Legislator Case Law & Legislation
2096/2018 AI generated

2096/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2096/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου και Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2096/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (έγγραφα, μάρτυρες κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα (ΑΠ 94/2017, ΑΠ 1305/2016).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2096 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2096/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου και Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Ζαχαρή, (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Β. Μ. του Π. και 2. Μ. - Ε. Β. - Μ. του Λ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξουσία δικηγόρο τους Κωνσταντίνα Γάλλου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 4419/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Κ. Π. του Ι., κατοίκου ..., η οποία δεν εμφανίστηκε.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται α) στην από 24-10-2017 (αρ. Πρωτ. 9974/2017) και β) από 24.10.2017 (αρ. Πρωτ. 9973/2017) αιτήσεις τους αναιρέσεως και στους από 28.12.2017 πρόσθετους λόγους αυτών, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1536/2017.

Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται προς συζήτηση: α) η από 24.10.2017 (αρ. πρωτ. 9974/2017) αίτηση του Β. Μ. του Π., β) η από 24.10.2017 (αρ. πρωτ. 9973/2017) αίτηση της Μ. - Ε. Β. - Μ. ... και γ) οι από 28.12.2017 πρόσθετοι λόγοι αυτών που έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως κατά της υπ' αριθμ. 4419/27.7.2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 5834/1.11.2017 διάταξη.

Συνεπώς πρέπει λόγω συνάφειας να συνεκδικασθούν και να ερευνηθούν περαιτέρω κατ' ουσίαν.

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης το οποίο όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της (ΑΠ 1533/2016).

Τούτο όμως προϋποθέτει ότι υπάρχει σκεπτικό στην προσβαλλόμενη απόφαση με τη ρητή αναφορά στα παραπάνω πραγματικά περιστατικά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι όταν ελλείπει τούτο παντελώς. Εντεύθεν η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άνω άρθρων ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης εκτείνεται όχι μόνο στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική ή αθωωτικής κρίση του. 'Ετσι, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα από την επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο όλα στο σύνολό τους και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κ.Ποιν.Δ. (ΟΛ ΑΠ 1/2005).

Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (έγγραφα, μάρτυρες κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα (ΑΠ 94/2017, ΑΠ 1305/2016).

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 138 επόμ. 371 και 145 παρ.3 του Κ.Ποιν.Δ. συνάγεται ότι η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, περιέχει τη σύνθεσή του, συνοπτική περιγραφή της υπόθεσης δηλαδή το διαδικαστικό ιστορικό, τις αιτιολογίες και το διατακτικό της το οποίο διακρίνεται ως αυτοτελής διαδικαστική πράξη από τα πρακτικά της δίκης.

Και ναι μεν η απόφαση μπορεί να δημοσιεύεται μαζί με τα πρακτικά της δίκης παρά ταύτα διατηρεί εμφανώς την αυτοτέλειά της και η διαδικασία διόρθωσής της ρυθμίζεται από το άρθρο 141 παρ. 1 και 2 του Κ.Ποιν.Δ. και όχι από το άρθρο 145 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα που προβλέπει τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία διόρθωσης των πρακτικών της απόφασης.

Συγκεκριμένα το άρθρο 145 παρ.3 του Κ.Ποιν.Δ. προβλέπει ότι εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών, μπορεί να ζητηθεί η διόρθωση των πρακτικών όπως αυτά καταχωρήθηκαν στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων πρακτικών υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 145 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. Τη διόρθωση ή τη συμπλήρωση των πρακτικών διατάσσει ύστερα από κλήτευση και ακρόαση των διαδίκων που ήταν παρόντες όποιος διευθύνει τη συνεδρίαση και σε περίπτωση άρνησής του το δικαστήριο που δίκασε.

Με αυτόν τον τρόπο διαχωρίζεται η διαδικασία διόρθωσης των πρακτικών από το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο για την πραγματοποίησή της από την αντίστοιχη διαδικασία διόρθωσης της απόφασης που προβλέπεται από το άρθρο 145 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ. σύμφωνα με το οποίο "Αν ασκήθηκε κατά της απόφασης ένδικο μέσο, τη διόρθωση ή τη συμπλήρωσή της διατάσσει το δικαστήριο που την εξέδωσε, αν το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο.

