Legislator Case Law & Legislation
2096/2017 AI generated

2096/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2096/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

2096/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 4219/2014 οριστική και η ενσωματωμένη σ’ αυτήν υπ’ 6057/2010 περί αποδείξεων απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία αποτελεί την κατάληξη της κάτωθι διαδικαστικής διαδρομής, κατά την επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2096 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2096/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." ("..."), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Νικολαΐδη.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρίνα Φαρμακίδη - Μάρκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 24-12-1998 και 14-9-1999 αγωγές των ήδη αναιρεσίβλητης και αναιρεσείουσας, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8396/2000 μη οριστική και 6045/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 6057/2010 μη οριστική και 4219/2014 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας υπ’ αριθμ. 4219/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και της υπ’ αριθμ. 6057/2010 παρεμπιπτούσης περί αποδείξεων αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-5-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γ. Κ. ανέγνωσε την από 30-11-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 4219/2014 οριστική και η ενσωματωμένη σ’ αυτήν υπ’ 6057/2010 περί αποδείξεων απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία αποτελεί την κατάληξη της κάτωθι διαδικαστικής διαδρομής, κατά την επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Η ήδη αμναιρεσίβλητος ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." άσκησε κατά της ήδη αναιρεσεσειούσης ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και των (μη διαδίκων στην παρούσα δίκη), Δ. Κ., Λ. Κ., Κ. Σ. και Ζ. συζ. Δ. Κ., προέδρου (του πρώτου) και μελών του διοικητικού της συμβουλίου (των λοιπών) την από 24-12-1998 αγωγή, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν αυτοί, εις ολόκληρον ο καθένας, να της καταβάλουν, κυρίως, το ποσό των 42.000.000 δραχμών με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική της βλάβης λόγω της περιγραφομένης σ’ αυτήν αδικοπραξίας των τελευταίων, επικουρικώς δε, το ποσό των 39.525.107 δραχμών με το νόμιμο τόκο κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, ως αποζημίωση, αφενός μεν λόγω της περιγραφομένης σ’ αυτήν αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων, αφετέρου δε λόγω μη εκτελέσεως της μεταξύ αυτής και της αναιρεσειούσης καταρτισθείσης συμβάσεως αποκλειστικής διανομής.

Ειδικότερα δε ως προς την αντισυμβατική συμπεριφορά της τελευταίας, η αναιρεσίβλητος εκθέτει στο δικόγραφο της αγωγής, ότι την 11-2- 1998 καταρτίστηκε εγγράφως μεταξύ των σύμβαση αποκλειστικής διανομής, δυνάμει της οποίας η αναιρεσείουσα ανέλαβε την υποχρέωση να αγοράσει κλιματιστικά μηχανήματα Toshiba από την αναιρεσίβλητη πρώτη εναγομένη, αποκλειστική αντιπρόσωπο αυτών στην Ελλάδα, προκειμένου να τα προωθεί και μεταπωλεί σε τρίτους στις περιοχές της Δυτικής Αττικής και του Πειραιά.

Ότι σε περίπτωση που η καθαρή αξία των αγορών, μέχρι την 31-12-1998, θα έφθανε στο ποσό των 130.000.000 δραχμών θα εδικαιούτο εκπτώσεως -5%, - 3%, -2%, -5%, ενώ αν το ύψος των συναλλαγών περιορίζετο σε 100.000.000 δραχμών, οι εκπτώσεις θα διαμορφώνονταν σε 5% + 3% + 2% +3%. Ότι σε περίπτωση μονομερούς λύσεως της συμβάσεως από την αναιρεσίβλητη, αυτή θα υποχρεούτο να καταβάλει στην αναιρεσείουσα τα διαφυγόντα κέρδη για την τρέχουσα περίοδο καθώς και για την επομένη χρονιά και τέλος ότι η τελευταία δεν τήρησε τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα, αφού μέχρι την 6-8-1998 αγόρασε κλιματιστικές συσκευές, συνολικής αξίας (συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α.) 67.033.795 δραχμών , για τις οποίες έχει καταβάλει μόνο το ποσό των 42.000.000 δραχμών, και οφείλει το υπόλοιπο μέρος του τιμήματος, ύψους 25.033.795 δραχμών, κατέστη δε υπερήμερος ως προς την αγορά των υπολοίπων κλιματιστικών, αξίας 62.786.956 δραχμών που ώφειλε, κατά την συμφωνία τους, να αγοράσει μέχρι την 31-12-1998, δηλώνοντας ότι αρνείται να εκπληρώσει την σχετική υποχρέωσή της.

