2096/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΚατά τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Legislator headnote
AI generated2096/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνάγεται λοιπόν ότι, στην περίπτωση που ο κύριος οικοπέδου, στο οποίο προτίθεται να ανεγείρει οικοδομή, αναθέτει σε μηχανικό την εκπόνηση της μελέτης που απαιτείται για την έκδοση της σχετικής άδειας, καθώς επίσης και την επίβλεψη του έργου που πρόκειται να εκτελεσθεί, δεν τον καθιστά εργολάβο για την εκτέλεση του έργου υπό την έννοια των προπαρατεθεισών διατάξεων των άρθρων 681 επ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2096 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2096/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Λεοντή, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα, Χρήστο Βρυνιώτη, και Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος Ι. Κ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νίκο Δεληγιάννη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Τ. του Π., 2. Ζ. συζ. Σ. Τ., 3. Μ. θυγ. Σ. Τ., 4. Σ. θυγ. Σ. Τ., κατοίκων ..., όλοι οι ανωτέρω παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Αγγελή Μαργαρίτη και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-10-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:5601/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3364/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητάει o αναιρεσείων με την από 6-3-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 30-9-2014 έκθεσή του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αναστασάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια (υπό διάφορες μορφές της). Η αμέλεια, ο ορισμός της οποίας δίδεται στο άρθρο 330 εδ. 2 του ΑΚ (μη καταβολή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές), είναι παρά ταύτα αόριστη νομική έννοια, της οποίας απαιτείται εκάστοτε εξειδίκευση, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Όταν η ζημιογόνος συμπεριφορά συνίσταται σε υπαίτια παράλειψη, αμέλεια και εντεύθεν υποχρέωση αποζημιώσεως υφίσταται, μόνο όταν υπήρχε υποχρέωση του υπαιτίου, προς ενέργεια της πράξεως που παραλήφθηκε, από το νόμο ή δικαιοπραξία ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ιδία η προηγούμενη συμπεριφορά του (υπαίτιου), από την οποία δημιουργήθηκε κατάσταση, η οποία επέβαλε τη λήψη μέτρων προς αποτροπή του απειλούμενου κινδύνου.
Από τις πιο πάνω διατάξεις σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του ν. 551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915 κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 αυτού πρόσωπα, δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για του όρους ασφάλειας των εργαζομένων και εξ αιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι και στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις.
Επομένως, για να δικαιούται η οικογένεια του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων απ' αυτούς (άρθρο 922 ΑΚ) με την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της υπαίτιας ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915.
Τέτοιο πταίσμα, θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων των άρθρων 78 και 79 του π.δ/τος 1073/1981, περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση εργασιών σε εργοτάξια οικοδομών κλπ, στις οποίες ορίζονται, μεταξύ άλλων, ότι για την πρόληψη ατυχημάτων από την επαφή ή προσέγγιση προς τα δίκτυα ηλεκτρικών εγκαταστάσεων υπό τάση πρέπει να λαμβάνονται όλα τα επιβαλλόμενα μέτρα ώστε να αποκλείεται η προσέγγιση των εργαζομένων στους ηλεκτροφόρους αγωγούς, ειδικότερα δε σε περιοχές όπου υπάρχουν εναέρια ηλεκτροφόρα δίκτυα ή εγκαταστάσεις εφόσον εργάζονται ή κινούνται υψηλά οχήματα-μηχανήματα, γερανοί κλπ, να λαμβάνονται μετά από έγγραφη αίτηση του ενδιαφερόμενου και όμοια έγκριση της ΔΕΗ και πρόσθετα ειδικά μέτρα ασφαλείας, όπως ανύψωση, διακοπή ρεύματος κλπ, εκτελούμενα μόνο από τη ΔΕΗ, εάν δε πλησίον εργοταξίου διέρχονται αγωγοί ηλεκτρικού ρεύματος ειδοποιείται εγγράφως η ΔΕΗ από τον εκτελούντα το έργο προ της ενάρξεώς του και τα μέτρα ασφαλείας που πρέπει να ληφθούν εξετάζονται από κοινού από τη ΔΕΗ, τον εκτελούντα το έργο και τον επιβλέποντα μηχανικό.
