Supreme Court dismisses appeal on evidence review grounds, upholding lower court's factual findings on power line accident liability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by the widow and her children against the second-instance judgment regarding a power line accident. The appellants argued that the court of first instance failed to consider specific expert reports suggesting the accident could have been avoided with a safety coordinator. The court rejected this claim, stating that the lower court had duly examined and weighed all admissible evidence, including the expert reports, and that no reasonable doubt remained regarding their consideration. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 61 and 62 of the Code of Civil Procedure; The appellate court's review of evidence is limited to checking for errors in the assessment of facts, and an appeal based on the non-consideration of evidence is inadmissible if the lower court's decision clearly demonstrates that all submitted evidence was duly examined and evaluated.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2097 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2097/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Λεοντή, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα, Χρήστο Βρυνιώτη, και Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1. Γ. χήρας Χ. Μ., το γένος Σ. Κ., ατομικά και ως ασκούσης την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της: α) Δ. θυγ. Χ. Μ. και β) Β. θυγ. Χ. Μ., κατοίκων ..., 2. Μ. θυγ. Χ. Μ., 3. Β. Μ. του Χ., 4. Μαρίας συζ. Β. Μ., το γένος Κ. Ν., κατοίκων ..., 5. Ά. Μ.-Π. το γένος Β., κατοίκου ...,6. Κ. Μ. του Β., 7. Α. Μ. του Β., κατοίκων ..., 8. Ιωάννας Μ. του Β., 9. Δ. Μ.. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Στρίμπερη, ο οποίος παραστάθηκε ανακαλώντας την δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (Δ.Ε.Η.) Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Λογοθέτη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2. Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΟΞΟΤΗΣ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βερβεσό και κατέθεσε προτάσεις και 3. Του Διαχειριστή Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας (Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε./Α.Ε.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κριθαρά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την από 17-1-2008 αναγκαστική παρέμβαση-παρεμπίπτουσα αγωγή των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1681/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4366/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-9-2013 αίτησή τους και τους από 14-1-2014 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 10-3-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως καθώς και του δικογράφου των προσθέτων λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 62 ΚΠολΔ ικανός να είναι διάδικος είναι αυτός που έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Κατά δε το όρθρο 61 ΑΚ ένωση προσώπων μπορεί να αποκτήσει προσωπικότητα και να καταστεί νομικό πρόσωπο, αν τηρηθούν οι όροι που αναγράφει ο νόμος. Ειδικότερα, προκειμένου περί ανώνυμης εταιρίας σύμφωνα με την παρ. 10 του άρθρου 7β του Ν.
δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Κατά δε το άρθρο 61 ΑΚ ένωση προσώπων μπορεί να αποκτήσει προσωπικότητα και να καταστεί νομικό πρόσωπο, αν τηρηθούν οι όροι που αναγράφει ο νόμος. Ειδικότερα, προκειμένου περί ανώνυμης εταιρίας σύμφωνα με την παρ. 10 του άρθρου 7β του Ν. 2190/1920 η εταιρία αποκτά νομική προσωπικότητα με την καταχώρηση στο οικείο μητρώο ανωνύμων εταιριών της διοικητικής απόφασης για τη σύσταση της εταιρίας και την έγκριση του καταστατικού της, παύει δε να υπάρχει με την καθ' οιονδήποτε νόμιμο τρόπο λύση της.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 73 ΚΠολΔ το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, αν συντρέχει η κατά το άρθρο 62 προϋπόθεση ενόψει και του άρθρου 313 παρ. 1 στ. δ' του ίδιου κώδικα, κατά το οποίο δύναται να επιδιωχθεί με αγωγή ή ένσταση η αναγνώριση της ανυπαρξίας δικαστικής αποφάσεως, αν εκδόθηκε σε δίκη που διεξήχθη κατ' ανυπάρκτου προσώπου κατά δε το άρθρο 517 παρ. 1 του ίδιου, ως άνω κώδικα, η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι ήσαν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι είναι απαράδεκτη η αναίρεση που απευθύνεται εναντίον νομικού προσώπου, στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του οποίου υπεισήλθε πλέον αυτοδικαίως εκ του νόμου άλλο νομικό πρόσωπο, εκτός αν ο εκκαλών αγνοούσε την επελθούσα αυτή μεταβολή (βλ. Ολ. ΑΠ 27/1987, Α.Π. 433/2005, 1755/2002), οπότε η αναίρεση, είναι παραδεκτή και κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση προκειμένου να κληθεί το νέο νομικό πρόσωπο, εκτός αν αυτό εμφανισθεί στη δίκη και δηλώσει ότι διαδέχθηκε τον αρχικό διάδικο.
Περαιτέρω, στο άρθρο 2 του ν. 4001/2011 "Για τη λειτουργία Ενεργειακών Αγορών Ηλεκτρισμού και Φυσικού Αερίου για Έρευνα, Παραγωγή και δίκτυα μεταφοράς Υδρογονανθράκων και άλλες ρυθμίσεις" (Α' 179), με τον οποίο μεταφέρθηκε στο εσωτερικό δίκαιο, μεταξύ άλλων, η οδηγία 2009/72/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 2009 "Σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας ..." (EE L 211 της 14.8.2009) δίδονται οι ορισμοί των εννοιών "Διανομή ηλεκτρικής ενέργειας" (άρθρ.2 παρ.3 περ.
