Supreme Court dismisses appeal on property value, ruling lower court correctly assessed evidence and legal arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a property dispute. The appellant argued that the lower court erred in assessing evidence and applying legal rules concerning property value and zoning restrictions. The court found that the lower court had properly considered all submitted documents, including admissions and expert reports, and correctly rejected the appellant's claims of fictitious value and undue enrichment.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on violation of substantive law is inadmissible if the lower court correctly evaluated the evidence and applied the relevant legal rules without error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2095 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2095/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ...θυγ. Θ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Σταματόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1....., 2....., αμφοτέρων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Κανελλόπουλο, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, 3....4...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Επαμεινώνδα Ρέκκα και Αντώνιο Φούσα και 5....., ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Επαμεινώνδα Ρέκκα και Αντώνιο Φούσα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Δεκεμβρίου 1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8153/2000 μη οριστική, 7153/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου, 2208/2006 μη οριστική και απόφαση 4698/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29.11. 2007 αίτησή της και του από 25.9.2008 δικογράφου προσθέτων λόγων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 10.9.2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των τρίτου (κατά το ένα μέρος του) λόγου του αναιρετηρίου και των τέταρτου και πέμπτου λόγων του Δικογράφου προσθέτων λόγων (κατά το ένα μέρος τους), την απόρριψη των λοιπών λόγων του αναιρετηρίου και του δικογράφου προσθέτων λόγων και την αναίρεση της υπ' αριθ. 4698/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, των πρόσθετων λόγων και την αποκατάσταση των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, οι παραστάντες πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. (ΟλΑΠ 7/2006 και 4/2005).
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση αυτή παραβιάστηκε κανόνας δικαίου οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη από τον Αρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ) (ΑΠ 945/1988 και 802/1972).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 138 εδ.α'ΑΚ, δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 178 του ΑΚ "αδικοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Η αντίθεση δε στα χρηστά ήθη, που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, κρίνεται από το περιεχόμενό της, όχι μεμονωμένα από την αιτία που εκίνησε τους συμβαλλόμενους να τη συνάψουν ή σκοπό, στον οποίο αυτοί αποβλέπουν, αλλά του συνόλου των περιστάσεων και των συνθηκών, .που τη συνοδεύουν. Κατά δε το επόμενο άρθρο 179 του ίδιου Κώδικα, το οποίο αποτελεί ειδικότερη περίπτωση εφαρμογής του προηγούμενου άρθρου 178: "άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία, με την οποίαν δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο για κάποια παροχή, περιουσιακά, ωφελήματα, που κατά τις περιστάσεις τελούν σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή".
Όπως προκύπτει από το συνδυασμό αυτών των διατάξεων, και εκείνων των άρθρων 174 και 180 του ΑΚ για να χαρακτηριστεί μία δικαιοπραξία ως αισχροκερδής - καταπλεονεκτική και, συνεπώς, άκυρη, λόγω αντίθεσής της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά τρία στοιχεία, δηλαδή: α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία, του ενός από τους συμβαλλομένους και γ) εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο της γνωστής σε αυτόν ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου του.
Τα στοιχεία της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας όμως δεν είναι απαραίτητο, όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση της δεύτερης από τις πιο πάνω διατάξεις, να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά αρκεί η συνδρομή και μόνο του ενός από αυτά. (Α.Π. 492/2004). Απειρία είναι η έλλειψη συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές.
Κουφότητα είναι η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων, ενώ ανάγκη είναι και η οικονομική, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική. Η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής πρέπει να είναι προφανής. Εξάλλου εκμετάλλευση υπάρχει όταν αυτός που γνωρίζει την ως άνω κατάσταση του αντισυμβαλλομένου του (ανάγκη, κουφότητα, απειρία) επωφελείται και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή.
Αν λείπει ένα από τα ανωτέρω στοιχεία δεν μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς κατά το άρθρο 179 ΑΚ, γιατί απαιτείται να συντρέχουν και η φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και η ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του άλλου συμβαλλομένου και η εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο μιας από τις γνωστές σ' αυτόν ως άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου.
Ειδικότερα, φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου, και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου επί ζημία του άλλου.
Η δυσαναλογία αυτή, η οποία διαπιστώνεται ενόψει των περιστάσεων και της φύσεως της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά το χρόνο της κατάρτισής της (περιεχόμενο, σκοπός, αξία παροχών), χωρίς μνα λαμβάνονται υπόψη οι υποκειμενικές παραστάσεις ή επιθυμίες των μερών, αποτελεί νομική έννοια, και ως εκ τούτου η κρίση περί της υπάρξεως αυτής ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 714/1973 Ολομ,ΑΠ 1244/2005).
Η κρίση, όμως, του ουσιαστικού δικαστηρίου με την οποία διαπιστώνει, κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, ότι συνέτρεξαν ή όχι τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά δεν ελέγχεται αναιρετικά κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα, όταν αντικείμενο της προσβαλλόμενης δικαιοπραξίας είναι πώληση ακινήτου, το στοιχείο της δυσαναλογίας κρίνεται μεταξύ του τιμήματος που καταβλήθηκε και της αγοραίας αξίας που μεταβιβασθέντος ακινήτου.
Το ύψος, όμως, της αγοραίας αξίας, μόνο του χρόνου κατάρτισης της προσβαλλόμενης δικαιοπραξίας, κρίνεται κατ' ουσίαν από το ουσιαστικό δικαστήριο με διαφόρους προσδιοριστικούς παράγοντας, οικονομικούς, πολεοδομικούς κλπ, όπως, προκειμένου για αστικά ακίνητα, η μισθωτική αξία, η οικοδομησιμότητα του οικοπέδου, η θέση του κλπ, η δε σχετική κρίση, ως αναγόμενη σε αποδεικτική αξιολόγηση, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Τέλος, δεν αποκλείεται να υπάρχει σε κάποια δικαιοπραξία, και χωρίς τη συνδρομή των όρων της διάταξης του αριθ. 179 του ΑΚ εκμετάλλευση του άλλου μέρους υπό περιστάσεις και συνθήκες που προδίδουν στη δικαιοπραξία ανήθικο χαρακτήρα, συνεπαγόμενο ακυρότητα αυτής κατά τη γενική διάταξη του αρθ. 178 ΑΚ. Η δημιουργία, όμως, αυτοτελούς εντεύθεν λόγου ακυρότητας προϋποθέτει τη συνδρομή γεγονότων διαφόρων εκείνων του αρθρ. 179 ΑΚ, των οποίων έγινε επίκληση και που κρίθηκαν αβάσιμα κατ' ουσίαν, αφού η τελευταία διάταξη αποτελεί ειδική περίπτωση εφαρμογής εκείνης του αρθ. 178 του ΑΚ.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Δυνάμει του με αριθ. ... πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Σάμου Κων/νας Βακιντή, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμο ..., αριθμό ...), η ενάγουσα πώλησε και μεταβίβασε στους εναγομένους, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας στον καθένα από τους πρώτο και δεύτερη απ' αυτούς, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου της επικαρπίας στον καθένα από τους τρίτο και τέταρτο απ' αυτούς και κατά ποσοστό 2/4 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας στον πέμπτο απ' αυτούς, ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, που βρίσκεται στο Δήμο ..., εντός του σχεδίου πόλης, στο οικοδομικό τετράγωνο δέκα (10) και στη θέση "..."..., επί της οδού Τρία (3), αριθμό 5, έχει έκταση κατά τον τίτλο κτήσης 861,50 τ.μ.
και κατά νεώτερη καταμέτρηση 819 τ.μ., όπως φαίνεται με τα κεφαλαία γράμματα Δ-Ε-Ζ-Γ-Δ στο από 13-6-1995 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού ..., που προσαρτήθηκε στο άνω συμβόλαιο και συνορεύει βόρεια επί πλευράς Ε-Ζ μήκους 13,65 μ. με τη διαχωριστική ζώνη του αεροδρομίου του ..., ανατολικά επί πλευράς Ζ-Η μήκους 13 μ.
