Supreme Court dismisses appeal against appellate court's rejection of loan claim based on unjust enrichment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Athens Court of Appeal's final judgment rejecting the loan claim. The appellant argued that the lower court erred in interpreting evidence and applying unjust enrichment laws, claiming the payments were interest-free loans rather than debt repayments. The court ruled that the appellate court's factual assessment regarding the nature of the transactions was not subject to review under Article 561 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 561, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court's review of cassation requests is limited to legal errors, excluding the substantive assessment of facts and evidence by the appellate court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2094 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2094/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Α. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο-Αθανάσιο Γρανά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Κ. του Κ. και 2) Κ. Κ. του Ν., κάτοικοι ... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Ελένη Τσιλιγιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-10-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8424/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 4225/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-09-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 17.9.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, με αριθμό 4225/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από την επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, κατ' άρθρο 561 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, προκύπτει ότι η προσβαλλομένη απόφαση είναι αποτέλεσμα της κάτωθι διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 23.10.2016 αγωγή του ο ήδη αναιρεσείων επικαλούμενος κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ατόκου δανείου με τους ήδη αναιρεσιβλήτους κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2011 έως 2014, συνολικού ύψους 102.308,49 ευρώ, καταγγελία αυτών εξωδίκως, αλλά και με το αγωγικό δικόγραφο, και άρνηση των αναιρεσιβλήτων στην απόδοση των δανεισθέντων ποσών, ζήτησε μετά περιορισμό της αγωγής του με την τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος αυτής σε εν όλω αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των αναιρεσιβλήτων στην καταβολή των οφειλομένων χρηματικών ποσών, νομιμοτόκως από την παράδοση εκάστου επί μέρους δανεισθέντος ποσού, άλλως από την επίδοση της αγωγής, κυρίως με βάση τις διατάξεις περί δανείου (αρθ. 806 ΑΚ) και επικουρικώς, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (αρθ. 904 ΑΚ).
Επί της αγωγής, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η με αριθμό 8424/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη ως προς το αίτημα αναγνώρισης της υποχρέωσης καταβολής τόκων, αλλά και ως προς την επικουρική βάση της αγωγής, και κατά το μέρος που έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη, έκανε αυτή δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων) να καταβάλουν στον ενάγοντα (αναιρεσείοντα) ο μεν πρώτος το ποσό των 78.774,29 ευρώ, ο δε δεύτερος το ποσό των 23.534,20 ευρώ.
Κατά της παραπάνω απόφασης οι ηττηθέντες εναγόμενοι, ήδη αναιρεσίβλητοι, άσκησαν την από 22.10.2018 έφεσή τους, η οποία έγινε δεκτή, δυνάμει της ήδη αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, η οποία εξαφάνισε την οριστική απόφαση, διακράτησε την υπόθεση προς εκδίκαση και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ.11 περίπτ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε, τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι ο από τον αριθμό 11γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών.
Ωστόσο καμία διάταξη δεν επιβάλλει να γίνεται στην απόφαση ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αλλά αρκεί η γενική διαβεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως ενώπιόν του (ΑΠ 136/2022, ΑΠ 81/2022), και μόνο όταν από αυτή τη γενική κατ'είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, καταλείπονται αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ'ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 302/2024, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 258/2023, ΑΠ 194/2022, ΑΠ 81/2022, ΑΠ 136/2022).
Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί δε, για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 194/2020).
Εξάλλου, για την ίδρυση του παραπάνω αναιρετικού λόγου απαιτείται το πραγματικό γεγονός, για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο να είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη ή ανταπόδειξη γεγονότων που συγκροτούν λυσιτελή ισχυρισμό (που επιδρά στο διατακτικό).
Πρέπει, δηλαδή, το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο να αφορά, ως εκ του περιεχομένου του, ισχυρισμό, που μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΟλΑΠ 42/2002, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 302/2024, ΑΠ 5/2023, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 81/2022).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 302/2024, ΑΠ 258/2023, ΑΠ 81/2022).
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ.11 περ.γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του έγγραφα, τα οποία νομίμως επικαλέστηκε και προσκόμισε, ενώπιόν του, ο αναιρεσείων και συγκεκριμένα: την από 12.12.2024 έγκλησή του κατά της Α.
Π., την από 14.1.2025 ένορκη κατάθεση του μάρτυρος κατηγορίας του Ν. Κ., την από 3.6.2016 δήλωση των Α. Α. και Ε. Τ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, την από 5.7.2016 ανωμοτί κατάθεση της Α. Α. στον 21ο Πταισματοδίκη Αθηνών, την από 8.12.2016 εξώδικη δήλωση των ανωτέρω κατά της Α. Π., κοινοποιηθείσα και στον αναιρεσείοντα, το από 20.8.2015 κατηγορητήριο κατά της Α.
