Supreme Court dismisses appeal on false document claim, ruling evidence was properly considered despite alleged omission.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant bank's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment. The appellant argued the lower court failed to consider a later lawsuit containing an ex parte admission of debt, claiming this was a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure. The court rejected this, finding the appellate court had explicitly acknowledged and weighed the document in its reasoning, thereby validating the original decision on the merits.
Legislator headnote
AI generatedArticles 98, 460, 461, 463 of the Code of Civil Procedure; A specific power of attorney to challenge a document as forged requires proof of forgery, and an appellate court's failure to mention a document does not constitute error if the document was actually considered in the reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2095 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2095/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", ως οιονεί καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Καραθάνου.
Της αναιρεσιβλήτου: Ζ. Α. συζ. Ι. θυγ. Γ. Κ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπείται από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Τζαμαδάνη - Μπατζαλέξη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Φεβρουαρίου 1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6246/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 753/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12 Ιουλίου 2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 17 Δεκεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 98 περ. β'ΚΠολΔ, η πληρεξουσιότητα που δίνεται κατά το άρθρο 96 δεν περιλαμβάνει, εκτός αν αναφέρεται ειδικά...και την προσβολή εγγράφου ως πλαστού. Εξάλλου, κατά το 460 του Κ.Πολ.Δ., κάθε έγγραφο μπορεί να προσβληθεί ως πλαστό, τα ιδιωτικά και όταν με παραβολή προς άλλα αποδείχθηκαν γνήσια. Κατά το επόμενο άρθρο 461, αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή ή με τις προτάσεις ή και προφορικά, όταν η υποβολή προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική, όπως και με τους τρόπους που προβλέπει ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας. Τέλος, κατά το άρθρο 463, όποιος προβάλλει ισχυρισμούς για πλαστότητα εγγράφου είναι ταυτόχρονα υποχρεωμένος να προσκομίσει τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα και να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλιώς οι ισχυρισμοί του είναι απαράδεκτοι. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι η ειδική πληρεξουσιότητα που προβλέπεται από την πρώτη των πιο πάνω διατάξεων για την προσβολή εγγράφου ως πλαστού, καθώς και η υποχρεωτική προαπόδειξη του σχετικού ισχυρισμού, απαιτούνται όταν ορισμένο έγγραφο, το οποίο προσκομίζεται στη δίκη από τον ένα διάδικο, προσβάλλεται από τον άλλον ως πλαστό, προκειμένου να εκμηδενισθεί η αποδεικτική του αξία.
Συνεπώς, όταν το έγγραφο προσκομίζεται όχι ως γνήσιο, αλλ` ως πλαστό, με στόχο να διαγνωσθεί η τέλεση αδικοπραξίας και να θεμελιωθεί η εξ αυτής αστική ευθύνη του πλαστογράφου, τότε δεν πρόκειται για προσβολή επί πλαστότητι και, ως εκ τούτου, δεν απαιτείται ούτε ειδική πληρεξουσιότητα του δικηγόρου που προσκομίζει το έγγραφο, ούτε συντρέχει ανάγκη για προαπόδειξη της πλαστότητας.
Τούτο δε γιατί, σε μια τέτοια περίπτωση, η πλαστότητα δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, που προβάλλεται κατ` ένσταση ή με παρεμπίπτουσα αγωγή, ώστε η απόδειξή του να υπόκειται στους περιορισμούς των πιο πάνω διατάξεων (Ολομ. Α.Π. 23/1999), αλλ` εξειδικεύει την έννοια της αδικοπραξίας, η οποία αποτελεί την ιστορική βάση της αγωγής, εκφέροντας το είδος αυτής και τη μορφή με την οποία πραγματώθηκε (ΑΠ 1190/2003).