Εξάλλου, τα άρθρα 3, 5 και 7 του Ν. 1396/1983 για τις υποχρεώσεις προς λήψη και τήρηση μέτρων ασφαλείας στις οικοδομές και λοιπά τεχνικά ιδιωτικά έργα ορίζουν, αντίστοιχα, μεταξύ άλλων, ότι ο εργολάβος ήτοι το πρόσωπο που συμβάλλεται με μίσθωση έργου με τον κύριο του έργου και αναλαμβάνει την εκτέλεση, εν όλω ή εν μέρει, τεχνικού έργου (άρθρο 2 παρ. 4 του άνω νόμου), υποχρεούται να λαμβάνει και να τηρεί όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν το εκτελούμενο έργο και να τηρεί επίσης τις οδηγίες του επιβλέποντος που προβλέπονται στο άρθρο 7 του ίδιου νόμου, ο δε επιβλέπων (άρθρο 2 παρ. 7) υποχρεούται να δίνει οδηγίες σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και τέχνης για λήψη μέτρων ασφαλείας από κινδύνους που προέρχονται από εναέριους και υπόγειους αγωγούς της ΔΕΗ και να επιβλέπει την τήρησή τους, ενώ το άρθρο 4 του ίδιου νόμου, που αναφέρεται στις υποχρεώσεις του κυρίου του έργου, ήτοι του κυρίου, του νομέα ή κατόχου του ακινήτου στο οποίο εκτελείται με εντολή και για λογαριασμό του το τεχνικό έργο (άρθρο 3 του ίδιου νόμου), ορίζει ότι σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ' έναν εργολάβο ο κύριος του έργου υποχρεούται να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί όσο διαρκεί το έργο του όλα τα μέτρα ασφαλείας που του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, εφόσον αυτά δεν αφορούν τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν οι εργολάβοι.
Τέλος, από τα άρθρα 922 και 681, 688-698 του ΑΚ προκύπτει ότι ο εργολάβος που συνδέεται με τον εργοδότη με την εργολαβική σύμβαση δεν θεωρείται, κατ' αρχήν, ως προστηθείς από εκείνον στην εκτέλεση του έργου, αφού δεν βρίσκεται σε σχέση υπηρεσιακής εξαρτήσεως προς αυτόν, και ο εργοδότης δεν ευθύνεται για τη ζημία που ο εργολάβος ή τα χρησιμοποιούμενα από αυτόν πρόσωπα προξένησαν σε τρίτον, εκτός εάν ο εργοδότης επεφύλαξε με την εργολαβική σύμβαση για τον εαυτό του τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου, με παροχή δεσμευτικών για τον εργολάβο εντολών και οδηγιών, οπότε ο τελευταίος (εργολάβος) θεωρείται προστηθείς του εργοδότη.
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι στην περίπτωση της εκτελέσεως οικοδομικού έργου (ανέγερσης οικοδομής), ο κύριος του έργου υποχρεούται ο ίδιος να λάβει τα προαναφερόμενα μέτρα ασφαλείας, ευθυνόμενος για την παράλειψή τους, όταν α) δεν έχει αναθέσει σε εργολάβο με σύμβαση έργου την εκτέλεση του όλου έργου ή β) έχει μεν αναθέσει σε εργολάβο την εκτέλεση του έργου, ο ίδιος όμως έχει επιφυλάξει με την εργολαβική σύμβαση για τον εαυτό του την επίβλεψη και τη διεύθυνση της εκτελέσεως με δεσμευτικές προς τον εργολάβο εντολές και οδηγίες, οπότε θεωρείται ως προστήσας τον εργολάβο στην εκτέλεση του έργου και ευθύνεται (ο εργοδότης προστήσας) για το πταίσμα εκείνου κατά την εκτέλεση του έργου (άρθρο 922 του ΑΚ).
Συνάγεται λοιπόν ότι, στην περίπτωση που ο κύριος οικοπέδου, στο οποίο προτίθεται να ανεγείρει οικοδομή, αναθέτει σε μηχανικό την εκπόνηση της μελέτης που απαιτείται για την έκδοση της σχετικής άδειας, καθώς επίσης και την επίβλεψη του έργου που πρόκειται να εκτελεσθεί, δεν τον καθιστά εργολάβο για την εκτέλεση του έργου υπό την έννοια των προπαρατεθεισών διατάξεων των άρθρων 681 επ.