Π. και του μάρτυρος Κ. Π., την έκθεση εκτίμησης ακινήτου του τοπογράφου μηχανικού Π. Μ., τα δηλωθέντα εισοδήματα του αναιρεσείοντος των ετών 2007 έως 2014, καθώς και αυτά του πατέρα του Σ. Α., τα οποία άπαντα (έγγραφα) ήσαν ουσιώδη και από τα οποία θα αποδεικνυόταν, ότι οι καταβολές που αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο έγιναν αιτία διαδοχικών συμβάσεων δανείου που πράγματι συνήφθησαν μεταξύ των διαδίκων.
Από την παραδεκτή, κατ'άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και τη ρητή διαβεβαίωση, που υπάρχει σ'αυτήν, ότι "από την εκτίμηση της μετ' επικλήσεως προσκομιζομένης από τον εκκαλούντα με αριθμό ....2017 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον της συμβολαιογράφου Κρωπίας Μ. Π., που λήφθηκε κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των αντιδίκων...
των μετ' επικλήσεως προσκομιζομένων από τους εφεσιβλήτους με αριθμούς ...,...,..., ....2017 και ....2017 ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, που λήφθηκαν κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του αντιδίκου τους... καθώς και των μετ' επικλήσεως προσκομιζομένων από τους διαδίκους εγγράφων, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε για άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (αρθ. 336 παρ. 3 ΚΠολΔ) με εξαίρεση:
α) τις από 23.9.2016 και 4.11.2019 δύο υπεύθυνες δηλώσεις (άρθρου 8 ν. 1599/1986) του Ν. Κ. και β) την από 17.10.2019 υπεύθυνη δήλωση (άρθρου 8 ν. 1599.1986) της Α. Π., που λήφθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στην παρούσα δίκη, οι οποίες δεν λαμβάνονται υπόψη, ούτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθόσον πρόκειται για μαρτυρίες προσώπων που δόθηκαν χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις των διατάξεων του ΚΠολΔ για την εξέταση μαρτύρων ή τη λήψη ενόρκων βεβαιώσεων, και ως εκ τούτου αποτελούν μη επιτρεπόμενα εκ του νόμου (ανυπόστατα) αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/1987, ΑΠ 297/2019) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά...", σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μετά των λοιπών αποδείξεων, και τα ως άνω, φερόμενα ως αγνοηθέντα, έγγραφα χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας σύμφωνα με την αρχή της ηθικής απόδειξης (ΚΠολΔ 340) τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.
Τούτο δε, παρεκτός και πέραν του ότι, τα ανωτέρω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, αφορούν, κυρίως, σε ποινικές δίκες του αναιρεσείοντος με τρίτα πρόσωπα, και όχι στους αποδεικτέους, εξ αιτίας της αρνήσεως των εναγομένων-ήδη αναιρεσιβλήτων, αγωγικούς του ισχυρισμούς, περί καταρτίσεως συμβάσεων δανείου με τους αναιρεσιβλήτους, τα οποία καίτοι καταγγέλθηκαν δεν αποδόθηκαν.
Επομένως, ο από τον αριθμ.11γ 'του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος (ΑΠ 1023/2019, ΑΠ 2071/2017, ΑΠ 1345/2011) και όχι στην περίπτωση που το δικαστήριο έχει, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, την εξουσία να εκτιμήσει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και οι μαρτυρικές καταθέσεις, και οι ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων, η εκτίμηση της αξιοπιστίας των οποίων εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του τους λόγους της γενομένης εκτίμησής του (ΑΠ 265/2017, ΑΠ 907/2006, ΑΠ 419/2004).
Ούτε, δε, ιδρύει το λόγο αυτό η μη διάκριση στην απόφαση ποία αποδεικτικά μέσα ελήφθησαν υπόψη προς άμεση απόδειξη, με την έννοια των λοιπών προβλεπομένων αμέσως από το νόμο επωνύμων αποδεικτικών μέσων και ποία αποδεικτικά μέσα ελήφθησαν υπόψη προς έμμεση απόδειξη, με την έννοια του ιδιαίτερα προβλεπομένου (άρθρο 339 εδ.
