Supreme Court dismisses appeal for lack of grounds and inadmissibility regarding facts not subject to review.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision, ruling the appeal inadmissible and unfounded. The appellants argued that the Second Instance Court failed to properly evaluate evidence regarding the delivery of fuel and the binding of a second party to the contract. The court determined that the Second Instance Court had correctly assessed all evidence, including out-of-court admissions, and that the disputed facts were already established and not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 566(1), 577(3), 578 of the Code of Civil Procedure; Articles 559(19), 559(20), 561(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if it challenges facts already established by the lower court, and grounds alleging lack of reasoning or contradiction must cite the specific substantive law rules violated.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2096 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2096/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.... και 2. ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κων/νο Κομπλιώνα.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΚΟ Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρία Πετρελαιοειδών" πρώην με την επωνυμία "ΕΚΟ -ΕΛΔΑ Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρία Πετρελαιοειδών", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ζαραφέτα.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται, ο δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως, διότι, όπως δήλωσε, κωλύεται να παραστεί λόγω προσωπικού προβλήματος υγείας.
Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Φεβρουαρίου 2001 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 209/2002 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 45/2006 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12 Μαΐου 2008 αίτησή τους και του από 16 Ιουλίου 2009 δικογράφου προσθέτων αυτής λόγων . Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 2 Σεπτεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 12.5.2008 αίτησης αναίρεσης και του από 16.7. 2009 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν η αγωγή ή η ανακοπή κρίθηκαν από το Εφετείο στο πλαίσιο έρευνας των λόγων της ασκηθείσας έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, κατ' ουσίαν βάσιμες ή αβάσιμες, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου εκ του ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών (άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου, προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικά εάν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή τους έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών, ενόψει του ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση αυτών βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (Oλ.
Α.Π. 20/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης του από 12.5.2008 κυρίου δικογράφου αναίρεσης και τους τρίτο και πέμπτο (κατά το ένα μέρος του) λόγους του από 16.7.2009 δικογράφου προσθέτων λόγων αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο έχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες στα ακόλουθα στοιχεία: 1) ενώ δέχεται ότι τα 18 τιμολόγια που μνημονεύονται σ' αυτήν αποτελούν απόδειξη υλοποίησης της επίδικης σύμβασης χορήγησης εμπορευματικής πίστωσης από την αναιρεσίβλητη προς τους αναιρεσείοντες, δεν δικαιολογεί το γεγονός ότι επτά από αυτά φέρουν χρονολογίες προγενέστερες της 14.2.1997, που υπογράφηκε η ίδια σύμβαση, και άλλα επτά φέρουν χρονολογίες προγενέστερες της 19.3.1997, από της οποίας, κατά τη συμφωνία, θα άρχιζε υλοποιούμενη η ίδια σύμβαση χορήγησης εμπορευματικής πίστωσης. 2) Δεν αιτιολογεί με ποιόν τρόπο και πότε υπεισήλθε στην ίδια σύμβαση η δεύτερη αναιρεσείουσα, η οποία στην ανακοπτόμενη Δ/γή Πληρωμής εμφανίζεται να νομιμοποιείται παθητικά με την ιδιότητα του εγγυητή, αποκλειστικά για την αντίστοιχη συμβατική ευθύνη του πρώτου αναιρεσείοντος.
Δεν παρατίθενται όμως στο αναιρετήριο οι σχετικές ουσιαστικές διατάξεις που παραβιάστηκαν από την προσβαλλομένη και για την εφαρμογή των οποίων δεν περιέχονται αιτιολογίες ή οι παρατιθέμενες αιτιολογίες είναι αντιφατικές. Εν όψει των ελλείψεων αυτών του αναιρετηρίου, ένεκα των οποίων δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ του απορριπτικού διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, από την άποψη της εκ πλαγίου παραβίασης συγκεκριμένων διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, που δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, είναι αόριστοι.
ΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 17, ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Κατά την έννοια όμως της διάταξης αυτής, η αντίφαση που πρέπει να εντοπίζεται αποκλειστικά στο διατακτικό της απόφασης δικαιολογεί την αναίρεσή της μόνον όταν απ' αυτήν προκαλείται αοριστία, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της, ή αβεβαιότητα ως προς τη σκοπηθείσα διάπλαση ή τη διάγνωση που έγινε για τις σχέσεις των διαδίκων (ΑΠ 122/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο (κατά το δεύτερο μέρος του) του από 16.7.2009 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εντοπιζόμενης αντιφατικής παραδοχής αποκλειστικά στο αιτιολογικό της, από το γεγονός ότι αφενός μεν δέχεται ότι η εμπορευματική πίστωση συμφωνήθηκε αρχικά να δοθεί στον πρώτο αναιρεσείοντα και αφετέρου δέχεται ότι το 1/2 της ίδιας πίστωσης συμφωνήθηκε στη συνέχεια να δοθεί στην δεύτερη αναιρεσείουσα. Με τα δεδομένα αυτά, εφόσον στον ίδιο αναιρετικό λόγο δεν γίνεται η αναγκαία επίκληση της ύπαρξης αντίφασης και συνακόλουθης αοριστίας στο διατακτικό της προσβαλλομένης, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος.
ΙΙΙ.- Ως έγγραφα, που η παραμόρφωση του περιεχομένου τους ιδρύει το λόγο αναίρεσης της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, νοούνται μόνο τα προβλεπόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ, κατά κυριολεξία αποδεικτικά έγγραφα, όχι δε και τα διαδικαστικά έγγραφα. Στην δίκη επί ανακοπής κατά της εκδιδόμενης, κατά το άρθρο 623 του ΚΠολΔ διαταγής πληρωμής και στη διαδικασία των άρθρων 635 επ. ΚΠολΔ εκδίκασής της, η διαταγή αυτή πληρωμής που προσβάλλεται με την ανακοπή αποτελεί διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ 778/1996). Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, ο τρίτος από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο μέρος του και ο δεύτερος του δικογράφου προσθέτων λόγων, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της επίμαχης με αριθμό 585/1998 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, που έχει προσβληθεί με την ένδικη ανακοπή των αναιρεσειόντων, κρίνεται απαράδεκτος.
ΙV.- Η μαρτυρία που δίδεται με τη δήλωση ή βεβαίωση τρίτων του άρθρου 1 του ν.δ. 105/1969 ή 8 του Ν. 1599/1986, χωρίς δηλαδή να τηρηθούν ούτε οι διατυπώσεις του άρθρου 650 παρ. 1 εδ. 8' του ΚΠολΔ, που κατά παραπομπή εφαρμόζεται κατά τη διάταξη του άρθρου 643 παρ. 2 του ΚΠολΔ, και στη διαδικασία εκδίκασης διαφορών από πιστωτικούς τίτλους, ούτε οι διατυπώσεις των διατάξεων του ΚΠολΔ για την εξέταση των μαρτύρων αποτελεί αποδεικτικό μέσο μη επιτρεπόμενο από το νόμο.
Βέβαια, κατά τη διάταξη του άρθρου 650 παρ. 1 εδ. Α' του ΚΠολΔ "το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου", τα οποία άλλωστε αποτελούν και επιτρεπτώς λαμβανόμενα υπόψη δικαστικά τεκμήρια, αφού στην κρινόμενη υπόθεση χρησιμοποιήθηκε και το εμμάρτυρο μέσο απόδειξης.
Η ως άνω όμως ανώμοτη μαρτυρία αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αν δόθηκε "επίτηδες" κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) επί της ουσίας σχετική κρίση του ουσιαστικού δικαστηρίου, με το σκοπό να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό μέσο στην πολιτική δίκη εκείνη κατά την οποία προσκομίζεται (Ολ.
ΑΠ 8/1997). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου Λαμίας, που την εξέδωσε κατά την ειδική διαδικασία των πιστωτικών τίτλων, σε συνδυασμό με τις ενώπιον του Εφετείου εκείνου υποβληθείσες έγγραφες προτάσεις των αναιρεσειόντων, οι τελευταίοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν στο Εφετείο την από 21.1.2002 έγγραφη υπεύθυνη δήλωση του πρώην πληρεξούσιου δικηγόρου του Κων/νου Καψάλη, τη συνεκτίμηση της οποίας το Εφετείο απέκρουσε με την επί της ουσίας σκέψη ότι "λήφθηκε για να χρησιμοποιηθεί στη συγκεκριμένη δίκη".
