Legislator Case Law & Legislation
2097/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding inadmissibility of a contract reduction claim under Article 409 of the Civil Code.

Case Number 2097/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision rejecting a claim for contract reduction. The appellant argued that Article 409 of the Civil Code allows such claims at any stage, but the court held this provision is merely a specific manifestation of the general prohibition in Article 281. Consequently, the court ruled that the claim must be raised for the first time during the appeal proceedings unless specific exceptions apply.

Legislator headnote

AI generated

Articles 409 of the Civil Code; Articles 269 and 527 of the Code of Civil Procedure. A claim for reduction of an excessive contract penalty is not a privileged right but a substantive claim subject to procedural time limits, requiring first presentation in the appeal stage unless specific exceptions under the Code of Civil Procedure are met.

Keywords

AI generated
contract reduction claim Article 409 Civil Code procedural time limits appeal stage presentation inadmissibility of claim

Cited Legislation

AI generated
Article 409 of the Civil Code
Article 281 of the Civil Code
Article 269 of the Code of Civil Procedure
Article 527 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 14 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2097 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2097/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: X, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Νικολόπουλο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Ιωάννη Παπαδογιαννάκη και Κωνσταντίνο Αλεξίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10.1.2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4792/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2824/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Ιουνίου 2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 2 Σεπτεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 793/18.6.2008 αιτήσεως για αναίρεση της 2824/22.5.2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 793/18.6.2008 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 2824/22.5.2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 4225/270/11.1.2006 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση της δι' αυτής ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος από υπόλοιπο συνομολογηθέντος αρραβώνος, ο οποίος και κατέπεσε λόγω μη καταρτίσεως της κυρίας συμβάσεως υπό την αίρεση της πληρώσεως της οποίας είχε συμφωνει η κατάπτωσή του, ενώ με την ασκηθείσα με τις προτάσεις ανταγωγή του ο εναγόμενος εδίωκε την καταψήφιση της δι' αυτής αντεναγομένης σε πληρωμή του ποσού των 4.000.000,00 ευρώ, άλλως του ποσού των 2.000.000 ευρώ για τις αναφερόμενες στην ανταγωγή αιτίες.

Επί της αγωγής και της ανταγωγής, συνεκδικασθεισών, εκδόθηκε, κατά παραδοχή της αγωγής και απόρριψη της ανταγωγής, η 4792/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 70/4-1-2008 έφεση του εναγομένου-αντενάγοντος, η 2824/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της: "Με το από 7-11-05 "Μνημόνιο Συναντίληψης" που καταρτίστηκε μεταξύ αφενός της εφεσίβλητης, που ενεργούσε με τις ιδιότητες α) της μετόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΘΗΝΩΝ ΥΓΕΙΑ ΑΕ", β) της μοναδικής μετόχου της εταιρίας με την επωνυμία "LIKKEN HOLDINGS Ιnc", που εδρεύει στις ..., και γ) της νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας με την επωνυμία "H.S.I.

HOLDINGS S.A.", που εδρεύει στο ... και αφετέρου του εκκαλούντος συμφωνήθηκε η από την πρώτη πώληση προς το δεύτερο ή στα απ' αυτόν υποδεικνυόμενα φυσικά ή νομικά πρόσωπα του 72,50% του μετοχικού κεφαλαίου του ανωτέρω νοσοκομείου, που αντιστοιχούσε σε 31.156.824 μετοχές, που ανήκαν κατά τα αναφερόμενα σ' αυτό (μνημόνιο) ποσοστά σε κάθε μια από εταιρείες στις οποίες μετείχε η ως άνω πωλήτρια.

Ως τίμημα της παραπάνω μεταβίβασης "καταβληθησόμενο την ημέρα της υπογραφής της τελικής συμφωνίας", συμφωνήθηκε το ποσό των 80.000.000 Ευρώ, το οποίο "καθορίστηκε με βάση τα οικονομικά και άλλα στοιχεία της ανωτέρω εταιρίας, που έχουν τεθεί στη διάθεση του κοινού σύμφωνα με τους κανόνες του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών και είναι αδιαμφισβήτητα από τα μέρη" (όρος Ζ').

Περαιτέρω, συμφωνήθηκε με τον τέταρτο όρο του μνημονίου, ότι "και τα δύο μέρη θα προβούν στις απαραίτητες ενέργειες ώστε να διασφαλιστεί η ολοκλήρωση της μεταβίβασης το συντομότερο δυνατό και σε κάθε περίπτωση μέχρι την 31 Ιανουαρίου 2006, αφού ο αγοραστής διεξάγει με ειδικούς της επιλογής του, οικονομικό και νομικό έλεγχο των πωλητριών εταιρειών, ο οποίος θα πρέπει να ολοκληρωθεί μέχρι και τις 10 Ιανουαρίου 2006.

