Legislator Case Law & Legislation
2097/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision regarding failure to consider evidence.

Case Number 2097/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by IBM Greece against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court failed to consider specific evidence, including witness testimonies and declarations, when ruling on the submission of a liability declaration. The court found the appeal baseless because the appellate judgment explicitly acknowledged and evaluated all submitted evidence, including the disputed documents, thereby refuting the claim of non-consideration.

Legislator headnote

AI generated

Articles 335, 338, 339, 341, 346 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging the lower court failed to consider specific evidence is inadmissible if the judgment demonstrates that all evidence was duly examined and evaluated.

Keywords

AI generated
appeal admissibility failure to consider evidence appellate review standard burden of proof judicial evaluation

Cited Legislation

AI generated
Article 216 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 11 item c of the Code of Civil Procedure
Article 12 paragraph 2 of Law 4055/2012
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 2/2008
Supreme Court Case 1573/2006
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2097 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2097/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "IBM ΕΛΛΑΣ Α.Ε", που εδρεύει στο …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πάνο Αλεξανδρή.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.του μη κερδοσκοπικού αστικού Συνεταιρισμού Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΡΓΩΝ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, 2.του μη κερδοσκοπικού αστικού Συνεταιρισμού Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΩΝ ΕΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΤΕΧΝΩΝ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΩΝ ΤΟΥΣ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 3. του μη κερδοσκοπικού αστικού Συνεταιρισμού Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΡΓΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΦΩΤΟΓΡΑΦΩΝ 'ΦΟΙΒΟΣ'", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα και 4.του μη κερδοσκοπικού αστικού Συνεταιρισμού Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΘΕΑΤΡΙΚΟΥ ΡΕΠΕΡΤΟΡΙΟΥ ΣΥΝ.ΠΕ" και με διακριτικό τίτλο "ΘΕΣΠΙΣ", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα. Απαντες εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Γεώργιο Καραζάνο, Γεώργιο - Ανδρέα Ζάννο και Δημήτριο Σαραφιανό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Ιουλίου 2005 αίτηση (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9475/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 657/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7 Φεβρουαρίου 2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 21 Οκτωβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολ.Δ, η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται για κάθε δικόγραφο (αρθ. 117,118 ΚΠολ.Δ.), πρέπει να περιέχει επί πλέον : α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής αρκεί για το ορισμένο και κατά συνέπεια το παραδεκτό της αγωγής να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής ορισμένης νομικής διατάξεως, στα οποία και θεμελιώνεται το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα. Εξάλλου, η μεν ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, που υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σ` αυτή όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία που κατά νόμο θεμελιώνουν την ασκούμενη αξίωση, ελέγχεται αναιρετικώς ως παραβίαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολ.Δ., σε συνδυασμό προς τον αριθμό 8 του ιδίου άρθρου, όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό, μη διαλαμβανόμενο στην ιστορική βάση της αγωγής, η δε νομική αοριστία της, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.

αν το δικαστήριο της ουσίας για την κρίση του ως προς την νομική βασιμότητα της αγωγής είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 54 παρ. 1 εδ. α` και 3 εδ. α` του ν. 2121/1993, "οι δημιουργοί μπορούν να αναθέτουν σε οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης και προστασίας που έχουν αποκλειστικά αυτόν το σκοπό, τη διαχείριση ή την προστασία ή τη διαχείριση και προστασία του περιουσιακού τους δικαιώματος ή εξουσιών που απορρέουν από αυτό...

Η ανάθεση μπορεί να γίνεται είτε με μεταβίβαση του δικαιώματος ή των σχετικών εξουσιών είτε με την παροχή σχετικής πληρεξουσιότητας και κατά το άρθρο 55 του ίδιου νόμου οι οργανισμοί αυτοί έχουν τις αρμοδιότητες α`)... , δ`) να εισπράττουν την αμοιβή που προβλέπεται από το άρθρο 18 παρ. 3 του παρόντος νόμου και να την διανέμουν μεταξύ των δημιουργών, ε') να προβαίνουν σε κάθε διοικητική, δικαστική ή εξώδικη ενέργεια για τη νόμιμη προστασία των δικαιωμάτων των δημιουργών ή των δικαιοδόχων τους και ιδίως να υποβάλλουν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, να εγείρουν αγωγές, να ασκούν ένδικα μέσα..., στ') να λαμβάνουν από τους χρήστες κάθε πληροφορία αναγκαία για τον καθορισμό, την είσπραξη και κατανομή των εισπραττομένων ποσών ....".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 18 παρ. 4 και 6 του ν. 2121/1993, "κάθε Οργανισμός Συλλογικής Διαχείρισης έχει το δικαίωμα να ζητήσει οποτεδήποτε από οποιονδήποτε οφειλέτη, κοινοποιώντας του σχετική πρόσκληση να δηλώσει εγγράφως και υπευθύνως κατά το ν. 1599/1986 προς τον Οργανισμό Πνευματικής Ιδιοκτησίας (Ο.Π.Ι.) α) τη συνολική αξία των συσκευών εγγραφής ήχου ή εικόνας ή ήχου και εικόνας, υλικών φορέων ήχου ή εικόνας ή ήχου και εικόνας, φωτοτυπικών μηχανημάτων, χαρτιού κατάλληλου για φωτοτυπίες, ηλεκτρονικών υπολογιστών ή άλλων τεχνικών μέσων τα οποία χρησιμοποιούνται για την αναπαραγωγή έργου κατά τα ανωτέρω και τα οποία κατά περίπτωση εισήγαγε ή διέθεσε ή επώλησε και β) ότι αυτή είναι πράγματι η συνολική αξία χωρίς καμία απόκρυψη.

Μέσα σε ένα μήνα από την κοινοποίηση σχετικής πρόσκλησης ο οφειλέτης υποχρεούται να υποβάλει στον Οργανισμό Πνευματικής Ιδιοκτησίας την ως άνω υπεύθυνη δήλωση υπογεγραμμένη από τον ίδιο όταν πρόκειται για ατομική επιχείρηση ή από τον, κατά το καταστατικό, εκπρόσωπό του, όταν πρόκειται για εταιρία (παρ. 4)". "Αν ο οφειλέτης δεν συμμορφωθεί με την υποχρέωση υποβολής της υπεύθυνης δήλωσης που αναφέρεται παραπάνω, το μονομελές πρωτοδικείο, δικάζον κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, διατάσσει την άμεση εκ μέρους του κληθέντος υποβολή της υπεύθυνης δήλωσης με την "καταδίκη", σε κάθε περίπτωση μη συμμόρφωσής του, χρηματικής ποινής υπέρ του αιτούντος οργανισμού συλλογικής διαχείρισης ενός (1.000.000) μέχρι δέκα (10.000.000) εκατομμυρίων δροχμών (παρ. 6)".