Έτσι η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη ζημιώθηκε αφ’ ενός μεν κατά το ποσό των 1.255.356 δραχμών που αντιστοιχεί στην επί πλέον της συμφωνηθείσης χορηγηθείσα έκπτωση (2%) , αφ’ ετέρου δε κατά το ποσό των 11.235.965 δραχμών, το οποίο αντιστοιχεί στα διαφυγόντα κέρδη της κατά το έτος 1998. Εξάλλου, η αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του αυτού Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την από 14-9- 1999 αγωγή, κατά της αναιρεσιβλήτου και του νομίμου εκπροσώπου αυτής (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) Λ.

Α., με την οποία, επικαλουμένη την ιδία ως άνω σύμβαση αποκλειστικής διανομής και επί πλέον αντισυμβατική συμπεριφορά της αναιρεσιβλήτου (πώληση σ’ αυτήν μικροτέρου του συμφωνηθέντος αριθμού κλιματιστικών μηχανημάτων) και καταγγελία, εκ μέρους της, της συμβάσεως, εζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν, νομιμοτόκως και εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 36.978.755 δραχμών με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και να αναγνωρισθεί ότι αυτοί έχουν την υποχρέωση να της καταβάλουν, επίσης εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 56.630.000 δραχμών, ως αποζημίωση (διαφυγόντα κέρδη) και χρηματική ικανοποίηση της ηθικής της βλάβης λόγω της περιγραφομένης στην αγωγή αδικοπρακτικής και αντισυμβατικής συμπεριφοράς των εναγομένων.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τις υπ’ αριθ. 8396/2000 και 6045/2009 εν μέρει οριστική και οριστική, αντίστοιχα, αποφάσεις του, συνεκδικάζοντας τις ανωτέρω αγωγές δέχθηκε εν μέρει αυτές και δη : 1) την πρώτη εξ αυτών (από 24-12-1998) κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της ήδη αναιρεσειούσης, και για ποσό 33.795 δραχμών (ήδη 99,39 ευρώ), το οποίο αντιστοιχεί στο οφειλόμενο υπόλοιπο του τιμήματος των πωληθέντων κλιματιστικών και την δευτέρα (από 14-9-1999) μόνο κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της ήδη αναιρεσιβλήτου και για ποσό 21.957.510 δραχμών (ήδη 64.438,77 ευρώ), το οποίο αντιστοιχεί σε μέρος των αιτουμένων με αυτή διαφυγόντων κερδών.

Κατά της ανωτέρω αποφάσεως ασκήθηκε έφεση από την ήδη αναιρεσίβλητη και τον συνεναγόμενό της Λ. Α., επί της οποίας εξεδόθη αρχικώς η υπ’ αριθμ. 6057/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση ως προς τον δεύτερο εκκαλούντα Λ. Α., απέρριψε επίσης ως απαράδεκτη την δια των προτάσεων της ήδη αναιρεσειούσης ασκηθείσα αντέφεση και ανέβαλε την οριστική του απόφαση προκειμένου να διενεργηθούν οι διαταχθείσες με αυτήν αποδείξεις.

Μετά την ολοκλήρωση των αποδείξεων η υπόθεση ήχθη προς περαιτέρω συζήτηση και εξεδόθη η ήδη προσβαλλομένη οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έκρινε ότι η ενάγουσα- εναγομένη ήδη αναιρεσείουσα, δεν ανταποκρίθηκε στις συμβατικές της υποχρεώσεις και ότι η επίδικη σύμβαση λύθηκε με δική της καταγγελία, χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος.

Κατόπιν δε τούτου το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε την έφεση και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δικάζοντας δ’ ακολούθως την υπόθεση κατ’ ουσίαν απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την αγωγή της αναιρεσειούσης, δέχθηκε δε εν μέρει την εναντίον της αγωγή της αναιρεσιβλήτου, την οποία και υποχρέωσε να καταβάλει στην τελευταία ως αποζημίωση το συνολικό χρηματικό ποσό των τριών χιλιάδων επτακοσίων ογδόντα τριών ευρώ και είκοσι οκτώ λεπτών (3.783,28 €), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ενώ την απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη ως προς τους λοιπούς εναγομένους (Δ.