ζ), "διαχειριστής δικτύου διανομής" (άρθρ.2 παρ.3 περ.ι) και "Ελληνικό Δίκτυο Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας" (ΕΔΔΗΕ) (άρθρ.2 παρ.3 περ.ι δ). Περαιτέρω, στην παρ.1 του άρθρου 122 του ανωτέρω νόμου ορίζεται ότι: "Η κυριότητα του ΕΔΔΗΕ ανήκει αποκλειστικά στη ΔΕΗ ΑΕ. ...", ενώ στο άρθρο 123 προβλέπεται ότι: "1. Εντός οκτώ (8) μηνών από τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου η ΔΕΗ ΑΕ υποχρεούται να προβεί στο νομικό και λειτουργικό διαχωρισμό της δραστηριότητας της διαχείρισης του ΕΔΔΗΕ από τις λοιπές δραστηριότητες της κάθετα ολοκληρωμένης επιχείρησης της, με την εισφορά του Κλάδου Διανομής στη θυγατρική της εταιρεία με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας ΑΕ" (ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ). 2.
Η απόσχιση του ως άνω κλάδου πραγματοποιείται με τη διαδικασία και τους όρους του παρόντος νόμου, των άρθρων 68 έως 79 του κ.ν. 2190/1920, καθώς και των άρθρων 1 έως και 5 του ν. 2166/1993 με αναλογική εφαρμογή των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στο άρθρο 98 ... 3. Η ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ υποκαθίσταται, ανεξαρτήτως του χρόνου γενέσεως τους, σε όλα εν γένει τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τις έννομες σχέσεις της ΔΕΗ ΑΕ που αφορούν τον εισφερόμενο κλάδο ...
Η μεταβίβαση αυτή εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή και από την ημερομηνία της καταχώρισης στο μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της σχετικής εγκριτικής απόφασης, η ΔΕΗ ΑΕ απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση έναντι οποιουδήποτε τρίτου, περιλαμβανομένου του Δημοσίου και των ασφαλιστικών ταμείων, ως προς τις οποίες υποκαθίσταται κατά τα ανωτέρω η ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ. ... 4.
Οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από τη ΔΕΔΗΕ ΑΕ ...". Ενόψει των ανωτέρω προβλέψεων του ν. 4001/2011, με την από 17.2.2012 απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως της εταιρίας με την επωνυμία "Δ.Ε.Η. ΡΟΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΛΕΤΗΣ, ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ, ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΣΤΑΘΜΟΥ ΗΛΕΚΤΡΟΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΡΟΔΟΥ", θυγατρικής της Δ.Ε.Η.
Α.Ε. κατά 100%, μετονομάσθηκε η εν λόγω εταιρία σε "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε." ("ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.", καταχώρηση στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών στις 21.2.2012, Φ.Ε.Κ., Τεύχος Α.Ε., Ε.Π.Ε. και Γ.Ε.ΜΗ 1452/28.2.2012) και εν συνεχεία, με την υπ' αριθμ. 6263/12/23.4.2012 απόφαση της Περιφέρειας Αττικής, η οποία καταχωρήθηκε αυθημερόν στο Μ.Α.Ε. (Φ.Ε.Κ., Τεύχος Α.Ε., Ε.Π.Ε.
και Γ.Ε.Μ.Η. 2981/30.4.2012), εγκρίθηκε η συγχώνευση με απορρόφηση του αποσχισθέντος κλάδου Διανομής της Δ.Ε.Η. από την ανώνυμη εταιρία "ΔΕΔΔΗΕ AE". Από την τελευταία πιο πάνω καταχώριση της απόσχισης του κλάδου διαχείρισης του ΕΔΔΗΕ και την εισφορά αυτού στην ΔΕΔΔΗΕ, η τελευταία υποκαθίσταται αυτοδικαίως και ταυτόχρονα, χωρίς άλλη διατύπωση, σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της ΔΕΗ, σχετικά με την ΕΔΔΗΕ.
Οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από την απορροφούσα εταιρεία, ή κατ' αυτής, χωρίς καμιά ειδικότερη διατύπωση από μέρους της για τη συνέχιση και χωρίς να επέρχεται, λόγω εισφοράς του κλάδου αυτού στην ΔΕΔΔΗΕ, βίαιη διακοπή της δίκης και χωρίς να απαιτείται δήλωση επανάληψή τους, ενώ, η διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ δεν εφαρμόζεται στην πιο πάνω περίπτωση, στην οποία, όπως προαναφέρθηκε, επέρχεται από το νόμο καθολική διαδοχή (πρβ.
ΑΠ 1408/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 20-03-2007 αγωγή, οι ενάγοντες, (ήδη αναιρεσείοντες) σύζυγος - τέκνα - γονείς - αδέρφια του Χ. Μ. του Β., ιστορούσαν ότι ο τελευταίος προσλήφθηκε από την δεύτερη εναγομένη (β' αναιρεσίβλητη) τεχνική εταιρεία τον Ιούλιο του έτους 2005 ως βοηθός τεχνίτης - οικοδόμος γομωτής με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, όπου εξακολούθησε έκτοτε να εργάζεται με την ανωτέρω ειδικότητα μέχρι τις 4-12-2006.