με ιδιοκτησία ..., επί πλευράς Η-Θ μήκους 25 μ. με ιδιοκτησία Ε1 και επί πλευράς Θ-Γ μήκους 22 μ. με ιδιοκτησία Ι1, νότια επί πλευράς Γ-Δ μήκους 13,65 μ. με την οδό Τρία (3) και δυτικά επί πλευράς Δ-Ε μήκους 60 μ. με άγνωστο. Το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει στην ενάγουσα ως εξής: α), κατά ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...
συμβολαίου της συμβολαιογράφου Καλλιθέας Αττικής Στυλιανής Νανιάδη-Μακρή, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμο ..., αριθμό ...), από γονική παροχή της μητέρας της Θ2 συζ. Θ1 και β), κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του ιδίου ως άνω Υποθηκοφυλακείου (τόμο ..., αριθμό ...), από αγορά από τη μητέρα της (Θ2 συζ.
Θ1). Στην τελευταία το όλο ακίνητο είχε περιέλθει από κληρονομιά του πατέρα της ... και την εν συνεχεία διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας του δυνάμει του υπ' αριθμ. ...συμβολαίου διανομής του (τότε) συμβολαιογράφου Αθηνών Διονυσίου Οικονόμου, νομίμως μεταγραφέντος. Σύμφωνα με το παραπάνω συμβόλαιο, η αντικειμενική αξία του πωληθέντος και μεταβιβασθέντος στους εναγομένους ακινήτου ήταν 16.000.000 δρχ, το οποίο οι εναγόμενοι κατέβαλαν ως εξής: 1). 6.966.383 δρχ σε μετρητά, ο καθένας ανάλογα με το ιδανικό του μερίδιο, καταβολή που έλαβε χώρα πριν την υπογραφή του συμβολαίου και εκτός του γραφείου της συμ/φου, 2). 1.533.617 δρχ παρακράτησαν για την πληρωμή του φόρου υπερτιμήματος, που βάρυνε την πωλήτρια αλλά ανέλαβαν εκείνοι την υποχρέωση να τον καταβάλουν για λογαριασμό της, 3). 2.000.000 δρχ.
παρακράτησαν για εξόφληση υποχρεώσεων της πωλήτριας και συγκεκριμένα 1.496.000 δρχ για εξόφληση προσημείωσης σε βάρος του πωλουμένου ακινήτου και το υπόλοιπο ποσό για εξόφληση άλλων υποχρεώσεων αυτής προς το Δήμο ..., το Δημόσιο, ΔΕΗ και ΕΥΔΑΠ και 4). το υπόλοιπο του τιμήματος των 5.500.000 δρχ υποσχέθηκαν να το καταβάλουν χωρίς τόκο και η πωλήτρια το αποδέχθηκε, εντός τριών εργασίμων ημερών από τη μεταγραφή του πωλητηρίου συμβολαίου.
Περαιτέρω, με την υπ' αριθ. ... τροποποιητική πράξη της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... (τόμ. ..., αριθ. ...), οι ίδιοι συμβαλλόμενοι δήλωσαν ότι προέβησαν στην τροποποίηση του προηγουμένου συμβολαίου όσον αφορά το εμβαδόν του μεταβιβασθέντος ακινήτου, διότι από παράλειψη δεν αναφέρθηκε και το εφαπτόμενο με το μεταβιβασθέν οικόπεδο τμήμα του οικοπέδου, το οποίο φαίνεται στο προαναφερόμενο διάγραμμα, που προσαρτήθηκε στο τροποποιούμενο συμβόλαιο, με τα κεφαλαία γράμματα Β-Γ-Θ-Ι-Β, έχει έκταση 29,70 τ.
μ. και συνορεύει βόρεια επί πλευράς Θ-Ι μήκους 1,35 μ. με ιδιοκτησία Ε1, ανατολικά επί πλευράς Ι-Β μήκους 22 μ. με ιδιοκτησία Ι1, νότια επί πλευράς Β-Γ μήκους 1,35 μ. με την οδό Τρία (3) και δυτικά επί πλευράς Γ-Θ μήκους 22 μ. με το μεταβιβασθέν οικόπεδο και ότι το συνολικό εμβαδόν του μεταβιβασθέντος οικοπέδου είναι 848,70 τ.μ.
Ακόμη δήλωσαν ότι το παραπάνω τμήμα του οικοπέδου είχε περιέλθει στην ενάγουσα με τα αναφερόμενα ...και ...συμβόλαια της συμβ/φου Καλλιθέας Αττικής Στυλιανής Ανανιάδη-Μακρή από γονική παροχή και αγορά αντίστοιχα, από την μητέρα της Θ2 στη δε τελευταία είχε περιέλθει από αγορά από τη Ι1 δυνάμει του υπ' αριθ. ...
συμβολαίου του συμ/φου Αθηνών Παναγιώτη Λαμπρόπουλου, που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... (τόμος ..., αριθμ. ...). Τέλος, δήλωσαν ότι προέβησαν στη διόρθωση της αντικειμενικής αξίας του μεταβιβασθέντος ακινήτου, που ανέρχεται στο ποσό των 19.819.957 δραχμών και όχι στο ποσό των 16.778.376 δρχ.
που αναγράφηκε στο τροποποιούμενο συμβόλαιο. Ακολούθως συντάχθηκε η με αριθμό...πράξη εξόφλησης της ιδίας συμ/φου, κατά την οποία η ενάγουσα δήλωσε ότι έλαβε από τους εναγόμενους αγοραστές το πιστωθέν υπόλοιπο των 5.500.000 δραχμών. Η ενάγουσα, προς θεμελίωση και ενίσχυση των αγωγικών της ισχυρισμών περί του αισχροκερδούς χαρακτήρα των παραπάνω εκποιητικών δικαιοπραξιών, υποστηρίζει, εκτός του ότι η αγοραία αξία των δύο οικοπέδων ανερχόταν, κατά το χρόνο κατάρτισης των δικαιοπραξιών αυτών, σε 47.000.000 δραχμές, σκοπίμως και δολίως δεν αναφέρθηκαν στις σχετικές συμβολαιογραφικές πράξεις τα υπάρχοντα στα πωληθέντα οικόπεδα κτίσματα, ήτοι διώροφος οικία, αποτελούμενη από ισόγειο, εμβαδού 110 τ.μ και πρώτο όροφο εμβαδού 60 τ.μ., χώρος στάθμευσης αυτοκινήτου και αποθήκη, τα οποία βρίσκονταν σε πολύ καλή κατάσταση και η αξία τους κατά τον κρίσιμο χρόνο, ανερχόταν στο ποσό των 34.500.000 δρχ.
Αντίθετα, οι εναγόμενοι, οι οποίοι δεν αμφισβητούν την ύπαρξη των κτισμάτων, υποστηρίζουν ότι δεν συμπεριελήφθησαν αυτά στα παραπάνω συμβόλαια, διότι πρόκειται για κτίσματα που έχουν ανεγερθεί προ πολλών ετών χωρίς οικοδομική άδεια (παράνομα), με φτηνά οικοδομικά υλικά και επικίνδυνα να καταρρεύσουν, ώστε όχι μόνο να μην έχουν οποιαδήποτε αξία, αλλά αντίθετα θα απαιτηθεί να επιβαρυνθούν με έξοδα κατεδαφίσεώς τους, προσκομίζοντας μάλιστα προς τούτο και σχετικές τεχνικές εκθέσεις μηχανικών.
Δέχεται δε στη συνέχεια το Εφετείο, ότι στην από ....και αρ. κατ. ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, που συνέταξε ο πραγματογνώμονας ..., πολιτικός μηχανικός, που ενήργησε δυνάμει της διορισάσης αυτόν 2208/06 μη οριστικής αποφάσεως του Εφετείου εκείνου αναφέρει σε σχέση με τα επίδικα ακίνητα (κτίσματα) τα εξής: "ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΑ ΕΠΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ:
α) Στο οικόπεδο υπάρχουν δύο κατασκευές, μία που έχει χρήση κατοικίας και μια που έχει χρήση θέσης στάθμευσης (garage). Η κατοικία είναι τοποθετημένη στο βάθος του οικοπέδου και σε απόσταση 1,00 μ. από την μάντρα του παλαιού αεροδρομίου. Η θέση στάθμευσης (garage) βρίσκεται σε απόσταση 6,34 μ. από την κατοικία. Η κατασκευή που χρησιμοποιείται σαν κατοικία αποτελείται από ένα διώροφο και ένα ισόγειο τμήμα που επικοινωνούν με εξωτερική μεταλλική κλίμακα.