Κ., Λ. Κ., Κ. Σ. και Ζ. συζ. Δ. Κ.).

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αληθείας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.γ’ Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ.1 στοιχ.

β’ , 346 και 453 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσεκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγουμένης συζητήσεως, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ..

Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται βεβαίως στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητος του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ’ έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλομένων πρωτόδικων προτάσεων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβαθμίου δίκης. (Ολ.

Α.Π. 23/2008, 9/2000). Εξάλλου για την πληρότητα του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται τα αποδεικτικά μέσα τα οποία δεν ελήφθησαν υπόψη μολονότι αυτά ήταν παραδεκτά και νόμιμα και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσκομιδή τους στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 1363/2013 , 574/2012, 1535/1995, 567/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, για την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη έγγραφα της αναιρεσειούσης, τα οποία είτε δεν προσεκομίσθησαν ενώπιον του, μολονότι είχε γίνει νόμιμη επίκληση αυτών από την αναιρεσείουσα, είτε προσεκομίσθησαν μεν, αλλά δεν έγινε νόμιμη επίκλησή των από την τελευταία.

Συγκεκριμένα δε, η σχετική κρίση του Εφετείου, που αποτελεί και το αντικείμενο της προκειμένης αναιρετικής δίκης, κατ’ ακριβή εδώ εκ της προσβαλλομένης αποφάσεως μεταφορά της έχει ως εξής Οι εφεσίβλητοι (αναιρεσείουσα και λοιποί εναγόμενοι, ως προς τους οποίους απερρίφθη η αγωγή και δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη) επικαλούνται με τις κατ’ έφεση προτάσεις τους σωρεία εγγράφων, τα οποία αναφέρονται στις σελίδες 16 έως 19 αυτών ως σχετικά με αριθμούς 1 έως 16.

Ωστόσο, από την έρευνα του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι από τα ως άνω επικαλούμενα σχετικά έγγραφα οι εφεσίβλητοι προσκομίζουν μόνο το ένα εκ των δύο που αναφέρονται στις προτάσεις τους ως υπ’ αριθ. 4 σχετικά και συγκεκριμένα το από 8-4-1998 έγγραφο της αλυσίδας καταστημάτων ..., αποτελούμενο από μία σελίδα, το οποίο και θα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο.

Παράλληλα οι τελευταίοι προσκομίζουν εξήντα (60) σχετικά έγγραφα, τα οποία δεν επικαλούνται με τις προτάσεις τους, αλλά με ιδιαίτερο έγγραφο που φέρει τον τίτλο "ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΡΟΣΚΟΜΙΖΟΜΕΝΩΝ ΣΧΕΤΙΚΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ..." και το οποίο δεν ενσωματώνεται στις προτάσεις τους.

Συνεπώς, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, οι εφεσίβλητοι δεν επικαλούνται κατά τον προσήκοντα τρόπο τα προσκομιζόμενα από αυτούς έγγραφα, τα οποία, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης".

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν εκήρυξε παρά τον νόμο απαράδεκτο και δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε και προσεκόμισε νομίμως και οι περί του αντιθέτου δύο και μοναδικοί λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 11 περ.

γ’ και 14 (κατ’ εκτίμησή των και ιδίως του δευτέρου εξ αυτών) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι. Ειδικότερα η αναιρεσείουσα, για την θεμελίωση των αποδιδομένων στην προσβαλλομένη απόφαση, ως άνω, αναιρετικών πλημμελειών, ισχυρίζεται, κατ’ ακριβή εδώ εκ του αναιρετηρίου μεταφορά των τα εξής :"1ος Αναιρετικός λόγος Το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν (αρθρ. 559 αριθμ. 11 ΚΠολ.Δ.): "...Πράγματι στην σελίδα 16 (έως και 19 ...των εμπρόθεσμων και νομίμως κατατεθειμένων κατά την πρώτη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου προτάσεών μας, αυτολεξεί αναφέρομε ότι " {...} προσάγουμε και επικαλούμαστε τα παρακάτω έγγραφα, τα οποία και πρωτοδίκως επικαλεσθήκαμε {...}".