Ότι τις 4-12¬2006 εργαζόμενος στα ... σε έργο τοποθέτησης τσιμεντένιου στύλου μέσης ηλεκτρικής τάσης που ανέλαβε η ανωτέρω εταιρεία, από τη ΔΕΗ ΑΕ (α'αναιρεσίβλητη) υπέστη κατά τη διάρκεια της εργασίας του και εξαιτίας αυτής θανατηφόρο εργατικό ατύχημα (ηλεκτροπληξία), κατά τις ειδικότερες αναφερόμενες σε αυτήν συνθήκες.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν, μεταξύ των άλλων, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες εταιρείες (κυρία του έργου και εργολήπτρια) αλληλεγγύως και εις ολόκληρον να καταβάλουν ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στην πρώτη ενάγουσα για τον εαυτό της το ποσό των 500.000,00€ και ως ασκούσα την γονική μέριμνα των τριών ανήλικων τέκνων της 500.000,00€ για κάθε τέκνο, στον δεύτερο και τρίτη των εναγόντων το ποσό των 300.000,00€ σε έκαστο και σε έκαστο των λοιπών πέντε εναγόντων το ποσό των 200.000,00€, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Eπί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ, 1681/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Μετά την άσκηση εφέσεως εκ μέρους των ηττηθέντων εναγόντων, εκδόθηκε η υπ' 4366/2013 προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση.
Κατά τη συζήτηση της έφεσης, ως εφεσίβλητη παραστάθηκε και η ΔΕΗ ΑΕ, χωρίς να αντιλέξει για τη συμμετοχή της στη δίκη, αν και όπως αναφέρθηκε είχε επέλθει ήδη διαχωρισμός του Κλάδου διανομής του δικτύου της, από τη διαχείριση του οποίου προέρχονταν οι αγωγικές αξιώσεις, και είχαν εισφερθεί στην ΔΗΔΔΗΕ ΑΕ, η οποία από την καταχώριση της απόσχισης στις 30-4-2012 στο Μ.Α.Ε. (ΦΕΚ τεύχος ΑΕ, ΕΠΕ και ΓΕΜΗ) κατέστη καθολική διάδοχος όλων των υποχρεώσεων, που είχαν δημιουργηθεί από τη μέχρι τότε δραστηριότητα του Κλάδου διανομής του δικτύου της ΔΕΗ ΑΕ.
Στη συνέχεια, οι ηττηθέντες εκκαλούντες-ενάγοντες άσκησαν την κρινόμενη αίτηση και τους με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους τα δικόγραφα τα οποία απηύθηναν κατά της αρχικά εναγομένης ΔΕΗ ΑΕ. Περαιτέρω, από την αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρα 62 και 73 ΚΠολΔ) των στοιχείων της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες γνώριζαν ότι είχε λάβει χώρα η απόσχιση του Κλάδου διανομής της αρχικής εναγομένης ΔΕΗ ΑΕ και ότι η σχετική πράξη είχε καταχωρισθεί στο Μ.Α.Ε.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε παραδεκτά, όσον αφορά τη ΔΕΗ ΑΕ, νομίμως δε χωρεί η συζήτηση, με την καθολική διάδοχο αυτής, ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ, η οποία με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ενώ με τις προτάσεις που υπέβαλε πριν τη συζήτηση, δέχεται ότι είναι καθολική διάδοχος της ΔΕΗ ΑΕ, όσον αφορά τις ένδικες απαιτήσεις, στις ίδιες δε προτάσεις της συνομολογεί ότι αντίγραφο των δικογράφων της αίτησης και των προσθέτων, καθώς και κλήση για να παραστεί κατά τη συζήτηση αυτών της επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως. 2.
Από τα άρθρα 914, 932 του ΑΚ και 1, 16 του ν. 551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 § 1 του ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 αυτού πρόσωπα δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται (μόνο) στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική ζημία, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται επομένως μόνο οι γενικές διατάξεις.
Συνεπώς, για να δικαιούται η οικογένεια του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης αρκεί, να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων απ' αυτούς (αρθρ. 922 ΑΚ) με την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της υπαίτιας και παράνομης πράξης ή παράλειψης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298,330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης κα της επελθούσας ζημίας.
Η παράνομη έναντι του ζημιωθέντος συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, η υποχρέωση του δε αυτή σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, πράγμα που υπάρχει, ιδίως, όταν ο υπαίτιος με ενέργειες του δημιούργησε μια επικίνδυνη κατάσταση, από την οποία είναι δυνατό να προκύψει ζημία σε τρίτους.