Έτσι, όταν στο δικόγραφο της αγωγής από αδικοπραξία γίνεται επίκληση εγγράφου όχι ως γνήσιου, αλλά ως πλαστού, για τον προαναφερόμενο λόγο, το δικαστήριο της ουσίας κρίνοντας επί του ορισμένου της αγωγής και εκτιμώντας ότι η επίκληση σ' αυτήν αναφέρεται σε μη γνήσιο έγραφο λόγω της επικαλούμενης πλαστότητας αυτού, ούτε παραλείπει να δεχθεί πράγματα που προτάθηκαν, ούτε λαμβάνει υπόψη μη προταθέντα πράγματα, δηλαδή ότι γίνεται επίκληση σε μη γνήσιο έγγραφο, το οποίο αναφέρεται ότι είναι πλαστό.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την από 05-02-1998 ένδικη αγωγή, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ιστορούσε τα εξής: Ότι με σύμβαση ενυπόθηκου τοκοχρεωλυτικού δανείου που συνήψε με την τότε εναγομένη Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος, της οποίας ή ήδη αναιρεσείουσα τυγχάνει καθολική διάδοχος, η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να της χορηγήσει λόγω δανείου, δυνάμει του υπ' αριθ. .../1993 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευσταθίας Γεωργιάδου-Μακρίδου, το ποσό των 20.000.000 δραχμών, προκειμένου να ανεγείρει σε ακίνητο ιδιοκτησίας της ίδιας και του συζύγου της, κτίριο εκθεσιακού χώρου έργων τέχνης, ενώ παράλληλα η ίδια και ο σύζυγός της παραχώρησαν στην τότε εναγομένη το δικαίωμα εγγραφής υποθήκης επί του περιγραφομένου ακινήτου, συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου αμφοτέρων των συζύγων κατ' ίσα μέρη.
Ότι μετά την κατάρτιση της άνω συμβάσεως, η άνω εναγομένη Τράπεζα κατέβαλε σ' αυτήν (ενάγουσα) ποσό μόνο 8.000.000 δραχμών, το δε υπόλοιπο ποσό των 12.000.000 δραχμών δεσμεύθηκε, κατά τα συμφωνηθέντα και θα της καταβαλλόταν, ανάλογα με την πρόοδο των οικοδομικών εργασιών, που θα βεβαιωνόταν με σχετική πιστοποίηση του αρμόδιου πολιτικού μηχανικού της εναγομένης.
Ότι, επειδή οι οικοδομικές εργασίες δεν άρχισαν, δεν παρέστη ανάγκη να εκταμιεύσει και το υπόλοιπο ποσό των 12.000.000 δραχμών και ως εκ τούτου, από το εγκριθέν σ' αυτήν ποσόν, που βάσει της καταρτισθείσης δανειακής συμβάσεως θα ελάμβανε σταδιακά με την πρόοδο των εργασιών, έλαβε μόνο το ποσό των 8.000.000 δραχμών.
Ότι οι προστηθέντες της εναγομένης, Θ. Π., υπάλληλός της, με τη συνδρομή του συνεργαζόμενου με αυτήν (εναγομένη) πολιτικού μηχανικού της Σ. Λ., ο οποίος πιστοποίησε ψευδώς την πρόοδο των οικοδομικών εργασιών και των κατονομαζομένων ταμιών αυτής (tellers), οι οποίοι εξέδωσαν τα σχετικά εντάλματα πληρωμής που εκθέτει, εμφάνισαν ότι αυτή (ενάγουσα) εισέπραξε σταδιακά, κατά τους εκτιθέμενους στην αγωγή χρόνους, τα εκεί αναγραφόμενα ποσά και συνολικά, το δεσμευθέν ποσό των 12.000.000 δραχμών, το οποίο στην πραγματικότητα εισέπραξε εν αγνοία της ο Θ.
Π., ο οποίος πλαστογραφώντας την υπογραφή της στα αναφερόμενα εντάλματα πληρωμής θέτοντας αυτήν κατ' απομίμηση και φυσικά χωρίς να έχει την εντολή της, η οποία διαφέρει σε όλα τα έντυπα, τα θεώρησε και τα παρέδωσε στον αντίστοιχο tellers (ταμία) της εναγομένης και πέτυχε έτσι την είσπραξη του παραπάνω ποσού, το οποίο ιδιοποιήθηκε παρανόμως.