Εν συνεχεία και μάλιστα στην αυτή σελίδα 16 δηλώνουμε εκ νέου με αριθμό 4 ότι προσάγουμε και επικαλούμαστε "4. Αντίγραφα των προαποδεικτικώς και μετ’ απόδειξη υποβληθεισών προτάσεών μας καθώς και τα σχετικά ήτοι {...} :" Ακολουθεί η αρίθμηση με αριθμό 1-16 των περίπου 60 προσαχθέντων σχετικών, όπως ακριβώς είχαν προσαχθεί πρωτοδίκως και στην πρώτη κατ’ έφεση δίκη.

Η παρατήρηση είναι ότι κάθε αριθμός σχετικού περιλαμβάνει πλείονα σχετικά...Λόγω της πληθώρας τους και προς διευκόλυνση του Δικαστηρίου καταρτίσαμε προς τούτο κατάλογο των μετ’ επικλήσεως προσαχθέντων σχετικών εγγράφων, ώστε το Δικαστήριο να διευκολύνεται στην έρευνά του. Είναι λοιπόν προφανές ότι ο μνημονευόμενος στην απόφαση κατάλογος δεν είναι αποκομμένος από το σώμα των προτάσεων ούτε φυσικά τα ανευρεθέντα σχετικά εκτός διαδικασίας.

Πέραν τούτου, οι προτάσεις μας αυτές ενσωματώθηκαν στις μετ’ απόδειξιν κατατεθείσες προτάσεις μας, οι οποίες και πάλιν στην σελ 7 αυτολεξεί αναφέρουν ότι " Επειδή και αύθις επικαλούμεθα και επαναφέρουμε τις κατατεθείσες κατά την δικάσιμο της 14-10-2010 προτάσεις μας με αντέφεση Συνεπώς τα σχετικά μας παρατύπως δεν ελήφθησαν υπ’ όψιν και φυσικά η απόφαση είναι αυτόχρημα αναιρετέα.

Β) Παρά ταύτα η αναιρεσιβαλλομένη δέχεται ότι "Παράλληλα, οι τελευταίοι (σσ. η Εταιρεία μας) προσκομίζουν εξήντα (60) σχετικά έγγραφα, τα οποία δεν επικαλούνται με τις προτάσεις τους, αλλά με ιδιαίτερο έγγραφο που φέρει τον τίτλο "ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΡΟΣΚΟΜΙΖΟΜΕΝΩΝ ΣΧΕΤΙΚΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ..." και το οποίο δεν ενσωματώνεται στις προτάσεις τους.

Συνεπώς,...οι εφεσίβλητοι δεν επικαλούνται κατά τον προσήκοντα τρόπο τα προσκομιζόμενα από αυτούς έγγραφα, τα οποία, ως εκ τούτου δεν μπορεί να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης". Ως εκ τούτου ...το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα κατά νόμον προσαγόμενα και επικαλούμενα από εμάς έγγραφα με βάση τα οποία όφειλε να δικάσει, καίτοι διττώς επικαλεσθήκαμε αυτά....Είναι παράλογο η συστηματικότερη εμφάνιση των σχετικών μας ... να στρέφεται εναντίον μας. Άλλωστε, την πρακτική αυτή του καταλόγου των σχετικών εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, το ίδιο το Πρωτοδικείο Αθηνών έθεσε με εγκύκλιο του Προέδρου του ως αναγκαία προϋπόθεση για το πλήρες του φακέλου δικογραφίας.

Συνεπώς το εκδώσαν την απόφαση Δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρθρ. 559 αριθμ. 11 περ. β’ ΚΠολΔ.... Εξ άλλου σε κάθε ισχυρισμό μας παραπέμπομε ρητώς στο αντίστοιχο σχετικό, ώστε να είναι αδύνατον να κριθεί ότι δεν επικαλεσθήκαμε τα σχετικά μας. Αλλά και, ακόμη και παρά την πραγματικότητα, αν υποθέταμε ότι πράγματι είχαμε λησμονήσει ή είχαν απωλεσθεί τα σχετικά μας (αυτά που εντοπίζει το Δικαστήριο με αρίθμηση 1-16), θα έπρεπε το Δικαστήριο να μας απευθύνει σχετικό ερώτημα για την τύχη τους. Εκτός τούτου όμως και σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), όπως έχει ερμηνευθεί και νομολογιακώς από το Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δεν είναι επιτρεπτή η απόρριψη της αγωγής μας και η αποδοχή της αγωγής της αντιδίκου, χωρίς νόμιμο λόγο και την από αβλεψία ή παρανόηση απόρριψη των προσαχθέντων μετ’ επικλήσεως αναλυτικώς μνημονευομένων σχετικών εγγράφων.