Ειδικότερα, ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση της θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε, τέτοια δε νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ, ήτοι την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την παρούσα κοινωνική αντίληψη, η οποία (αρχή) σε περίπτωση που κάποιος δημιούργησε επικίνδυνη κατάσταση, από την οποία μπορούσε να προέλθει ζημία, του επιβάλλει να επιχειρήσει την ενδεδειγμένη θετική ενέργεια προς αποφυγή της ζημίας.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Από τη διάταξη δε του άρθρου 298 εδ. β' του ΑΚ προκύπτει, ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση αξιώσεως αποζημιώσεως αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ):
α) η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 ΑΚ), ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και β) επέφερε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση (α) περί του εάν τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, γενικά και αφηρημένα λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι η πράξη ή παράλειψη εκείνη μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, αφού σχηματίζεται με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 519 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ.
για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Αντιθέτως, η περαιτέρω κρίση (β) του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή παράλειψη εκείνης αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Ενόψει όλων αυτών, πταίσμα του εργοδότη, που δικαιολογεί την απαίτηση προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης των συγγενών θανατωθέντος εργαζομένου, θεμελιώνεται και από την μη τήρηση των διατάξεων του Π.Δ. 305/1996 "Προδιαγραφές ασφαλείας προσωρινών-κινητών εργοταξίων", Κατά το άρθρο 3 αυτού, πριν από την έναρξη λειτουργίας του εργοταξίου ο εργολάβος ολοκλήρου του έργου και αν δεν υπάρχει ο κύριος αυτού μεριμνά για την εκπόνηση σχεδίου ασφαλείας και υγείας ενώ κατά την παράγραφο 4 του ιδίου άρθρου η υποχρέωση εκπόνησης σχεδίου ασφαλείας και υγείας υπάρχει:
α) σε κάθε περίπτωση που σύμφωνα με την παράγραφο 1 του ιδίου άρθρου απαιτείται συντονιστής σε θέματα ασφαλείας και υγείας κατά την εκπόνηση της μελέτης του έργου, β) όταν οι εργασίες που πρόκειται να εκτελεσθούν ενέχουν ιδιαίτερους κινδύνους όπως αυτές απαριθμούνται στο παράρτημα II του άρθρου 12 του ιδίου διατάγματος .....Επί πλέον κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 4 του ως άνω Προεδρικού Διατάγματος κατά τα στάδια σύλληψης επεξεργασίας και εκπόνησης της μελέτης του έργου πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από τους μελετητές σε συνεργασία με τον εργολάβο και υπεργολάβο του έργου και εάν δεν υπάρχουν με τον κύριο του έργου οι γενικές αρχές πρόληψης σε θέματα ασφαλείας και υγείας που αναφέρονται στο άρθρο 7 του Π.Δ. 17/1996 ιδίως για τις αρχιτεκτονικές, τεχνικές ή και οργανωτικές επιλογές προκειμένου να προγραμματίζονται οι διάφορες εργασίες ή φάσεις εργασίας που διεξάγονται ταυτόχρονα ή διαδοχικά και για την πρόβλεψη της διάρκειας εκτέλεσης των διαφόρων αυτών εργασιών ή φάσεων εργασίας.
Ακόμη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμό ΔΙΠΑΔ/ΟΙΚ./177/2001 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων "Πρόληψη Εργασιακού Κινδύνου κατά τη μελέτη του έργου" (ΦΕΚ τ. Β' 266/14.3.2001). Ο ανάδοχος μελέτης οφείλει να επισημάνει έγκαιρα στον κύριο του έργου τους κινδύνους οι οποίοι συνδέονται τόσο με τις βασικές παραδοχές του έργου, όσο και με τις τεχνικές απαιτήσεις της κατασκευής και ακόμη θα πρέπει να λάβει υπόψη του κατά το σχεδιασμό ου τεχνικού έργου τις γενικές αρχές πρόληψης του εργασιακού κινδύνου που αναφέρονται στο άρθρο 7 του Π.Δ. 17/1996 προσαρμοσμένες για τα τεχνικά έργα και συγκεκριμένα:
την εξάλειψη των κινδύνων, την αντιμετώπιση των κινδύνων στην πηγή τους, την περιγραφή της μεθόδου εργασίας και τυχόν απαιτουμένου εξοπλισμού όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο λόγω υψηλής επικινδυνότητας κατά την κατασκευή ή επισκευή του έργου, την αντικατάσταση των επικίνδυνων υλικών από λιγότερα επικίνδυνα, την προτεραιότητα στη λήψη μέτρων ομαδικής προστασίας, την προσαρμογή στις τεχνικές εξελίξεις, τις αρχιτεκτονικές τεχνικές ή/και οργανωτικές επιλογές ώστε να προγραμματίζονται οι διάφορες εργασίες ή φάσεις εργασίας που διεξάγονται ταυτόχρονα ή διαδοχικά, την πρόβλεψη της διάρκειας εκτελέσεως αυτών των εργασιών ή φάσεων εργασίας, το σχεδιασμό ενός συστήματος διαχείρισης, της πρόληψης του εργασιακού κινδύνου, στο οποίο θα αναφέρονται συγκεκριμένα οι ρόλοι και αρμοδιότητες των στελεχών διοίκησης του έργου καθώς και των ειδικών θεσμών για την πρόληψη του επαγγελματικού κινδύνου (Τεχνικός Ασφαλείας, Συντονιστής Ασφαλείας και Υγείας της Εργασίας, Ιατρός Εργασίας, Επιτροπή Ασφαλείας και Υγείας των εργαζομένων) που προβλέπονται από το νόμο και οι βασικές διαδικασίες ασφαλείας και υγείας της εργασίας καθώς και οδηγίες ασφαλούς εργασίας, όπου αυτό απαιτείται, προς το σκοπό να αποτέλεσαν τη βάση για το σχεδιασμό ενός ολοκληρωμένου συστήματος οργάνωσης και διαχείρισης της ασφαλείας από τον ανάδοχο κατασκευής (άρθρο 1).
