Legislator Case Law & Legislation
2095/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against conviction for document concealment due to sufficient reasoning in lower court decision.

Case Number 2095/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for the concealment of a document. The lower court had found the defendant guilty based on evidence showing he withheld a bill of exchange intended for the victim, thereby depriving her of its evidentiary value. The Supreme Court ruled that the lower court's decision contained the specific and detailed reasoning required by law, adequately explaining the criminal intent and the evidentiary basis for the conviction.

Legislator headnote

AI generated

Articles 222 of the Penal Code; Article 510 of the Code of Criminal Procedure: The concealment of a document requires the intentional deprivation of its evidentiary use by a non-owner, and a criminal conviction stands if the lower court provides specific and detailed reasoning regarding the proven facts and legal conclusions.

Keywords

AI generated
concealment of document criminal intent evidentiary value detailed reasoning appeal dismissal criminal conviction statutory interpretation

Cited Legislation

AI generated
Article 222 of the Penal Code
Article 13 paragraph 3 of the Constitution
Article 139 of the Code of Criminal Procedure
Article 27 paragraph 2 of the Penal Code
Article 510 paragraph 1 item D of the Code of Criminal Procedure
Article 583 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2095 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2095/2006 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αθανασούλια, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 46446/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγουσα την ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Κανδυλιεράκη.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1674/2005.

Αφού άκουσε τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 222 του ΠΚ "όποιος με σκοπό να βλάψει άλλον αποκρύπτει, βλάπτει ή καταστρέφει έγγραφο, του οποίου δεν είναι κύριος ή δεν είναι αποκλειστικά κύριος ή που άλλος έχει δικαίωμα, κατά τις διατάξεις του αστικού δικαίου, να ζητήσει την παράδοση ή την επίδειξή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τον απαρτισμό της εννοίας του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφου, απαιτείται, αντικειμενικώς: α) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' του ΠΚ, ιδιωτικό ή δημόσιο, έγκυρο ή άκυρο, γνήσιο ή πλαστό, αφού και το πλαστό έγγραφο μπορεί να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσο, του οποίου ο δράστης δεν είναι κύριος ή αποκλειστικώς κύριος ή στην παράδοση ή επίδειξη του οποίου δικαιούται άλλος κατά τις διατάξεις του αστικού δικαίου και β) απόκρυψη, βλάβη ή καταστροφή του εγγράφου.

Ως απόκρυψη του εγγράφου θεωρείται, κάθε, χωρίς πρόθεση ιδιοποιήσεως ενέργεια ή παρά το καθήκον παράλειψη, με την οποία αφαιρείται ή παρακρατείται από το δικαιούμενο, προσκαίρως ή διαρκώς, η χρήση του εγγράφου, ως αποδεικτικού μέσου, ως βλάβη δε, κάθε μεταβολή επί του σώματος ή του διανοητικού περιεχομένου του εγγράφου, η οποία μειώνει την αξία αυτού ως αποδεικτικού μέσου, ενώ, τέλος, ως καταστροφή θεωρείται, η πλήρης εκμηδένιση του σώματος του εγγράφου, οπότε παύει πλέον το έγγραφο να υφίσταται ως αποδεικτικό μέσο ή του διανοητικού περιεχομένου αυτού, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι το έγγραφο δεν ανήκει αποκλειστικώς στο δράστη ή ότι άλλος έχει δικαίωμα παραδόσεως ή επιδείξεως αυτού και αφετέρου τη θέληση ή αποδοχή αποκρύψεως, βλάβης ή καταστροφής του εγγράφου και επιπροσθέτως, σκοπός βλάβης άλλου, συνισταμένης στην προσβολή ξένων δικαιωμάτων, περιουσιακών ή μη, χωρίς να απαιτείται η επίτευξη του σκοπού αυτού.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατά το είδος τους και χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών, που προτείνονται είτε από τον ίδιο, είτε από το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό, στην εξάλειψη του αξιόποινου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, αλλιώς είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους.