Συνεπώς, είναι αυτόχρημα αναιρετέα η προσβαλλομένη απόφαση...20ς Αναιρετικός λόγος. Παράβαση του άρθρου 559 περ.8, 10,14 και 20 ΚΠολΔ. Όπως και το ίδιο το Δικαστήριο δέχεται.... ότι απεφάνθη στηριζόμεν(ο) στην: "...επανεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι...". Είναι κατόπιν των ανωτέρω προφανές ότι το Δικαστήριο έκρινε αγνοώντας τα νομίμως προσαχθέντα και επικληθέντα στοιχεία και απεφάνθη στην πραγματικότητα χωρίς να λάβει υπ’ όψιν, όπως και το ίδιο ρητώς παραδέχεται, τα νόμιμα αποδεικτικά μου μέσα αλλά και τους βάσει αυτών προταθέντες ισχυρισμούς και ενστάσεις μου με αποτέλεσμα και η αγωγή μου να απορριφθεί και να γίνει δεκτή η αγωγή της αντιδίκου- εκκαλούσης - αναιρεσιβλήτου κατά προφανή παράβαση όλων των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 559 περ.8, 10, 14 και 20 ΚΠολΔ και συνεπώς είναι αναιρετέα...".

Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, πέραν της αοριστίας των, συνισταμένης στο ότι δεν προσδιορίζονται παντάπασι τα έγγραφα, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσειούσης, παρά τον νόμο δεν ελήφθησαν υπόψη , καθώς και οι κρίσιμοι ισχυρισμοί προς απόδειξη ή ανταπόδειξη των οποίων προσεκομίσθησαν τα έγγραφα αυτά, είναι αβάσιμοι, διότι όπως σαφώς προκύπτει από το παρατιθέμενο περιεχόμενο τους, δεν έλαβε χώρα νόμιμη επίκληση των περί ων λόγος εγγράφων, υπό την έννοια που εκτέθηκε στην προηγηθείσα σχετική νομική σκέψη.

Τούτο δε διότι ούτε σαφή και ορισμένη επίκληση αυτών με τις κατατεθείσες ενώπιον του Εφετείο προτάσεις της προβάλει η αναιρεσείουσα, αλλά ούτε και έμμεση τοιαύτη με την αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγουμένης συζητήσεως, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων τούτων, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240Κ.Πολ.Δ.

Σε κάθε περίπτωση βεβαίως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως νόμιμη επίκληση η αναφορά των εγγράφων σε ξεχωριστό και μη ενσωματωμένο στις προτάσεις κατάλογο, ούτε επίσης η παραπομπή σ’ αυτά κατά την προβολή πραγματικών ισχυρισμών, καθόσον αυτή προϋποθέτει νόμιμη επίκληση και προσκομιδή των εγγράφων. Τέλος, η μη προσκομιδή επικληθέντων εγγράφων, δεν συνιστά τυπική απλώς έλλειψη, συνεπαγομένη υποχρέωση του Δικαστηρίου να χωρήσει αυτεπαγγέλτως στην αναζήτηση αυτών, ώστε η παράλειψή της να θωρηθεί ότι προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).

Τέλος δε η βεβαίωση του Δικαστηρίου ότι τα επικληθέντα έγγραφα δεν προσεκομίσθησαν ως αναγομένη σε πράγματα, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο , κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., (Ολ.Α.Π.30/2002, Α.Π. 360/2008, 1669/2014).

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ ), ελλείψει δε αιτήματος εκ μέρους της αναιρεσιβλήτου δεν θα επιδικασθεί υπέρ αυτής δικαστική δαπάνη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20 Μαΐου 2015 αίτησης της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "..." (...), για αναίρεση της υπ’ αριθμ.4219/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και της υπ’ αριθμ. 6057/2010 παρεμπιπτούσης (περί αποδείξεων) αποφάσεως του ιδίου Δικαστηρίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2017 .

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