ΑΚ, και ευθύνεται για τη ζημία που θα προξενηθεί σε τρίτο κατά την εκτέλεση του έργου, αν παραλείψει να λάβει τα προαναφερόμενα μέτρα ασφαλείας, ανεξάρτητα από την παράλληλη ευθύνη του επιβλέποντος το έργο για τη ζημία που προκαλείται σε τρίτο κατά την εκτέλεσή του, αν και αυτός παραλείψει να λάβει τα ίδια ως άνω μέτρα ασφαλείας που προβλέπονται στην περίπτωση του επιβλέποντος το έργο από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άνω νόμου και π.
δ/τος, εκτός αν και πάλι συγχρόνως με τις πιο πάνω ιδιότητες του μελετητή και επιβλέποντος, ο κύριος του έργου, τον καταστήσει εργολάβο για την εκτέλεση αυτού, με σύμβαση που θα καταρτισθεί μεταξύ τους, χωρίς να επιφυλάξει για τον εαυτό του με την εργολαβική σύμβαση τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου με την παροχή δεσμευτικών για των εργολάβο εντολών και οδηγιών, οπότε πλέον υπόχρεος για την λήψη των ανωτέρω μέτρων ασφαλείας καθίσταται μόνον ο εργολάβος για την εκτέλεση του έργου, τόσον υπό την ιδιότητά του αυτή, όσο και εκείνη του επιβλέποντος το έργο, ο οποίος και ευθύνεται για τη ζημία που θα προκληθεί σε τρίτο κατά την εκτέλεση αυτού, απαλλασσομένου στην περίπτωση αυτή του εργοδότη (κύριου του έργου), τόσον της υποχρέωσης λήψης των παραπάνω μέτρων ασφαλείας, όσον και της ευθύνης για τη ζημία που προκαλείται σε τρίτο, εξαιτίας της μη λήψης από τον εργολάβο των εν λόγω μέτρων ασφαλείας.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, δηλ. αν το δικαστήριο της ουσίας, απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου η αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής κρίσιμα περιστατικά: "Ο εκκαλών- εναγόμενος Ι. Κ. (ήδη αναιρεσείων) και ο εναγόμενος Ε. Κ. ( μη διάδικος στην έκκλητη δίκη ), συγκύριοι οικοπέδου στις ... , επί της οδού ... , αποφάσισαν το έτος 2002 να ανεγείρουν επ' αυτού πολυώροφη οικοδομή.
Επίσης αποφάσισαν να μην αναθέσουν εξ ολοκλήρου το έργο σε συγκεκριμένο εργολάβο, αλλά να εκτελέσουν αυτό υπό την δική τους παρακολούθηση και επίβλεψη και με ανάθεση των επιμέρους εργασιών του σε τεχνίτες της επιλογής τους. Την εκπόνηση των αναγκαίων μελετών για την έκδοση της οικοδομικής άδειας, τη σύνταξη και κατάθεση των απαραίτητοι για την πληρότητα του φακέλου της άδειας εγγράφων, δηλαδή τη μελέτη του σχεδίου ασφαλείας και υγείας, καθώς και τη γενική επίβλεψη του εν λόγω έργου ανέθεσαν στην εναγομένη και ήδη εκκαλούσα αρχιτέκτονα μηχανικό Π.
Σ. (αναιρεσείουσα) . Η τελευταία, στα πλαίσια των καθηκόντων της, αφού συνέταξε τα απαραίτητα έγγραφα, μεταξύ των οποίων τα από 5-9¬2002 Σχέδιο Ασφάλειας και Υγείας ( Σ.Α.Υ) και Φάκελο Ασφαλείας και Υγείας (Φ.Α.Υ.), κατέθεσε αυτά στην αρμόδια Πολεοδομική Αρχή , με βάση δε αυτά εξεδόθη η με αριθ. ... οικοδομική άδεια της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Αττικής και ξεκίνησαν οι εργασίες ανοικοδόμησης του κτηρίου.
Στην εν λόγω οικοδομή και πλησίον του εξώστη του τρίτου ορόφου διέρχονταν ηλεκτροφόρα καλώδια χαμηλής και μέσης τάσης του δικτύου της εναγομένης Δ.Ε.Η. (επίσης μη διαδίκου στην παρούσα στο δεύτερο βαθμό δίκη ). Τα εν λόγω δίκτυα κατασκευάσθηκαν στις 28-9-1992, σύμφωνα με τους κανονισμούς εγκατάστασης και συντήρησης υπαίθριων γραμμών ηλεκτρικής ενέργειας ( Κ.Ε.Σ.Υ.Γ.Η.Ε.) καθώς και το Ν. 1672/51 ( άρθρο 12 ), κατά τους οποίους τα όρια ασφαλείας για οριζόντια απόσταση από σταθερές εγκαταστάσεις για τη μέση τάση κυμαίνονται μεταξύ 2-2,5 μ.