Αν από τον έλεγχο αυτό προκύψει απόκλιση από το ποσό της καθαρής θέσης της εταιρίας, που ανέρχεται σε 42.588.650 ευρώ, τότε το συμφωνηθέν τίμημα θα μειωθεί, μόνο στην περίπτωση που η διαπιστωθείσα απόκλιση είναι μεγαλύτερη από 3.000.000 ευρώ. Στην περίπτωση μιας τέτοιας απόκλισης η μείωση στο συμφωνηθέν τίμημα θα είναι ισοδύναμη με το 72,80% του ποσού πάνω από 3.000.000 ευρώ.

Οποιαδήποτε διαφορά στην καθαρή θέση της εταιρίας, που δεν υπερβαίνει το ποσό των 3.000.000 ευρώ δεν θα επιφέρει καμία μείωση του συμφωνηθέντος τιμήματος". Εξάλλου, με τον έβδομο όρο του εν λόγω μνημονίου καθορίστηκε ρητά ότι "η πωλήτρια, όπως εκ των προτέρων έχει συμφωνηθεί με τον αγοραστή, αν η μεταβίβαση δεν ολοκληρωθεί θα υποστεί σημαντικό κόστος.

Για το λόγο αυτό ο αγοραστής κατέβαλε σήμερα στην πωλήτρια το ποσό των 2.000.000 ευρώ με τη μορφή τραπεζικής εντολής και θα καταβάλει στις 15-12-2005 επιπλέον 3.000.000 ευρώ, ως αρραβώνα, όπως προβλέπεται από τα άρθρα 402 και 403 του ελληνικού ΑΚ, για τον οποίο θα ισχύσουν τα εξής: Α) Αν η μεταβίβαση ολοκληρωθεί σε τρεις μήνες τότε το συμφωνηθέν τίμημα (80.000.000 €) θα μειωθεί ανάλογα.

Β) Αν η μεταβίβαση δεν ολοκληρωθεί λόγω υπαναχώρησης του αγοραστή, το ποσό του αρραβώνα θα παραμείνει στην πωλήτρια ως αποζημίωση. Εκτός από το παραπάνω αναφερθέν, ο αγοραστής έχει δικαίωμα να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και να αναλάβει το ποσό του αρραβώνα, κατά την περίπτωση, που μετά τον οικονομικό και νομικό έλεγχο της εταιρίας προκύψουν ζητήματα που αφορούν την άδεια λειτουργίας της εταιρείας ή τους τίτλους ιδιοκτησίας των ακινήτων της ή προκύψει ότι υπάρχουν παράνομες ή παράτυπες πρακτικές που μπορεί να οδηγήσουν σε ποινικές ευθύνες του αγοραστή ως μετόχου της εταιρίας.

Γ)Αν η μεταβίβαση δεν ολοκληρωθεί λόγω υπαναχώρησης της πωλήτριας, μετά την καταβολή του ποσού του αρραβώνα των 3.000.000, η πωλήτρια υποχρεούται να καταβάλει στο διπλάσιο το ανωτέρω ποσό". Τέλος, με τον ένατο όρο του παραπάνω μνημονίου ορίστηκε ότι "ο αγοραστής και η πωλήτρια θα πρέπει να ολοκληρώσουν την μεταβίβαση μέχρι 31.1.06.

Εάν η μεταβίβαση δεν ολοκληρωθεί σε τρεις μήνες από την υπογραφή του παρόντος (7.11.05), τότε η αρχική συμφωνία που περιλαμβάνεται στο παρόν μνημόνιο θα τερματιστεί". Από το εκτεθέν ως άνω περιεχόμενο του μνημονίου, προκύπτει ότι μ' αυτό τα μέρη συμφώνησαν να συνάψουν σύμβαση πώλησης των αναφερομένων ως παραπάνω μετοχών με ταυτόχρονο καθορισμό των ουσιωδών όρων υπό τους οποίους θα τελεί η εν λόγω σύμβαση, αν και όταν αυτή συναφθεί, χωρίς, όμως, να αναλαμβάνουν πλήρη ενοχική δέσμευση, δηλαδή υποχρέωση προς εκπλήρωση της σύμβασης πώλησης, δημιουργούμενης με αυτό της από τη θεωρία χαρακτηριζόμενης ενοχικής σχέσης υπό ευρεία έννοια, με κύριο χαρακτηριστικό την έλλειψη ευθύνης (και αντίστοιχης αξίωσης) προς εκπλήρωση των παροχών πωλητή και αγοραστή και κατ' ακολουθίαν την έλλειψη ενδοσυμβατικής ευθύνης τους από μη εκπλήρωση των παροχών αυτών.

Τούτο ενισχύεται και από το περιεχόμενο των 9ου και 7ου όρων του παραπάνω μνημονίου με τους οποίους αφενός προβλέπεται ότι αν δεν ολοκληρωθεί η σύμβαση της μεταβίβασης των με το εντός 3 μηνών από την υπογραφή αυτού η συμφωνία θα λύεται κατά την ανωτέρω ημερομηνία (όρος 9) και αφετέρου καθορίζεται (όρος 7) ως μόνη έννομη συνέπεια από την μη κατάρτιση της σύμβασης πώλησης των μετοχών η κατάπτωση του προβλεπόμενου από τον όρο αυτό αρραβώνα.