Επομένως, ο έκτος λόγος του από 16.7.2009 δικογράφου προσθέτων λόγων, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 11 εδ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά την εκφορά από το Εφετείο της αντίστοιχης επί της ουσίας πιο πάνω κρίσης του, κρίνεται απαράδεκτος.
V.- Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμον ισχυρισμοί (Ολ.
ΑΠ 3/1997). Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων παραδεκτά από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, (που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης), υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια, δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, τόσο για την απόδειξη όσο και για την ανταπόδειξη.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται παραδεκτά ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.
ΑΠ 14/2005 και 2/2008). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωσή της η διάταξη αυτή αφορά μόνον έγγραφο, και όχι μαρτυρική κατάθεση, ενώ ως έγγραφα νοούνται μόνο όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ.
του Κ.Πολ.Δ, και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης. Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στην κατ' έφεση δίκη, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης, και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (Α.Π 442/1993).
Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου κατέληξε το δικαστήριο, με την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση και επανάληψη των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου, και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 413/1993).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν παραδεκτά υπόψη του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση από τους διαδίκους (ΑΠ 1055/2005). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 585 § 2 του ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής του άρθρου 632 του ίδιου Κώδικα, το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 έως 120, και τους λόγους της, νέοι δε λόγοι μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση και κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι α) το δικόγραφο της ανακοπής και των πρόσθετων λόγων αυτής, πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τους λόγους της, με τους οποίους οριοθετείται η δίκη της ανακοπής, να περιέχει δηλαδή σαφείς και ορισμένες τις αντιρρήσεις και ενστάσεις του ανακόπτοντος κατά της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής και β) νέοι λόγοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής ή των προσθέτων λόγων αυτής κρίνονται απαράδεκτοι, γιατί δεν επιτρέπεται να προταθούν για πρώτη φορά με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης ή με το δικόγραφο της έφεσης, που ασκείται κατά της απορριπτικής αποφάσεως της ανακοπής ή το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων της έφεσης και αν ακόμη οι νέοι λόγοι αφορούν ισχυρισμούς, που αναφέρονται στα άρθρα·269 και 527 του ΚΠολΔ, καθόσον, έναντι των γενικών αυτών διατάξεων κατισχύει η ειδική ως άνω διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, η οποία ρυθμίζει αποκλειστικά το περιεχόμενο του δικογράφου της ανακοπής και τον τρόπο προβολής των νέων λόγων αυτής (ΑΠ 1584/2005, 912/2002, 72/2000, 1423/1999, 1914/1999, 309/1999).
Από δε τη διάταξη του άρθρου 873 του Α.Κ. προκύπτει ότι η αναφερόμενη σ' αυτή αυτοτελής και ετεροβαρής ενοχή από έγγραφη αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους γεννιέται στην περίπτωση -που τα μέρη είχαν πρόθεση να δημιουργήσουν ενοχή ανεξάρτητη από την αιτία, πράγμα που θα εξακριβωθεί απ' αυτήν την ίδια τη δήλωση και τις περιστάσεις.
Τέτοια δε πρόθεση μπορεί να προκύπτει και από τον τύπο που επέλεξαν τα μέρη, όπως είναι εκείνος της συναλλαγματικής, η οποία κατ' εξοχήν ιδρύει αναιτιώδη ενοχή (Ολ. ΑΠ 2088/1985). Και ναι μεν η ενοχή από συναλλαγματική είναι αναιτιώδης, με την έννοια ότι η αιτία η οποία έδωσε αφορμή στην έκδοση και αποδοχή της, δεν αποτελεί κατ' αρχήν προϋπόθεση του κύρους της, όμως ο οφειλέτης ή κάθε τρίτος που έχει έννομο συμφέρον να επικαλεσθεί το ανύπαρκτο της απαίτησης του δανειστή από τη συναλλαγματική, ακόμα και στο πλαίσιο ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε με βάση συναλλαγματική, οι λόγοι της οποίας (ανακοπής) αφορούν είτε στο κύρος της διαταγής πληρωμής για έλλειψη διαδικαστικών προϋποθέσεων είτε την ύπαρξη απαίτησης (Ολ.