και για τη χαμηλή τάση μεταξύ 1,2-1,5 μ. Στη συγκεκριμένη οικοδομή, όπως προκύπτει από τα με αριθ. ... και ... έγγραφα της Δ.Ε.Η, η απόσταση των καλωδίων χαμηλής τάσης από τους εξώστες αυτής ανέρχονταν σε 2,0 μ. και των καλωδίων μέσης τάσης σε 1,5 μ. ήτοι τα καλώδια χαμηλής τάσης βρίσκονταν εντός του ορίου ασφαλείας σε αντίθεση με τα καλώδια μέσης τάσης, τα οποία βρίσκονταν εκτός του ορίου αυτού .
Συνεπώς η ανέγερση της εν λόγω οικοδομής ελάμβανε χώρα χωρίς να είναι σύμφωνη με τους κανονισμούς ασφαλείας της Δ.Ε.Η. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι περί το τέλος Φεβρουαρίου 2005 ο ανωτέρω εναγόμενος - εκκαλών ανέθεσε στον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο και αντεκκαλούντα Σ. Τ., ο οποίος ασκεί το επάγγελμα του "γυψαδόρου", την κατασκευή και τοποθέτηση γύψινων οροφών στο εσωτερικό του διαμερίσματος του τρίτου ορόφου.
Ο τελευταίος, με την βοήθεια του υιού του Π. Τ. , τον οποίο, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα Ν. Τ., απασχολούσε στις εργασίες του ως ανειδίκευτο εργάτη, κατά τις πρωινές ώρες της 1-3-2005, και ενώ επικρατούσε αραιή βροχόπτωση, μετέβησαν στην οικοδομή και ξεκίνησαν τις εργασίες τους , μεταφέροντας σε πρώτο στάδιο λεπτές μεταλλικές ράβδους, μήκους πέντε ( 5 ) μέτρων εκάστη , από το δεύτερο όροφο όπου ήταν αποθηκευμένες, στον τρίτο όροφο όπου θα γινόταν η τοποθέτησή τους.
Η μεταφορά των εν λόγω μεταλλικών ράβδων γινόταν ως εξής: Ο ενάγων εφεσίβλητος - αντεκκαλών Σ. Τ. βρισκόταν στον εξώστη του δευτέρου ορόφου και κρατώντας τη μία άκρη κάθε ράβδου, έδινε την άλλη άκρη της στον υιό του, ο οποίος βρισκόταν στον εξώστη του τρίτου ορόφου και ο οποίος ακολούθως τις αποθήκευε στο διαμέρισμα του ορόφου αυτού.
Περί ώρα 10.30 και ενώ ο Π. Τ. κρατούσε στα χέρια του μία μεταλλική ράβδο, που μόλις του είχε δώσει ο εφεσίβλητος- αντεκκαλών πατέρας του, κεραυνοβολήθηκε από ηλεκτρικό ρεύμα, είτε διότι η μεταλλική ράβδος ήρθε σε επαφή με καλώδιο μέσης τάσης, είτε πλησίασε πολύ κοντά στα ηλεκτροφόρα καλώδια και δημιουργήθηκε ηλεκτρικό πεδίο λόγω της αραιής βροχόπτωσης, με συνέπεια το ηλεκτρικό ρεύμα να διοχετευθεί διαμέσου της ράβδου στον σώμα του και ακολούθως να επέλθει ο θάνατος του από ηλεκτροπληξία (βλ.
την από 11-1-2006 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής του ιατροδικαστή Σ. Μ.). Το ατύχημα αυτό οφείλεται σε συντρέχουσα αμέλεια των εναγομένων κυρίου του έργου-εργολάβου Ι. Κ. και επιβλέπουσας μηχανικού Π. Σ.. Ειδικότερα η αμελής συμπεριφορά του εναγομένου κυρίου του έργου συνίσταται στο ότι αυτός, ο οποίος μετέβαινε καθημερινώς στην οικοδομή και παρακολουθούσε την εξέλιξη των εργασιών, και γνώριζε ότι τα εναέρια ηλεκτροφόρα καλώδια της Δ.Ε.Η.