Το συνολικό εμβαδόν του ισογείου είναι 130,04 μ2. Του Α' ορόφου είναι 79,12 μ2. Η κατασκευή που χρησιμοποιείται σαν θέση στάθμευσης έχει συνολικό εμβαδόν 4,95 Χ 5,95 = 29,45 μ2. β) Η μορφή που παρουσιάζει σήμερα το κτίριο προήλθε σταδιακά με προσθήκες κατά την διάρκεια του χρόνου. Τμήμα του ισόγειου αποτελεί την αρχική κατασκευή η οποία κατασκευάσθηκε προ του 1955.
Αυτό συμπεραίνεται εύκολα από τον τρόπο κατασκευής του. Απουσιάζουν δηλαδή φέροντα στοιχεία από οπλισμένο σκυρόδεμα, υπάρχουν ξύλινα κουφώματα και η κατασκευή έγινε από φέρουσα τοιχοποιία (λίθοι-κονίαμα).
Στην συνέχεια κατασκευάσθηκε προσθήκη καθ' ύψος, στο περίγραμμα του ισογείου, σαν Α' όροφος. Η καθ' ύψος προσθήκη κατασκευάστηκε με φέρουσα τοιχοποιία (οπτόπλινθους = "τούβλα"). Το ότι κατασκευάσθηκε με "τούβλα" και όχι με λίθους δείχνει ότι έγινε πολύ αργότερα από 1955. Την ίδια χρονική περίοδο κατασκευάσθηκε η εξωτερική μεταλλική κλίμακα που οδηγεί από το ισόγειο στον Α'όροφο. Μέρος του Α'ορόφου καλύπτεται από στέγη. Η στέγη αυτή κατασκευασθεί με κεραμικά κεραμίδια σε ένα τμήμα της και από "ελλενίτ" σε κάποιο άλλο τμήμα της. Το υπόλοιπο τμήμα είναι ταράτσα από οπλισμένο σκυρόδεμα. Η στέγη και η ταράτσα έχουν πρόσβαση από την συνέχεια της μεταλλικής κλίμακας που οδηγεί από το ισόγειο στον Α'όροφο.
Στην συνέχεια έγινε προσθήκη του ισογείου πάλι από φέρουσα τοιχοποιία χρησιμοποιώντας τσιμεντόλιθα και στέγη από κεραμίδια. Ο χρόνος κατασκευής της υπολογίζεται την δεκαετία του '80 με βάση τα κουφώματα αλουμινίου που είναι χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης δεκαετίας.
γ) Όταν γίνεται αναφορά στα υλικά κατασκευής εννοούμε και τα υλικά που αφορούν στην στατικότητα του κτιρίου και η ποιότητα τους έχει να κάνει με το αν μπορούνε να αναλάβουνε με ασφάλεια τα φορτία του κτιρίου και τα υλικά που δίνουν την τελική μορφή στο κτίριο και το κάνουν χρηστικό και λειτουργικό από τους χρήστες του. Για την πρώτη κατηγορία υλικών θα γίνει αναφορά στην παράγραφο Για την δεύτερη κατηγορία υλικών, η ποιότητα και το κόστος τους ποικίλει ανάλογα με το οικονομικό επίπεδο του κάθε ενδιαφερόμενου. Σε κάθε περίπτωση όμως υπάρχει ένα συμβατικό μέσο επίπεδο που εξασφαλίζει ποιότητα αλλά και ασφάλεια. Βάση αυτού του επιπέδου θα γίνει η σύγκριση του ερωτήματος (γ) της υπ'αριθμό 2208/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Όσο αφορά το αρχικό τμήμα του ισογείου και την καθ' ύψος προσθήκη η ποιότητα των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν ήταν ικανοποιητική για την εποχή που κατασκευάσθηκε το κτίριο, αλλά σήμερα σε καμία περίπτωση δεν υπάρχουν τέτοιες εγκαταστάσεις σε μια τυπική σύγχρονη κατοικία. Τα κεραμικά πλακάκια στους τοίχους αλλά και τα είδη υγιεινής στον χώρο του λουτρού και του wc είναι φθαρμένα αλλά και ξεπερασμένης αισθητικής.
Το ίδιο ισχύει και για την κουζίνα τόσο του ισογείου όσο και του ορόφου. Ακόμα και αν απαλείψουμε τον παράγοντα της αισθητικής στους παραπάνω χώρους, αυτό που σε αποθαρρύνει να τους χρησιμοποιήσεις είναι η έντονη υγρασία στους τοίχους και η μυρωδιά που η υγρασία αναδύει. Μάλιστα η υγρασία έχει κάνει την εμφάνιση της σε όλους τους χώρους του ισογείου και της καθ' ύψος προσθήκης, σε σημείο να εμφανίζεται και μέσα στα κουτιά του ηλεκτρικού ρεύματος αλλά και τους μπριζοδιακόπτες.
Κάτι που καθιστά μη ασφαλή την χρήση του ηλεκτρικού ρεύματος, σίγουρα κατά την διάρκεια βροχόπτωσης. Όσο αφορά την ποιότητα των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή της επέκτασης του ισογείου ισχύουν ακριβώς τα ίδια. Τέλος στην ποιότητα των υλικών περιλαμβάνεται η θερμομόνωση του κτιρίου. Αν εξαιρέσει κανείς την λίθινη τοιχοποιία που αποτελεί από μόνη της ικανό στοιχείο θερμομόνωσης το υπόλοιπο κτίριο στερείται θερμομόνωσης.
Και η αναφορά ισχύει και για τους τοίχους από τούβλα, τις στέγες, την ταράτσα και τα κουφώματα. δ) Όσο αφορά στην στατικότητα του κτιρίου αναφερόμαστε στο σύνολο της κατασκευής και όχι μεμονωμένα για το παλαιό τμήμα του ισογείου, την προσθήκη καθ'ύψος σε αυτό και την επέκταση του ισογείου. Και αυτό γιατί τα τμήματα που αποτελούν το κτίριο είναι στατικά εξαρτώμενα από την στιγμή που δεν υπάρχει αντισεισμικός αρμός.
Στην συνέχεια περιγράφονται αναλυτικά αυτά που διαπιστώθηκαν από τις αυτοψίες. Το παλαιό κτίσμα είναι κατασκευασμένο από λίθινη φέρουσα τοιχοποιία με συνδετικό υλικό τον πηλό. Περιμετρικά της εξωτερικής τοιχοποιίας σε πολλά σημεία αυτής και ιδιαιτέρως στη δεξιά πλευρά του κτιρίου έχει γίνει αποκόλληση του επιχρίσματος (σοβά), με αποτέλεσμα η πρώτη να είναι εκτεθειμένη στις καιρικές συνθήκες.
Στο εν λόγω σημείο υπάρχει διάβρωση του συνδετικού υλικού των λίθων καθώς αυτό θρυμματίζεται ακόμα και με το άγγιγμα του χεριού με αποτέλεσμα να καθιστά την τοιχοποιία μη ικανή στο να παραλάβει φορτία αφού δεν εξασφαλίζεται η συνοχή και μονολιθικότητά της. Η αποκόλληση του επιχρίσματος (σοβά), βοηθά να δούμε ενδεικτικά την κατάσταση του συνδετικού υλικού και των λίθων και να γίνει η ανάλογη υπόθεση για το σύνολο του κτιρίου χωρίς καταστρεπτικές μεθόδους.
Ίσως λόγω του γεγονότος ότι στην συγκεκριμένη θέση το συνδετικό υλικό (πηλός), όπου είναι και εκτιθέμενο στις περιβαλλοντικές δράσεις, να βρίσκεται στο τελευταίο στάδιο αποσάθρωσης. Φυσικά στο υπόλοιπο του κτιρίου και λόγω της παλαιότητάς του αλλά και της έντονης παρουσίας της υγρασίας το συνδετικό υλικό (πηλός) θα είναι σε αντίστοιχη κατάσταση αδυναμίας εξασφάλισης συνοχής και μονολιθικότητας.