Επιπλέον ο ανάδοχος μελέτης είναι υποχρεωμένος να ορίσει σύμφωνα με τις απαιτήσεις του Π.Δ. 305/1996 συντονιστή θεμάτων AYE που αναλαμβάνει την ευθύνη σύνταξης του Σχεδίου Ασφαλείας και Υγείας και φακέλου Ασφαλείας και Υγείας κατά το στάδιο της μελέτης με ανακοίνωση των ονομάτων συντονιστών εντός ενός μηνός από την ημερομηνία ανάθεσης της μελέτης και στους οποίους θα αναγερθεί η εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στο άρθρο 5 του Π.Δ. 305/1996 (άρθρο 2 της ως άνω Υπουργικής Αποφάσεως).
Ο ίδιος μελετητής πρέπει να υποβάλει μετά το πέρας της μελέτης το Σχέδιο και το Φάκελο Ασφαλείας και Υγείας του έργου με τις αναφερόμενες ελάχιστες απαιτούμενες πληροφορίες μεταξύ των οποίων και τέτοιες για κινδύνους που δεν μπορεί να αποφευχθούν, για εναλλακτικές μεθόδους εργασίας, για εργασίες που οι κίνδυνοι δεν μπορούν να αποφευχθούν και για συγκεκριμένα μέτρα για την πρόκληση του εναπομείναντος εργασιακού κινδύνου και με μελέτες για κατασκευές, διατάξεις και εξοπλισμούς που απαιτούνται για εργασίες υψηλού κινδύνου και προκύπτουν από τις μελέτες (παρ. 3).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 2 του ίδιου Π.Δ. "και 6 παρ. 3 προκύπτει ότι υποχρέωση για τον διορισμό από τον εργολάβο ή τον κύριο του έργου συντονιστή για θέματα ασφαλείας κι υγείας των εργαζομένων απαιτείται, όταν στο ίδιο εργοτάξιο διεξάγονται ταυτόχρονα ή διαδοχικά εργασίες από περισσότερα του ενός συνεργεία και έχουν την ίδια υποχρέωση με εκείνη των εργολάβων και κυρίων του έργου, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2, και συγκεκριμένα να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα, για τη διαφύλαξη της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων στα εργοτάξια.
Άλλωστε, γενικά μέτρα ασφαλείας, καθορίζονται με το ν. 1586/1985 "Υγιεινή - Ασφάλεια εργαζομένων" οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται, σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες, εκτός των αναφερομένων στο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού εξαιρέσεων, για τις οποίες δεν πρόκειται στην εξεταζόμενη περίπτωση. Ειδικότερα με το νόμο αυτό ορίζονται και τα εξής:
ο εργοδότης υποχρεούται να λαμβάνει κάθε μέτρο που απαιτείται, ώστε να εξασφαλίζονται οι εργαζόμενοι και οι τρίτοι που παραβρίσκονται στους τόπους εργασίας από κάθε κίνδυνο που μπορεί να απειλήσει την υγεία ή τη σωματική τους ακεραιότητα, καθώς επίσης και να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας (άρθρο 32 αρ. 1 και 3).
Κατά το άρθρο 7 του ΠΔ 17/1996 "μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία σε συμμόρφωση με τις οδηγίες 89/391/ΕΟΚ και 91/383/ΕΟΚ", ο εργοδότης, μεταξύ άλλων υποχρεώσεων, οφείλει να παρέχει τις κατάλληλες οδηγίες προς τους εργαζομένους και πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις ικανότητές τους για θέματα ασφάλειας και υγείας, όταν τους αναθέτει καθήκοντα και σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 3 του π.δ. 17/1996 "Ο εργοδότης εξασφαλίζει σε κάθε εργαζόμενο κατάλληλη και επαρκή εκπαίδευση στον τομέα της ασφάλειας και της υγείας, ιδίως υπό μορφή πληροφοριών και οδηγιών επ' ευκαιρία της πρόσληψής του.
Η εκπαίδευση αυτή πρέπει: α) Να προσαρμόζεται στην εξέλιξη των κινδύνων και στην εμφάνιση νέων κινδύνων και β) Εάν χρειάζεται, να επαναλαμβάνεται σε τακτά χρονικά διαστήματα (άρθρο 12 παρ. 2). Ο εργοδότης εξασφαλίζει ότι οι εργαζόμενοι σε εξωτερικές επιχειρήσεις που εκτελούν εργασίες στην επιχείρησή του έχουν λάβει τις κατάλληλες οδηγίες, όσον αφορά τους κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία κατά τις δραστηριότητες τους στην επιχείρηση".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, δηλ. αν το δικαστήριο της ουσίας, απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση δίκης. Από την τελευταία διάταξη προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όταν δηλ.
δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμα της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας, μετά από έφεση των αναιρεσειόντων επί αγωγής αυτών, κατά των αναιρεσίβλητων, για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο, λόγω εργατικού ατυχήματος του συγγενούς τους Χ. Μ., με την προσβαλλόμενη απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει, δέχτηκε τα εξής " Η δεύτερη εναγόμενη, εταιρεία με την επωνυμία "ΤΟΞΟΤΗΣ Α.Ε", από το έτος 2004, είχε αναλάβει, ως ανάδοχος του έργου "Δίκτυα Περιοχών Τρίπολης Σπάρτης", να πραγματοποιήσει εργασίες στο εναέριο δίκτυο διανομής ηλεκτρικού ρεύματος της πρώτης εναγομένης, εταιρείας με την επωνυμία "ΔΕΗ ΑΕ".
Στο πλαίσιο της σύμβασης αυτής η δεύτερη εναγόμενη είχε προγραμματίσει την αντικατάσταση, με τσιμεντένιο, του ξύλινου στύλου στήριξης τριών αγωγών μέσης τάσης 20 ΚV, του υποσταθμού 13 στη .... Η εργασία αφορούσε μόνο την τοποθέτηση και στερέωση του στύλου εντός του απαιτούμενου για την τοποθέτησή του λάκκου (οι ηλεκτρολογικές εργασίες που θα γινόντουσαν ακολούθως στον στύλο δεν αφορούσαν την άνω εταιρεία).
Προκειμένου να εκτελέσει την εργασία αυτή η δεύτερη εναγόμενη ζήτησε από την πρώτη εναγόμενη, κυρία του έργου, με την από 1-12-2006 αίτηση της, τη διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος, στη συγκεκριμένη περιοχή της Β., στον υποσταθμό 13, από ώρα 11:00 έως 11:30 της 4-12-2006, προκειμένου να μπορεί να εργασθεί το προσωπικό της, δηλώνοντας επιπρόσθετα ως εξουσιοδοτημένο υπεύθυνο εργασίας για την παραλαβή της πιστοποίησης απομόνωσης τον Γ.
Τ.. Η αίτηση έγινε δεκτή από την πρώτη εναγόμενη και συντάχθηκε το από 3-12-2006 "Σημείωμα Χειρισμών" της πρώτης εναγομένης, από το οποίο προκύπτει ότι η διακοπή ρεύματος στη διακλάδωση μέσης τάσης 22-303 του υποσταθμού 13 στη ... θα γινόταν από την πρώτη εναγόμενη, στις 4-12-2006, από ώρα 11:00 έως ώρα 11:30. Στις 4-12-2006, σκαπτικό συνεργείο της δεύτερης εναγομένης αποτελούμενο από τους Μ.
Χ. (υπεύθυνο του σκαπτικού συνεργείου), Ν. Ι. (χειριστή του γερανοφόρου οχήματος) και τον Τ. Ν. (εργάτη) είχε φτάσει στην επίμαχη περιοχή τουλάχιστο μισή ώρα πριν τις 11:00, ώρα που θα γινόταν η διακοπή ρεύματος από την πρώτη εναγόμενη. Ο Χ. Μ. εργαζόταν για 18 μήνες στην δεύτερη εναγομένη και πριν την απασχόληση του στην τελευταία εργαζόταν επί δέκα χρόνια, από το έτος 1993 έως και το έτος 2003 στην εταιρεία "Θεσσαλική ΑΤΕ ΑΕ", η οποία, επίσης αναλάμβανε για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης την τοποθέτηση στύλων ηλεκτρικού ρεύματος.
Επειδή ήταν ακόμα νωρίς, σε σχέση με την ώρα διακοπής του ηλεκτρικού ρεύματος (11.00), δεν είχαν φτάσει εκεί ούτε οι αρμόδιοι τεχνίτες της πρώτης εναγομένης για την διακοπή (Ν. Δ. και Λ. Δ.), ούτε αρμόδιος υπάλληλος της δεύτερης εναγομένης ο οποίος θα παραλάμβανε το πιστοποιητικό διακοπής. Για να αρχίσει τις εργασίες το συνεργείο της δεύτερης εναγομένης, έπρεπε να διακοπεί η παροχή ρεύματος στην περιοχή.
Ο Χ. Μ., παρά την εμπειρία του στη συγκεκριμένη εργασία, είχε την άποψη ότι η τοποθέτηση του στύλου μπορούσε να γίνει χωρίς κίνδυνο και ότι δεν υφίσταται κίνδυνος ηλεκτροπληξίας, παρότι γνώριζε ότι δεν είχε διακοπεί η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος. Έτσι έδωσε την εντολή να προχωρήσει η τοποθέτηση του τσιμεντένιου στύλου, χωρίς, να αναμείνει τη διακοπή του ρεύματος.