διήρχοντο σε μικρή απόσταση από την ανεγειρόμενη οικοδομή του, και εγκυμονούσαν κίνδυνο για τους εργαζόμενους σ' αυτήν, εν τούτοις α) παρέλειψε πριν ακόμη ξεκινήσει το έργο, να ειδοποιήσει την Δ.Ε.Η. εγγράφως για τη ύπαρξη κοντά στην οικοδομή ηλεκτροφόρων αγωγών, ώστε από κοινού με τους αρμόδιους υπαλλήλους της τελευταίας και την επιβλέπουσα μηχανικό, να εξετασθούν και ληφθούν μέτρα ασφαλείας για την αποφυγή ατυχήματος (όπως π.χ.
η κατασκευή προστατευτικού σανιδώματος), όπως του επέβαλαν οι διατάξεις των άρθρων 78 και 79 του π.δ/τος 1073/1981 και 5 του ν. 1396/1983 που καθορίζει τις υποχρεώσεις λήψεις και τήρησης των μέτρων ασφαλείας στις οικοδομές και λοιπά τεχνικά έργα και β) επέτρεψε, αν και γνώριζε τα ανωτέρω, τη μεταφορά των μεταλλικών ράβδων με τον προαναφερόμενο τρόπο.
Οι παραλείψεις αυτές, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, έχουν αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν θανατηφόρο αποτέλεσμα σε βάρος του Π. Τ., το οποίο δεν θα επήρχετο, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν είχαν ληφθεί τα παραπάνω μέτρα ασφαλείας, που ο εναγόμενος είχε υποχρέωση να ζητήσει να ληφθούν, αφού με δική του φροντίδα και μέριμνα και υπό την δική του παρακολούθηση, επίβλεψη και εντολές εκτελείτο το όλο έργο, έστω και αν είχε αναθέσει την εκτέλεση τμήματος αυτούς (κατασκευή γυψοσανίδων) στον ενάγοντα πατέρα του θανόντος .
Ο ως άνω εναγόμενος αρνείται βέβαια την ευθύνη του για το ένδικο ατύχημα ισχυριζόμενος α) ότι μεταξύ αυτού και του ενάγοντος πατέρα του θανόντος είχε συναφθεί σύμβαση έργου (τοποθέτηση γυψοσανίδας) ήτοι ο τελευταίος έφερε την ιδιότητα του εργολάβου και συνεπώς αυτός ήταν υπεύθυνος για τη λήψη μέτρων ασφαλείας και αποκλειστικός υπαίτιος του θανατηφόρου ατυχήματος, ισχυρισμό τον οποίο επιχειρεί να θεμελιώσει στο γεγονός ότι ο ενάγων, με δική του πρωτοβουλία, προέβη στην αγορά των απαιτούμενων υλικών στο όνομά του, τα οποία τοποθέτησε την προηγούμενη του ατυχήματος ημέρα στο χώρο της οικοδομής, χωρίς να υπάρξει καμία συνεννόηση με τον εναγόμενο, β) ότι η εργασία που είχε αναλάβει να εκτελέσει ο ενάγων και ο θανών ήτοι η τοποθέτηση γυψοσανίδας, αποτελεί εργασία που διενεργείται στο εσωτερικό του ακινήτου και έπεται των εξωτερικών εργασιών (επιχρίσματα, βαφή εξωτερικού τοίχου) και ως εκ τούτου δεν αποτελεί πηγή εργασιακού κινδύνου, που να επιβάλει τη λήψη μέτρων ασφαλείας σε περίπτωση ύπαρξης ηλεκτροφόρων καλωδίων πλησίον της οικοδομής και γ) ότι αποκλειστικά υπαίτια για το θανατηφόρο ατύχημα είναι η εναγομένη επιβλέπουσα μηχανικός (ήδη αναιρεσείουσα), η οποία παρέλειψε, αν και είχε λόγω της επαγγελματικής ιδιότητας τέτοια υποχρέωση, να τον ενημερώσει εγγράφως για τα απαραίτητα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν για την αποφυγή προσεγγίσεως προσεγγίσεως στα ως άνω ηλεκτροφόρα καλώδια, ενώ παράλληλα με αυτήν ευθύνεται και η εναγομένη Δ.Ε.Η. (μη διάδικος στην παρούσα στο δεύτερο βαθμό δίκη), η οποία, αν και προέβη διά των αρμοδίων υπαλλήλων της σε έλεγχο της επίδικης οικοδομής και χορήγηση εργοταξιακού ρεύματος, δεν διαπίστωσε και δεν του επισήμανε τους κινδύνους που εγκυμονεί η ύπαρξη σε μικρή απόσταση ηλεκτροφόρων καλίοδίων .
Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί του εναγομένου δεν κρίνονται βάσιμοι κατ' ουσίαν και συνεπώς πρέπει να απορριφθούν . Ειδικότερα, ο μάρτυρας και πατέρας του εναγόμενου Μ. Κ. ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και σε ερώτηση αυτού "ποιος αποφάσιζε για την οικοδομή, για τα στάδια των εργασιών που θα εκτελούνταν", ο τελευταίος απάντησε κατηγορηματικά "εγώ αποφάσιζα εγώ διάλεγα τα συνεργεία με τους οποίους είχα σχέσεις, είχα συνεργασία και ήταν και δικοί μου άνθρωποι".
Από την κατάθεση αυτή προκύπτει αναμφίβολα ότι ο εναγόμενος, με τη βοήθεια του πατέρα του, ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό του, είχε την διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου, με παροχή δεσμευτικών εντολών και οδηγιών προς τα συνεργεία που εκτελούσαν τα επιμέρους τμήματα της οικοδομής και ως εκ τούτου αυτός είχε υποχρέωση για τη λήψη των απαραίτητων μέτρων ασφαλείας.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από δύο ακόμη στοιχεία και συγκεκριμένα από το γεγονός ότι την ημέρα που έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα ο εναγόμενος μαζί με τον πατέρα του βρίσκονταν από τις πρωινές ώρες στο χώρο της οικοδομής αλλά και από την κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων Ν. Τ., αδελφού του ενάγοντος Σ.
Τ. και θείου του θανόντος, ο οποίος ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατέθεσε ότι "Ό αδελφός μου είναι υπεργολάβος, δεν είναι εργολάβος να αναλάβει αποκλειστικά το έργο, παίρνει υπεργολαβίες" . Το γεγονός δε ότι ο ενάγων πατέρας του θανόντος, την προηγουμένη του ατυχήματος ημέρα, επισκέφθηκε με δική του πρωτοβουλία την οικοδομή και τοποθέτησε τα υλικά των εργασιών , τα οποία είχε αγοράσει με δικές του δαπάνες και από προμηθευτή της επιλογής του, δεν αποτελεί στοιχείο που προσδίδει στον τελευταίο την ιδιότητα του εργολάβου.
Και τούτο διότι οι ενέργειες αυτές του ενάγοντος αποτελούν τη συνήθη πρακτική στο χώρο των οικοδομικών εργασιών καθόσον οι τεχνίτες των επιμέρους οικοδομικών εργασιών γνωρίζουν καλύτερα από τον εργολάβο την αγορά των υλικών που απαιτούνται για τις δικές τους εργασίες και έτσι επιτυγχάνουν καλλίτερες τιμές και ποιότητα αυτών για λογαριασμό του (εργολάβου).
Εξάλλου το γεγονός ότι η εργασία που εκτελούσε ο θανών (τοποθέτηση γυψοσανίδας) αποτελεί εργασία που διενεργείται στο εσωτερικό της οικοδομής, δεν αναιρεί την υποχρέωση του εργολάβου και εν προκειμένω του εναγόμενου για τη λήψη των ως άνω μέτρων ασφαλείας όταν πλησίον της οικοδομής διέρχονται ηλεκτροφόρα καλώδια, τα οποία μάλιστα πρέπει να ληφθούν πριν την έναρξη οποιασδήποτε οικοδομικής εργασίας.
Επίσης η οποιαδήποτε ευθύνη ή παράλειψη της επιβλέποντος μηχανικού δεν αναιρεί την ευθύνη του εκτελούντος το έργο εναγομένου να ειδοποιήσει εγγράφως την αρμόδια υπηρεσία της ΔΕΗ, προ της ενάρξεως του έργου, αν πλησίον αυτού διέρχονται αγωγοί ηλεκτρικού ρεύματος, υποχρέωση που προβλέπεται ρητά από τη διάταξη του άρθρου 79 του ΠΔ 1073/1981 και υφίσταται αυτοτελώς ήτοι ανεξάρτητα από την υποχρέωση του επιβλέποντος μηχανικού να τον ειδοποιήσει εγγράφως περί τούτου .. .... ....Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι και οι δύο παραπάνω εναγόμενοι (κύριος και επιβλέπουσα μηχανικός) για την πράξη τους αυτή κρίθηκαν ένοχοι και καταδικάστηκαν έκαστος σε ποινή φυλάκισης δεκαοκτώ (18) μηνών, με την υπ' αριθ. 7385/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ( Πλημ/των ) Αθηνών, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη με την αριθ. 467/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου (Ε' Ποινικό Τμήμα), με την οποία απερρίφθησαν οι από 16-2-2011 και 18-2-2011 αιτήσεις αναιρέσεως που άσκησαν οι εναγόμενοι κατ' αυτής αντίστοιχα.
