Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment for failure to apply maritime safety regulations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's judgment regarding a ship fire. The court found that the lower court correctly established the appellants' own fault for failing to take necessary safety measures, which directly caused the fire and subsequent cargo destruction. Consequently, the Supreme Court ruled that the first-instance decision was legally sound and rejected the arguments regarding misapplication of maritime law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 and 495 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a first-instance judgment is admissible only if a substantive legal rule was violated, and the court's decision is dismissed when the lower court correctly applied the law based on proven facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2094 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2094/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) …και 3) ….. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σωτηριάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: εταιρείας με την επωνυμία… , που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Ζιάκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5001/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 778/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 11-6-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, η οποία είναι ταυτόσημη με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αίτησης αναιρέσεως (11.6.2020), η οποία είναι ταυτόσημη με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).
Περαιτέρω, στο άρθρο 138 Κ.Ι.Ν.Δ. ορίζεται ότι "Ο εκναυλωτής ευθύνεται δια το πταίσμα των υπ' αυτού προστηθέντων, ιδία του πλοιάρχου και του πληρώματος, ως δι' ίδιον αυτού πταίσμα. Εάν η ζημία προεκλήθη εκ πράξεως ή παραλείψεως περί την διακυβέρνησιν ή τον χειρισμόν του πλοίου, ο εκναυλωτής ευθύνεται μόνον δι' ίδιον αυτού πταίσμα.
Εις την διακυβέρνησιν ή τον χειρισμόν του πλοίου δεν περιλαμβάνονται μέτρα λαμβανόμενα κυρίως προς το συμφέρον του φορτίου. Εάν η ζημία προήλθεν εκ πυρκαγιάς, ο εκναυλωτής ευθύνεται μόνον δι' ίδιον αυτού πταίσμα". Με την τελευταία αυτή διάταξη καθιερώνεται το ανεύθυνο του μεταφορέα για ζημιές, μεταξύ άλλων, από πυρκαγιά και μόνον όταν η πυρκαγιά οφείλεται σε δικό του προσωπικό πταίσμα αναβιώνει η ευθύνη του.
Πταίσμα του πλοιάρχου, του πληρώματος και γενικά των προσώπων που έχουν προστηθεί από το μεταφορέα δεν αρκεί για τη θεμελίωση της ευθύνης του για ζημιές από πυρκαγιά, αλλά απαιτείται "ίδιον", δηλαδή προσωπικό, πταίσμα του ή, εφόσον πρόκειται για εταιρία, των προσώπων που την εκπροσωπούν ή ασκούν τη διοίκηση της, αφού η ως άνω διάταξη απαλλάσσει στη συγκεκριμένη περίπτωση τον μεταφορέα από την ευθύνη για το πταίσμα των προστηθέντων του.
Με τη διάταξη δηλαδή αυτή εισάγεται μαχητό τεκμήριο υπέρ του μεταφορέα για την έλλειψη ευθύνης του για ζημιές από πυρκαγιά, το οποίο μπορεί να ανατραπεί με την απόδειξη προσωπικού πταίσματος αυτού και συνεπώς ο μεταφορέας, για να απαλλαγεί από την ευθύνη, αρκεί να αποδείξει ότι η ζημία οφείλεται σε πυρκαγιά, ενώ ο αντίδικός του που ζημιώθηκε μπορεί να ανατρέψει το τεκμήριο αυτό αποδεικνύοντας ότι η πυρκαγιά προκλήθηκε από προσωπικό πταίσμα του μεταφορέα.
Η αρχή δε της συσταλτικής ερμηνείας των εξαιρετικών διατάξεων, όπως είναι και η παραπάνω του άρθρου 138 εδάφ. δ' Κ.Ι.Ν.Δ, επιβάλει να ισχύει το ανεύθυνο του μεταφορέα για ζημία που προκλήθηκε από πυρκαγιά μόνο στην περίπτωση που η ζημία αποδίδεται αποκλειστικά στην ύπαρξη "ναυτικού πταίσματος" του πλοιάρχου ή του πληρώματος και ο μεταφορέας δεν εμπλέκεται προσωπικά ούτε ως ένα ελάχιστο βαθμό, ενώ ακόμη και εάν αποδειχθεί ότι συντρέχει πράγματι "ναυτικό πταίσμα" των προστηθέντων του μεταφορέα, δεν αποκλείεται να αναβιώσει η ευθύνη του, ιδίως στις περιπτώσεις που ο ίδιος ενέκρινε τις πράξεις ή παραλείψεις που σχετίζονταν με τη "διακυβέρνηση" ή τον "χειρισμό" του πλοίου ή που επωφελήθηκε αυτών.