ΑΠ 10/1991), μπορεί να επικαλεσθεί και να αποκαλύψει με ειδικό λόγο της ανακοπής την αιτιώδη σχέση μεταξύ δανειστή και οφειλέτη, που αποτέλεσε την αιτία έκδοσης και αποδοχής της συναλλαγματικής, καθώς και το ελάττωμα της αιτιώδους αυτής σχέσης ή την ανυπαρξία της, ως εκ των οποίων η απαίτηση του δανειστή στερείται νόμιμης αιτίας, στη συνέχεια δε υποχρεούται να αποδείξει ο ίδιος (ανακόπτων) ότι η αιτία για την οποία έγινε η έκδοση και αποδοχή της συναλλαγματικής, είναι ανύπαρκτη. (ΑΠ 1512/2006, 1566/2001), 958/1996).
Τα προαναφερθέντα δεν αντιστρατεύονται προς τα ισχύοντα γενικά ότι επί ανακοπής με αρνητικό χαρακτήρα ο καθού η ανακοπή, ο οποίος επέχει θέση ενάγοντος, έχει το υποκειμενικό βάρος κατά τον γενικό δικονομικό κανόνα του άρθρου 338 παρ. 1 του ΚΠολΔ, για την απόδειξη, με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, της ύπαρξης και του ύψους της απαίτησης (ΑΠ 15/2007), αφού και στην περίπτωση της συναλλαγματικής, που ο κομιστής της ζήτησε την έκδοση της Δ/γής Πληρωμής, η ύπαρξη της απαίτησης του τελευταίου και η προς απόδειξη υποχρέωσή του εξαντλείται στην προσκόμιση της συν/κής.
Τέλος, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 338 του ΚΠολΔ και 904 παρ. 1 του ΑΚ, για τη θεμελίωση της αξίωσης από αιτία που δεν επακολούθησε αλλά και του αντίστοιχου λόγου ανακοπής κατά Δ/γής Πληρωμής που εκδόθηκε με βάση συν/κή, ο ανακόπτων έχει υποχρέωση να ισχυρισθεί με την ανακοπή του και να αποδείξει ότι η παροχή ή ανάληψη της υποχρέωσης από τη συν/κή έγινε για ορισμένη μέλλουσα αιτία, που συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων, και ότι δεν επακολούθησε η αιτία για την οποία έγινε η ανάληψη της υποχρέωσης (ΑΠ 1358/1991 και 178/1985).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης με αριθμό 209/2002 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία είχε απορριφθεί η ανακοπή των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 585/1998 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, και είχε επικυρωθεί η εν λόγω διαταγή πληρωμής, κριθέντος αβασίμου κατ' ουσία του ισχυρισμού των ανακοπτόντων.
Απέρριψε δε το Εφετείο την έφεση των αναιρεσειόντων ανακοπτόντων, γιατί έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι η ένδικη συν/κή, με βάση την οποία εκδόθηκε η Δ/γή Πληρωμής, εκδόθηκε χωρίς νόμιμη αιτία, συνδέουσα τους διαδίκους, με την έννοια ότι δεν επακολούθησε πράγματι ανάληψη της υποχρέωσης εκ μέρους των αναιρεσειόντων, με τις ακόλουθες επί της ουσίας παραδοχές: "Δυνάμει της από 14.2.1997 συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας, που καταρτίσθηκε μεταξύ του πρώτου των ανακοπτόντων και της εταιρείας "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΑΥΣΙΜΑ ΟΡΥΚΤΕΛΑΙΑ ΑΒΒΕ", της οποίας καθολική διάδοχος δια συγχωνεύσεως με απορρόφηση είναι η καθής η ανακοπή, ο πρώτος ανέλαβε, για χρονικό διάστημα δέκα ετών, ήτοι από 14-2-1997 μέχρι 14-2-2003, να προμηθεύεται αποκλειστικά από τη δεύτερη πετρελαιοειδή, τα οποία θα διέθετε, υπό τα σήματα αυτής, σε τρίτους, από το πρατήριο υγρών καυσίμων που διατηρούσε στο 3° χιλιομ.
