσαυξήσεις.
Επομένως η ένσταση εκκρεμοδικίας που πρότεινε ο κατηγορούμενος πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη.
Ακολούθως το δικαστήριο, μετά την παράθεση νομικής σκέψης, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα του ότι: "Στη ... κατά τη διαχειριστική περίοδο 1-1-2009 έως 31-12-2009, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, διέπραξε το αδίκημα της φοροδιαφυγής που οριστικοποιήθηκε την 31-10-2012, αναστελλόμενης της παραγραφής μέχρι την 31-10-2012 και ειδικότερα, με πρόθεση κατελήφθη να μην έχει υποβάλει δηλώσεις εντός των νομίμων προθεσμιών που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις για την απόδοση στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας (Φ.
ΠΑ), μολονότι τα ποσά που είχε υποχρέωση να αποδώσει ήταν ανώτερα των 3.000 ευρώ. Συγκεκριμένα με την ιδιότητα του ως φορέα ατομικής επιχείρησης με την επωνυμία "..." με αντικείμενο εργασιών -ΣΙΔΗΡΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ ΓΕΝΙΚΑ ΕΡΓΑΣΙΕΣ-που εδρεύει στη ... επί της οδού ... και η οποία τηρεί βιβλία Β' κατηγορίας, κατελήφθη να μην έχει υποβάλει στη Δ.Ο.Υ. ..., περιοδικές δηλώσεις φόρου προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) φορολογικής περιόδου Β', Γ και Δ' τριμήνου του έτους 2009 και να μην έχει καταβάλει το συνολικό ποσό των 53.811,01 που είχε παρακρατήσει κατά τη διαχειριστική περίοδο 1-1-2009 έως 31-12-2009 για να αποδώσει στο Δημόσιο, αν και είχε υποχρέωση κατά τη διάταξη του άρθρου 31 Ν. 1642/86 να υποβάλει τις ανωτέρω δηλώσεις, αντίστοιχα, κατά τις ως άνω διαχειριστικές περιόδους, εντούτοις δεν υπέβαλε καθόλου αυτές.
Οι παραπάνω φορολογικές εγγραφές οριστικοποιήθηκαν την 31-10-2012 λόγω άπρακτης παρόδου της προθεσμίας προς άσκηση προσφυγής, ήτοι, μετά παρέλευση 60 ημερών από την επίδοση στον κατηγορούμενο των πράξεων προσδιορισμού Φ.Π.Α. μαζί με τη συνημμένη σχετική Έκθεση ελέγχου. Στην ως άνω πράξη του (μη απόδοση Φ.Π.Α.) ο κατηγορούμενος προέβη, με σκοπό να αποφύγει -ως εκπρόσωπος της πιο πάνω επιχείρησης-την πληρωμή των ως άνω φόρων.
Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ορθώς έκρινε σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη ότι μεταξύ των αδικημάτων της φοροδιαφυγής με τη μορφή της μη απόδοσης ΦΠΑ για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων με την προσβαλλομένη απόφαση και της πράξης της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο για την οποία καταδικάστηκε (κατά τους ισχυρισμούς του) ο ίδιος με προγενέστερη απόφαση, δεν υφίσταται ταυτότητα πράξης, και με το να απορρίψει τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί εκκρεμοδικίας (και δεδικασμένου) με την προσήκουσα αιτιολογία και συνακόλουθα να τον κηρύξει ένοχο δεν υπερέβη την εξουσία του.
Συνεπώς οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και (κατ' εκτίμηση) στοιχ. Η' του Κ.Ποιν.Δ. προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και για υπέρβαση εξουσίας είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα η κρινομένη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28.11.2017 (αρ. πρωτ. …41/2017) αίτηση του Γ. Β. του Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1973/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