Παράλληλα, με τη διαλαμβανόμενη στον έβδομο όρο αυτού συμφωνία, τα μέρη προέβησαν στη σύσταση αρραβώνα, ο οποίος, κατά την, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών γενομένη, ερμηνεία της σχετικής δήλωσης αυτών αναφορικά με το είδος του συμφωνηθέντος αρραβώνα, επιβαλλόμενης (ερμηνείας) ως εκ της ασαφούς διατύπωσής της αναφορικά μ' αυτόν εν όψει της ταυτόχρονης αφενός παραπομπής στις διατάξεις των άρθρων 402 και 403 ΑΚ τα οποία προϋποθέτουν καταρτισμένη σύμβαση και παράδοση της αρραβωνικής παροχής, που καταπίπτει σε περίπτωση μη εκτέλεσης της σύμβασης και αφετέρου του μη συμβιβαζόμενου, με τον από τα ως άνω άρθρα ρυθμιζόμενο αρραβώνα, συναινετικού και όχι παραδοτικού τρόπου καταβολής της αρραβωνικής παροχής, προκύπτει ότι έχει το χαρακτήρα αρραβώνα, μεταμέλειας για μη καταρτισθείσα σύμβαση με σκοπό την δι' αυτού εξασφάλιση της κατάρτισης της τελευταίας αφού η ματαίωση αυτής αποτελεί την αίρεση της κατάπτωσής του, οπότε και μόνο διατηρείται ο χαρακτήρας αυτού ως αρραβώνα μεταμελείας, ενόψει του ότι στην περίπτωση κατάρτισης της σύμβασης το ποσό του αρραβώνα θα θεωρηθεί ως προκαταβολή, που θα αφαιρεθεί από το συμφωνημένο τίμημα, κατά τη σχετική ως άνω ρητή πρόβλεψη των μερών.

Η, κατά τον τρόπο αυτό, κατάρτιση της αρραβωνικής συμφωνίας, παρόλο που αφενός αναφέρεται σε σύμβαση, η οποία δεν έχει ακόμη καταρτιστεί, και αφετέρου ο τρόπος καταβολής της αρραβωνικής παροχής ρυθμίζεται (εν μέρει) συναινετικά και όχι εξ ολοκλήρου παραδοτικά, δεν πάσχει ακυρότητα, όπως εσφαλμένα επικαλείται ο εκκαλών (με τους σχετικούς λόγους της έφεσής του), καθόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, είναι έγκυρη η από τα μέρη κατάρτιση, στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων, αρραβωνικής συμφωνίας κατά τον αναφερόμενο ως άνω τρόπο, που αποκλίνει διττώς από τον αρραβώνα, που ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 402 και 403 του ΑΚ, οι οποίες προϋποθέτουν καταρτισμένη κύρια σύμβαση και παραδοτικό τρόπο καταβολής της αρραβωνικής παροχής απορριπτόμενων συνακολούθως, ως αβάσιμων των αντίθετων σχετικών λόγων της έφεσης.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, σε εκτέλεση των με το επίδικο μνημόνιο συμφωνηθέντων ο εκκαλών προέβη στη διενέργεια οικονομικού ελέγχου των πωλητηρίων εταιρειών, μετά το πέρας του οποίου διετύπωσε, με την από 14-12-05 επιστολή του, που απέστειλε δια του εκπροσώπου του ... στην εφεσίβλητη, τις προτάσεις του σύμφωνα με τις οποίες πρέπει: "1) Το ποσό των επισφαλών απαιτήσεων να αυξηθεί κατά 5,5 εκ.

και να μειωθεί το τίμημα κατά 2,5 εκ., εκτός εάν η ΡWC δέχεται να εγγυηθεί την εισπραξιμότητα των εν λόγω επισφαλών απαιτήσεων. 2) Η πωλήτρια να αναλάβει το σύνολο οποιασδήποτε φορολογικής υποχρέωσης, που θα προκύψει μετά από φορολογικό έλεγχο που θα διαχειρισθεί η πωλήτρια και αφορά πράξεις που έγιναν κατά τις ανέλεγκτες φορολογικά χρήσεις. 3) Η πωλήτρια να αναλάβει την υποχρέωση καταβολής του ποσού των 1,5 εκ.

ευρώ, το οποίο έχει βεβαιώσει το ασφαλιστικό ταμείο, καθώς και το σύνολο οποιασδήποτε άλλης υποχρέωσης προς αυτό (ασφαλιστικό ταμείο), που θα προκύψει μετά από έλεγχο και αφορά πράξεις που έγιναν κατά τις ανέλεγκτες χρήσεις. 4) Να παρασχεθεί στον αγοραστή δυνατότητα καταγγελίας των μισθωτικών συμβάσεων αζημίως, με εξάμηνη προειδοποίηση.