Ότι το, κατά τα ανωτέρω, εκταμιευθέν και ιδιοποιηθέν ποσό, η εναγομένη απαίτησε να της το καταβάλει και ότι, προκειμένου να αποφύγει τις δυσμενείς συνέπειες της υπερημερίας της, κατέβαλε στην αντίδικο το συνολικό ποσό των 17.236.750 δραχμών, όπως αναλυτικά εκθέτει στην αγωγή της, ενώ έπρεπε να της καταβάλει, για το πράγματι δανεισθέν ποσό των 8.000.000 δραχμών, το συνολικό ποσό των 10.369.200 δραχμών (ήτοι 8.000.000 δραχμές το κεφάλαιο συν 2.369.200 δραχμές για τόκους αυτού), ζημιώθηκε δε αυτή (ενάγουσα) κατά το ποσό των 6.863.550 δραχμών (17.236.750- 10.369.200), που κατέβαλε επί πλέον στην εναγομένη, λόγω της αδικοπραξίας που τέλεσαν σε βάρος της οι ανωτέρω προστηθέντες της (εναγομένης), κατά την άσκηση των ανατεθέντων σ' αυτούς καθηκόντων, έστω και κατά κατάχρηση ή υπέρβαση των εντολών που τους είχαν δοθεί.
Βάσει του ανωτέρω ιστορικού η ενάγουσα, ως έχουσα έννομο συμφέρον ζήτησε: α) να αναγνωρισθεί ότι, από το εγκριθέν, δυνάμει της υπ' αριθ. .../1993 συμβάσεως ενυπόθηκου δανείου της ανωτέρω συμβολαιογράφου, ποσό των 20.000.000 δραχμών, η εναγομένη της κατέβαλε μόνο το ποσό των 8.000.000 δραχμών, β) να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία κάθε απαιτήσεως της εναγομένης από την άνω δανειακή σύμβαση, πέραν του ποσού των 8.000.000 δραχμών, για την εξόφληση του οποίου κατέβαλε ήδη στην αντίδικό της το ποσό των 17.236.750 δραχμών, γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει ως αποζημίωση το ως άνω ποσό των 6.863.550 δραχμών, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, δ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 9.999.000 δραχμών, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, λόγω της άνω αδικοπραξίας, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και ε) να διαταχθεί η εξάλειψη της υποθήκης που εγγράφηκε επί του περιγραφομένου ακινήτου αυτής και του συζύγου της.
Το Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού απέρριψε, εκτός των άλλων, τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, που είχε επαναφέρει ενώπιων του, με σχετικό λόγο της εφέσεώς της και συγκεκριμένα: α) ότι ήταν απαράδεκτος ο περιεχόμενος στην αγωγή της ενάγουσας ισχυρισμός της περί πλαστογραφίας της υπογραφής της στα παραστατικά λήψεως χρημάτων του δανείου (εντάλματα πληρωμής), διότι η πληρεξούσια δικηγόρος της δεν είχε ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα, κατ' άρθρο 98 εδ.
β' ΚΠολΔ, ούτε επικαλέσθηκε ότι υπέβαλε έγκληση κατά του φερόμενου ως πλαστογράφου και β) ότι ο αγωγικός ισχυρισμός περί πλαστότητας των άνω εγγράφων ήταν απαράδεκτος, κατ' άρθρο 463 ΚΠολΔ, διότι αυτή δεν ανέφερε ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού της, ακολούθως, αφού δέχθηκε την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, ως προς όλα τα αιτήματά της, εκτός αυτού περί χρηματική ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, που την έκανε δεκτή κατά ένα μέρος, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε δεχθεί τα ίδια.
Ήδη, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αριθμ. 14 και 8 του ΚΠολΔ, κατ' ορθήν εκτίμηση, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση: α) γιατί δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή, με την οποία η αναιρεσίβλητη ζητούσε την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από μία σειρά πλαστογραφιών που διέπραξε ο προστηθείς από την αναιρεσείουσα υπάλληλός της, δοθέντος ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εστερείτο ειδικής πληρεξουσιότητος και, επί πλέον, δεν προσκόμισε προαποδεικτικώς τα αποδεικτικά της πλαστότητας έγγραφα, ούτε ανέφερε ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, β) γιατί, προκειμένου να κρίνει ορισμένη την αγωγή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, και συγκεκριμένα ότι με την αγωγή η αναιρεσίβλητη αρνείται την γνησιότητα της υπογραφής επί των παραστατικών εγγράφων με τα οποία τελέσθηκε η εις βάρος της αδικοπραξία, ισχυρισμός που δεν είχε προταθεί, ενώ δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό περί πλαστογράφησης της υπογραφής της στα ως άνω παραστατικά, αναφέροντας ως πλαστογράφο αυτών τον Θ.
