Supreme Court dismisses appeal on smuggling conviction, upholding trial court's evidence evaluation and reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for smuggling cigarettes, rejecting arguments regarding insufficient reasoning and misapplication of law. The court found the trial court's decision legally sound, noting that the defendant possessed contraband in a room he did not own while claiming ignorance of the contents. The appellate court ruled that the lower court correctly evaluated the evidence and that the defendant's defense was unpersuasive given the circumstances.
Legislator headnote
AI generatedArticles 155(1) and 2, 157(1) of Law 2960/2001; Article 510(1)(d) of the Criminal Procedure Code: Possession of duty-free goods without knowledge of their illicit origin constitutes smuggling, and appeals based on alleged failure to provide specific reasoning or misapplication of law are inadmissible when the trial court's factual findings are supported by the evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2097 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 2097/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Γρηγόριο Μάμαλη, Αιμιλία Λίτινα και Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Σκύφτα, περί αναιρέσεως της 10747/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 204/2005.
Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 155 παρ.1α και β, του ν. 2960/2001 (Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας), λαθρεμπορία είναι: α) η εντός των συνόρων του κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα Τελωνεία, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, ή σε άλλον από τον ορισμένο παρ' αυτής τόπο ή χρόνο και β) πάσα οιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή τα εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο από εκείνο που ορίζει ο νόμος.
Ως λαθρεμπορία, θεωρείται και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που εισαχθεί ή τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Στην τελευταία αυτή μορφή καθιδρύεται αυτοτελής νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στην αγορά, πώληση ή κατοχή από πρόσωπα, εκτός του εισαγωγέα, εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό, τέλος, φόρο δικαίωμα, που έχουν εισαχθεί εντός των συνόρων του Ελληνικού Κράτους, χωρίς άδεια της τελωνειακής αρχής, υποκειμενικώς δε για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος αυτού στην περίπτωση αυτή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, απαιτείται δόλος που συνίσταται στη γνώση, κατά τον κρίσιμο χρόνο του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα που αγόρασε, πώλησε ή κατέχει είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την πιο πάνω έννοια, καθώς και τη θέληση αυτού να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τον οφειλόμενο δασμό, τέλος ή δικαίωμα.
Επομένως, έγκλημα λαθρεμπορίας υφίσταται και μόνο επί κατοχής ορισμένου λαθρεμπορεύματος, εφόσον ο κάτοχος γνωρίζει την λαθρεμπορική του προέλευση, χωρίς να απαιτείται άλλο στοιχείο. Περαιτέρω, σε περίπτωση κατοχής λαθραίων σιγαρέττων αλλοδαπής προελεύσεως, υπόκειται αληθής κατ' ιδέα συρροή λαθρεμπορίας και παραβάσεως του ΒΔ της 13/16.4.1920.
ΙΙ. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφοράς τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, ειδικότερα όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθεται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Δ' Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 10747/2004 απόφασής του, ότι αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων "τέλεσε την πράξη της λαθρεμπορίας και της παραβάσεως του άρθρου 123 παρ.3 ΒΔ 13/1920, ως οι πράξεις αυτές κατά τον τόπο χρόνο και λοιπές περιστάσεις τέλεσης εξειδικεύονται στο διατακτικό.
Ο απολογητικός ισχυρισμός ότι τα πακέτα των τσιγάρων ανήκαν στον εξάδελφό του ....., ότι τα τσιγάρα ήταν τοποθετημένα σε κιβώτια και ο ίδιος αγνοούσε το περιεχόμενό τους, δεν κρίνεται πειστικός. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος". Κατ' ακολουθίαν του αιτιολογικού αυτού το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, του ότι "Στις ....
