2095/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (κωλυομένου του Εισαγ-γελέα) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Legislator headnote
AI generated2095/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συγκεκριμένα, η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παράγραφο 1. 3.
Full text
Απόφαση 2095 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) ΑΡΙΘΜΟΣ 2095/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ- ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (κωλυομένου του Εισαγ-γελέα) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 8η Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - πολιτικώς ενάγουσας Ναυτικής Εταιρίας με την επωνυμία "... SHIPPING", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Χ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμόν 1093/2002 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Με κατηγορούμενους τους 1) Σ1, 2) Σ2, και 3) Σ3. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - πολιτικώς ενάγουσα ζητά την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Αυγούστου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1222/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή με αριθμό 313/1-10-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: 1. Εισάγω ενώπιόν σας, κατά τα άρθρα 476 και 513 παρ.1 εδ. α' ΚΠΔ, την 6966/1-9-10 αίτηση αναίρεσης της πολιτικώς ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία ...
ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΕ, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Χ, κάτοικο ..., που άσκησε με δήλωση, την οποία επέδωσε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά του 1093/02 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και εκθέτω τα ακόλουθα: 2. Κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εναντίον απόφασης ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται, ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το αρμόδιο να κρίνει επ' αυτού συμβούλιο ή δικαστήριο (σε συμβούλιο), μετά από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή αποφάσεως.
Κατά μεν το άρθρο 474 παρ.1 του ΚΠΔ ορίζεται ο τρόπος με τον οποίο ασκείται το ένδικο μέσο από τους διαδίκους και από τον εισαγγελέα. Συγκεκριμένα, όσον αφορά τους διαδίκους το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει ο δικαιούμενος.
Αν αυτός κρατείται στη φυλακή ή δήλωση μπορεί να γίνει και σ' εκείνον που τη διευθύνει. Για τη δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπο του και από εκείνον που τη δέχεται. Κατά δε το άρθρο 473 παρ. 2 του ΚΠΔ ορίζεται ένας πρόσθετος ειδικός τρόπος ασκήσεως του ενδίκου μέσου όσον αφορά τον καταδικασθέντα.
Συγκεκριμένα, η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παράγραφο 1. 3.
Στην προκείμενη περίπτωση η πολιτικώς ενάγουσα ανώνυμη εταιρία ... ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΕ, νομίμως εκπροσωπούμενη από τον Χ, κάτοικο ..., ασκεί αναίρεση κατά του 1093/02 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε τις εφέσεις τόσο της ίδιας όσο και του Χ κατά του 664/02 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών, το οποίο αφενός μεν αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων 1) Σ1, 2) Σ2 και 3) Σ3 για απάτη κατά συναυτουργία, τελεσθείσα κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ και ηθική σ' αυτήν αυτουργία, κατά συρροή, αφετέρου δε έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη εναντίον τους για συκοφαντική δυσφήμιση και ηθική σ' αυτήν αυτουργία, κατά συρροή, [άρθρα 13, 46 παρ.1 περ.
α, 94 παρ.1, 363-363 και 386 ΠΚ]. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η κρινόμενη αναίρεση είναι απαράδεκτη (476 παρ. 1 ΚΠΔ), αφού ασκήθηκε κατά βουλεύματος, [και όχι κατά καταδικαστικής απόφασης], με δήλωση της πολιτικώς ενάγουσας, την οποία επέδωσε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 473 παρ.2 του ΚΠΔ, δηλ.
χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο. Και τούτο, ανεξάρτητα του γεγονότος ότι συντρέχουν και άλλοι λόγοι απαραδέκτου και δη πρώτον, το ότι ασκείται για δεύτερη φορά το ίδιο ένδικο μέσο κατά του ίδιου βουλεύματος, κατά παραβίαση του κανόνα της άπαξ εκδικάσεως (non bis in idem),που θεσπίζεται με την αρχή του δεδικασμένου, κατ' άρθρο 57 ΚΠΔ, αφού οι ανωτέρω, τόσον η ανώνυμη εταιρία, όσο και ατομικώς ο Χ έχουν ασκήσει κατά του ίδιου βουλεύματος την 232/02 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας έχει εκδοθεί η 1264/03 απόφαση του Αρείου Πάγου, δεύτερο, το ότι ασκείται εκπρόθεσμα, μετά την πάροδο της δεκαήμερης προθεσμίας από την επίδοση σ' αυτούς του προσβαλλόμενου βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και τρίτον το ότι ασκείται από μη δικαιούμενο πρόσωπο, δηλ.