Από τις προεκτεθείσες διατάξεις προκύπτει, ότι για να είναι ορισμένη η αίτηση του οργανισμού συλλογικής διαχείρισης, με την οποία επιδιώκεται να υποχρεωθούν οι οφειλέτες της εύλογης αμοιβής του άρθρου 18 παρ. 3 του ν. 2121/1993 να υποβάλλουν στον ΟΠΙ την υπεύθυνη δήλωση που προβλέπεται από το παραπάνω άρθρο, πρέπει να αναφέρει ότι ο Οργανισμός έχει συσταθεί νόμιμα, ότι έχει εξουσία διαχείρισης περιουσιακού δικαιώματος μιας συγκεκριμένης κατηγορίας δημιουργών, για τους οποίους ενεργεί, είτε με μεταβίβαση του περουσιακού δικαιώματος αυτών, είτε με παροχή σχετικής πληρεξουσιότητας, ότι κοινοποίησε στον υπόχρεο οφειλέτη γραπτή πρόσκληση για να προβεί στην υποβολή υπεύθυνης δήλωσης προς τον ΟΠΙ και ότι ο τελευταίος, αν και είχε υποχρέωση, δεν υπέβαλε τη σχετική υπεύθυνη δήλωση σε ένα μήνα από την κοινοποίηση σε αυτόν της νόμιμης πρόσκλησης.

Στην προκειμένη περίπτωση στην ένδικη από 25-7-2005 αίτηση που άσκησαν οι αιτούντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) μη κερδοσκοπικοί αστικοί συνεταιρισμοί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ιστορούσαν τα εξής περιστατικά: Ότι είναι οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης και προστασίας πνευματικών δικαιωμάτων, που έχουν συσταθεί και λειτουργούν νόμιμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 54 και 55 του ν. 2121/1993, με αποκλειστικό σκοπό τη διαχείριση και προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων επί των έργων των μελών τους (όπως τα ονόματα αυτών αναφέρονται στο δικόγραφο της αίτησης), ότι ειδικότερα ο πρώτος έχει ως μέλη δημιουργούς έργων λόγου και εκδότες, ο δεύτερος δημιουργούς εικαστικών τεχνών, ο τρίτος φωτογράφους και ο τέταρτος θεατρικούς συγγραφείς (καθώς και τους δικαιοδόχους τους), οι οποίοι τους έχουν αναθέσει τη διαχείριση του περιουσιακού τους δικαιώματος της πνευματικής ιδιοκτησίας επί των έργων τους και του συγγενικού δικαιώματος, μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα εύλογης αμοιβής του άρθρου 18 του ν. 2121/1993 επί της αξίας των τεχνικών μέσων που είναι πρόσφορα για την αναπαραγωγή του ήχου και της εικόνας (οπτικοακουστικών έργων).

Ισχυρίζονται δε περαιτέρω, ότι η καθής εισάγει και εμπορεύεται φωτοτυπικές συσκευές, χαρτί κατάλληλο για φωτοτυπίες, σαρωτές-scanners και αποθηκευτικά μέσα με χωρητικότητα μικρότερη των 100 mbytes, προς τούτο δε της κοινοποίησαν, στις 14-6-2004, εξώδικη δήλωση, με την οποία την κάλεσαν να τους καταβάλει την αμοιβή που προβλέπεται από την παρ. 3 του άρθρου 18 του ν. 2121/1993 και παράλληλα να υποβάλει με την ιδιότητα της εισαγωγέας, εντός μηνός από την παραλαβή της ανωτέρω εξώδικης δήλωσης, προς τον Οργανισμό Πνευματικής Ιδιοκτησίας (ΟΠΙ) την προβλεπόμενη από το νόμο υπεύθυνη δήλωση, σχετικά με τη συνολική αξία των φωτοτυπικών συσκευών, του χαρτιού (κατάλληλου για φωτοτυπίες), των σαρωτών-scanners και των αποθηκευτικών μέσων με χωρητικότητα μικρότερη των 100 mbytes, που εισήγαγε κατά το χρονικό διάστημα από 10-9-2002 έως 31-12-2002 και ότι αυτή είναι η πραγματική αξία χωρίς καμία απόκρυψη.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν, επικαλούμενοι ότι η εναγομένη δεν προέβη σε καμία ενέργεια, να υποχρεωθεί αυτή να υποβάλει προς τον ΟΠΙ υπεύθυνη δήλωση, η οποία να υπογράφεται από τον κατά το καταστατικό της νόμιμο εκπρόσωπό της και να αναφέρει τη συνολική αξία εισαγωγής των παραπάνω αναφερομένων εμπορευμάτων, και ότι αυτή είναι η πραγματική τους αξία, στην περίπτωση δε μη συμμορφώσεώς προς την εκδοθησομένη απόφαση, να απειληθεί εις βάρος της και υπέρ των αιτούντων χρηματική ποινή 29.347 ευρώ.

Υπό το ανωτέρω περιεχόμενο η αίτηση διαλαμβάνει όλα τα κατά το άρθρο 216 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. αναγκαία για την πληρότητα του δικογράφου της στοιχεία, δηλαδή τα γεγονότα που απαιτούνται για την θεμελίωση της ασκούμενης αξιώσεως. Ειδικότερα για την δικονομική πληρότητα της αγωγής, δεν ήταν αναγκαία η παράθεση, πέραν των ανωτέρω περιστατικών, και του περιεχομένου των καταρτισθεισών μεταξύ των αιτούντων και των μελών τους συμβάσεων, η διάρκειά τους και τα λοιπά στοιχεία των μελών των αιτούντων (υπηκοότητα, διεύθυνση, κατοικία κλπ), καθώς και τα προστατευόμενα έργα.

Επομένως το Εφετείο που με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε την αγωγή ποσοτικά ορισμένη, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 του Κ.Πολ.Δ., με το να μην κηρύξει παρά το νόμο απαράδεκτο, και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, διά του οποίου κατ' εκτίμηση, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Περαιτέρω, το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 2121/1993 "περί πνευματικής ιδιοκτησίας, συγγενικών δικαιωμάτων και πολιτιστικών θεμάτων" ορίζει ότι "με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων επιτρέπεται, χωρίς την άδεια του δημιουργού και χωρίς αμοιβή, η αναπαραγωγή ενός έργου, που έχει νομίμως δημοσιευθεί εφόσον η αναπαραγωγή γίνεται για ιδιωτική χρήση εκείνου που την κάνει.