της Ε.Ο. ..., σύμφωνα με τους όρους, που αναφέρονται στο από 15-2-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό, που υπογράφτηκε μεταξύ τους. Η δεύτερη ανακόπτουσα υπέγραψε την ίδια σύμβαση, δηλώντας ότι εγγυάται την πιστή τήρηση όλων των όρων της, παραιτούμενη από την ένσταση διζήσεως. Στα πλαίσια της παραπάνω εμπορικής συνεργασίας, συμφωνήθηκε, με το από 14-2-1997 παράρτημα της ίδιας σύμβασης, να χορηγήσει η καθής η ανακοπή στον πρατηριούχο, πρώτο των ανακοπτόντων, εμπορευματική πίστωση μέχρι του ποσού των 12.500.000 δρχ., που αντιστοιχεί σε 36.683,79 ευρώ, για την αγορά καυσίμων.
Η πίστωση αυτή έπρεπε να επιστραφεί τμηματικά κατά το χρονικό διάστημα από 31.3.1999 μέχρι 31-3-2005, σε περίπτωση όμως λήξεως ή λύσεως της συμβάσεως για οποιοδήποτε λόγο θα εξοφλείτο αμέσως (βλ. άρθρα 1 και 4 του παραπάνω παραρτήματος). Για εξασφάλιση της καθής η ανακοπή, ο πρώτος των ανακοπτόντων αποδέχθηκε μία συναλλαγματική εκδόσεως και σε διαταγή της, αντιστοίχου ποσού με την εμπορευματική πίστωση, την οποία τριτεγγυήθηκε υπέρ του αποδέκτη η δεύτερη ανακόπτουσα σύζυγός του.
Σε εκτέλεση των συμφωνηθέντων, χορηγήθηκε τμηματικά στον πρώτο των ανακοπτόντων η άνω πίστωση (αγορά καυσίμων με πίστωση), μέσω της αντιπροσώπου της καθής η ανακοπή στο Νομό ... .... Ειδικότερα, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ της άνω αντιπροσώπου και του πρώτου των ανακοπτόντων, η πίστωση χορηγήθηκε κατά το ποσό των 6.538.163 δρχ.
στο πρατήριο του ίδιου και κατά το ποσό των 6.192.163 δρχ. στο πρατήριο που διατηρούσε στον ... η δεύτερη ανακόπτουσα σύζυγός του (βλ. με αριθ. 1076/1997, 1912/1997, 1945/1997, 6168/1997, 6211/1997, 1982/1997, 1260/1997, 1264/1997, 6235/1997, 6216/1997, 2019/1997, 1287/1997, 1197/1997, 6188/1997, 1138/1997, 1121/1997 και 1090/1997 τιμολόγια - δελτία αποστολής της αντιπροσώπου της καθής). Ακολούθως, λόγω αντισυμβατικής συμπεριφοράς του πρώτου των ανακοπτόντων, η καθής κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση, με την από 13.4.1998 εξώδικη δήλωση-καταγγελία, συνεπεία της οποίας και έληξε η εμπορική συνεργασία των διαδίκων.
Με την ίδια καταγγελία η καθής ζήτησε μεταξύ άλλων και την εξόφληση της εμπορευματικής πίστωσης. Σε απάντηση της εν λόγω εξώδικης καταγγελίας, οι ανακόπτοντες απέστειλαν στην καθής την από 1/6/1998 εξώδικο δήλωση, όπου μεταξύ άλλων αναγνωρίζουν την οφειλή τους από την προαναφερόμενη εμπορευματική πίστωση αναγράφοντας επί λέξει "Τέλος δια την οφειλομένη εις Υμάς εμπορευματική πίστωση των 12.500.000 δρχ., έχει συμφωνηθεί η τμηματική αποπληρωμή της από 31.3.1999 και εν συνεχεία". (βλ.
την 4η σελίδα του εξωδίκου αυτού). Μετά από αυτά, η καθής εξέδωσε σε βάρος των ανακοπτόντων την επίδικη διαταγή πληρωμής. Σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός των ανακοπτόντων ότι ουδέποτε υλοποιήθηκε η συμφωνία με την καθής για την χορήγηση της εμπορευματικής πίστωσης, καθώς και η ανακοπή στο σύνολό της".