Στην προκειμένη περίπτωση, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "...Στις …η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη πώλησε στην εταιρεία με την επωνυμία "…" που εδρεύει στο …, 21.700 κιλά μικτού βάρους και 20.592 καθαρού βάρους πορτοκάλια ποικιλίας Merlin, συσκευασμένα σε 1.716 χαρτοκιβώτια των 12 κιλών έκαστο, έναντι τιμήματος 6 ευρώ ανά χαρτοκιβώτιο και συνολικού τιμήματος 10.296 ευρώ, παραδοτέα στο ….
και στις εγκαταστάσεις της παραλήπτριας εταιρείας στην …, όπως εμφαίνεται στο υπ' αριθμ. … τιμολόγιο που η ίδια εξέδωσε. Δυνάμει σύμβασης μεταφοράς που (η ενάγουσα) κατήρτισε με τον Σ. Ζ., συμφώνησαν ο τελευταίος να μεταφέρει τα εμπορεύματα από την … στο … με το με αριθμό κυκλοφορίας … φορτηγό αυτοκίνητό του, ως διεθνής οδικός μεταφορέας, έναντι κομίστρου 2.000 ευρώ.
Τα εμπορεύματα που ήταν παραδοτέα στο … και ταξίδευαν με κίνδυνο της ίδιας της πωλήτριας, φορτώθηκαν στο πιο πάνω φορτηγό του μεταφορέα και παραδόθηκαν στον προστηθέντα οδηγό του φορτηγού στις …, ενώ για τη μεταφορά εκδόθηκε το με αριθμό … δελτίο παράδοσης … και η με ημερομηνία … φορτωτική. Την … το πιο πάνω έμφορτο με τα εμπορεύματα της ενάγουσας φορτηγό αυτοκίνητο, έφθασε στο λιμάνι της … κι από εκεί ο παραπάνω διεθνής οδικός μεταφορέας συμφώνησε με την πρώτη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα να μεταφέρει η τελευταία ως θαλάσσιος μεταφορέας, δυνάμει σύμβασης θαλάσσιας μεταφοράς και έναντι των καταβληθέντων ναύλων, το ως άνω έμφορτο φορτηγό από το λιμάνι της … στο λιμάνι της…, με το υπό ιταλική σημαία επιβατηγό - οχηματαγωγό πλοίο…, υποναυλώσεως της δεύτερης εναγομένης - εκκαλούσας που είχε εισφερθεί από την τελευταία κατά χρήση και εκμετάλλευση στην πρώτη εναγομένη - εκκαλούσα κοινοπραξία (της οποίας τόσο η δεύτερη όσο και τρίτων των εναγομένων εκκαλουσών είναι μέλη).
Για τον σκοπό αυτό της θαλάσσιας μεταφοράς εκδόθηκε από την πρώτη εναγομένη η από … απόδειξη μεταφοράς οχημάτων. Σημειώνεται ότι το εν λόγω πλοίο είχε υπεκναυλωθεί από τη ναυλώτρια ιταλική εταιρεία "..." στη δεύτερη εναγόμενη εταιρεία ("…"), η οποία το είχε εισφέρει προς εκμετάλλευση στην πρώτη εναγόμενη κοινοπραξία κατά τα ανωτέρω.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι περί ώρα 01.30 π.μ. της … το πλοίο απέπλευσε από την … και τις αμέσως επόμενες ώρες, πριν τις 4.00 π.μ., ενώ το πλοίο είχε ολοκληρώσει τον διάπλου του στενού της … και έπλεε με κατεύθυνση προς την … θάλασσα, εκδηλώθηκε πυρκαϊά σε κάποιον από τους κλειστούς χώρους σταθμεύσεως οχημάτων που ταχύτατα έλαβε ανεξέλεγκτες διαστάσεις, καθώς εξαπλώθηκε από το κατάστρωμα 4 του πλοίου, στο οποίο αρχικά αναπτύχθηκε, σε όλους τους χώρους και τα καταστρώματα, με συνέπεια, μεταξύ άλλων, την ολοσχερή καταστροφή των εμπορευμάτων της ενάγουσας.