Συνυπαίτιοι όμως της πρόκλησης του εν λόγω ατυχήματος είναι και ίδιος ο θανών κατά ποσοστό 30% καθώς και ο ενάγων πατέρας του, κατά ποσοστό 20% . ...". Περαιτέρω δέχτηκε το Εφετείο, ότι γονείς του θανόντα, και η τρίτη και η τέταρτη των εναγόντων αδελφές του, διατηρούσαν άριστες σχέσεις και στενούς συναισθηματικούς δεσμούς αγάπης με τον θανόντα, ο οποίος ήταν υγιέστατος και στην πλέον παραγωγική ηλικία των 23 ετών και εξαιτίας του αδόκητου και αιφνίδιου θανάτου του υπέστησαν ψυχική οδύνη, για την οποία το Δικαστήριο αυτό λαμβάνοντας υπόψη τις ανωτέρω συνθήκες επέλευσης του ατυχήματος, τον βαθμό του πταίσματος εκάστου των εναγομένων, το βαθμό συνυπαιτιότητας του θανόντος και του ενάγοντος πατέρα του, την ηλικία του θανόντος, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων τον βαθμό των οικογενειακών σχέσεων και της συγγένειας των εναγόντων με τον θανόντα, τις άριστες σχέσεις που είχαν με αυτόν, την έκταση της ταλαιπωρίας της θλίψης και του ψυχικού πόνου που δοκίμασε ο καθένας από τους ανωτέρω ενάγοντες και ιδίως οι γονείς του, κρίνει με βάση και τα διδάγματα της ανθρώπινης εμπειρίας ότι δικαιούνται ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, ο ενάγων πατέρας του θανόντος Σ.
Τ. το ποσό των 30.000 ευρώ, η ενάγουσα μητέρα του θανόντος Ζ. Τ. το ποσό των 60.000 ευρώ και οι ενάγουσες αδελφές του θανόντος Μ. Τ. και Σ. Τ. το ποσό των 20.000 ευρώ εκάστη εξ αυτών". Με βάση τις παραδοχές του αυτές, αφού δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος, όσον αφορά τις εφεσίβλητες αδελφές του θανόντος στις οποίες το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε επιδικάσει για την ως άνω αιτία ,σε καθεμιά το ποσό των 40.000 ευρώ και αφού εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση στο σύνολό της, για την ενότητα της εκτελέσεως επιδίκασε για την ως άνω αιτία στον πατέρα του θανόντος το ποσό των 30.000 ευρώ, στην μητέρα του το ποσό των 60.000 ευρώ και σε καθεμιά των αδελφών του 20.000 ευρώ.
Τα περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, προς στοιχειοθέτηση εν προκειμένω αυτοτελούς ευθύνης του αναιρεσείοντος, κατά τα άρθρα 330, 914 και 922 του ΑΚ, όσον αφορά την υπαίτια και παράνομη παράλειψή του, να ειδοποιήσει την Δ.Ε.Η., πριν ακόμη ξεκινήσει η ανέγερση της οικοδομής τους, προκειμένου, από κοινού με τους αρμόδιους υπαλλήλους της και την επιβλέπουσα μηχανικό του έργου να λάβουν και να τηρήσουν τα μέτρα ασφαλείας που προβλέπονται από τις προπαρατεθείσες διατάξεις για την προστασία των εργαζομένων στην οικοδομή από ενδεχόμενο ατύχημα εξ αιτίας των ηλεκτροφόρων αγωγών που διήρχοντο σε μικρή απόσταση απ' αυτήν, πράγματι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, έχουν αιτιώδη συνάφεια, ανεξάρτητα από τη συγκλίνουσα αμέλεια της επιβλέπουσας μηχανικού και το οικείο πταίσμα του θανατωθέντος, με το επελθόν θανατηφόρο αποτέλεσμα σε βάρος του ειρημένου παθόντος, το οποίο δεν θα επήρχετο, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν είχαν ληφθεί τα παραπάνω μέτρα ασφαλείας, που και ο αναιρεσείων είχε υποχρέωση να ζητήσει να ληφθούν, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με δική του φροντίδα και μέριμνα και υπό την δική του παρακολούθηση, επίβλεψη και εντολές εκτελείτο το όλο έργο, έστω και αν είχαν αναθέσει την εκτέλεση τμήματος αυτού στον πρώτο ενάγοντα (πατέρα του θανόντα).