Συμβάσεις που λήγουν να μην ανανεωθούν όπως και συμβάσεις εν ισχύ να μην παραταθούν ή τροποποιηθούν χωρίς την έγκριση του αγοραστή. 5) Να υπάρξει δέσμευση εκ μέρους της πωλήτριας ότι με τους υφιστάμενους πολεοδομικούς κανόνες δεν έχει εξαντληθεί ο συντελεστής δόμησης του οικοπέδου. 6) Για οτιδήποτε δεν υπάρχει κάλυψη από ασφαλιστική εταιρία ή δεν επαρκεί η κάλυψη για το διεκδικούμενο ποσό, εφόσον επιδικασθεί στον ενάγοντα αποζημίωση, που δεν θα καταβληθεί από ασφαλιστική εταιρία, αυτή να βαρύνει την πωλήτρια και ότι η θέση του αυτή ισχύει με την επιφύλαξη του ελέγχου των στοιχείων που του δόθηκαν στην από 13 Δεκεμβρίου 2005 συνάντηση τους. 7) Ποσό του τιμήματος από 7,5 εκ.

ευρώ να κατατεθεί σε escrow account για 18 μήνες, προκειμένου να συμψηφισθεί με υποχρεώσεις που αναλαμβάνει η πωλήτρια σύμφωνα με τα ανωτέρω". Περαιτέρω, αφού εξέθετε (στην ίδια επιστολή) ότι "επειδή "στην από 13 Δεκεμβρίου 2005 συνάντησή μας διατυπώθηκε εκ μέρους σας (ενάγουσας) η θέση ότι ορισμένα από τα ανωτέρω δεν αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης (όπως για παράδειγμα ότι το ποσό των επισφαλών απαιτήσεων ανέρχεται σε 5,5 εκ ευρώ ή ότι το ποσό της βεβαιωμένης οφειλής του 1,5 εκ.

ευρώ προς το ασφαλιστικό ταμείο δεν βαρύνει την πωλήτρια)" καθιστούσε γνωστό στην εφεσίβλητη ότι "η άποψη μας είναι ότι όλα τα ευρήματα του ελέγχου αποτελούν αντικείμενα διαπραγμάτευσης χωρίς περιορισμούς, καθώς και ότι σε περίπτωση που οι παραπάνω θέσεις μας αποτελούν λόγο για την εκ μέρους σας (πωλήτριας) διάρρηξη της συμφωνίας, παρακαλούμε αυτό να γνωστοποιηθεί εγγράφως, το αργότερο κατά την συνάντηση της 15.12.05".

Επειδή δε κατά την συνάντηση αυτή (της 15.12.05) των εκπροσώπων των διαδίκων δεν κατέστη δυνατή η επίτευξη συμφωνίας επί των υποβληθεισών προτάσεων του εκκαλούντος, συμφωνήθηκε να συνεχιστεί η επ 'αυτών συζήτηση σε μεταγενέστερη συνάντησή τους που ορίστηκε να πραγματοποιηθεί στις 19.12.05. Επικαλούμενος δε ο εκπρόσωπος του εκκαλούντος την μη επίτευξη συμφωνίας κατά τη συνάντηση της 15.12.05 αρνήθηκε να καταβάλει στον εκπρόσωπο της εφεσίβλητης το, από 3.000.000 ευρώ, οφειλόμενο υπόλοιπο του αρραβώνα το οποίο, κατά τα συμφωνηθέντα, έπρεπε να καταβληθεί την ίδια ως άνω ημεροχρονολογία (15-12-05).

Περαιτέρω, και, ενόψει του ότι η ορισθείσα για τις 19.12.05 συνάντηση δεν πραγματοποιήθηκε εξαιτίας των εκατέρωθεν προβαλλομένων και ριζικά διϊσταμένων για την πραγματοποίησή της προϋποθέσεων, συνισταμένων για μεν την εφεσίβλητη στην καταβολή, πριν από οποιαδήποτε συζήτηση της, παραπάνω οφειλομένης δεύτερης δόσης του αρραβώνα, για δε τον εκκαλούντα στην επίτευξη, πριν από την εν λόγω καταβολή, συμφωνίας επί των προτάσεών του, η εφεσίβλητη, με την αποσταλείσα προς τον εκκαλούντα από 3.1.06 εξώδικη πρόσκλησή της, ζητούσε την άμεση καταβολή της παραπάνω δεύτερης δόσης, δηλώνοντας συγχρόνως ότι αν αυτή δεν πραγματοποιηθεί μέχρι την 5.1.06 (τότε) θα θεωρήσει την άρνηση αυτή του εκκαλούντος ως υπαναχώρηση του (τελευταίου) (εκκαλούντος) από το επίδικο μνημόνιο συναντίληψης.

Σε απάντηση της παραπάνω εξώδικης πρόσκλησης ο εκκαλών με την από 4.1.06 δική του εξώδικη δήλωση, που κοινοποίησε στην εφεσίβλητη την επομένη (5.1.06), ζήτησε την επιστροφή διπλασίου του δοθέντος ως αρραβώνα ποσού των (2.000.000 ευρώ), επικαλούμενος υπαναχώρηση της εφεσίβλητης από το εν λόγω μνημόνιο εξαιτίας της άρνησης των εκπροσώπων της να διαπραγματευθούν επί των θεμάτων που είχαν ταχθεί με το από 14.12.05 έγγραφο.