Α) Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο και κατά τα δύο επικουρικά προβαλλόμενα και αντιφατικά μέρη του, λόγο του κυρίως δικογράφου της από 12.5.2008 αίτησης αναίρεσης και τον τέταρτο λόγο του δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης, αποδίδονται αντίστοιχες πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση από τους αριθμούς 11, 20 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, από το γεγονός ότι το Εφετείο:
α) δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε για την απόδειξη του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων, που προβλήθηκε με την έφεσή τους, ότι εξόφλησαν την αξία των ποσοτήτων καυσίμων που δέχεται η ίδια απόφαση ότι παραδόθηκαν σ' αυτούς με τα προαναφερθέντα στις παραδοχές της δέκα οκτώ (18) τιμολόγια - δελτία αποστολής της, σαράντα δύο (42) συνολικά αναφερόμενες στο αναιρετήριο εξοφλητικές αποδείξεις ατόμων που ενεργούσαν για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, β) παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ίδιων εγγράφων αποδείξεων με το να δεχθεί ότι δεν αφορούσαν εξόφληση της ένδικης υποχρέωσης των αναιρεσειόντων όσο συνδυάστηκε με τα προαναφερθέντα 18 τιμολόγια - δελτία αποστολής και γ) δεν έλαβε υπόψη τον αντίστοιχο ισχυρισμό των αναιρεσειόντων για εξόφληση της ένδικης υποχρέωσής τους.
Όπως, όμως, προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της από 20.2.2002 ανακοπής των αναιρεσειόντων, επί της οποίας έκρινε η προσβαλλομένη, με αυτήν οι αναιρεσείοντες είχαν επικαλεσθεί ως λόγο ακύρωσης της επίμαχης Δ/γής Πληρωμής μόνο την έλλειψη νόμιμης αιτίας, από το γεγονός ότι δεν επακολούθησε πράγματι με οποιονδήποτε τρόπο η αιτία της παράδοσης καυσίμων, για την οποία έγινε η ανάληψη της υποχρέωσής τους με τη συν/κή, με βάση την οποία εκδόθηκε η Δ/γή Πληρωμής.
Εφόσον δε, οι αναιρεσείοντες δεν επικαλέσθηκαν, έστω και επικουρικά, με την ίδια ανακοπή και την απόσβεση της αντίστοιχης υποχρέωσής τους με τις πιο πάνω καταβολές, όσο μπορούσαν να συνδυασθούν με τα αντίστοιχα τιμολόγια δελτία αποστολής, απαραδέκτως προβλήθηκε ο ίδιος ισχυρισμός για πρώτη φορά με την έφεσή τους, έστω και αν αποδεικνυόταν εγγράφως κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα νομική σκέψη.
Εν όψει τούτων, το Εφετείο δεν παρέλειψε να λάβει παρά το νόμο υπόψη του, τον πιο πάνω απαραδέκτως προβληθέντα ως "πράγμα" ισχυρισμό, ούτε υπέπεσε στις αντίστοιχες πλημμέλειες από τους αριθμούς 8, 11 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφού οι πιο πάνω 42 έγγραφες αποδείξεις, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, κατέτειναν στην απόδειξη του προαναφερθέντος ισχυρισμού των αναιρεσειόντων για εξόφληση, που δεν είχε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, γιατί ήταν απαράδεκτος ως εκ του χρόνου και του τρόπου προβολής του.