τελευταίο ΚΠολΔ) αποδεικτικού μέσου των δικαστικών τεκμηρίων και όχι της έμμεσης συναγωγής του αποδεικτικού πορίσματος, αφού τούτο μπορεί να συναχθεί και αμέσως από τα δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 265/2017, ΑΠ 168/2015, ΑΠ81/2007, ΑΠ 479/10). Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια, συλλήβδην από τους αριθμούς 10,12 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αληθώς όμως, από τον αριθμό 12 αυτού, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο προσέδωσε στις με αριθμούς ...,...,..., .../2017 και .../2017 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, "...
δύναμη απόδειξης μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτές ορίζει ο νόμος.." καθόσον, όσα οι δι' αυτών, μάρτυρες βεβαίωσαν ενόρκως, δεν προήλθαν εξ ιδίας αυτών αντίληψης, αλλά από όσα διαβίβασαν σ'αυτούς τρίτα πρόσωπα. O λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος, καθόσον σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η εκτίμηση του περιεχομένου των καταθέσεων των μαρτύρων, που προέβησαν στην διατύπωση ενόρκων βεβαιώσεων, ενώπιον αρμοδίου προς τούτο οργάνου, εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του και τους λόγους της γενομένης αξιολόγησης, λαμβανομένου, εξ άλλου, υπόψη του ότι οι ένορκες βεβαιώσεις έχουν κατά νόμο ίση αποδεικτική δύναμη με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας, που σταθμίζει κατά συνείδηση της αποδεικτική τους βαρύτητα και την αξιοπιστία τους, με συνέπεια να μην ιδρύεται ο λόγος αν το δικαστήριο θεωρήσει πιο αξιόπιστο κάποιο από τα πολλά αποδεικτικά μέσα.
Με τους τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο και έβδομο (και τελευταίο) λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη, σε έκαστο αυτών, συλλήβδην τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1,8,10,11,12 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενος, κατά νοηματική συμπύκνωση των ισχυρισμών του, ότι το Εφετείο "εσφαλμένα ερμήνευσε το αποδεικτικό υλικό, παραβιάζοντας και τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 806 επομ.
του ΑΚ, μη λαμβάνοντας υπόψη ουσιώδεις ισχυρισμούς του, και αποδεικτικά μέσα που νομίμως προσκόμισε, επί πλέον δε, ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου για την δύναμη των αποδεικτικών μέσων και το βάρος απόδειξης" ισχυριζόμενος ειδικότερα, προς θεμελίωση των λόγων του, ότι από τα παραστατικά έγγραφα των τραπεζών, την ένορκη βεβαίωση του πατρός του και τα λοιπά αποδεικτικά έγγραφα που αυτός προσεκόμισε, προέκυπτε με βεβαιότητα, ότι οι καταβολές του αναιρεσείοντος προς τους αναιρεσιβλήτους, έγιναν στα πλαίσια αποκλειστικά συμβάσεων ατύπου και ατόκου δανείου που συνάπτονταν μεταξύ τους, με τον αναιρεσείοντα ως δανειστή, και όχι το αντίστροφο που δέχθηκε η προσβαλλομένη, δηλαδή τον ίδιο ως οφειλέτη ειδικώς του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, με αιτιολογία : "...
εξ αιτίας οικονομικών δοσοληψιών που είχαν ως έρεισμα μη εμφανούς αιτίας δικαιολογική (ενοχική) σχέση και όχι την σύμβαση δανείου...", δεδομένου ότι αυτός (αναιρεσείων), αντίθετα προς τις παραδοχές της προσβαλλομένης, δεν είχε χρέη προς το Δημόσιο, ούτε προσωπικά, ούτε ως ομόρρυθμος εταίρος της εταιρείας με την επωνυμία "...
ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ", δεν είχε αποκτήσει το κατασχεθέν αναγκαστικώς από την ΔΟΥ Γλυφάδας Αττικής ακίνητο, με στεγαστικό δάνειο, ενώ ήταν σε θέση να χορηγεί δάνεια, δεδομένης της αξίας της ακίνητης περιουσίας του, που προσεγγίζει τα 10.000.000 ευρώ, έχει δε αυτός διευθετήσει και απαλλαγεί από άπασες τις ποινικές του υποθέσεις.
Τα παραπάνω ισχυριζόμενα, δεν είναι σε θέση να ιδρύσουν ουδεμία των πλημμελειών που αποδίδονται στην προσβαλλομένη, καθόσον υπό το πρόσχημα, ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκαν ευθέως οι διατάξεις των άρθρων 806 επομ. του ΑΚ, και έλαβαν χώρα οι λοιπές πλημμέλειες, πλήττεται η περί την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικώς, ανέλεγκτη.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί αυτός, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (αρθ. 176,183,189 παρ.1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό της παρούσας οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17.9.2020 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 4225/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