Δεν αποτελεί ιδιωτική χρήση η χρήση στο πλαίσιο μιας επιχείρησης ή μιας υπηρεσίας ή ενός οργανισμού". Εξάλλου, στην παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου ορίζεται ότι: " Εάν για την ελεύθερη αναπαραγωγή του έργου χρησιμοποιούνται τεχνικά μέσα, όπως συσκευές εγγραφής ήχου ή εικόνας ή ήχου και εικόνας, συσκευές ή εξαρτήματα μη ενσωματωμένα ή ενσωματώσιμα στην κύρια μονάδα ηλεκτρονικών υπολογιστών που λειτουργούν σε συνάρτηση με αυτούς και χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την ψηφιακή αντιγραφή ή για την ψηφιακή μετεγγραφή από ή προς αναλογικά μέσα (εξαιρουμένων των εκτυπωτών), μαγνητικές ταινίες ή άλλοι υλικοί φορείς πρόσφοροι για την αναπαραγωγή ήχου ή εικόνας ή ήχου και εικόνας, συμπεριλαμβανομένων των υλικών φορέων ψηφιακής αντιγραφής -όπως CD-RW, CD-R, φορητοί οπτικοί μαγνητικοί δίσκοι χωρητικότητας άνω των 100 εκατομμυρίων ψηφίων (άνω των 100 Mbytes), αποθηκευτικά μέσα/δισκέτες κάτω των 100 εκατομμυρίων ψηφίων (κάτω των 100 Mbytes) - φωτοτυπικά μηχανήματα, χαρτί κατάλληλο για φωτοτυπίες, οφείλεται εύλογη αμοιβή στο δημιουργό του έργου και στους κατά την παρούσα διάταξη δικαιούχους συγγενικών δικαιωμάτων, εξαιρουμένων των προς εξαγωγή ειδών.

Η αμοιβή ορίζεται σε 6% της αξίας των συσκευών εγγραφής ήχου ή εικόνας ή ήχου και εικόνας, συμπεριλαμβανομένων και των συσκευών ή εξαρτημάτων μη ενσωματωμένων ή μη ενσωματώσιμων στην κύρια μονάδα του ηλεκτρονικού υπολογιστή (εκτός από σαρωτές), των μαγνητικών ταινιών ή άλλων υλικών φορέων πρόσφορων για την αναπαραγωγή ήχου ή εικόνας ή ήχου και εικόνας καθώς και των υλικών φορέων ψηφιακής αντιγραφής εκτός από τα αποθηκευτικά μέσα/δισκέτες κάτω των 100 εκατομμυρίων ψηφίων (κάτω των 100 Mbytes) -και σε 4% της αξίας των φωτοτυπικών συσκευών, των σαρωτών, του χαρτιού κατάλληλου για φωτοτυπίες και των αποθηκευτικών μέσων (δισκέτες) χωρητικότητας κάτω των 100 εκατομμυρίων ψηφίων (κάτω των 100 Mbytes).

Σε κάθε περίπτωση ο υπολογισμός της αξίας γίνεται κατά την εισαγωγή ή τη διάθεση από το εργοστάσιο. Η αμοιβή καταβάλλεται από τους εισαγωγείς ή από τους παραγωγούς των αντικειμένων αυτών και σημειώνεται στο τιμολόγιο, εισπράττεται δε από οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης που λειτουργούν με έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού και καλύπτουν εν όλω ή εν μέρει την ενδιαφερόμενη κατηγορία των δικαιούχων.

Η αμοιβή που εισπράττεται από την εισαγωγή ή την παραγωγή φωτοτυπικών μηχανημάτων, χαρτιού κατάλληλου για φωτοτυπίες, αποθηκευτικών μέσων (δισκετών) κάτω των 100 εκατομμυρίων ψηφίων και σαρωτών (4%) κατανέμεται εξ ημισείας μεταξύ των πνευματικών δημιουργών και των εκδοτών εντύπων. Η αμοιβή που εισπράττεται από την εισαγωγή ή την παραγωγή των συσκευών εγγραφής και υλικών φορέων ήχου ή εικόνας ή ήχου και εικόνας, των συσκευών και εξαρτημάτων μη ενσωματωμένων στην κύρια μονάδα ηλεκτρονικών υπολογιστών (6%), καθώς και των υλικών φορέων ψηφιακής αντιγραφής εκτός από τα αποθηκευτικά μέσα (δισκέτες) κάτω των 100 εκατομμυρίων ψηφίων, κατανέμεται κατά 55% στους πνευματικούς δημιουργούς, 25% στους ερμηνευτές ή εκτελεστές καλλιτέχνες και 20% στους παραγωγούς γραμμένων μαγνητικών ταινιών ή άλλων γραμμένων υλικών φορέων ήχου ή εικόνας ή ήχου και εικόνας".

Το ανωτέρω άρθρο καθιερώνει περιορισμό του περιουσιακού δικαιώματος της πνευματικής ιδιοκτησίας, αφού σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο αυτού επιτρέπεται η αναπαραγωγή ενός πνευματικού έργου εφόσον γίνεται για ιδιωτική χρήση. Επειδή όμως με τις σύγχρονες μεθόδους αναπαραγωγής των έργων μπορεί να γίνεται μαζική αναπαραγωγή των έργων, την οποία δεν μπορούν να ελέγξουν οι δημιουργοί, θεσμοθετείται με την παρ. 3 του ανωτέρω άρθρου η καταβολή σε αυτούς εύλογης αμοιβής ως αποζημιωτικό αντιστάθμισμα για την ελεύθερη ιδιωτική αναπαραγωγή, η οποία υπολογίζεται επί της αξίας των αντικειμένων που είναι πρόσφορα για την αναπαραγωγή των έργων και καταβάλλεται από τα αναφερόμενα στην παράγραφο αυτή πρόσωπα (παραγωγούς, εισαγωγείς, εμπόρους) στους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης που το κατανέμουν σύμφωνα με τους ορισμούς του νόμου (Κουμάντος, Πνευματική Ιδιοκτησία, όγδοη έκδοση, σελ. 239-246, Κοτσίρης, Δίκαιο Πνευματικής Ιδιοκτησίας, τρίτη έκδοση, σελ. 183-184, Καλλινίκου, Πνευματική Ιδιοκτησία και Συγγενικά Δικαιώματα, σελ. 181-184, Μαρίνος, Πνευματική Ιδιοκτησία, σελ. 187-189).