Εσωτερικά η παρουσία ρωγμών είναι εμφανής, ειδικά εκεί όπου υπάρχουν ανοίγματα, γεγονός που μαρτυρά την ύπαρξη κάποιας μορφής αστοχίας των υλικών που αναλαμβάνουν φορτία. Έντονη είναι επίσης η υγρασία στο εσωτερικό της οικίας επί της φέρουσας τοιχοποιίας καθώς και εδώ παρατηρείται το σκάσιμο και η αποκόλληση των επιχρισμάτων και το "κιτρίνισμα" όπου υπάρχουν ηλεκτρικές εγκαταστάσεις.
Αξίζει να σημειωθεί ο υπόκωφος ήχος που ακούγεται όταν κρούεται ο τοίχος με το χέρι ή μικρό σφυρί γεγονός που αποδεικνύει την ύπαρξη κενού μεταξύ τοιχοποιίας και επιχρίσματος. Αυτό οφείλεται στην παρουσία έντονης υγρασίας που σίγουρα δημιουργεί προβληματικές καταστάσεις στα κτίρια, ειδικότερα από φέρουσα τοιχοποιία, τόσο από άποψη στατικότητας όσο και από άποψη λειτουργικότητας.
Η οροφή του ισογείου είναι κατασκευασμένη από οπλισμένο σκυρόδεμα αφού ακολουθεί η προσθήκη καθ' ύψος. Λόγω της έντονης υγρασίας είναι εμφανής η διάβρωση του οπλισμού του σκυροδέματος - ο χάλυβας οξειδώνεται δημιουργείται αυτό που ονομάζουμε σκουριά-προκαλώντας την διόγκωση του με αποτέλεσμα την αποκόλληση του εξωτερικού φλοιού του σκυροδέματος. Αυτό έχει δύο (2) αρνητικές επιπτώσεις στην φέρουσα αντοχή της πλάκας. Πρώτον μειώνεται το πάχος της (το πάχος παίζει πρωτεύοντα ρόλο στην φέρουσα αντοχή της πλάκας) και δεύτερον η διατομή του χάλυβα μειώνεται. Η αποκόλληση του εξωτερικού φλοιού του σκυροδέματος συναινεί στην περαιτέρω διάβρωση του χάλυβα αφού πλέον είναι εκτιθέμενος στις περιβαλλοντικές δράσεις με τελικό αποτέλεσμα την πλήρη διάβρωσή του. Επίσης όπου δεν υπάρχει απόσχιση του εξωτερικού φλοιού του σκυροδέματος είναι εμφανή τα σημεία που διέρχεται ο οπλισμός στην πλάκα, και αυτό λόγω της μερικής διόγκωσης του, αποτυπώνεται σαν ακτινογραφία. Παράλληλα αυτό βοηθάει να διαπιστωθεί πόσο αραιά είναι τοποθετημένος ο οπλισμός και φυσικά μη ανταποκρινόμενος στους σήμερα εφαρμοζόμενους κανονισμούς οπλισμένου σκυροδέματος. Από όλα τα παραπάνω είναι εύλογη η αδυναμία συνεργασίας του συστήματος χάλυβα σκυροδέματος για την παραλαβή των φορτίων και κατά συνέπεια για την στατικότητα της πλάκας.
Η ίδια κατάσταση παρατηρείται και στην επέκταση του ισογείου με την διαφορά ότι αντί για λίθους έχουμε κατασκευή με τσιμεντόλιθο. Εδώ υπάρχει μια διαμπερής ρωγμή στην όψη του ισογείου, γεγονός που υποδηλώνει αστοχία του τσιμεντόλιθου. Εδώ λόγω του ότι η κατασκευή είναι πιο σύγχρονη δεν παρατηρείται η αποσάθρωση του συνδετικού υλικού αλλά αποκόλληση υλικού μαζί με τσιμεντόλιθο ή αστοχία του τσιμεντόλιθου με διαγώνιες ρωγμές.
Η τοιχοποιία του Α ορόφου και η πλάκα της οροφής του είναι κατασκευασμένοι κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο που περιγράφηκε παραπάνω για το παλαιό ισόγειο τμήμα. Η δε κατάσταση αυτού είναι ακριβώς η ίδια με την ως άνω περιγραφή. Συνοπτικά, έντονη παρουσία υγρασίας στις ηλεκτρικές εγκαταστάσεις, αποκόλληση των επιχρισμάτων σε κατά τόπους σημεία και απόσχιση του εξωτερικού φλοιού του σκυροδέματος της πλάκας λόγω διάβρωσης του οπλισμού.
Ένα τμήμα της οροφής του ορόφου (στέγη) εκτός από πλάκα από οπλισμένου σκυροδέματος έχει γίνει με κεραμίδια ενώ κάποιο τρίτο με ελενίτ (αμίαντο), υλικό που δεν χρησιμοποιείται σήμερα, βάση ισχύουσας νομοθεσίας, λόγω της τοξικότητας που παρουσιάζει. Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι τόσο τα κατακόρυφα στοιχεία (τοιχοποιίες) όσο και τα οριζόντια στοιχεία (πλάκα) δεν είναι ικανά να παραλάβουν στατικά και σεισμικά φορτία σύμφωνα με τις απαιτήσεις των ισχυόντων κανονισμών.
Η σύνδεση των ορόφων γίνεται με εξωτερική μεταλλική κλίμακα με τα πατήματα να εδράζονται επί δύο επικλινών μεταλλικών κοιλοδοκών. Ενώ υπάρχει εξωτερικά σκουριά επί των μεταλλικών κοιλοδοκών, δεν φαίνεται να υπάρχει κάποιο πρόβλημα στην αντοχή αυτών. Βεβαίως υπάρχει μερική αποκόλληση της κουπαστής γεγονός που δεν αποκλείει τη χρήση της.
Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό η στατικότητά της δεν έχει καμία σχέση με την στατικότητα του κτιρίου.
Τέλος όσο αφορά το κτίσμα που χρησιμοποιείται σαν garage και είναι κατασκευασμένο από τσιμεντόλιθους και στέγη από κεραμίδια εδραζόμενα σε μεταλλικές κοιλοδοκούς και διαδοκίδες δεν φαίνεται να υπάρχει κάποιο πρόβλημα από άποψη στατικότητας. ε) Τα κτίσματα που υπάρχουν μέσα στο οικόπεδο δεν έχουν κάποια αξία σήμερα. Και αυτό γιατί είναι στατικά επικίνδυνα (βλ.παράγραφος δ), υπάρχουν πολεοδομικές αυθαιρεσίες και τέλος δυσανάλογο έχουν κόστος επισκευών (βλ. παράγραφος στ). Η αξία των κτισμάτων δεν επηρεάζεται με την αξία του οικοπέδου, δεδομένης της κατάστασής τους.
Σε σχέση με το οικόπεδο τα κτίσματα δεν επηρεάζουν την αξία του οικοπέδου. Η μόνη επιβάρυνση των κτισμάτων στο οικόπεδο είναι το κόστος για την κατεδάφιση τους. Το κόστος κατεδάφισης αποτελείται από:
Έκδοση οικοδομικής άδειας: 209,16 μ2 Χ 4.40€ = 920,306 + 174,85€(Φ.Π.Α. 19%) = 1.095,16€ (ΕΥΡΩ) Συνεργείο κατεδάφισης και αποκομιδής μπάζων = 4.000,00€ (ΕΥΡΩ) Απρόβλεπτα= 204,846(ΕΥΡΩ) ΣΥΝΟΛΟ= 5.300,00€(ΕΥΡΩ) Για να μελετήσουμε την αγοραία αξία του οικοπέδου πρέπει να δούμε τι δυνατότητες έχει το συγκεκριμένο οικόπεδο. στ) Ξεκινώντας από την ανάγκη για επισκευή του κτιρίου ώστε να είναι ασφαλές από άποψη στατικότητας, το κόστος θα είναι σίγουρα πολύ μεγάλο καθώς οι επεμβάσεις θα είναι καθολικές και χρήζουν ειδικής μελέτης.