Επομένως, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 330, 914 και 922 του ΑΚ και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, Εξάλλου, από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειάζεται καμιά περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 330, 914 και 922 του ΑΚ, τα οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Είναι δε σαφής η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η αμέλεια του αναιρεσείοντος συνίσταται στο ότι, ως κύριος του έργου, το οποίο εκτελείτο υπό την επίβλεψη και την εποπτεία του, δεν ειδοποίησε την Δ.Ε.Η, κατά τα προεκτεθέντα, όπως είχε υποχρέωση κατά τη διάταξη του άρθρου 79 του π.δ/τος 1073/1981, το οποίο εξακολουθεί να έχει εφαρμογή και μετά την ισχύ του ν. 1396/1983, ενώ δεν συνιστά αντίφαση ή ασάφεια, ως προς την άνω υποχρέωση τους, το επιχείρημα που χρησιμοποιεί το Εφετείο, προκειμένου να προσδώσει έμφαση στην αμελή συμπεριφορά της εναγομένης επιβλέπουσας μηχανικού, σχετικά με την από 3-12-2003 δήλωσή της, κατά την οποία "οι ηλεκτρικές γραμμές της ΔΕΗ περνούν μακριά από την οικοδομή και κανένας κίνδυνος ηλεκτροπληξίας δεν θα υπάρχει για το εργατοτεχνικό προσωπικό".
Τέλος δε, το ότι ο αναιρεσείων είχε διατηρήσει για τον εαυτό του την επίβλεψη και διεύθυνση του έργου, μολονότι είχαν αναθέσει την εκτέλεση τμήματος αυτού στον πατέρα του θανόντα, και συνεπώς ήσαν υπόχρεος και οι ίδιος να λάβει τα ως άνω αναγκαία μέτρα ασφαλείας, με σαφήνεια και πληρότητα εμπεριέχεται τούτο στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της, τις οποίες αντλεί από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, ιδίως δε από τις καταθέσεις των μαρτύρων, με δική του (εναγομένου-αναιρεσείοντα) φροντίδα και μέριμνα και υπό την δική του καθημερινή παρακολούθηση, επίβλεψη και εντολές εκτελείτο το όλο έργο, ο οποίος γνωρίζοντας την επικινδυνότητα των άνω ηλεκτροφόρων αγωγών, έδινε συμβουλές και οδηγίες στους εργαζόμενους, μεταξύ των οποίων και ο θανών.
Επομένως, όλοι οι λόγοι αναιρέσεως, ενιαίως κρινόμενοι από τoυς αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, ως προς τις υπόλοιπες αιτιάσεις τους που αναφέρονται σε αυτούς, κατά το άλλο μέρος τους, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και 561 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών, σχετικά με ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντα, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείοντα σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντα, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος η δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων βαρύνει τον ηττηθέντα αναιρεσείοντα (άρθρο 183 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με το άρθρο 496 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012 και ισχύει από 2-4-2012, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού 200, 300 και 400 ευρώ αντίστοιχα, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας.
Σε περίπτωση που δεν κατατεθεί το παράβολο, το ένδικο μέσο απορρίπτεται από το δικαστήριο ως απαράδεκτο. Η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει, μεταξύ άλλων, και για τις εκδικαζόμενες κατά τις διατάξεις των άρθρου 663 ΚΠολΔ (εργατικές διαφορές). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, αν και δεν είχε υποχρέωση, από προφανή παραδρομή, κατέθεσε, για το παραδεκτό της ασκηθείσας από αυτόν ένδικης αναίρεσης, παράβολο ποσού, 300 ευρώ, όπως προκύπτει από την βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέα στην σχετική έκθεση κατάθεσης του ένδικου αυτού μέσου, που συνέταξε.
Επομένως, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-3-2014 αίτηση αναίρεσης της υπ' αρ. 3364/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1100) ευρώ.
Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα το παράβολο του ποσού των 300 ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2014. Και Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