Με την παρ.1 εδ. α'του ν. 2121/1993 δεν ορίζεται σε τη συνίσταται η "ιδιωτική χρήση" για την οποία δεν απαιτείται η άδεια του δημιουργού και ως αντιστάθμισμα αυτής καθιερώνεται η "εύλογη αμοιβή" που προβλέπεται στην παρ. 3 του ίδιου νόμου, ενώ παράλληλα με την παρ. 1 εδ. β'του αυτού νόμου χαρακτηρίζεται ότι δεν συνιστά "ιδιωτική χρήση" η χρήση στο πλαίσιο μιας επιχείρησης ή μιας υπηρεσίας ή ενός οργανισμού, βάσει της οποίας εισάγεται εξαίρεση της "εύλογης αμοιβής" που ορίζεται στην άνω διάταξη.

Ενόψει των ανωτέρω, και δεδομένου ότι δεν προσδιορίζεται πότε υπάρχει "ιδιωτική χρήση" και λαμβανομένης υπόψη της παραπάνω εξαιρέσεως, γίνεται δεκτό από μεγάλο μέρος των θεωρητικών, αλλά και το σύνολο της νομολογίας των Εφετείων της χώρας, ότι κατά την έννοια των άνω διατάξεων, η υποχρέωση καταβολής της αμοιβής δεν συνδέεται με συντελεσμένη αναπαραγωγή έργων, αλλά απλώς αρκεί το πρόσφορο των αντικειμένων για αναπαραγωγή (Κουμάντος, ό.π.

σελ. 242) ενώ τα αντικείμενα που θεωρούνται πρόσφορα για την πραγματοποίηση ιδιωτικής αναπαραγωγής απαριθμούνται στο νόμο. Έτσι, η δυνατότητα χρησιμοποίησης των αντικειμένων αυτών για ιδιωτικές αναπαραγωγές αρκεί και κατά συνέπεια δεν απαλλάσσεται από την καταβολή της αμοιβής των δημιουργών η επίκληση και απόδειξη ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση το αντικείμενο δεν θα χρησιμοποιηθεί για ιδιωτική αναπαραγωγή.

Η άποψη αυτή στηρίζεται και στο γεγονός ότι η αποσύνδεση της καταβολής της αμοιβής από συγκεκριμένη αναπαραγωγή επιβεβαιώνεται και από το ότι ο νομοθέτης καθόρισε το ύψος σε πάγιο ποσοστό, διαφορετικό για κάθε κατηγορία αντικειμένων, ανάλογα με την πιθανότητα χρησιμοποιήσεώς τους για ιδιωτική αναπαραγωγή και δεν καθόρισε το ύψος αυτής κατά περίπτωση και σύμφωνα με συγκεκριμένα κριτήρια.

Μάλιστα, ο υπολογισμός της γίνεται κατά την εισαγωγή ή τη διάθεση των αντικειμένων από το εργοστάσιο, έτσι ώστε οι οφειλέτες της εύλογης αμοιβής περιορίζονται στους εισαγωγείς και τους παραγωγούς των παραπάνω αντικειμένων. Σε περίπτωση δε που η αναπαραγωγή γίνεται στα πλαίσια μιας επιχείρησης ή υπηρεσίας ή οργανισμού, τότε, εκτός από την επιβάρυνση, που έτσι και αλλιώς θα επιβάλλεται, απαιτείται και άδεια του δημιουργού (βλ.

και αιτιολογική έκθεση). Ωστόσο, στη τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 εδ. β' της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, προβλέπεται ότι τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν εξαιρέσεις ή περιορισμούς από το δικαίωμα αναπαραγωγής των πνευματικών δημιουργών σε ορισμένες περιπτώσεις, στις οποίες εντάσσονται και οι "αναπαραγωγές σε οποιοδήποτε μέσο που πραγματοποιούνται από φυσικό πρόσωπο για ιδιωτική χρήση και για μη άμεσους ή έμμεσους σκοπούς, υπό τον όρο ότι οι δικαιούχοι λαμβάνουν δίκαιη αποζημίωση που συνεκτιμά την εφαρμογή ή όχι των τεχνολογικών μέτρων του άρθρου 6 στο συγκεκριμένο έργο ή άλλο υλικό".

Επί της τελευταίας αυτής Οδηγίας το ΔΕΕ, ως προς την παραπάνω διάταξη, κρίνοντας επί της υπόθεσης C-467/08 με αντικείμενο αίτησης εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, που υπέβαλε ισπανικό δικαστήριο, στο πλαίσιο της δίκης μεταξύ της ισπανικής εταιρείας Padawan SL που εμπορεύεται CD-R, CD-RW, DVD-R και συσκευές ΜΡ3 και της SGAE, ενός από τους οργανισμούς συλλογικής διαχειρίσεως δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας που λειτουργούν στη Ισπανία, αποφάνθηκε ως ακολούθως: "1) Ο όρος "δίκαιη αποζημίωση" του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο β', της οδηγίας 2001/29, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας, αποτελεί αυτοτελή έννοια του κοινοτικού δικαίου, η οποία πρέπει να ερμηνεύεται ομοιόμορφα σε όλα τα κράτη μέλη και να εφαρμόζεται από κάθε κράτος μέλος, το οποίο και θα καθορίζει ως προς το έδαφός του τα καταλληλότερα κριτήρια για να εξασφαλισθεί η τήρηση της εν λόγω κοινοτικής εννοίας εντός των ορίων που χαράσσει το κοινοτικό δίκαιο και ιδίως η ως άνω οδηγία.2) Ο όρος "δίκαιη αποζημίωση" πρέπει να νοείται ως παροχή προς τον δικαιούχο, η οποία συνιστά, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της επιτρεπόμενης ιδιωτικής αντιγραφής, εύλογη αμοιβή για τη χρήση του προστατευόμενου έργου του ή άλλου προστατευόμενου αντικειμένου του.