Για να γίνουν τέτοιες επεμβάσεις απαραίτητη προϋπόθεση είναι η αποξήλωση των επιχρισμάτων γεγονός που αυξάνει περαιτέρω το κόστος. Έπειτα θα πρέπει να ανακατασκευαστούν όλα από την αρχή (λουτρά, μπάνια, κουζίνες, πλακάκια, ηλεκτρικά, υδραυλικά, κουφώματα, στέγες, μονώσεις, θέρμανση) και ότι άλλο "απρόβλεπτο" παρουσιαστεί, γιατί σε τέτοιες περιπτώσεις υπάρχει μεγάλη αβεβαιότητα στο τι "απρόβλεπτο" θα προκύψει.
Επίσης θα πρέπει να γίνουν οι απαραίτητες ενέργειες για την αποκατάσταση των πολεοδομικών παραβάσεων και το κόστος που θα προκύψει δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητο. Και αυτό γιατί το μόνο κτίσμα που δεν είναι αυθαίρετο είναι το παλαιό τμήμα του ισογείου (προ του '55). Πρόκειται δηλαδή για 79,00μ2 νόμιμα και 130,04 μ2 αυθαίρετα.
Επιπρόσθετα σήμερα είναι αδύνατη η νομιμοποίηση της καθ ύψος προσθήκης αφού υπάρχει περιορισμός των 13,30μ. από την μέση στάθμη θάλασσας (Μ.Σ.Θ) από την υπηρεσία πολιτικής αεροπορίας (Υ.Π.Α). Έτσι θα μπορούσαν να νομιμοποιηθούν μόνο ισόγειοι χώροι. Το κόστος για όλα τα παραπάνω αγγίζει τις 200.000,006 (ΕΥΡΩ). Στα παρακάτω παρουσιάζεται τι μπορεί να χτιστεί στο οικόπεδο.
Έτσι σύμφωνα με το τοπογραφικό διάγραμμα που κατατίθεται συνημμένο και τους όρους δόμησης έχουμε Ε οικοπέδου: 872,43 μ2 Κάλυψη: (3/10)Χ 872,43=261,73μ2 Δόμηση:0,70Χ 872,43 =610,70μ2 Επειδή όμως υπάρχει περιορισμός ύψους από την Υ.Π.Α., μέγιστο 13,30μ μείον 9,80μ = 3,50μ, αυτό που τελικά μπορούμε να χτίσουμε είναι ένα ισόγειο με εμβαδόν όσο η κάλυψη δηλαδή 261,73 μ2 αντίστοιχο υπόγειο που θα χρησιμοποιείται σαν βοηθητικός χώρος.
Όταν και εφ' όσον γίνει η άρση του περιορισμού ύψους τα υπόλοιπα τετραγωνικά της δόμησης 348,97μ2(=610,70-261,73) θα μπορούν να αξιοποιηθούν καθ'ύψος, αφού έχει γίνει η απαραίτητη πρόβλεψη στην αρχιτεκτονική και στατική μελέτη. Το κόστος για μια τέτοια κατοικία θα είναι γύρω στα 237.000,00€ (ΕΥΡΩ). Έτσι για να καταστεί λοιπόν κατοικήσιμο και ασφαλές το υπάρχον κτίριο θα κοστίσει όσο θα κόστιζε περίπου όσο ένα (1) νέο.
Με την διαφορά ότι το νέο κτίριο θα έχει γίνει σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις με σύγχρονο και ασφαλή τρόπο κατασκευής, και από στατικής επάρκειας αλλά και λειτουργικότητας.
ζ) Σύμφωνα με τα παραπάνω είναι φανερό πως δεν είναι συμφέρουσα η διατήρηση τους. Δέχεται δε περαιτέρω το Εφετείο ότι ο αρχιτέκτων μηχανικός .... στην από .... έκθεση του διατυπώνει την άποψη ότι το οικόπεδο (που πωλήθηκε εν προκειμένω από την ενάγουσα) υπόκειτο και εξακολουθεί να υπόκειται λόγω της περιοχής του ..., στην οποία βρίσκεται, στον περιορισμού ύψους (επ' αόριστον) από την Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας, εξαιτίας της γειτνιάσεως του με το αεροδρόμιο.
Ότι αυτό πρακτικά σημαίνει ότι είναι εφικτή η οικοδόμηση μόνο ισογείου ορόφου με αντίστοιχο υπόγειο (βοηθητικός χώρος), το δε εμβαδόν του ισογείου είναι όσο η κάλυψη, ήτοι τα 261,73 τ.μ., ενώ ο συντελεστής δόμησης καλύπτει 610,70 τ.μ. Ότι συνεπώς η ανέγερση οικοδομής στο εν λόγω οικόπεδο συνεπάγεται την απώλεια του 60% της δόμησης, υπόκειται στον περιορισμό του ύψους επ' αόριστον άρα κατά τον προηγηθέντα χρόνο κατάρτισης του επίμαχου συμβολαίου, και ταυτόχρονα δεν μπορεί να αιτηθεί παρέκκλιση από την Επιτροπή Αρχιτεκτονικού Ελέγχου (ΕΠΑΕ).
Ότι το ακίνητο αυτό είναι "ελαττωματικό", η δε επένδυση σε τέτοιο ακίνητο είναι ασύμφορη και ότι η αξία του υπολείπεται για τους ανωτέρω λόγους εκείνης της αντικειμενικής του αξίας και ότι τέλος η εμπορική αξία του άνω ακινήτου (τόσο κατά τον Ιούνιο 1995, όσο και μέχρι σήμερα) λόγω της ανωτέρω μειονεκτικότητάς του είχε πτωτική εξέλιξη.
Τα προδιαλαμβανόμενα δεν ανατρέπονται από την από ... έκθεση εκτίμησης των Ορκωτών Εκτιμητών ...και ..., στην οποία εκτίθενται, κυρίως γενικού τύπου και περιεχομένου στοιχεία για την κτηματαγορά της περιοχής του .... Καταλήγει δε το Εφετείο στις διαπιστώσεις ότι απ' όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν, στα οποία περιλαμβάνονται και φωτογραφίες, που λαμβάνονται υπόψη, όπως σχ.
Αρθρ. 444 αρ. 3 Κ.Πολ.Δ και τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις) καταδεικνύεται σαφώς ότι τα παραπάνω κτίσματα που υπάρχουν μέσα στο οικόπεδο που, κατά τα ως άνω, η ενάγόυσα-εφεσίβλητη) πώλησε στους εναγομένους (εκκαλούντες) έχουν μηδενική εμπορευσιμότητα. Γι' αυτό και η ύπαρξή τους δεν επηρέασε το ενδιαφέρον των συναλλαγέντων (ήδη διαδίκων) και κατ' επέκταση δεν επηρέασε το τίμημα της αγοραπωλησίας, που ήταν προϊόν ελεύθερης μεταξύ των (διαδίκων) συναλλαγής, στα πλαίσια και με βάση την αυτονομία της βουλήσεώς τους και η μνεία τους ή μη (των κτισμάτων αυτών) στα άνω συμβόλαια είναι γεγονός αλυσιτελές και επομένως αδιάφορο από πλευράς επαγωγής εννόμων συνεπειών.
Ήτοι, το ενδιαφέρον της αγοραπωλησίας εστιάσθηκε στην εδαφική έκταση, το δε πιο πάνω τίμημα, που συμφωνήθηκε και καταβλήθηκε, αφορούσε το οικόπεδο. Σε τίποτα δε δεν θα μπορούσαν να αλλάξουν τα εν λόγω δεδομένα λόγω της ανυπαρξίας εμπορευσιμότητας των άνω κτισμάτων, όπως βασίμως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, προβάλλοντας την άμυνα τους κατά της αγωγής.
Συνεχίζει επίσης το εφετείο ότι από τις σκέψεις που έχουν προηγηθεί αποδεικνύεται, ότι η προκειμένη συναλλαγή, που αντικείμενό της ήταν, όπως προαναφέρεται, το συγκεκριμένο οικόπεδο, δεν διακρίνεται από στοιχεία αισχροκέρδειας, όπως αβασίμως καταλογίζει η ενάγουσα, αφού το νόμιμο και, κατά τα ως άνω, ελεύθερα συμφωνημένο τίμημα, αφορούσε στο οικόπεδο και ουδόλως στα άνευ εμπορευσιμότητας υποτυπώδη κτίσματα, που υπήρχαν εντός αυτού.