Ιδιαίτερα, για το δόλο, όταν για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος απαιτείται η εν γνώσει τέλεση της πράξεως ή υπερχειλής δόλος, δηλαδή εγκληματικός σκοπός, απαιτείται, για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς αυτόν, να εκτίθενται στην καταδικαστική απόφαση με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε με την έννοια της βεβαιότητας (της επίγνωσης-εντελούς γνώσεως) τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και στη δεύτερη περίπτωση, ότι ο κατηγορούμενος επιδίωκε την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που γενικώς, κατά το είδος τους αναφέρει (αναγνωσθέντα έγγραφα, καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας), αποδείχτηκαν τα εξής: Ο κατηγορούμενος, ήδη αναιρεσείων, στην ... στις 20-10-1997, με σκοπό να βλάψει την εγκαλούσα, ..., απέκρυψε έγγραφο, του οποίου δεν ήταν κύριος και συγκεκριμένα, ενώ η ως άνω εγκαλούσα παρέδωσε σ' αυτόν μία συναλλαγματική ποσού 24.000.000 δραχμών, λήξεως 30-9-1996, εκδόσεως της ίδιας και αποδοχής του ..., για να την εισπράξει για λογαριασμό της, πράγμα το οποίο ο ίδιος, όπως την είχε διαβεβαιώσει, θα επιτύγχανε ευκολότερα συμβουλευόμενος δικό του δικηγόρο, την παρακράτησε και δεν την απέδωσε σ' αυτήν, παρά τις επίμονες εκκλήσεις της και την αποστολή σ' αυτόν εξώδικης διαμαρτυρίας της. Ακολούθως, τον κήρυξε ένοχο του εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφου και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, την οποία μετέτρεψε προς 4,40 ευρώ ημερησίως.

Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, οι αποδείξεις, από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 2 και 222 του Π.Κ.

Ειδικότερα, αιτιολογείται με πληρότητα ο εγκληματικός σκοπός (υπερχειλής δόλος) του αναιρεσείοντος με την αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, μεταξύ των άλλων, ότι ο αναιρεσείων, με σκοπό να βλάψει την εγκαλούσα, παρακράτησε και δεν απέδωσε σ' αυτήν παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις της και την αποστολή σε αυτόν εξώδικης για τούτο πρόσκλησης, την επίμαχη συναλλαγματική, την οποία του είχε παραδώσει προς είσπραξη αυτής από τον αποδέκτη μετά τη λήξη της, αυτονοήτως συναγομένου από την έκθεση των περιστατικών αυτών, ότι σκοπός του αναιρεσείοντος ήταν να στερήσει με την παρακράτηση και τη μη απόδοση στην εγκαλούσα της ανωτέρω συναλλαγματικής τη χρήση αυτής, ως αποδεικτικού μέσου, κατά την έκδοση με βάση αυτήν διαταγής πληρωμής σε βάρος του αποδέκτη.

Περαιτέρω, υπάρχει πλήρης αιτιολογία ως προς τα αποδεικτικά μέσα, με την αναφορά αυτών στο σκεπτικό, γενικώς κατά το είδος τους, αρκούσης της αναφοράς αυτής, χωρίς ανάγκη παραθέσεώς τους αναλυτικώς και μνείας του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, ενώ δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη αιτιολογία για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου έμπρακτης μετάνοιας και της ελαφρυντικής περιστάσεως, ότι στην πράξη του ωθήθηκε ο αναιρεσείων από μη ταπεινά αίτια, αφού, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, δεν υποβλήθηκαν τέτοιοι ισχυρισμοί από τον εκπροσωπήσαντα τον κατηγορούμενο συνήγορο στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση.

Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί, επειδή δε, δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, καθώς και σε εκείνα του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6 Σεπτεμβρίου 2005 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 46446/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και,

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και σε εκείνα του πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 28 Σεπτεμβρίου 2006. Και,

Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 14 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