Τα κράτη μέλη οφείλουν, ανεξαρτήτως του συστήματος που χρησιμοποιούν για τον καθορισμό της δίκαιης αποζημιώσεως, να τηρούν τη δέουσα ισορροπία μεταξύ των ενδιαφερομένων, ήτοι, αφενός, των κατόχων των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας που θίγονται από την εξαίρεση περί ιδιωτικής αντιγραφής, ως δικαιούχων της εν λόγω αποζημιώσεως, και, αφετέρου, των υποχρεούμενων αμέσως ή εμμέσως σε καταβολή της. 3) Εφόσον το κράτος μέλος επιλέξει σύστημα επιβολής τελών προς αντιστάθμιση της ιδιωτικής αντιγραφής επί εξοπλισμού, συσκευών και υποθεμάτων ψηφιακής αναπαραγωγής, τα τέλη αυτά πρέπει να συνδέονται απαραιτήτως, σύμφωνα με τον σκοπό που επιδιώκει το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο β', της οδηγίας 2001/29 και με το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η διάταξη αυτή, με την εικαζόμενη χρήση του εξοπλισμού και των υποθεμάτων αυτών για πράξεις αναπαραγωγής που εμπίπτουν στην εξαίρεση περί ιδιωτικής αντιγραφής, με αποτέλεσμα η επιβολή της επιβαρύνσεως να δικαιολογείται μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες εικάζεται ότι ο εξοπλισμός, οι συσκευές και τα υποθέματα ψηφιακής αναπαραγωγής χρησιμοποιούνται για ιδιωτική αντιγραφή.4) Η επιβολή τελών αδιακρίτως βάσει ρυθμίσεως περί ιδιωτικής αντιγραφής σε επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες που προδήλως αγοράζουν συσκευές και υποθέματα ψηφιακής αναπαραγωγής για σκοπούς ξένους προς την ιδιωτική αναπαραγωγή δεν ανταποκρίνεται στην έννοια της "δίκαιης αποζημιώσεως" κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο β', της οδηγίας 2001/29. 5) Εθνικό σύστημα το οποίο επιβάλλει τέλη προς αντιστάθμιση της ιδιωτικής αντιγραφής σε όλον αδιακρίτως τον εξοπλισμό, τις συσκευές και τα υποθέματα δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο β', της οδηγίας 2001/29 στο μέτρο που δεν υφίσταται πλέον εύλογος σύνδεσμος μεταξύ της δίκαιης αποζημιώσεως και του περιορισμού του δικαιώματος ιδιωτικής αντιγραφής που τη δικαιολογεί, διότι δεν μπορεί να εικάζεται ότι ο εξοπλισμός, οι συσκευές και τα υποθέματα αυτά χρησιμοποιούνται για ιδιωτική αντιγραφή.".

Σύμφωνα με την παραπάνω απόφαση του ΔΕΕ: α) υφίσταται αμάχητο τεκμήριο υπέρ των δικαιούχων ότι, τεχνικά μέσα/συσκευές που διατίθενται σε ιδιώτες χρησιμοποιούνται προς αναπαραγωγή για ιδιωτική χρήση, β) υφίσταται μαχητό τεκμήριο υπέρ των δικαιούχων ότι τεχνικά μέσα/συσκευές που διατίθενται σε επιχειρήσεις/επαγγελματίες επίσης χρησιμοποιούνται άμεσα ή κατόπιν περαιτέρω διάθεσής τους σε μεταγενέστερο χρόνο από τους επιχειρηματίες αυτούς σε ιδιώτες προς αναπαραγωγή για ιδιωτική χρήση και επομένως υπόκεινται στην υποχρέωση εύλογης αμοιβής.

Το τεκμήριο, ωστόσο, αυτό μπορεί να ανατραπεί μόνον εφόσον ο υπόχρεος (εισαγωγέας ή κατασκευαστής τεχνικών μέσων/συσκευών) αποδείξει ότι τα συγκεκριμένα τεχνικά μέσα/συσκευές που διατίθενται σε επιχειρήσεις χρησιμοποιούνται προδήλως για άλλους σκοπούς από την αναπαραγωγή για ιδιωτική χρήση (Γερμανικό Ακυρωτικό Δικαστήριο IZR 43/11).

Επομένως, η Οδηγία 2001/19 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, εναρμονίζεται πλήρως προς τις διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 1 και 3 του ν. 2121/1993 και δεν αντίκεινται στην παραπάνω απόφαση του ΔΕΕ, εφόσον οι διατάξεις αυτές προβλέπουν όχι αδιακρίτως την επιβολή τελών προς αντιστάθμιση της ιδιωτικής αντιγραφής σε όλον τον εξοπλισμό, στις συσκευές και τα υποθέματα, εφόσον με την παρ. 1 εδ.

β'του ν. 2121/1993, εξαιρούνται της "ιδιωτικής χρήσης" η χρήση που γίνεται στο πλαίσιο μιας επιχείρησης ή μιας υπηρεσίας ή ενός οργανισμού, ώστε να υφίσταται εύλογος σύνδεσμος μεταξύ της δίκαιης αποζημιώσεως και του περιορισμού του δικαιώματος ιδιωτικής αντιγραφής που τη δικαιολογεί. Όμως, ενόψει του μαχητού αυτού τεκμηρίου ο εισαγωγέας ή ο παραγωγός που εισάγει ή κατασκευάζει τεχνικά μέσα/συσκευές που είναι πρόσφορα για ιδιωτική αναπαραγωγή είναι κατ' αρχήν υπόχρεος στην καταβολή της ως άνω "εύλογης αμοιβής" και της υποβολής της υπεύθυνης δήλωση του άρθρου 18 παρ. 4 του ίδιου ως άνω ν. 2121/1993 , μόνο δε αν ο ίδιος επικαλεσθεί και αποδείξει σε μεταγενέστερο χρόνο ότι τα τεχνικά αυτά μέσα/συσκευές χρησιμοποιούνται προδήλως για άλλους σκοπούς από την αναπαραγωγή για ιδιωτική χρήση, διότι διατέθηκαν σε επιχειρήσεις, υπηρεσίες ή οργανισμούς που τα χρησιμοποιούν για επαγγελματική χρήση, περιστατικό που δεν είναι γνωστό ευθύς εξ αρχής, μπορεί να απαλλαγεί της υποχρέωσης καταβολής της "εύλογης αποζημίωσης", η οποία εφόσον έχει καταβληθεί του επιστρέφεται σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ.

ΑΚ). Άλλωστε, τα τεχνικά μέσα/συσκευές που διατίθενται από τους εισαγωγείς ή παραγωγούς σε επιχειρήσεις, οργανισμούς κλπ δεν είναι πρόδηλο ότι χρησιμοποιούνται για άλλους σκοπούς και όχι για ιδιωτική χρήση, αφού οι επιχειρήσεις αυτές, είτε πρόκειται για εταιρίες είτε για ελεύθερους επαγγελματίες τα τεχνικά αυτά μέσα/συσκευές μπορεί να χρησιμοποιούν και για ιδιωτική χρήση, ενώ δεν αποκλείεται τα μέσα/συσκευές αυτά που αποκτώνται από επιχειρήσεις στη συνέχεια να μεταπωληθούν ως μεταχειρισμένα σε ιδιώτες.

Ενόψει δε των ανωτέρω, εφόσον το ζήτημα που ανακύπτει ως προς την πραγματική έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο β', της Οδηγίας 2001/29/ΔΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, έχει διευκρινισθεί με την παραπάνω απόφαση του ΔΕΕ, δεν συντρέχει λόγος υποβολής εκ νέου προδικαστικού ερωτήματος σ' αυτό.