Για το οικόπεδο δε αυτό με τους παραπάνω μειονεκτικούς παράγοντες επιτεύχθηκε το αντίστοιχο της εμπορικής του αξίας τίμημα, για το οποίο αβασίμως η ενάγουσα (-πωλήτρια) μέμφεται τους εναγομένους (αγοραστές) αιτιωμένη αυτούς για τη φερόμενη ως αισχροκερδή συναλλακτική τους συμπεριφορά. Όμως, η εν λόγω συναλλαγή (παρά τα αντίθετα παράπονα της ενάγουσας) έγινε υπό συνθήκες ελεύθερης αγοράς και στα πλαίσια του κανόνα της προσφοράς και της ζήτησης.
Συνεχίζει δε το Εφετείο ότι τα όσα εκτίθενται στις πιο πάνω σκέψεις, δεν ανατρέπονται ούτε από τις ασαφείς και μη πειστικές από ...και ... δύο Τεχνικές Εκθέσεις του πολιτικού μηχανικού ..., που η ενάγουσα διόρισε ως τεχνικό της σύμβουλο, ούτε και από την... ένορκη βεβαίωση του ιδίου ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, στην οποία ενσωματώνονται, οι άνω τεχνικές εκθέσεις του και η οποία (ένορκη βεβαίωσή του) δόθηκε μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων, κατ' άρθρ. 270 παρ. 2 εδ.
γ Κ.Πολ.Δ (...και ... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ...). Κατέληξε δε το Εφετείο ότι κατά συνέπεια των παραδοχών αυτών η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη". Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους του αναιρετηρίου, κατά το ένα μέρος τους, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ και ειδικότερα ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες, τις ουσιαστικές διατάξεις του κτίριο δομικού Κανονισμού (αριθ. 11 και 23), του ΠΔ/τος της 3-8-1987 και του ΠΔ/τος 236/1993, "περί των κανονισμών θέσεων στάθμευσης", της απόφασης του 789/1988 Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ και του Γ.Ο.Κ 2000, που είχαν σχέση με την οικοδομησιμότητα του επίδικου ακινήτου ως οικοπέδου, η οποία προσδιόριζε την τρέχουσα εμπορική αγοραία αξία του, με το να κρίνει ως στοιχείο προσδιορισμού της αξίας του (επίδικου ακινήτου) και ειδικά της δομησιμότητάς του ότι η κάλυψή του αφορούσε μόνο 261,73 τμ για κύρια αποκλειστική χρήση με αντίστοιχο υπόγειο ως βοηθητικό μόνο χώρο, ενώ η μέγιστη δυνατή δόμηση με βάση τις ίδιες διατάξεις, που δεν εφαρμόστηκαν, περιλάμβανε 535,60 μ2, σε ημιυπόγειο και υπερυψωμένο ισόγειο ως χώρους κύριας χρήσης και οι δύο, και 10 θέσεις στάθμευσης στο υπόγειο σε βάθος ενός μέτρου από την επιφάνεια του εδάφους.
Με όσα εκτίθενται στους ερευνώμενους εδώ αναιρετικούς λόγους, σε συνδυασμό με τις ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης που προαναφέρθηκαν, οι προβαλλόμενες πλημμέλειες, καίτοι εμφανίζονται να αφορούν παραβίαση των πιο πάνω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, στην πραγματικότητα πλήττουν την ίδια απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων με πραγματικά και νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται αποκλειστικά με τη βαρύτητα και βασιμότητα των αποδεικτικών μέσων που εκτιμήθηκαν από το Εφετείο, και εν γένει σε σχέση με την αξιολόγηση και στάθμιση της από 12-2-2007 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε από το Εφετείο και εκείνης του τεχνικού συμβούλου των αναιρεσιβλήτων, των οποίων το περιεχόμενο και μόνο (που εμφανίζεται ως ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης), έχει περιληφθεί στην προσβαλλόμενη μόνο κατά το στάδιο της αποδεικτικής αξιολόγησης του ίδιου αποδεικτικού στοιχείου, σε συνδυασμό με τις από ....
και ... τεχνικές εκθέσεις του πολιτικού μηχανικού ..., και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, και πριν Δικαστήριο να καταλήξει στο σαφές και αναμφίβολο αποδεικτικό του πόρισμα ότι: "1) στο επίδικο μπορεί να χτιστεί ένα ισόγειο με εμβαδόν όσο η κάλυψη δηλαδή 261,73 τμ με αντίστοιχο υπόγειο που θα χρησιμοποιείται μόνο ως βοηθητικός χώρος, 2) ότι εφόσον γίνει η άρση του περιορισμού ύψους (που υπήρχε όμως κατά το χρόνο κατάρτισης του επίμαχου συμβολαίου (....) αλλά και κατά το χρόνο ακόμα ύστερα από 15 περίπου χρόνια έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, τα υπόλοιπα τετραγωνικά της δόμησης 348,97 τμ θα μπορούν να αξιοποιηθούν σε αβέβαιο στο μέλλον χρονικό σημείο και 3) ότι η απώλεια της δόμησης κατά 60% δεν μπορεί να καλυφθεί με παρέκκλιση από την Επιτροπή Αρχιτεκτονικού Ελέγχου (ΕΠ.Α.Ε)".
Ενόψει αυτών, οι κρινόμενοι εδώ πρώτος και δεύτερος, κατά το ένα μέρος τους, λόγοι της ένδικης αίτησης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Εξάλλου, το Εφετείο με το αν δεχθεί, με τις ανωτέρω σκέψεις, τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης των αναιρεσιβλήτων κατά της αντιθέτως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα δηλαδή:
α) ως προς την εικονικότητα για το πραγματικό τίμημα του υπ' αριθ. .... συμβολαίου β) ως προς την εικονικότητα της υπ' αριθ. .... πράξης ως προς το ύψος του εξοφληθέντος με αυτή τιμήματος, γ) ως προς την εικονικότητα του υπ' αριθ. ... συμβολαίου διόρθωσης, και δ) ως προς την ακυρότητα της ένδικης πώλησης ως καταπλεοναστικής και στη συνέχεια, με το να απορρίψει την ίδια αγωγή όσο μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο, μόνο με την έφεση των αναιρεσιβλήτων, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 178 και 179 του ΑΚ, καθώς και εκείνης του άρθρου 138 ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της εικονικότητας και της προφανούς δυσαναλογίας ή της αντίθεσης στα χρηστά ήθη και δικαιολογούν την απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και δεύτερο λόγους του κυρίου δικογράφου και τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 178 και 179 του ΑΚ, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους ως άνω λόγους του αναιρετηρίου και του δικογράφου προσθέτων λόγων αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Περαιτέρω, με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι: "το ενδιαφέρον της αγοραπωλησίας εστιάσθηκε στην εδαφική έκταση, το δε πιο πάνω τίμημα (των 16.000.000 δρχ) που συμφωνήθηκε ελεύθερα και καταβλήθηκε, αφορούσε μόνο το οικόπεδο και όχι τα χωρίς εμπορευσιμότητα υποτυπώδη κτίσματα που υπήρχαν εντός αυτού, και ότι για το οικόπεδο που με τους μειονεκτικούς παράγοντες που εμφανίζει επιτεύχθηκε το αντίστοιχο της εμπορικής του αξίας τίμημα με συνθήκες ελεύθερης αγοράς και στα πλαίσια του κανόνα της προσφοράς και της ζήτησης", δεν απέλιπε πλέον στάδιο εφαρμογής αυτοτελώς της διάταξης του άρθρου 138 του ΑΚ, άλλα και της διάταξης του άρθρου 178 του ΑΚ, ώστε να χαρακτηρισθούν οι ένδικες συμβάσεις, που δεν κρίθηκαν εικονικές, αντίθετες στα χρηστά ήθη, παρά τη μη διαγνωσθείσα κατ' ουσίαν συνδρομή καμίας εκ των τριών προϋποθέσεων εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 179 του ΑΚ.
Επομένως ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου κατά το άλλο μέρος του και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος καθώς και ο τρίτος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8 και 9 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμοι γιατί στηρίζονται σε εσφαλμένες προϋποθέσεις.