από τον πολιτικώς ενάγοντα, στον οποίο ο νόμος, άρθρα 482 και 483, όπως τροποπ. από τις διατάξεις του άρθρου 41 του Ν.3160/03, ΚΠΔ, δεν δίνει σ' αυτόν το δικαίωμα ασκήσεως αναιρέσεως κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών. 4. Κατ' ακολουθία, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο επιβάλλεται το μεν να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη, το δε να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α- Να απορριφθεί η 6966/1-9-10 αίτηση αναίρεσης της πολιτικώς ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία ... ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΕ, κατά της 1366/05 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, Και Β- Να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των 220 Ε.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 462 Κ.Ποιν.Δ. τα ένδικα μέσα που προβλέπονται στην ποινική διαδικασία κατά των βουλευμάτων και των αποφάσεων είναι η έφεση και η αναίρεση. Κατά το άρθρο 465 του ιδίου κώδικα ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1.
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 παρ. 2 και 474 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι το ένδικο μέσο της αναιρέσεως ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου, που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρει των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος.
Όταν πρόκειται για αναίρεση κατά καταδικαστικής αποφάσεως, αυτής δηλαδή που κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο τελέσεως κάποιας αξιοποίνου πράξεως και επιβάλλει σ' αυτόν ποινή, στερητική της ελευθερίας ή χρηματική, τότε είναι δυνατό να ασκηθεί (η αναίρεση) και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, που αρχίζει σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 473.
εξ άλλου κατά το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα που οφείλει να ειδοποιήσει τουλάχιστον είκοσι τέσσερις ώρες πριν να εισαχθεί η υπόθεση στο δικαστήριο (συμβούλιο) το διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητό του για να προσέλθει στο συμβούλιο και να εκθέσει τις απόψεις του και μετά από ακρόαση των διαδίκων που θα εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που το άσκησε.
Στην προκειμένη περίπτωση η πολιτικώς ενάγουσα ναυτική εταιρεία με την επωνυμία "... SHIPPING" νομίμως εκπροσωπουμένης από τον Χ ασκεί το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατά του 1093/2002 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απερρίφθησαν οι από 25-2-2002 εφέσεις της ιδίας και του Χ κατά του υπ' αριθμό 664/2002 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των: 1) Σ1 2) Σ2, και 3) Σ3 για απάτη από κοινού τελεσθείσα κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία, που υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών και ηθική αυτουργία σ' αυτή κατά συρροή και επιπλέον έπαυσε την ποινική δίωξη εναντίον τους για συκοφαντική δυσφήμηση και ηθική αυτουργία σ' αυτήν κατά συρροή.
Η κρινόμενη ως άνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε με την από 30-8-2010 δήλωση-αίτηση της αναιρεσείουσας εταιρείας που υπογράφεται από τον αναφερόμενο νόμιμο εκπρόσωπό της, υπό την εταιρική επωνυμία και η οποία (δήλωση-αίτηση) επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 1-9-2010 από την δικαστική επιμελήτρια που προήλθε τότε στην κοινοποίησή της.
Η κατά τον τρόπο αυτό ασκηθείσα ένδικη αίτηση αναιρέσεως χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή της, δεν είναι παραδεκτή, αφού δεν στρέφεται κατά καταδικαστικής αποφάσεως αλλά κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών που απέρριψε κατ' ουσίαν έφεση της πολιτικώς ενάγουσας κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών αποφαι-νομένου να μη γίνει κατηγορία και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, όσον αφορά τις αποδιδόμενες στους κατηγορου-μένους αξιόποινες πράξεις.
Κατ' ακολουθίαν και μετά τη σχετική ειδοποίηση της αντικλήτου δικηγόρου της αναιρεσεί-ουσας από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, όπως προκύπτει από την επί του φακέλου της δικογραφίας επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30 Αυγούστου 2010 αίτηση της ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία ... SHIPPING", νομίμως εκπροσωπουμένης από τον Χ, για αναίρεση του 1093/2002 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμ-βρίου 2010.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Δεκεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