Π. και γ) γιατί αναφέρει, κατά την έρευνα του άνω ισχυρισμού της "ότι η ενάγουσα-εφεσίβλητη (αναιρεσίβλητη) δεν υπέβαλε ένσταση πλαστότητας, αλλά αρνήθηκε την γνησιότητα της υπογραφής της επί των ενταλμάτων πληρωμής που επικαλέσθηκε (και προσκόμισε) η αντίδικός της (αναιρεσείουσα) με την οποία συναρτάται η επικαλούμενη από αυτήν (εκκαλούσα) καταβολή του δεσμευμένου ποσού των 12.000.000 δραχμών", ενώ τα ως άνω εντάλματα πληρωμής σε επικυρωμένα αντίγραφα παραδόθηκαν στην αναιρεσίβλητη, μετά από σχετική αίτησή της, τα παραστατικά δε αυτά επικαλείται στην αγωγή της προκειμένου να καταλήξει στην αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος υπαλλήλου της και την εντεύθεν ζημία αυτής.
Ο λόγος αυτός, θεμελιούμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι υπόκειται προσβολή επί πλαστότητι, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού η αναιρεσίβλητη δεν υπέβαλε ένσταση πλαστότητας, αλλά με το δικόγραφο της αγωγής της, όπως από το προεκτεθέν περιεχόμενο αυτού προκύπτει, αρνήθηκε την γνησιότητα των παραπάνω εγγράφων (ενταλμάτων πληρωμής), λόγω της επικαλούμενης πλαστότητας αυτών, εξειδικεύοντας κατ' αυτόν τον τρόπο την έννοια της αδικοπραξίας του προστηθέντος υπαλλήλου της αναιρεσείουσας, η οποία αποτελεί την ιστορική βάση της αγωγής της, εκφέροντας το είδος αυτής και τη μορφή με την οποία πραγματώθηκε.
Επειδή, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ` του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Εξάλλου, η ομολογία, ως αποδεικτικό μέσο, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ, προϋποθέτει την παραδοχή της αλήθειας στοιχείου κατά νόμο αυτοτελούς ισχυρισμού του αντιδίκου ή της αναλήθειας τέτοιου ισχυρισμού εκείνου που προβαίνει στην παραδοχή.
Δεν θεμελιώνεται, όμως ο σχετικός λόγος, όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας και από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα έγγραφα, από τα οποία συνάγεται, κατά το λόγο αναιρέσεως, εξώδικη ομολογία. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ.
γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις την με αριθμό καταθέσεως 1294/2000 μεταγενέστερη αγωγή που άσκησε αυτή (αναιρεσίβλητη) και ο σύζυγός της, μαζί με άλλους, κατά της αναιρεσείουσας τράπεζας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε νόμιμα με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, στην οποία περιέχεται εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης, με την αναφορά σ' αυτήν "....πήρε δάνειο, έβαλε υποθήκη το σπίτι της και τα λεφτά τα πήρε η Κ.....το ίδιο συνέβη και με το δάνειο του ιατρού Ι.
Α...", με αποτέλεσμα να δεχθεί τους αγωγικούς ισχυρισμούς, παρά τα αντιθέτως τεκμαιρόμενα από την εξώδικη αυτή ομολογία. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο κατά τις προαναφερθείσες επί της ουσίας παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα τα νομίμως με επίκληση προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί παραδοχής των κρίσιμων αγωγικών ισχυρισμών, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το έγγραφο αυτό, από το οποίο, κατά τον λόγο αυτό αναιρέσεως, τεκμαίρεται εξώδικη ομολογία, περί του αντιθέτου.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-07-2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 753/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