Υπό τα αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά προκύπτει σαφώς ότι η υπαιτιότητα, διακοπής των διαπραγματεύσεων για την κατάρτιση της κατά τα άνω κυρίας σύμβασης βαρύνει αποκλειστικά τον εκκαλούντα-αγοραστή, συνίσταται δε στην αδικαιολόγητη άρνηση αυτού να συμμορφωθεί προς την επιβαλλόμενη, από τον έβδομο όρο του ως άνω μνημονίου, υποχρέωση καταβολής της, από 3.000.000 €, δεύτερης δόσης του αρραβώνα κατά την ορισθείσα σ' αυτό ημεροχρονολογία της 15.12.05, προβάλλοντας, προς δικαιολόγηση της άρνησής του αυτής, τον προσχηματικό ισχυρισμό της εξάρτησης της εν λόγω καταβολής αυτής από τα αποτελέσματα του ελέγχου της οικονομικής κατάστασης των πωλητριών εταιρειών.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού όχι μόνο δεν προβλέπεται τέτοια εξάρτηση είτε από τον περί αρραβώνα όρο του μνημονίου είτε και από οποιονδήποτε άλλο όρο αυτού, αλλά, αντιθέτως, με τον παραπάνω έβδομο όρο καθιερώνεται, ευθεία και ανεξάρτητη από οποιαδήποτε αίρεση, υποχρέωσης του εκκαλούντος αγοραστή προς καταβολή της δεύτερης δόσης του αρραβώνα κατά την 15.12.05.

Το γεγονός εξάλλου ότι ο, κατά τον τέταρτο όρο του ως άνω μνημονίου, προβλεπόμενος να διενεργηθεί από τον εκκαλούντα-αγοραστή οικονομικός έλεγχος έπρεπε, κατά τη σχετική συμφωνία, να ολοκληρωθεί μέχρι 10.1.06, δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο του χρόνου καταβολής (15.12.05) της δεύτερης δόσης του αρραβώνα σε συνδυασμό με το ότι στον ίδιο ως άνω όρο ορίζεται ρητά ότι τα αποτελέσματα του οικονομικού ελέγχου θα είχαν επίπτωση μόνο στο ύψος του συμφωνημένου τιμήματος, το οποίο, στην περίπτωση διαπιστούμενης, πλέον των 3.000.000 €, απόκλισης από το ποσό (42.585,66 ευρώ) της καθαρής περιουσίας, θα υφίστατο μείωση "ισοδύναμη με το 72,8% του συνόλου και πάνω από 3.000.000 ευρώ", αναιρεί τον ισχυρισμό του εκκαλούντος ότι η καταβολή της δεύτερης δόσης του αρραβώνα τελούσε υπό την αίρεση ολοκλήρωσης του οικονομικού ελέγχου και επίλυσης των προκυψάντων απ' αυτόν (έλεγχο) προβλημάτων, προσεπιβεβαιώνοντας την παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου, αφού, σε περίπτωση αποδοχής της υποστηριζόμενης από τον εκκαλούντα εκδοχής, (ότι, δηλαδή, η καταβολή της δεύτερης δόσης τελούσε υπό την αίρεση της πραγματοποίησης του οικονομικού ελέγχου) τότε θα έπρεπε αφενός η ολοκλήρωση του οικονομικού ελέγχου να είχε οριστεί σε χρόνο προγενέστερο αυτού της καταβολής του αρραβώνα (15.12.05) και όχι μεταγενέστερο (10.1.06), όπως στην ένδικη περίπτωση και αφετέρου να μην περιοριστούν οι συνέπειες του εν λόγω οικονομικού ελέγχου μόνο στο ύψος του συμφωνημένου τιμήματος.

Η κατά τα άνω, περί υπαιτιότητας του εκκαλούντος, κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από την άρνηση των εκπροσώπων της εφεσίβλητης-πωλήτριας να συμμετάσχουν στη συνάντηση της 19.12.05, πριν από την καταβολή της οφειλομενης δεύτερης δόσης του αρραβώνα, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, ο εκκαλών είχε υποχρέωση προεκπλήρωσης της βαρύνουσας αυτόν παροχής (καταβολή της δεύτερης δόσης του αρραβώνα) ήδη από 15.12.05, η οποία νομιμοποιεί τον εκ μέρους του εκπροσώπου της εφεσίβλητης τεθέντα για την πραγματοποίηση της συνάντησης όρο της προηγούμενης καταβολής του αναλογούντος στη δεύτερη δόση του αρραβώνα ποσού των 3.000.000 €, το οποίο ο εκκαλών, στην περίπτωση κατάρτισης της σύμβασης, θα αφαιρούσε μαζί με το καταβληθέν ήδη ποσό των 2.000.000 €, από το οριζόμενο τίμημα, όπως ρητά είχε προβλεφθεί σχετικά με τον έβδομο όρο του μνημονίου.

Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται επίσης ούτε από την κατά την 24.1.06 λαβούσα χώρα μεταβίβαση από την εφεσίβλητη προς την εταιρεία με την επωνυμία "ΜΑRFΙΝ CΑΡΙΤΑL SΑ" του 49% των παραπάνω μετοχών, η οποία, όπως αβασίμως επικαλείται ο εκκαλών "αποδεικνύει ότι η υπαιτιότητα για τη διακοπή των διαπραγματεύσεων βαρύνει την εφεσίβλητη", υπό την έννοια ότι η τελευταία, "όντας σε διαπραγμάτευση με την παραπάνω αγοράστρια εταιρεία (ΜΑRFΙΝ) αξίωνε, παρά τα αντιθέτως συμφωνηθέντα, την καταβολή της οφειλομένης δόσης του αρραβώνα πριν από τη διευθέτηση των προκυψασών από τον οικονομικό έλεγχο εκκρεμοτήτων, επιδιώκοντας, με τον τρόπο αυτό, τη ματαίωση κατάρτισης της σύμβασης και την χωρίς ζημία αποδέσμευσή της από τις απορρέουσες από το ένδικο μνημόνιο υποχρεώσεις της", αφού, και ανεξάρτητα από το ότι οι μεταξύ των διαδίκων μερών διαπραγματεύσεις είχαν οριστικά διακοπεί στις 5.1.06, με την εκ μέρους του εκκαλούντος αποστολή στην εφεσίβλητη της υπό την ίδια ημεροχρονολογία ως άνω εξώδικης απάντησης, αφότου η εφεσίβλητη μπορούσε, χωρίς την επιβαλλόμενη από το επίδικο μνημόνιο δέσμευσή της, να διαπραγματευθεί ελεύθερα με οποιονδήποτε υποψήφιο αγοραστή σχετικά με τη μεταβίβαση των επίδικων μετοχών, δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, διεξαγωγή διαπραγματεύσεων μεταξύ εφεσίβλητης και της τελικής αγοράστριας εταιρείας (ΜΑRFΙΝ) πριν από το ως άνω χρονικό σημείο, οπότε θα μπορούσε να γίνει λόγος για παράβαση εκ μέρους της εφεσίβλητης της προβλεπόμενης από τον όγδοο όρο του μνημονίου υποχρέωσης αυτής "να μην αποδεχθεί άμεσα ή έμμεσα άλλες προτάσεις για την απόκτηση των μετοχών της εταιρείας και να μην γνωστοποιήσει ο,τιδήποτε αφορά την εταιρεία και τις θυγατρικές της και σχετίζεται με την πώληση σε άλλο υποψήφιο αγοραστή".

Εφόσον, σύμφωνα με τα παραπάνω, ο εκκαλών αρνήθηκε να καταβάλει στην εφεσίβλητη το υπόλοιπο ποσό του συμφωνουμένου αρραβώνα κατά την ορισθείσα γι' αυτό δήλη ημέρα (15-12-05), επικαλούμενος, αβασίμως, και προσχηματικά, ότι έπρεπε να προηγηθεί της καταβολής η ουσιαστική διαπραγμάτευση επί των θεμάτων που αυτός είχε θέσει με την από 14.12.05 επιστολή του, ο τελευταίος κατέστη υπαίτιος της διακοπής των διαπραγματεύσεων και συνακόλουθα της ματαίωσης της κατάρτισης της σύμβασης πωλήσεως των μετοχών, με αποτέλεσμα την κατάπτωση του συμφωνημένου αρραβώνα λόγω πληρώσεως της αιρέσεως από την οποία αυτή τελούσε, τη ματαίωση, δηλαδή, της κατάρτισης της σύμβασης και την υποχρέωση του εκκαλούντος προς καταβολή αυτού, δεκτής γενομένης της αγωγής ως και ουσιαστικά βάσιμης.

Ενόψει δε του ως άνω νόμιμου λόγου κατάπτωσης του αρραβώνος και της αποδειχθείσας υπαιτιότητας του εκκαλούντος για την επελθούσα ματαίωση της κατάρτισης της σύμβασης, απορριπτέα ως αβάσιμη, και ως προς τις δύο βάσεις της, κρίνεται και η από τον τελευταίο ασκηθείσα ανταγωγή". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως.

Ειδικότερα: Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες, Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή, εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξάλλου, οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και καθεμία από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.

Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές, κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονα ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων καθώς και τη φύση της σύμβασης.

Έτσι κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων.