στις 8 Ιουλίου 2002 καταλήφθηκε Α) Να κατέχει προς πώληση εμπορεύματα που είχαν εισαχθεί και τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας και συγκεκριμένα να κατέχει προς πώληση στην επί της οδού .... οικία του 359 κούτες τσιγάρων με 179.500 πακέτα διαφόρων μαρκών, και δη 25 κούτες ROYALS, 67 κούτες ΒF, 14 κούτες SLIMLINE, 50 κούτες PAPASTRATOS, 19 κούτες ROTHMANS, 15 κούτες CAMEL, 19 κούτες KARELIA, 38 κούτες ΚΑRELIA LIGTS, 14 κούτες MARLBORO, 15 κούτες GF, 37 κούτες COOPER LIGHTS , 45 κούτες COOPER 100 και 1 κούτα SEKAP, τα οποία είχαν εισαχθεί και τεθεί στην κατανάλωση χωρίς να φέρουν ταινία φόρου κατανάλωσης του Υπουργείου Οικονομικών και, συνεπώς, χωρίς να έχουν καταβληθεί στις αρμόδιες Τελωνειακές Αρχές οι εισπρακτέοι δασμοί και λοιποί φόροι που αναλογούσαν σε αυτά τους οποίους κατ' αυτόν τον τρόπο στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο.
Β) Να κατέχει τα παραπάνω τσιγάρα χωρίς αυτά να φέρουν τις ταινίες και τα σήματα του κράτους που αποδεικνύουν τη νόμιμη προέλευσή τους" Για τη τέλεση των πράξεων αυτών, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρα "26 παρ. 1α, 27, παρ.1, 45, 94 παρ.1 ΠΚ και άρθρα 155 παρ.1 περ.α, 2, 157 παρ.1α', 158 παρ.1, 160, παρ.1, 172 παρ.6 ν. 2960/01 και άρθρα 91,106 παρ.1 και 123 παρ.3 ΒΔ 13/1920" το Τριμελές Εφετείο Αθηνών επέβαλε στον ήδη αναιρεσείοντα με την προσβαλλόμενη απόφασή του ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ (18) μηνών για την α' πράξη, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία χρόνια, και ΧΠ 500 ευρώ για την β' πράξη.
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών στην προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.
Επομένως ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ', με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγω, ειδικότερα, παραπομπής του σκεπτικού στο διατακτικό της, είναι αβάσιμος. Ειδικότερα στην προκειμένη περίπτωση η μερική επανάληψη του διατακτικού στο σκεπτικό και η παραπομπή σ' αυτό δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, διότι στην εξεταζόμενη περίπτωση το διατακτικό, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 Δ του ΚΠοινΔ με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Επίσης, οι αιτιάσεις που προβάλλονται με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ότι "κατ' εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 155 παρ.1 και 2 και 157 παρ.1 του ν. 2960/01 η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανεξέλεκτα στην όμοια του διατακτικού περιγραφή και επί λέξει όλως αορίστως "................ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της λαθρεμπορίας.........", όπως, επίσης, "...................
ότι ο απολογητικός ισχυρισμός ότι τα πακέτα των τσιγάρων ανήκαν στον εξάδελφό του ....., ότι τα τσιγάρα ήταν τοποθετημένα σε κιβώτια και ο ίδιος αγνοούσε το περιεχόμενό τους, δεν κρίνεται πειστικός.............." χωρίς να αναφέρεται εκ ποίων συγκεκριμένων αποδεικτικών στοιχείων κατέληξε στην κρίση του αυτή, λαμβανομένου υπ' όψιν ότι τα ανωτέρω τσιγάρα απλώς ήταν τοποθετημένα σε ένα δωμάτιο οικίας, στην οποία αυτός δεν ήταν κύριος, ούτε νομέας, και αναμφισβήτητα δεν είχαν τεθεί στην κατανάλωση", είναι απορριπτέος ,ως απαράδεκτος.
Τούτο δε διότι με την επίφαση της λόγου της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, καθόσον, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων.
Ως προς την έκθεση δε των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Μετά από αυτά η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, πρέπει, να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21/12/2004 δήλωση αναιρέσεως του ....., κατά της 10747/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