Τέλος οι ίδιοι λόγοι της αναίρεσης κατά την σ' αυτούς κατά το τελευταίο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω προαναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα της εικονικότητας των επίμαχων συμβάσεων, ως προς το τίμημα και του καταπλεονεκτικού τους χαρακτήρα τους και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσιβλήτων, και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται, κατά την αναιρεσείουσα, σε αντίθεση με τον εικονικό χαρακτήρα των συμβάσεων ως προς το τίμημα και τον καταπλεονεκτικό τους χαρακτήρα, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα προαναφερθέντα, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
II.Καμία διάταξη νόμου δεν καθιστά άκυρη την εσφαλμένη κρίση των πραγματογνωμόνων στη γνωμοδότησή τους ανεξάρτητα από το εάν εφάρμοσαν μέθοδο του δεν είναι ορθότερη ή η προσφορότερη, απόκειται δε μόνο στο δικαστήριο να αποδώσει σ' αυτήν την προσήκουσα αποδεικτική βαρύτητα με την από το άρθρο 387 του Κ.Πολ.Δ παρεχόμενη σ' αυτό εξουσία για ελεύθερη εκτίμηση ( ΑΠ 805/1977).
Επομένως, ο πρώτος λόγος του κυρίως δικογράφου κατά το τελευταίο μέρος του με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 12, 14 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, ότι το Εφετείο κατά παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 159 αριθ. 2 και 3 του Κ.Πολ.Δ παρέλειψε από τους πιο πάνω λόγους της αντίθεσης της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης προς τις προαναφερθείσες πολεοδομικές διατάξεις, να την κηρύξει άκυρη και να διατάξει νέα πραγματογνωμοσύνη, κρίνεται αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 309 εδ. β και γ'του Κ.Πολ.Δ "όσες αποφάσεις δεν κρίνουν οριστικά μπορούν είτε αυτεπαγγέλτως είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου, που υποβάλλεται μόνο στην διάρκεια της συζήτησης της υπόθεσης και όχι αυτοτελώς, να ανακληθούν σε κάθε στάση της δίκης από το δικαστήριο που τις εξέδωσε εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση.
Το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντά σε πρόταση για ανάκληση και όταν ακόμη αυτή υποβάλλεται με τρόπο παραδεκτό". Από τη λεκτική διατύπωση της διάταξης με τη χρήση των λέξεων "μπορούν", "με πρόταση" προκύπτει ότι δεν παρέχεται στους διαδίκους δικαίωμα αλλά δυνατότητα υποβολής σχετικής προς ανάκληση πρότασης στο δικαστήριο, με την έννοια της "ευχής" μόνο, το οποίο δεν υποχρεούται ν' απαντά σ' αυτή και αν ακόμη παραδεκτώς υποβάλλεται κατά τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 του Κ.Πολ.Δ ως αίτηση που παρέμεινε αδίκαστη νοείται όχι οποιαδήποτε που υποβάλλεται από τους διαδίκους κατά τη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, αλλά μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία. Επομένως, η για ορισμένους λόγους υποβληθείσα κατά την προαναφερθείσα έννοια "ευχή" ανάκλησης της προδικαστικής απόφασης του Εφετείου, που υποβάλλεται σ' αυτό κατά τη διάταξη του αρθρ. 309 του Κ.Πολ.Δ (έστω και αν χαρακτηρίζεται ως αίτημα από το διάδικο) όταν το Εφετείο επιλαμβάνεται εκ νέου, και μετά τις διεξαχθείσες αποδείξεις της υπόθεσης, μη έχουσα τα προαναφερθέντα προσόντα της αυτοτελούς αίτησης, δεν ιδρύει αν δεν απαντηθεί τον εκ του αρθρ. 559 αριθ. 9 του Κ.Πολ.Δ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1135/1989).
Ο ίδιος δε λόγος από τον αριθ. 9 της ΚΠολΔ 559 δεν ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο με οποιαδήποτε αιτιολογία απέρριψε την προβληθείσα αίτηση (ΑΠ 343/2009). Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 3/1997).
Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και ο πρώτος πρόσθετος λόγος με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 8, 9 και 14 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, για το λόγο ότι: "το Εφετείο δεν ερεύνησε αίτηση της αναιρεσείουσας που υποβλήθηκε κατά τη μετ' απόδειξη συζήτηση στο Εφετείο, για την ανάκληση της προεκδοθείσας προδικαστικής απόφασης του (Εφετείου), από το γεγονός ότι κατά την πρώτη συζήτηση της έφεσης των αναιρεσιβλήτων στο Εφετείο οι τελευταίοι κατέθεσαν τυπικές προτάσεις, με τις οποίες αναφέρθηκαν, όχι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 240 του Κ.Πολ.Δ, στις πρωτόδικες προτάσεις τους, στις οποίες περιλαμβάνονταν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί τους, ότι τα επίμαχα συμβόλαια δεν ήταν εικονικά και καταπλεονεκτικά, και τις οποίες το Εφετείο παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτες, λαμβάνοντας υπόψη του και τους πιο πάνω ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων", είναι απαράδεκτος (ο λόγος) ως προς όλα τα μέρη και σκέλη του, γιατί πλήττει την προσβαλλομένη για αιτία που δεν έχει σχέση ούτε με "υποβληθείσα αίτηση" κατά την έννοια του αριθ. 9, αλλά και ούτε με "πράγματα" κατά την έννοια του αριθ. 8 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, εφόσον οι προαναφερθέντες "ισχυρισμοί" δεν είχαν αυτοτέλεια και αποτελούσαν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής.
Επικουρικά δε οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος τους από τους αριθ. 8 και 9 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμοι γιατί το Εφετείο με συνοπτική αιτιολογία (που δεν ήταν αναγκαία) απέρριψε το αίτημα ανάκλησης της προδικαστικής απόφασής του.
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου ο από τον αριθ. 9 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ λόγος δεν ιδρύεται όταν απορρίπτεται αίτηση που υποβλήθηκε στο Εφετείο.
Περαιτέρω από τις διατάξεις των αρθρων 522, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από παραδοχή της έφεσης του ηττηθέντος πρωτόδικα εναγομένου, απορρίπτει την αγωγή κατά την κύρια βάση της, που είχε γίνει δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, πρέπει, εφόσον πλέον δεν δικάζεται η έφεση αλλά η αγωγή, να ερευνήσει χωρίς ειδικό παράπονο του ενάγοντος και την επικουρική ή τις επικουρικές βάσεις της αγωγής του, εφόσον το πρωτόδικο δικαστήριο δεν τις εξέτασε, μη έχοντας άλλωστε δικαίωμα να το πράξει εκείνο (πρωτοβάθμιο δικαστήριο), όταν αυτές είχαν σωρευθεί στο ίδιο δικόγραφο κατ' άρθρο 219 του Κ.Πολ.Δ επικουρικά, δηλαδή με την αίρεση απόρριψης της πρώτης (κύριας) βάσης της αγωγής, η οποία όμως αίρεση δεν πληρώθηκε, αφού η κύρια βάση της αγωγής τότε έγινε πρωτόδικα δεκτά.
Δεν έχει όμως τη δυνατότητα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτεπάγγελτης έρευνας των βάσεων εκείνων της αγωγής που ερευνήθηκαν και απορρίφθηκαν πρωτοδίκως ως μη νόμιμες, αφού για την περίπτωση αυτή απαιτείται η υποβολή προσηκόντως παραπόνου από τον εφεσίβλητο - ενάγοντα με δική του έφεση, έστω και επικουρικού χαρακτήρα, σε σχέση με την τυχόν παραδοχή της έφεσης του εναγομένου.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθρ 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ) προκύπτουν τα εξής: Με οριστικές διατάξεις της υπ' αριθ. 8153/2000 προδικαστικής απόφασης του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, απέρριψε τις επικουρικά σωρευόμενες στο ίδιο δικόγραφο αγωγικές βάσεις της αναιρεσείουσας για επιδίκαση αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας, άλλως από τη σύμβαση, άλλως από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ως μη νόμιμες.