Κατ' ακολουθίαν όσων προεκτέθηκαν, με το να απορρίψει Εφετείο ως αλυσιτελή, τον σχετικό λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο επανέφερε τον προβληθέντα και πρωτοδίκως ισχυρισμό της, κατά τον οποίο, απαλλάσσεται της καταβολής της ανωτέρω εύλογης αποζημίωσης και της υποβολής στον ΟΠΙ της σχετικής υπεύθυνης δήλωσης, διότι οι συσκευές και τα τεχνικά μέσα που εισάγει, προορίζονται προς πώληση, όχι σε ιδιώτες καταναλωτές, αλλά σε επιχειρήσεις, υπηρεσίες και οργανισμούς, που εμπίπτουν στους λεγόμενους "μεγάλους χρήστες", οι οποίοι δεν προβαίνουν σε ιδιωτική αλλά σε επαγγελματική χρήση, ορθώς ερμήνευσε και δεν παραβίασε τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 1 και 3 του ν. 2121/1993, οι οποίες εναρμονίζονται πλήρως μεταξύ τους και δεν αντίκεινται προς το άρθρο 5 παρ. 2 περ.

β'της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, ούτε στην προρρηθείσα απόφαση του ΔΕΕ, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, δεν αρκεί μόνο η επίκληση του προορισμού προς διάθεση των μέσων αυτών σε επιχειρήσεις, οργανισμούς κλπ, αλλά εφόσον τα αντικείμενα αυτά είναι πρόσφορα για ιδιωτική αναπαραγωγή, ο παραγωγός ή ο εισαγωγέας καθίστανται υπόχρεοι από της διάθεσης της παραγωγής ή από της εισαγωγής των αντικειμένων αυτών, στην εύλογη αποζημίωση του άρθρου 18 παρ. 3 του ν. 2121.1993 και την υποβολή της προβλεπόμενης από την παρ. 4 του ίδιου άρθρου υπεύθυνης δήλωσης, μόνο δε αν μεταγενεστέρως επικαλεσθεί και αποδείξει ότι τα τεχνικά αυτά μέσα/συσκευές χρησιμοποιούνται προδήλως για άλλους σκοπούς από την αναπαραγωγή για ιδιωτική χρήση, διότι διατέθηκαν σε επιχειρήσεις, υπηρεσίες ή οργανισμούς που τα χρησιμοποιούν για επαγγελματικούς σκοπούς, μπορεί να απαλλαγεί της υποχρέωσης καταβολής της "εύλογης αποζημίωσης", την οποία, εφόσον έχει καταβληθεί, μπορεί να αναζητήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ.

ΑΚ). Επομένως, ο αντίθετος πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 4 και 6 του ν. 2121/1993, σχετικά με το περιεχόμενο της Υπεύθυνης Δήλωσης (με βάση τη συνολική αξία όσων εισήγαγε, διέθεσε, πώλησε) αλλά και το σκοπό της, που είναι η πληροφόρηση για τις πραγματοποιηθείσες διακινήσεις ειδών, επί των οποίων υπολογίζεται η εύλογη αμοιβή, συνάγεται ότι για να ικανοποιηθεί το αίτημα του Οργανισμού Συλλογικής Διαχείρισης πρέπει να αναφέρονται στη δήλωση τα είδη που έχουν ήδη, μέχρι το χρόνο κοινοποίησης της γραπτής πρόσκλησης, εισαχθεί ή πωληθεί, καθώς και η συνολική τους αξία και ότι αυτή είναι πράγματι η συνολική τους αξία χωρίς καμιά απόκρυψη, και δεν καλύπτεται το αίτημα αυτό, με την υποβολή εξώδικης απάντησης ή και υπεύθυνης δήλωσης, ότι τα είδη που έχουν εισαχθεί ή πωληθεί δεν εμπίπτουν στην διάταξη της παρ. 3 του άνω άθρου 18 του ν. 2121/1993 περί εύλογης αμοιβής του δικαιούχου δημιουργού του εισαχθέντος ή πωληθέντος αντικειμένου.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 250 αρ. 17 του ΑΚ, ως περιοδικές παροχές, οι οποίες υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή, νοούνται, αυτές που επαναλαμβάνονται σε ορισμένα διαστήματα αλλά στηρίζονται σε ενιαία σχέση και είναι ενωμένες σε ενιαία νομική και οικονομική οντότητα. Τέτοια όμως περιοδική παροχή δεν συνιστά η εύλογη αμοιβή που προβλέπεται στο άρθρο 18 παρ. 3 του ν. 2121/1993 και αφορά τα δικαιώματα των πνευματικών δημιουργών για τα έργα που έχουν παράγει, αφού καμιά από τις ανωτέρω προϋποθέσεις δεν συντρέχει, και επομένως οι αξιώσεις αυτές υπόκειται στην κοινή εικοσαετή παραγραφή που προβλέπεται από το άρθρο 249 του ΑΚ.

Ετέρωθεν, κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997).

Τέλος, κατά τη διάταξη του αριθμού 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Τα πλαίσια της δικαιοδοσίας αυτής ήτοι της από το νόμο οριοθετημένης εξουσίας της Πολιτείας προς άσκηση της δικαστικής λειτουργίας, καθορίζονται από τα άρθρα 1 ΚΠολΔικ και 94 παρ.3 του Συντάγματος, υπάγονται δε σ` αυτήν όλες οι ιδιωτικού δικαίου διαφορές και συνακόλουθα το αντικείμενο της δίκης στα πολιτικά δικαστήρια είναι μόνο έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή αμφισβητήσεις ή έριδες των διαδίκων περί την ύπαρξη, την έκταση, το περιεχόμενο ή τα υποκείμενα βιοτικής σχέσης προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα (ΑΠ 316/2011).

Υπέρβαση της δικαιοδοσίας αυτής υπάρχει στις περιπτώσεις που τακτικό πολιτικό δικαστήριο, επιλήφθηκε υποθέσεως, που κατά νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαιοδοτικού οργάνου (ποινικού ή διοικητικού) ή των διοικητικών αρχών (Ολ.ΑΠ 5/1995, ΑΠ 31/2004), ή στη διεθνή δικαιοδοσία αλλοδαπού δικαστηρίου (ΑΠ 140/2008), ή για την οποία συνέτρεχε προνόμιο ετεροδικίας (ΑΕΔ 6/2002, Ολ.ΑΠ 11/2000), ή όταν η υπόθεση είχε υπαχθεί έγκυρα στη διαιτησία (Ολ.ΑΠ 16/2002, ΑΠ 1038/2009).