Σε αντίθετη περίπτωση τη διόρθωση ή τη συμπλήρωση τη διατάσσει το δικαστήριο που αποφασίζει για το ένδικο μέσο". Από την αντιπαραβολή των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι η συμπλήρωση ή διόρθωση της απόφασης γίνεται από το δικαστήριο που εξέδωσε την προς διόρθωση απόφαση και στην περίπτωση που κατ' αυτής έχει ασκηθεί ένδικο μέσο, το δικαστήριο που αποφαίνεται γι' αυτό, εφόσον δεν το απέρριψε ως απαράδεκτο, ύστερα από αίτηση του Εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως διατάσσει τη διόρθωση ή συμπλήρωσή της.

Συνεπώς και στην περίπτωση άσκησης αναίρεσης κατά απόφασης, εφόσον αυτή δεν απορρίπτεται ως απαράδεκτη, ο 'Αρειος Πάγος είναι αρμόδιος να προβεί στη διόρθωση της απόφασης κατά της οποίας στρέφεται η αίτηση αναίρεσης, εφόσον από αυτήν δεν επέρχεται ουσιώδης μεταβολή της απόφασης, ούτε αλλοιώνεται η εικόνα αυτών που πράγματι συνέβησαν στο ακροατήριο και από τα λάθη ή παραλείψεις της διορθούμενης απόφασης δεν δημιουργείται ακυρότητα σύμφωνα με το άρθρο 145 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ. (ΑΠ 112/2013).

Τέλος, η απόφαση η οποία εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 145 του Κ.Ποιν.Δ. ως διορθωτική - συμπληρωματική δεν υπόκειται αυτοτελώς σε αναίρεσης, αλλά συμπροσβάλλεται με εκείνη που διόρθωσε (ΑΠ 670/2010). Στην προκειμένη περίπτωση το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4419/27.7.2017 (κύρια) απόφασή του, κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους - αναιρεσείοντες με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ για τις αξιόποινες πράξεις, τον μεν πρώτο (Β.

Μ.) της ψευδούς καταμήνυσης, την δε δεύτερη (Μ. -Ε. Μ.) της ψευδορκίας μάρτυρα και τους καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών τον καθένα, την εκτέλεση των οποίων ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα: Α) Κήρυξε ένοχο τον πρώτο κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα του ότι: "Στην Αθήνα τις 29.3.2011 εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του.

Συγκεκριμένα στον ως άνω τόπο και χρόνο, υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών την υπό ΑΒΜ 2011/1551 έγκλησή του κατά της εγκαλούσας, Κ. Π. του Ι. με την οποία την κατήγγειλε για τη διάπραξη του αδικήματος της απάτης με ιδιαίτερα μεγάλη ζημία και ειδικότερα του ότι την άνοιξη του έτους 2008, προκειμένου να συνεχισθεί η λήξασα μίσθωση του ευρισκομένου στην ..., καταστήματος το οποίο είχε εκμισθώσει η ανωτέρω εγκαλούσα σ' αυτόν, του πρότεινε την άμεση υπογραφή μισθωτικής συμβάσεως με μηνιαίο μίσθωμα δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ με τον όρο να της καταβάλει ως "αέρα" το ποσό των ογδόντα χιλιάδων (80.000) ευρώ σε μετρητά, ότι τελικά συμφώνησαν να της δοθούν από τον εγκαλούντα για τον "αέρα" αντί μετρητά, μεταχρονολογημένες επιταγές συνολικού ποσού ογδόντα οκτώ χιλιάδων (88.000) ευρώ τις οποίες τις παρέδωσε αυτός, πεισθείς στις διαβεβαιώσεις της ότι το νέο μισθωτήριο θα υπογραφεί όταν εισπραχθεί και η τελευταία επιταγή, ότι αν και η εγκαλούσα εισέπραξε όλες τις επιταγές, ουδέποτε ανταποκρίθηκε στην υποχρέωσή της για υπογραφή της νέας σύμβασης.