Τον συντονισμό της επιχείρησης διάσωσης ανέλαβε αρχικά το Εθνικό Κέντρο Διάσωσης και Έρευνας της Ελλάδας, στη συνέχεια δε, καθώς το πλοίο συνέχιζε να κινείται εξαιτίας του αέρα, της θάλασσας και των ρευμάτων, ακυβέρνητο όμως, αντικαταστάθηκε από το αντίστοιχο Κέντρο της … (Γενική Διεύθυνση Λιμενικού).
Εστία της πυρκαϊάς αποτέλεσε φορτηγό ψυγείο που βρισκόταν στο προαναφερθέν κατάστρωμα 4 του πλοίου, πιθανόν στην πρύμνη της σειράς 1 56, το οποίο δεν ήταν συνδεδεμένο με την ηλεκτρική παροχή ρεύματος του πλοίου και είχε αναμμένο τον κινητήρα της μηχανής του, προκειμένου η ψύξη του να είναι σε λειτουργία και να μην αλλοιωθεί το εμπόρευμα, προκλήθηκε δε η ανάφλεξη, το πιθανότερο, από τη δυσλειτουργία ενός βοηθητικού συστήματος που διατηρήθηκε σε λειτουργία.
Τούτο συνέβη διότι η ναυλώτρια εταιρεία (…) δεν μερίμνησε για την παράδοση στον αρμόδιο αξιωματικό ενός ολοκληρωμένου καταλόγου όλων των φορτηγών ψυγείων που είχαν ανάγκη να συνδεθούν στο ηλεκτρικό ρεύμα, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να διανείμει το φορτίο ανομοιογενώς, κατευθύνοντας περισσότερα από τα φορτηγά ψυγεία που ήταν δυνατό να τροφοδοτηθούν από τις υπάρχουσες στο κατάστρωμα 4 παροχές ρεύματος σε αυτό και αφήνοντας ανεκμετάλλευτες αρκετές από τις ηλεκτρικές πρίζες του καταστρώματος 3.
Ομοίως, η ναυλώτρια (…) παρέδωσε στο πλοίο ένα "…" ημιτελές, από το οποίο δεν ήταν δυνατόν να εξαχθεί καμία πληροφορία για την ασφάλεια του ταξιδιού (βλ. σχετ. σελ. … τεχνικής έκθεσης των διορισμένων πραγματογνωμόνων από τον Ανακριτή του Πρωτοδικείου Μπάρι, όπως απόσπασμα αυτής προσκομίζεται σε επίσημη μετάφραση).
Άλλωστε, το προσωπικό της "…" δεν απαγόρευσε τη λειτουργία των κινητήρων των φορτηγών ψυγείων μετά την ολοκλήρωση των διαδικασιών στοιβασίας (βλ. σχετική αναφορά του οδηγού Λ. Κ. στη σελ. .. της ως άνω τεχνικής έκθεσης) ούτε την είσοδο των οδηγών τους στους χώρους γκαράζ κατά τη διάρκεια της πλεύσης προκειμένου να ελέγξουν τα οχήματά τους ή και να κοιμηθούν στο εσωτερικό της καμπίνας τους.
Σημειώνεται ότι o έλεγχος των ανελκυστήρων εισόδου στα γκαράζ ήταν αρμοδιότητα του προσωπικού της ναυλώτριας ελληνικής εταιρείας και συγκεκριμένα τις εισόδους στους χώρους αυτούς διαχειριζόταν ο Επιθεωρητής του πλοίου Λ. Χ. (βλ. σελ. … της ως άνω τεχνικής έκθεσης). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μέρος του προσωπικού, συμπεριλαμβανομένης και της πυροσβεστικής ομάδας, που αποτελούνταν από ναυτικούς ιταλικής και ελληνικής εθνικότητας, δεν εκτέλεσε σωστά τα καθήκοντα που του είχαν ανατεθεί από τον Πίνακα Οδηγιών Κατάστασης Ανάγκης για την περίπτωση πυρκαϊάς (βλ.