Τα δύο άλλα μέλη του συνεργείου της δεύτερης εναγομένης, I. Ν. και Ν. Τ., διατύπωσαν έντονες αντιρρήσεις στο να ξεκινήσουν τις εργασίες, αλλά, τελικά, υπάκουσαν στις εντολές του υπευθύνου του συνεργείου. Αποτέλεσμα της συμπεριφοράς αυτής του Χ. Μ. ήταν το συνεργείο της δεύτερης εναγομένης να μην περιμένει, ούτε τους τεχνίτες της πρώτης εναγομένης (για να πραγματοποιήσουν την προγραμματισμένη διακοπή ρεύματος την ώρα 11.00), ούτε τον ηλεκτρολόγο εργοδηγό της άνω εταιρίας (που θα παραλάμβανε το πιστοποιητικό διακοπής ρεύματος από την πρώτη εναγόμενη), αλλά να προχωρήσει αυθαίρετα, περί ώρα 10:30, στη διαδικασία ανύψωσης και τοποθέτησης του στύλου.
Ειδικότερα, Ι. Ν. χειριζόμενος το ανυψωτικό μηχάνημα σήκωσε το συνδεδεμένο με αυτό τσιμέντινο στύλο, καθέτως, ανάμεσα στους αγωγούς μέσης τάσης και οι Χ. Μ. και Ν. Τ. κρατούσαν την απόληξη του στύλου στο έδαφος προκειμένου να κατευθύνουν το στύλο στο σημείο εκσκαφής, προσπαθώντας η κορυφή να μην ακουμπήσει στους αγωγούς μέσης τάσης.
Ο στύλος ήλθε σε επαφή με τις υπερκείμενες γραμμές του ηλεκτρικού ρεύματος και διοχετεύθηκε ηλεκτρικό ρεύμα στα σώματα των Ν. Τ., ο οποίος άφησε τον στύλο και απομακρύνθηκε και του Χ, Μ. που συνέχιζε να κρατάει το στύλο και υπέστη ηλεκτροπληξία εκ της οποίας επήλθε ο θάνατος του. Αμέσως μετά το ατύχημα έφθασε στο σημείο το συνεργείο της πρώτης εναγομένης το οποίο θα προέβαινε στη διακοπή του ρεύματος.
Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, αποκλειστικά υπαίτιος του θανάσιμο τραυματισμού του είναι ο θανών. Η κρίση του Δικαστηρίου αυτή ενισχύεται ιδιαίτερα από το ότι α) επιχείρησε αυτοβούλως να τοποθετήσει τον στύλο, ενώ δεν είχε διακοπεί η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και ενώ είχε εμπειρία πάνω από δέκα χρόνια στις συγκεκριμένες εργασίες, β) η εντολή της δεύτερης εναγομένης προς τον Χ.
Μ. ήταν να πραγματοποιήσει την έναρξη των εργασιών μετά τη διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος και μετά την παραλαβή του πιστοποιητικού διακοπής, γ) ως χρόνος διακοπής του ηλεκτρικού ρεύματος είχε οριστεί η ώρα 11.00 της 4-12-2006, γεγονός που ήταν σαφώς γνωστό σε όλα τα μέλη του συνεργείου της δεύτερης εναγομένης, δ) άρχισε εργασίας παρά τις αντιρρήσεις των λοιπών μελών του συνεργείου.
Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο θανών εδέχετο αφόρητες πιέσεις να εκτελεί σε σύντομο χρόνο τις εργασίες του. Ο ισχυρισμός αυτός από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε. Επίσης οι ενάγοντες επιχειρούν να θεμελιώσουν την αμέλεια των εναγομένων, στο ότι δεν είχε διοριστεί συντονιστής. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος διότι η υποχρέωση διορισμού συντονιστή προϋποθέτει την ταυτόχρονη ύπαρξη πολλών συνεργείων, ενώ στην υπό κρίση περίπτωση τα συνεργεία της πρώτης και της δεύτερης των εναγομένων θα εργαζόντουσαν διαδοχικά".
Με βάση τις παραδοχές του αυτές, έκρινε αβάσιμη την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων και στη συνέχεια αβάσιμη την έφεση των τελευταίων κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε αποφανθεί ομοίως. Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προεκτεθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 330, 914 επ.
ΑΚ, 2, 3, 6 του ΠΔ 305/1996, τις διατάξεις των ΠΔ 16 ΚΑΙ 17/1996, καθώς και του Ν.1568/1985, τις οποίες ορθώς δεν εφάρμοσε, αφού δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, χωρίς να αξιώσει προς τούτο λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία. Τούτο διότι με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, δεν διαπίστωσε πλημμέλειες, που να θεμελιώνουν πταίσμα των αναιρεσίβλητων, όσον αφορά την λήψη μέτρων για την διαφύλαξη της ασφάλεια και υγείας των εργαζομένων στο εργοτάξιο της δεύτερης των εναγομένων, που να δικαιολογεί την ουσιαστική παραδοχή της ένδικης αγωγής.
Ειδικότερα, από τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης, προκύπτει ότι, το μόνο ασφαλές ενδεικνυόμενο μέτρο, για την αποφυγή του ένδικου ατυχήματος, ήταν η διακοπή της διελεύσεως ηλεκτρικού ρεύματος από τους υπερκείμενους του τόπου εργασίας διερχόμενους ηλεκτροφόρους αγωγούς της πρώτης αναιρεσίβλητης (ΔΕΗ).