Περαιτέρω ο λόγος αυτός αναίρεσης αφορά τη δημόσια τάξη και γι` αυτό, κατ` άρθρο 562 παρ.2γ ΚΠολΔικ, μπορεί να προταθεί για πρώτη φορά στον Αρειο Πάγο (Ολ.ΑΠ 20/2008, ΑΠ 1983/2009), ενώ κατ` άρθρο 562 παρ. 4 του ίδιου κώδικα, μπορεί να ληφθεί υπόψη και αυτεπαγγέλτως, ύστερα από πρόταση του Εισηγητή (Ολ.ΑΠ 5/1995, ΑΠ 1450/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απάφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, τα ακόλουθα: "Οι αιτούντες αστικοί μη κερδοσκοπικοί συνεταιρισμοί περιορισμένης ευθύνης είναι οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης και προστασίας πνευματικών δικαιωμάτων, με αποκλειστικό σκοπό τη διαχείριση και προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων επί των έργων των μελών τους και έχουν συσταθεί με τις υπ' αριθ. 8/1996, 21/1995, 8/1998 και 5/2002 αντίστοιχες πράξεις του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που καταχωρήθηκαν στο οικείο μητρώο συνεταιρισμών, η δε λειτουργία τους εγκρίθηκε με αποφάσεις του Υπουργού Πολιτισμού, οι οποίες δημοσιεύθηκαν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 1164/Β/30-12-1997, ΦΕΚ 939/Β/22-10-1997, ΦΕΚ 1052/Β/4-6-1999 και ΦΕΚ 1147/Β/3-9-2002).

Με την έγκριση της λειτουργία τους από τη διοίκηση εγκρίθηκε η ύπαρξη ενός ελάχιστου ορίου αντιπροσωπευτικότητάς τους. Τα μέλη τους, ορισμένα από τα οποία αναφέρονται ενδεικτικά στην αίτηση, είναι του πρώτου δημιουργοί έργων του λόγου, του δεύτερου δημιουργοί έργων των εικαστικών τεχνών, του τρίτου φωτογράφοι και του τέταρτου θεατρικοί συγγραφείς, και έχουν αναθέσει στους αιτούντες, με καταπιστευτικές μεταβιβάσεις, τη διαχείριση του περιουσιακού δικαιώματος της πνευματικής ιδιοκτησίας επί των έργων τους και του συγγενικού τους δικαιώματος, μεταξύ των οποίων και του δικαιώματος της εύλογης αμοιβής του άρθρου 18 του ν. 2121/1993 επί της αξίας των τεχνικών μέσων αναπαραγωγής, φωτοτυπικών συσκευών, χαρτιού κατάλληλου για φωτοτυπία και ηλεκτρονικών υπολογιστών.

Η καθής εισάγει και εμπορεύεται φωτοτυπικές συσκευές, σαρρωτές, χαρτί κατάλληλο για φωτοτυπία, διαφόρων διαστάσεων, και αποθηκευτικά μέσα με χωρητικότητα μικρότερη των 100 Mbytes. Οι αιτούντες, με την από 20-5-2004 εξώδικη δήλωσή τους, που επιδόθηκε στην καθής στις 14-6-2004, την κάλεσαν να τους καταβάλει την αμοιβή που ορίζεται στο άρθρο 18 παρ. 3 του ν. 2121/1993, ανερχόμενη σε 4% επί της αξίας εισαγωγής των φωτοτυπικών συσκευών, χαρτιού (κατάλληλου για φωτοτυπία), των σαρωτών και των αποθηκευτικών χώρων με χωρητικότητα μικρότερη των 100 Mbytes, για το χρονικό διάστημα από 10-10-2004 έως 14-6-2004 και παράλληλα να δηλώσει στον ΟΠΙ με υπεύθυνη δήλωση, εντός μηνός από την παραλαβή της, τη συνολική αξία των παραπάνω ειδών, που εισήγαγε κατά το χρονικό διάστημα από 10-9-2002 έως 31-12-2002, επιβεβαιώνοντας ότι αυτή είναι πράγματι η συνολική τους αξία, χωρίς καμία απόκρυψη.

Η καθ' ής δεν υπέβαλε την ανωτέρω δήλωση εντός μηνός, αλλά απέστειλε στους αιτούντες την από 6-8-2004 εξώδικη δήλωση-απάντηση, με την οποία τους ενημέρωσε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 10-9-2002 έως 31-12-2002 δεν εισήγαγε φωτοτυπικές συσκευές (συμπεριλαμβανομένων των τηλεομοιοτυπικών μηχανημάτων) ούτε χαρτί κατάλληλο για φωτοτυπίες, ούτε σαρωτές, αποθηκευτικά μέσα με χωρητικότητα μικρότερη των 100 Mbytes.

Μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης η καθ' ής προέβη διά του νομίμου εκπροσώπου της στην από 16-4-2008 υπεύθυνη δήλωση προς τον ΟΠΙ, με την οποία δήλωσε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 10-9-2002 έως 31-12-2002 δεν εισήγαγε κανένα από τα προαναφερθέντα είδη και κατά συνέπεια η συνολική αξία εισαγωγής αυτών ήταν μηδενική, με τη σημείωση ότι "η ως άνω δήλωση δεν καταλάμβανε είδη, τα οποία ενδεχομένως εισήχθησαν και στη συνέχεια επανεξήχθησαν ή και τα οποία δεν πωλήθηκαν σε τρίτους, αλλά παρακρατήθηκαν ή και αναλώθηκαν από την εταιρεία για εσωτερικές επιχειρησιακές της ανάγκες ή και τα οποία διακριβωμένα πωλήθηκαν σε επιχειρήσεις, υπηρεσίες ή οργανισμούς, δεδομένου ότι τα εν λόγω είδη δεν εμπίπτουν στους σκοπούς του άρθρου 18 του ν. 2121/1993, για τους οποίους υποβάλλεται η ως άνω δήλωση, διότι δεν είναι πρόσφορα για αναπαραγωγή για ιδιωτική χρήση (ή για ιδιωτική χρήση εντός της ελληνικής επικράτειας)".

Πλην όμως, η παραπάνω δήλωση δεν καλύπτει τις προϋποθέσεις του νόμου, αφού η καθ' ής προβαίνει αυθαίρετα σε ερμηνεία του νόμου και δεν δηλώνει τα είδη που εισήγαγε, με το αιτιολογικό ότι προορίζονται για επιχειρήσεις, υπηρεσίες, οργανισμούς κλπ. Τέλος, ο λόγος της έφεσης ότι το δικαίωμα των αιτούντων για καταβολή της αμοιβής έχει παραγραφεί λόγω παρέλευσης πενταετίας, κατ' άρθρο 250 ΑΚ, και συνεπώς δεν συντρέχει λόγος για την υποβολή της σχετικής δήλωσης, πρέπει να απορριφθεί, διότι, ανεξάρτητα από την αοριστία του, δεν είναι νόμιμος, αφού η παραγραφή δεν είναι πενταετής, αλλά εικοσαετής.