Το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες που εισάγουν οι πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, και όταν, εκτός των άλλων, παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων, καθώς και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 402 ΑΚ, κατά την οποία "αν κατά την κατάρτιση της σύμβασης δόθηκε αρραβώνας, εφόσον δεν ορίστηκε τίποτε άλλο, θεωρείται ότι δόθηκε για την κάλυψη της ζημίας από τη μη εκτέλεση της σύμβασης" προκύπτει ότι ο αρραβώνας είναι σύμβαση που καταρτίζεται με επίδοση περιουσιακού στοιχείου κατά τη σύναψη της κύριας σύμβασης ή του προσυμφώνου για την κάλυψη της ζημίας από τη μη εκτέλεσή τους.

Ωστόσο ο νόμος δεν αποκλείει στα μέρη να συμφωνήσουν, στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων (361 ΑΚ), την κατάρτιση αρραβωνικής σύμβασης και πριν από την σύναψη της κυρίας σύμβασης, για την μέσω αυτής εξασφάλιση της κατάρτισης της τελευταίας, της οποίας (υπό κατάρτιση σύμβασης) όμως τα μέρη θα πρέπει να έχουν καθορίσει τους ουσιώδεις όρους της, οι οποίοι, προκειμένου περί συμβάσεως πωλήσεως, είναι οι αναφερόμενοι αφενός στη μεταβίβαση της κυριότητας και την παράδοση ορισμένου (ή οριστού) πράγματος και αφετέρου στην καταβολή ορισμένου (ή οριστού) τιμήματος (ΑΚ 513).

Πρόκειται για τον, μη ρυθμιζόμενο από τον ΑΚ "αρραβώνα μεταμέλειας για σύμβαση που δεν καταρτίσθηκε ακόμη" ("arrha paenitentialis pacto imperfecto data"), η κατάπτωση του οποίου τελεί υπό την αίρεση ματαίωσης της κατάρτισης της σύμβασης. Σκοπός αυτού είναι η δημιουργία πιεστικού μέτρου για την κατάρτιση της σύμβασης και η κάλυψη έναντι της απώλειας ευκαιριών προς διάθεση της παροχής αλλαχού, ή προς πορισμόν αυτής από άλλον, χωρίς τούτο να αναιρεί την ευχέρεια του ατόμου να συνάψει ή να αποκρούσει την κατάρτιση ορισμένης συμβάσεως και το παρεχόμενο από τις διατάξεις των άρθρων 57 ΑΚ και 5§1 του Συντάγματος δικαίωμα για ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, δοθέντος ότι και στην περίπτωση αυτή οι έννομες συνέπειες επέρχονται με βάση το περιεχόμενο ελευθέρως συνομολογηθείσης συμβάσεως.

Τέλος, αν και κατά τον ΑΚ ο αρραβώνας προβλέπεται ως σύμβαση συναπτόμενη με την παράδοση της αρραβωνικής παροχής (παραδοτική σύμβαση), όμως η ίδια ως άνω αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων επιτρέπει την έγκυρη σύσταση αρραβωνικής συμφωνίας και χωρίς την παράδοση της αρραβωνικής παροχής, αλλά μόνο με την ανάληψη της υποχρέωσης καταβολής αυτής (συναινετική σύμβαση) ή με συνδυασμό των δύο ως άνω τρόπων.

Η περίπτωση του αρραβώνα μεταμέλειας για μη καταρτισθείσα σύμβαση ρυθμίζεται από την ιδιαίτερη συμφωνία των μερών (άρθρ. 361 ΑΚ) σε συνδυασμό με τους κανόνες για τις αιρέσεις (αρθρ. 201 επ. ΑΚ) και για την ερμηνεία των συμβάσεων (αρθρ. 173, 200, 288 ΑΚ) χωρίς να αποκλείεται και η αναλογική εφαρμογή των περί αρραβώνα διατάξεων του ΑΚ.

Σε συνέπεια με τις αμέσως παραπάνω σημειούμενες νομικές παραδοχές, κατ' ορθή εφαρμογή του άρθρου 361 ΑΚ, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε την εγκυρότητα της συνομολογήσεως αρραβώνα πριν από την κατάρτιση της συμβάσεως ή προσυμβάσεως, λειτουργούντος στην περίπτωση αυτή ως "αρραβώνα μεταμελείας για σύμβαση που δεν καταρτίσθηκε ακόμη", η κατάπτωση του οποίου τελεί υπό την αίρεση της ματαιώσεως της καταρτίσεως της συμβάσεως και επιπρόσθετα την εγκυρότητα συστάσεως αρραβωνικής συμφωνίας, χωρίς την παράδοση της αρραβωνικής παροχής, αλλά μόνο με την ανάληψη της υποχρεώσεως καταβολής αυτής (συναινετική σύμβαση) και μάλιστα με συνδυασμό των τρόπων αυτών.