Την υποχρέωσή της αυτή εκπλήρωσε η εργοδότρια του θανόντος, αφού εγγράφως αιτήθηκε από την τελευταία τη διακοπή του ρεύματος τη συγκεκριμένη ημερομηνία και αυτή ανταποκρίθηκε στο αίτημά της, και της γνωστοποίησε ως ώρα διακοπής την 11.00 ώρα της ημέρας εκείνης. Τούτο δε, η δεύτερη εναγομένη (εργοδότρια) κατέστησε γνωστό στα μέλη του συνεργείου της, μεταξύ των οποίων και ο επικεφαλής του συνεργείου, Χ.
Μ., ο οποίος είχε εμπειρία για τις συγκεκριμένες εργασίες πλέον των δέκα ετών. Ο τελευταίος όμως, παρά τη ρητή εντολή της εργοδότριας του, να πραγματοποιήσει την έναρξη των εργασιών μετά τη διακοπή του ρεύματος και την παράδοση του σχετικού πιστοποιητικού από την ΔΕΗ, επεχείρησε, μισή ώρα πριν την προγραμματισμένη διακοπή του ρεύματος, αυτοβούλως και παρά τις αντιρρήσεις των λοιπών μελών του συνεργείου, να τοποθετήσει το στύλο, αν και είχε εμπειρία σε σχετικές εργασίες, πλέον των δέκα ετών.
Επομένως, οι από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδιδόμενες με τους 1ο, 2ο και 3ο πρόσθετους λόγους, πλημμέλειες είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν. Η ειδικότερη δε πλημμέλεια ότι αν η εργοδότρια του θανόντος είχε προσλάβει και παρίστατο συντονιστής ασφαλείας στο εργοτάξιο της, κατά τη διενέργεια των άνω εργασιών, δεν θα είχε συμβεί το ατύχημα, είναι απορριπτέος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Διότι, αφενός στο εργοτάξιο, κατά το χρόνο τους ατυχήματος, δεν υπήρχαν και δεν εκτελούσαν εργασίες περισσότερα του ενός συνεργεία, και συνακόλουθα δεν ήταν αναγκαία, σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες νομικές διατάξεις, η παρουσία συντονιστή, αφετέρου δε η έναρξη των εργασιών ήταν προγραμματισμένη μετά την 11η ώρα, όταν θα είχε αφιχθεί το συνεργείο της ΔΕΗ και αφού γινόταν από το τελευταίο η διακοπή του ρεύματος.
3. Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα. Επομένως δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης, ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουσμένου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη τον κρίσιμο ισχυρισμό, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά, για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό λόγο του κύριου δικογράφου της αίτησης, ισχυρίζονται, οι αναιρεσείοντες ότι αγνοήθηκε και δεν λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο ο 1ος λόγος εφέσεώς τους.
Συγκεκριμένα ότι, με το λόγο αυτό προς θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης των εναγομένων, εκτός εκείνων που περιέλαβαν στην αγωγή τους, ισχυρίστηκαν ότι ο θανών συγγενής τους, ήταν ανειδίκευτος στις σχετικές εργασίες, και χρησιμοποιήθηκε από την εργοδότριά του, χωρίς να υποστεί την εκ του νόμου προβλεπόμενη εκπαίδευση, αλλά και την συμφωνηθείσα, μεταξύ των εναγομένων, πριν την έναρξη της εκτέλεσης παροχή τέτοιας εκπαίδευσης εκ μέρους της κυρίας του έργου (ΔΕΗ).
Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος διότι, με το να δεχτεί το Εφετείο, όπως αναφέρεται στην προηγούμενη σκέψη ότι ο παθών διέθετε υπερδεκαετή πείρα στις εκτέλεση των συγκεκριμένων εργασιών, συνάγεται ότι εκ των πραγμάτων έλαβε υπόψη, τον ισχυρισμό αυτό και με τις περί του αντιθέτου, πιο πάνω, παραδοχές του τον απέρριψε. 4.
Το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του, όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ του άρθρ.559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).
Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη. Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του.
Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας.
Με τον 4ο πρόσθετο λόγο, ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη την ... έκθεση έρευνας των επιθεωρητών του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, Γ. Φ. και Α. Μ., σύμφωνα με την οποία το ατύχημα θα είχε αποφευχθεί, αν παρίστατο συντονιστής ασφαλείας, που θα εξασφάλιζε ότι οι εργασίες των δυο συνεργείων (ΔΕΗ και ΤΟΞΟΤΗ), θα πραγματοποιούνταν κατά τέτοιο τρόπο ώστε η τοποθέτηση του στύλου, θα γινόταν αφού είχε διακοπεί η παροχή του ηλεκτρικού ρεύματος.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στην περί πραγμάτων κρίση του, κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μαρτυρικές καταθέσεις τις ένορκες βεβαιώσεις που είχαν ληφθεί νομίμως και όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα, από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται ουδεμία αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση, καθώς και οι με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι. Τέλος η δικαστική δαπάνη, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος των ηττηθέντων αναιρεσίβλητων (άρθρο 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-9-2013 αίτηση και τους από 14-1-2014 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους αναίρεσης της υπ' αρ. 4366/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2014, Και Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