Β) Περαιτέρω, με τους πρώτο και τρίτο λόγους του από 12.5.2008 κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και πρώτο και δεύτερο λόγους του δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχες πλημμέλειες από τους αριθμούς 11, 20 και 8 του ΚΠολΔ, από το γεγονός ότι το Εφετείο α) δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε για την απόδειξη του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων ότι δεν επακολούθησε η αιτία της παράδοσης καυσίμων σύμφωνα με το περιεχόμενο των 18 τιμολογίων - δελτίων αποστολής που κατά τις παραδοχές της (απόφαση) αποδείκνυαν ισάριθμες παραδόσεις, και ιδιαίτερα την ακριβή χρονολογία τους, η οποία για επτά (7) από αυτά ανάγεται σε χρόνο πριν την 14.2.1997 που υπογράφηκε η ίδια σύμβαση και άλλα επτά (7) φέρουν τροπολογίες προγενέστερες της 4.3.1997, από της οποίας κατά τη συμφωνία θα άρχιζε υλοποιούμενη η ίδια σύμβαση χορήγησης εμπορευματικών πιστώσεων, β) παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ίδιων τιμολογίων, αλλά και των εγγράφων της από 14.2.1997 σύμβασης εμπορευματικής πίστωσης και του ταυτόχρονου παραρτήματος ΣΤ-1, με το να δεχθεί ότι με τα ίδια τιμολόγια παραδόθηκαν καύσιμα στο πλαίσιο εκτέλεσης της ίδιας σύμβασης και ότι με νεώτερη συμφωνία συμφωνήθηκε να παραδοθούν καύσιμα αξίας αντιστοιχούσας στο 1/2 της χορηγηθείσας πίστωσης και στην δεύτερη αναιρεσείουσα και γ) δεν έλαβε υπόψη τους αντίστοιχους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων που έχουν σχέση με τη χρονολογία έκδοσης των 18 τιμολογίων, όσον αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της αναιρεσίβλητης για παράδοση καυσίμων στο πλαίσιο της από 14.2.1997 σύμβασης.
Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, δηλαδή τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, την υπ' αριθ. 407/2005 ένορκη βεβαίωση, όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και την συνεκτιμηθείσα εξώδικη ομολογία των αναιρεσειόντων, που προέκυπτε από την από 1.6.1998 εξώδικη δήλωσή τους, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ρητά ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι δεν επακολούθησε η αιτία της παράδοσης των καυσίμων προς αυτούς, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τα πιο πάνω τιμολόγια, στο σύνολο του περιεχομένου τους για να καταλήξει στο απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, υπ' αυτά τα δεδομένα και καθ' όσον αφορά τα πιο πάνω φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα ούτε οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, ούτε και προκύπτει από το σύνολο αυτών που ιστορούν στην αίτησή τους, ή και κυρίως από αυτή την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα παραπάνω έγγραφα για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά της, ύστερα από τη συνεκτίμηση και όλων των άλλων στοιχείων, ότι δηλαδή επακολούθησε η αιτία για την οποία εκδόθηκε η συναλλαγματική, με βάση την οποία εκδόθηκε η προσβληθείσα με την ανακοπή των αναιρεσειόντων Δ/γή Πληρωμής και ότι συμφωνήθηκε να υπεισέλθει στη συμβατική σχέση και η δεύτερη αναιρεσείουσα.
Επομένως, οι εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, είναι από την αιτία αυτή προεχόντως απαράδεκτοι. Κατά τα λοιπά δε, οι ίδιοι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι επίσης απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, γιατί, όπως από το περιεχόμενό τους προκύπτει, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι δεν επακολούθησε πράγματι η παράδοση των καυσίμων προς αυτούς, και ότι η δεύτερη από αυτούς δεν είχε δεσμευθεί με την από 14.2.1997 σύμβαση ως παραλήπτρια καυσίμων, πλήττοντες πλέον την αντίθετη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, που ανάγεται σε πράγματα, και σαν τέτοια, δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Για τους ίδιους δε λόγους, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ότι το Εφετείο παρέλειψε ν' αποφανθεί επί των ισχυρισμών τους, που θεμελιώνουν τους λοιπούς στην ενότητα αυτή με στοιχείο (Β) ερευνώμενους λόγους αναίρεσης, αφού το Εφετείο τους απέρριψε τόσο ρητά, όσο και εκ του πράγματος ως αβάσιμους, αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα από τη συνεκτίμηση του συνόλου των προσκομισθέντων και επικληθέντων αποδεικτικών μέσων, γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τους ισχυρισμούς αυτούς, ότι δηλαδή παραδόθηκαν οι ποσότητες καυσίμων στους αναιρεσείοντες και συμφωνήθηκε να παραδοθούν στην δεύτερη αναιρεσείουσα ποσότητες καυσίμων που αντιστοιχούσαν στον 1/2 της χορηγηθείσας πίστωσης, και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-5-2008 αίτηση και το από 16-7-2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης των ... και 2) ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 45/2006 απόφασης του Εφετείου Λαμίας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