Επομένως υποστηρίζοντες τα αντίθετα οι πρώτος και τρίτος κατά σειρά λόγοι, με τους οποίους προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως των άρθρων (α) 57,361 ΑΚ και 5§1 του Συντάγματος και (β) 361, 402 ΑΚ, αντίστοιχα, είναι αβάσιμοι. Στη συνέχεια έκρινε αναιρετικώς ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας, κατά τις διαλαμβανόμενες στην αρχή της παρούσης αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι ο αναφερόμενος όρος της επίμαχης σύμβασης (7ος), που έχει το προεκτιθέμενο περιεχόμενο (πάντοτε κατά τις παραδοχές του Εφετείου) έχει ανάγκη ερμηνείας κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ λόγω της ασαφούς διατύπωσής του, ενόψει της ταυτόχρονης αφενός παραπομπής στις διατάξεις των άρθρων 402 και 403 ΑΚ, που προϋποθέτουν καταρτισμένη σύμβαση και παράδοση της αρραβωνικής παροχής, που καταπίπτει σε περίπτωση μη εκτελέσεως της συμβάσεως, και αφετέρου του μη συμβιβαζόμενου με τον από τα ως άνω άρθρα ρυθμιζόμενο αρραβώνα συναινετικού και όχι παραδοτικού τρόπου καταβολής της αρραβωνικής παροχής.

Προς τούτο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο συνομολογηθείς μεταξύ των διαδίκων αρραβώνας έχει τον χαρακτήρα μεταμέλειας για την μη κατάρτιση της συμβάσεως, με σκοπό την δι' αυτού εξασφάλιση της σύναψης αυτής, ενόψει του ότι (α) η ματαίωση καταρτίσεως της κυρίας συμβάσεως αποτελεί την αίρεση της καταπτώσεώς του και (β) το ποσό του αρραβώνα θα αφαιρεθεί ως προκαταβολή από το συμφωνημένο τίμημα Τα δε πραγματικά περιστατικά αυτά πράγματι δικαιολογούν την κατ' ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ κατάληξη στο ορθό ερμηνευτικό πόρισμα ότι πρόκειται περί αρραβώνα μεταμέλειας, κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια, με άμεση συνέπεια ο δεύτερος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., προσάπτεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των εν λόγω διατάξεων (ΑΚ 173 και 200) να είναι αβάσιμος.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δε κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Εξάλλου, η από το άρθρο 409 ΑΚ ένσταση για μείωση της υπέρμετρης ποινής στο μέτρο που αρμόζει, αποτελεί ειδική εκδήλωση της απαγόρευσης από το άρθρο 281 ΑΚ και δεν είναι προνομιακή, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ.

Αυτό, διότι δεν υπάρχει διάταξη νομού που να ορίζει ειδικά, ότι ο σχετικός ισχυρισμός για τη θεμελίωση της μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός διάταξης ως δημοσίας τάξης, μόνη συνέπεια έχει, ότι η εφαρμογή της δεν μπορεί να αποκλειστεί από την ιδιωτική βούληση (άρθρο 3 ΑΚ) και όχι ότι ο ισχυρισμός που στηρίζεται σ' αυτή μπορεί χωρίς τους περιορισμούς των άρθρων 269 και 527 Κ.Πολ.Δ., να προτείνεται σε κάθε στάση της δίκης.

Παρέπεται απ' αυτά, ότι η ένσταση μείωσης της συμφωνηθείσης δυσανάλογα μεγάλης ποινής μπορεί, όπως και οι λοιποί πραγματικοί ισχυρισμοί, να προταθεί για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη: α) από τον εφεσίβλητο - εναγόμενο, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης, β) από τον εκκαλούντα - εναγόμενο με το δικόγραφο της έφεσης ή των πρόσθετων λόγων, αν δεν προβλήθηκε έγκαιρα με τις προτάσεις πρωτοδίκως από δικαιολογημένη αιτία, γ) αν γεννήθηκε μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δ) αν αποδεικνύεται με δικαστική ομολογία αντιδίκου ή εγγράφως και το δικαστήριο κρίνει ότι ο διάδικος δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να πληροφορηθεί έγκαιρα την ύπαρξη των εγγράφων.

Η ορθότητα της νομικής αυτής παραδοχής, επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι ο νομοθέτης έκρινε αναγκαία, προς άρση κάθε αμφισβητήσεως, την ρητή αναφορά στην ρύθμιση του άρθρου 269§2α Κ.Πολ.Δ. της κατ' εξοχήν δημοσίας τάξεως διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ.

Συνεπώς, ορθώς απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως απαράδεκτη, η ένσταση περί μειώσεως στο προσήκον μέτρο του συνομολογηθέντος αρραβώνος (ΑΚ 409), την οποία προέβαλε ο αναιρεσείων, ως εκκαλών, το πρώτον με το δικόγραφο της εφέσεως, δεχόμενη παράλληλα, χωρίς να προσβάλλεται κατά τούτο, ότι δεν επικαλείται ότι συντρέχει κάποια από τις διαλαμβανόμενες στα άρθρα 527, 269 §2 Κ.Πολ.Δ., περιπτώσεις. Επομένως αρνητικά αξιολογείται, ως αβάσιμος, ο απομένων προς έρευνα τέταρτος και τελευταίος κατά σειρά λόγος, με τον οποίο προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 793/18-6-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 2824/22-5-2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