Τέλος, η προσκομιζόμενη από τν καθ' ής από 28-11-2008 υπεύθυνη δήλωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, διότι, όπως αναφέρεται σ' αυτή, υποβλήθηκε από την καθ' ής προς συμμόρφωση με το διατακτικό της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία κατά τη δήλωσή της, δεν συμφωνεί και δεν παραιτείται των δικαιωμάτων της". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο την υποχρέωσε να υποβάλλει άμεσα στο Ο.Π.Ι.

υπεύθυνη δήλωση σύμφωνα με το περιεχόμενο του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2121/1993 ως προς τα παραπάνω είδη που εισήγαγε κατά την περίοδο από 10-9-2002 έως 31-12-2002. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 1, 3, 4 και 6, 54 και 55 του ν. 2121/1993, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, περαιτέρω δε, δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις προαπαιτηθείσες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, καταλήγει το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της υποχρέωσης της αναιρεσείουσας να υποβάλλει στον Ο.Π.Ι. την προβλεπόμενη από το άρθρο 18 παρ. 4 του ν. 2121/1993 υπεύθυνη δήλωση, με το περιεχόμενο που προβλέπεται στη διάταξη αυτή, διότι αρκεί και μόνο το γεγονός προς τούτο ότι είναι εισαγωγέας των ειδών που προβλέπονται στη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου.

Είναι δε πλήρεις και σαφείς οι αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης, ως προς το έννομο συμφέρον του Ο.Π.Ι. προς υποβολή της άνω υπεύθυνης δήλωσης σ' αυτόν και του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων να ζητούν τούτο, αφού κατά τις παραδοχές της, οι τελευταίοι συγκεντρώνουν όλες τις προϋποθέσεις που απαιτεί ο πιο πάνω νόμος, η δε εξώδικη απάντηση της αναιρεσείουσας, μετά από πρόσκληση των τελευταίων, καθώς και οι υπεύθυνες δηλώσεις που υπέβαλε στον Ο.Π.Ι., μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης και μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν έχουν το περιεχόμενο της υπεύθυνης δήλωσης, που απαιτεί στην συγκεκριμένη περίπτωση η προρρηθείσα διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2121/1993.

Ούτε όμως και την διάταξη του άρθρου 250 αρ. 17 του ΑΚ παραβίασε η αναιρεσιβαλλομένη με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, με το να απορρίψει τον περί παραγραφής ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ως προς την εύλογη αμοιβή των πνευματικών δημιουργών των άνω αντικειμένων που εισήγαγε κατά την επίδικη περίοδο και την συνέπεια τούτου μη υποχρέωσή της να υποβάλει την άνω υπεύθυνη δήλωση, καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα, η αξίωση αυτή δεν εμπίπτει στην άνω διάταξη, αλλά σ' εκείνη του άρθρου 249 του ΑΚ με την οποία προβλέπεται εικοσαετής παραγραφή, στην οποία, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, δεν είχαν υποκύψει οι άνω αξιώσεις, κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους τρίτο και πέμπτο λόγους του αναιρετηρίου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, καθώς και τον έβδομο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.

Οι ίδιοι ως άνω τρίτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που προβάλλεται μ' αυτούς η αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος των αναιρεσιβλήτων στην υποβολή της προρρηθείσης υπεύθυνης δήλωσης και περί παραγραφής των επίδικων αξιώσεων των αντικειμένων που εισήγαγε κατά την άνω περίοδο, αντίστοιχα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, καθόσον, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, ευθέως λήφθηκαν υπόψη οι ισχυρισμοί αυτοί και απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.

Τέλος, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης και με την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση, το πρώτον στον Αρειο Πάγο, την αιτίαση ότι το Εφετείο "δεχόμενο ότι η συγκεκριμένη από 6-8-2004, καθώς και η από 16-4-2008 δήλωσή της δεν πληροί του όρους του νόμου, υπερέβη τις εκ του νόμου εξουσίες του, δεδομένου ότι σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 18 παρ. 6 του ν. 2121/1993, το δικαστήριο έχει την αρμοδιότητα να διατάξει μόνο την υποβολή της υπεύθυνης δήλωσης, σε περίπτωση που αυτή δεν έχει υποβληθεί κατόπιν της σχετικής εξώδικης πρόσκλησης, και όχι να αξιολογήσει το περιεχόμενο αυτής".

Ο λόγος αυτός, που όπως αναφέρεται στη νομική σκέψη, μπορεί το πρώτο να προταθεί στον Αρειο Πάγο, είναι αλυσιτελής, αφού οι αποδιδόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις δεν έχουν σχέση με τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και την υπέρβασή τους, όπως αυτή αναλύεται στη νομική σκέψη. Οι επικαλούμενες αιτιάσεις, που αναφέρονται και στους τρίτο και έβδομο αναιρετικούς λόγους, πλήττουν, όπως και στους λόγους αυτούς αναφέρεται, την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, σύμφωνα δε με τα προεκτεθέντα, κρίθηκαν αβάσιμες.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ'ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1573/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθμό 11 περίπτ.

γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η αναιρεσείουσα είναι υπόχρεη στην υποβολή στον Ο.Π.Ι. της προβλεπόμενης από το άρθρο 18 παρ. 4 του ν. 2121/1993 υπεύθυνης δήλωσης με το προεκτεθέν περιεχόμενο, δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως και ενώπιον του αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα: 1) Την ένορκη κατάθεση της μάρτυρός της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, 2) την υπ' αριθ. 1544/2006 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, στην οποία περιέχεται κατάθεση της μάρτυρός της, 3) την από 6-8-2005 εξώδικη δήλωση-απάντηση του νομίμου εκπροσώπου της και 4) την από 28-11-2008, δήλωσή της προς τον ΟΠΙ, την οποία υπέβαλε μετά την έκδοση της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, οι καταθέσεις των μαρτύρων, η παραπάνω ένορκη βεβαίωση και όλα τα έγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της προσβαλλόμενης απόφασης, στο οποίο μάλιστα γίνεται ειδική εκτίμηση και αξιολόγηση των υπ' αριθ. 3 και 4 εγγράφων, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα στα οποία αναφέρεται η αναιρεσείουσα, για την συναγωγή του ανωτέρω πορίσματός του.

Επομένως, ο αντίθετος από την παραπάνω διάταξη (άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ'ΚΠολΔ), λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 657/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 07-02-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 657/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