Οι οριστικές εκείνες διατάξεις δεν προβλήθηκαν αυτοτελώς ή επικουρικά από την αναιρεσείουσα ενάγουσα με έφεση και τελεσιδίκησαν. Επομένως το Εφετείο, παραδεκτά δεν ερεύνησε μετά την απόρριψη της αγωγής για τα κεφάλαιά της εκείνα, που είχαν μεταβιβασθεί σ' αυτό με την έφεση των αναιρεσιβλήτων, και τις πιο πάνω τελεσιδίκως απορριφθείσες αγωγικές βάσεις, που δεν μεταβιβάσθηκαν προσηκόντως για έρευνα σ' αυτό, και ο αντίστοιχος πέμπτος λόγος, του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αριθμούς 8 και 9 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, που έχουν σχέση με τη μη έρευνα των πιο πάνω αγωγικών βάσεων, κρίνεται αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
V. Από τις διατάξεις των αρθρ. 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου με τις προτάσεις του ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί στην αίτηση για επίδειξη εγγράφων θεμελιώνει τον από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση αυτή ήταν παραδεκτή και σύννομη, τουτέστιν να γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, να προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενό του και να εκτίθενται περιστατικά από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου του. (ΑΠ 1045/2004) Από την κατ' αρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων της αναιρεσείουσας που υπέβαλε στο Εφετείο και κατά τις δύο συζητήσεις που μεσολάβησαν εκεί δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε με τις πιο πάνω προϋποθέσεις σαφές και ειδικό αίτημα επίδειξης εγγράφων, δεκτικό απάντησης εκ μέρους της προσβαλλόμενης.
Επομένως, ο ερευνώμενος εδώ δεύτερος πρόσθετος λόγος κρίνεται αβάσιμος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
VI. Από την κατ' αρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ επισκόπηση του δικογράφου της από 21-5-2005 έφεσης των αναιρεσιβλήτων, επί της οποίας έκρινε η προσβαλλόμενη, δεν προκύπτει ότι οι με αυτήν προβληθέντες λόγοι, που αφορούσαν αποκλειστικά εσφαλμένη από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εκτίμηση των αποδείξεων κατά την παραδοχή από εκείνο ως βάσιμης της αγωγής της αναιρεσείουσας, ήταν αόριστοι. Επομένως, το Εφετείο δεν έσφαλε, και δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τις διατάξεις των αριθ. 8 και 14 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, με το να απορρίψει σιωπηρά τους αντίστοιχους αντίθετους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, που ως αποτελούντες άρνηση των λόγων της έφεσης, εστερούντο των δικονομικών προσόντων της έννοιας του "πράγματος" και της "δικονομικής επάρκειας και αυτοτέλειας", όπως προαναφέρθηκαν σε προηγούμενη σκέψη της παρούσας. κατά την έρευνα των προϋποθέσεων εφαρμογής του αριθ. 8 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, ούτε παρέλειψε να κηρύξει ακυρότητα, που δεν ήταν υπαρκτή, και οι ερευνώμενοι εδώ τέταρτος λόγος του κυρίως δικογράφου και πρώτος πρόσθετος κατά το άλλο μέρος τους, κρίνονται αβάσιμοι, γιατί στηρίζονται σε εσφαλμένες προϋποθέσεις.
VII. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.
ΑΠ 14/2005 και 2/2008). Με τους τρίτο (κατά το ένα μέρος του) λόγο του αναιρετηρίου και τους τέταρτο και πέμπτο λόγους του δικογράφου προσθέτων λόγων κατά το ένα μέρος τους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ του Κ.Πολ.Δ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε για την απόδειξη των θεμελιωδών αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσείουσας για εικονικότητα ως προς το τίμημα των ένδικων δικαιοπρακτικών δηλώσεων των μερών (αρχικό συμβόλαιο και μεταγενέστερες πράξεις) και για τον καταπλεονακτικό χαρακτήρα τους και την αντίθεσή τους προς τα χρηστά ήθη, όσο είχαν σχέση με τη συνδρομή και των τριών στοιχείων εφαρμογής της διάταξης του αρθρ. 179 του ΑΚ τα ακόλουθα αποδεικτικά στοιχεία: 1) το υπ' αριθ.
Δ3/7/8781/16-9-2005 έγγραφο του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών για τη διακοπή λειτουργίας του Αεροδρομίου ..., 2) Διάφορες ανακοινώσεις και δραστηριότητες δημοσίων φορέων και οργανισμών από το 1978 έως το 1995 που αφορούσαν την επικείμενη παύση οριστικά της λειτουργίας του Αεροδρομίου όπως αναλυτικά αναφέρονται στο αναιρετήριο (τρίτος λόγος με αριθμούς Β1 έως Β8 και Ε1 έως Ε16), 3) την από ...
βεβαίωση της Συμβ/φου Αθηνών Μαρίας Κούσουλα για το ύψος της φορολογητέας αξίας του επίδικου ακινήτου στο ποσό των 28.397.670 δρχ 4) περίληψη του υπ' αριθ. ... συμβολαίου της συμβ/φου Αθηνών Παν. Χατζηκομή για το ύψος της αντιπαροχής σε γειτονική περιοχή σε 574/00, 5) το από 10-11-1999 έγγραφο του Τ.Π.Δ.Α και την από Μάιο 2007 βεβαίωση του ίδιου Ταμείου για την οικονομική κατάσταση του τότε συζύγου της αναιρεσείουσας Δικηγόρου Αθηνών Τ1, 6) την υπ'αριθ.10077/1995 απόφαση Ασφαλιστικών Μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για την εγγραφή προσημείωσης στο επίδικο ακίνητο ως στοιχείο της οικονομικής ανάγκης της αναιρεσείουσας, και την με αριθμό 24337/1995 απόφαση Ασφαλιστικών Μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 7) το χωρίς χρονολογία σημείωμα που φέρεται να προέρχεται από τους αναιρεσίβλητους, 8) Αντίγραφο Βιβλιαρίου Λογαριασμού Ταμιευτηρίου της Τράπεζας στο όνομα Τ1, 9) Υπεύθυνη Δήλωση του αρθρ. 8 του Ν. 1599/1986 του α' αναιρεσίβλητου ..., 10) Αντίγραφο της υπ' αριθ. 8153/2000 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, της από 479/8-5-2001 εισηγητικής έκθεσης και της από 18-12-2003 αγωγής των αναιρεσίβλητων με την σ' αυτήν επικαλούμενη εξώδικη ομολογία των τελευταίων ότι το 1996 η κατοικία που υπήρχε στο επίδικο έπρεπε να αποφέρει μηνιαίο μίσθωμα ισοδύναμο των 930 ευρώ, 11) την από ...
βεβαίωση της Συμβ/φου Μαρίας Κούσουλα για τον υπολογισμό της αντικειμενικής αξίας του επίδικου ακινήτου 12) την τεχνική περιγραφή του έτους 1987 και φωτογραφίες για γειτονικές κατοικίες του επίδικου ακινήτου, ως προς τη δομησιμότητα του τελευταίου, 13) Εξώδικες και δικαστικές ομολογίες των αναιρεσιβλήτων για την κατάσταση της οικίας που υπήρχε μέσα στο επίδικο και τη μισθωτική αξία του, τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκόμισε, με τις προτάσεις της στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Από την επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν στο Εφετείο δεν προκύπτει ότι ομολόγησαν με οποιοδήποτε τρόπο, με την έννοια της δικαστικής ομολογίας, τη βασιμότητα οποιουδήποτε αγωγικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας. Εξάλλου, από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο το περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, με την οποία απορρίφθηκαν ρητά οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας για εικονικότητα και καταπλεονεκτικότητα, όσο ιδαίτερα είχαν σχέση με την πραγματική αξία του μεταβιβασθέντος ακινήτου ως οικοπέδου ή κατοικίας και με την επίδραση της γειτνίασης του ίδιου ακινήτου με το χώρο του πρώην αεροδρομίου ...
και τους εντεύθεν εξακολουθούντες να ισχύουν περιορισμούς επ' αόριστον, ως προς τις συνθήκες και τους περιορισμούς δόμησής του, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τα πιο πάνω έγγραφα και τις εξώδικες μόνο ομολογίες που προέκυπταν από ορισμένα από αυτά, για να καταλήξει στο απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα, οι δε σχετικοί λόγοι αναίρεσης κρίνονται αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν όπως και η αναίρεση στο σύνολό της, και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-11-2007 αίτηση της ... και το από 25-9-2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4698/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) Ευρώ, για κάθε ομάδα τούτων που παρίστανται με χωριστή νομική εκπροσώπηση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