Όμως το περιεχόμενο της πιο πάνω έγκλησής του ήταν ψευδές και ο κατηγορούμενος τελούσε σε θετική γνώση του ψεύδους του, καθόσον η εγκαλούσα ουδέποτε πρότεινε σ' αυτόν την υπογραφή νέας σύμβασης μίσθωσης και ουδέποτε εισέπραξε απ' αυτόν μεταχρονολογημένες επιταγές ποσού ογδόντα οκτώ χιλιάδων (88.000) ευρώ.

Την υπέβαλε δε αυτή με σκοπό να προκαλέσει την κίνηση ποινικής δίωξης σε βάρος της ως άνω εγκαλούσας για την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη, η οποία όμως τελικώς δεν ασκήθηκε, αφού η παραγγελθείσα προς διερεύνηση προκαταρκτική εξέταση περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθμ. Α5/13 απορριπτικής διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών κατ' άρθρο 47 του Κ.Ποιν.Δ.".

Β) Κήρυξε ένοχη την δεύτερη κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα του ότι: "Στο ... την 1 2.10.2011 ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον Αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψευδή γεγονότα αποκρύπτοντας τα αληθή. Συγκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και χρόνο εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Ειρηνοδίκη Μαραθώνα στα πλαίσια προκαταρκτικής εξέτασης παραγγελθείσας μετά την υποβολή της υπό ΑΒΜ 2011/1551 έγκλησης του δεύτερου εξ αυτών Β.

Μ. κατά της εγκαλούσας Κ. Π., κατέθεσε εν γνώσει της αναληθείας τους τα κατωτέρω: "Την άνοιξη του 2008 μας ενημέρωσε η μηνυομένη ότι έληξε το συμβόλαιο και πρέπει να φύγουμε. Ο σύζυγός μου δεν ήθελε να φύγει και του ζήτησε η μηνυομένη 80.000 ευρώ για "αέρα". Ο σύζυγός μου δεν είχε τα χρήματα και έτσι της έδωσε επιταγές μεταχρονολογημένες και εκείνη του ζήτησε τόκο άλλες 8.000 ευρώ.

Εξόφλησε όλο το ποσό ο σύζυγός μου το 2008. Μας είχε πει η μηνυομένη ότι όταν δώσουμε το ποσό θα μας κάνει συμβόλαιο. Όμως όταν εξόφλησε ο σύζυγός μου το ποσό και της ζήτησε να κάνουν το μισθωτήριο εκείνη όλο το ανέβαλε και δεν το έκανε. Εμείς παραμέναμε μέσα στο ακίνητο και πληρώναμε το ενοίκιο κανονικά. Το 2010 μαθαίνουμε ότι πουλάει το μαγαζί.

Ο σύζυγός μου επικοινώνησε μαζί της για να το αγοράσει και του ζήτησε 900.000 ευρώ αλλά δεν μπορούσε να το αγοράσει..." Όλα τα ανωτέρω που σχετίζονταν με την ερευνώμενη υπόθεση και αναφέρονταν στα αποδεικτέα θέμα είναι ψευδή, καθόσον η εγκαλούσα ουδέποτε πρότεινε στον πρώτο εξ αυτών την υπογραφή νέας σύμβασης μίσθωσης και ουδέποτε εισέπραξε απ' αυτόν μεταχρονολογημένες επιταγές, ποσού ογδόντα οκτώ χιλιάδων (88.000) ευρώ.

Η δε κατηγορουμένη τα κατέθεσε ένορκα, τελώντας σε θετική και αναμφίβολη γνώση του ψεύδους τους". Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το δικάσαν δικαστήριο αιτιολογεί την ως άνω καταδικαστική κρίση του δεχόμενο ότι από την εκτίμηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων "Δεν αποδείχθηκε και το Δικαστήριο δεν πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος απείλησε τη σύζυγό του με τις φράσεις που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και στο διατακτικό της παρούσας, έτσι ώστε να προξενήσει σ' αυτήν τρόμο και ανησυχία, αφού και η ίδια η εγκαλούσα η οποία κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και η κατάθεσή της αυτή περιέχεται στα πρακτικά της εκκαλουμένης, δεν ανέφερε ότι απειλήθηκε με τις φράσεις αυτές κατά το χρονικό διάστημα από 5.7.2009 έως 31.7.2009.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος για το αδίκημα της απειλής που του αποδίδεται και που φέρεται ότι τελέστηκε στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 5.7.2009 έως 31.7.2009. Για τα κατηγορούμενα αδικήματα που φέρονται ότι διαπράχθηκαν κατά το χρονικό διάστημα της μεν ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης από 2.2.2008 έως 4.7.2008 και της ενδοοικογενειακής απειλής κατά το χρονικό διάστημα από 2.2.2008 έως 4.7.2009 πρέπει να παύσει η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, καθόσον από το φερόμενο χρόνο τέλεσής τους μέχρι σήμερα έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 8ετίας".

Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας στέρησε την απόφασή του από την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον έχοντας ως αιτιολογικό το οποίο αποτελεί απαραίτητο συστατικό του κύρους της απόφασης, σκεπτικό άλλης δίκης που αφορά ενδοοικογενειακή βία και απειλή, δεν περιέχει καμμία αιτιολογία ικανή να στηρίξει την καταδίκη των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα, αντίστοιχα.

Ειδικότερα, το δικάσαν δικαστήριο παραθέτει στο αιτιολογικό της απόφασής του ως αποδειχθέντα, παντελώς διαφορετικά περιστατικά σε σχέση με την κρινόμενη υπόθεση, περιστατικά που συνδέονται με διαφορετικά αδικήματα αυτά της ενδοοικογενειακής βίας και απειλής και με διαφορετικά πρόσωπα μηνυτών και κατηγορουμένων.

Πρόκειται δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολόγησης της κρίσης του δικάσαντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αφού κανένα στοιχείο του αιτιολογικού δεν συνδέεται με την κρινόμενη υπόθεση, δοθέντος ότι γίνονται δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά που δεν σχετίζονται με την σε βάρος των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων απαγγελθείσα κατηγορία και την ασκηθείσα ποινική δίωξη και ως εκ τούτου δεν είναι ικανά να στηρίξουν την καταδίκη αυτών για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα αντίστοιχα.

Το γεγονός δε ότι μετά την καθαρογραφή της απόφασης και μετά την άσκηση των κρινομένων αιτήσεων αναίρεσης έλαβε χώρα αυτεπαγγέλτως με την υπ' αριθμ. 5834/1.11.2017 διάταξη της Προεδρεύουσας Εφέτη του δικάσαντος δικαστηρίου συμπλήρωση - διόρθωση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 4419/27.7.2017 κατά το σκέλος (του ανύπαρκτου αιτιολογικού) είναι σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν απαράδεκτη και δεν μπορεί να θεραπεύσει την κατά τα άνω ανεπάρκεια του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης.

Τούτο, δε διότι γιατί την επίμαχη διόρθωση - συμπλήρωση ακολουθήθηκε η από το άρθρο 145 παρ. 3 του Κ.Ποιν.Δ. Διαδικασία που δεν προβλέπεται για τη διόρθωση της απόφασης και αυτή των παραγράφων του ίδιου Κώδικα, επιπλέον δε η Προεδρεύουσα Εφέτης αποφάνθηκε για αίτηση που δεν υπαγόταν στην καθ' ύλην αρμοδιότητα αυτής, ήτοι δικαστηρίου έκδοσης της διορθούμενης υπ' αριθμ. 4419/27.7.2017 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (σε πλήρη σύνθεση), αλλά στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Αρείου Πάγου, δοθέντος ότι ήδη κατά την εκδίκαση της επίμαχης αίτησης διόρθωσης την 1.11.2017 είχαν ήδη ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα οι από 19.10.2017 οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, με επίδοσή τους στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 24.10.2017.

Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. Λόγος αναίρεσης και των δύο αιτήσεων αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4419/27.7.2017 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπως συμπληρώθηκε - διορθώθηκε και παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του Κ.Ποιν.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ.

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 4419/27.7.2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, όπως συμπληρώθηκε - διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 5834/2017 διάταξη της Προεδρεύουσας Εφέτη του δικάσαντος δικαστηρίου.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο σύνολό της για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Νοεμβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