σελ. 32 και 110 της ως άνω τεχνικής έκθεσης). Με βάση τα παραπάνω, ανεξαρτήτως τυχόν αμέλειας και του ιταλικού προσωπικού (σε σχέση ενδεικτικά με τον καθυστερημένο εντοπισμό της φωτιάς και εν συνεχεία τη διαχείριση της κατάστασης και τις διαδικασίες πυρόσβεσης), που είχε προστηθεί από την ιταλική εταιρεία "...", ενόψει της από … "γυμνής" ναυλώσεως του πλοίου, ευθυνόταν και το ελληνικό πλήρωμα, προστηθέν από την υποναυλώτρια του πλοίου δεύτερη εναγόμενη εταιρεία "…", για την εκδήλωση της πυρκαϊάς και τη συνεπεία αυτής ολοσχερή καταστροφή των εμπορευμάτων της ενάγουσας, η οποία οφείλεται αιτιωδώς σε αμελείς πράξεις και παραλείψεις των προστηθέντων της δεύτερης εναγόμενης - υποναυλώτριας του πλοίου εταιρείας, που βρίσκονταν στην υπηρεσία της, εφόσον η αδικοπραξία τους δεν ήταν άσχετη ή ξένη με την εκτέλεση της υπηρεσίας που τους είχε ανατεθεί από εκείνη, αλλά τελούσε σε εσωτερική αιτιώδη σχέση μ' αυτήν, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία τους δεν ήταν δυνατό να υπάρξει χωρίς την πρόστηση.
Θεμελιώνεται παράλληλα, ωστόσο, και ενδοσυμβατική ευθύνη, καθώς αποδείχθηκε το "ίδιον πταίσμα" της πρώτης εναγόμενης - θαλάσσιας μεταφορέα, με συνέπεια την ευθύνη και των λοιπών εναγόμενων, υπό την ανωτέρω ιδιότητά τους ως μελών της κοινοπραξίας. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το πιστοποιητικό κλάσεως του πλοίου υπ' αριθ…., με ισχύ έως την 21 η.9.2019, σύμφωνα με το οποίο αυτό ήταν κλάσεως C*, εξοπλισμένο προς μεταφορά εμπορευματοκιβωτίων, εγκεκριμένο γι' "απεριόριστη ναυσιπλοΐα" ούτε από την από 21.3.2014 "έκθεση επί των υφάλων - κατάσταση στεγανότητας κατά την ανανέωση", που συντάχθηκε κατόπιν ολοκλήρωσης της επιθεωρήσεως των αναρροφήσεων θαλασσίου ύδατος και των πλεγμάτων των, των συνδέσεων προς τη θάλασσα κ.λπ., καθώς τα πιστοποιητικά αυτά δεν αποκλείουν τις προαναφερθείσες υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις που βαρύνουν προσωπικά και τον ίδιο τον θαλάσσιο μεταφορέα (πρώτη εναγόμενη κοινοπραξία), συνεπώς, επισύρουν και ευθύνη του.
Άλλωστε, οι εκπρόσωποι της ναυλώτριας εταιρείας (…) είχαν λάβει γνώση των προβλημάτων που εντοπίστηκαν σχετικά με την αξιοπλοΐα του πλοίου κατόπιν της από 19-12-2014 επιθεώρησής του από κλιμάκιο του Λιμεναρχείου … και τα οποία αφορούσαν ιδίως σε ελλείψεις του σχεδίου για την εκκένωση του πλοίου σε περίπτωση κινδύνου, ελλείψεις του φωτισμού έκτακτης ανάγκης, στον τομέα της πυροπροστασίας, λόγω προβλημάτων στις θύρες αποκλεισμού, και στον τομέα των σωστικών μέσων, αλλά δεν απέτρεψαν τον απόπλου του, προτού οι ελλείψεις διορθωθούν, και δη εν μέσω δυσμενών καιρικών συνθηκών, αντίθετα ενέμειναν στην πιστοποίηση με συστήματα ασφαλείας και στη σχετική εξειδίκευση του πληρώματος, με δημόσια προβολή των εν λόγω δικλείδων ασφαλείας, οι οποίες δεν αποδείχθηκαν αληθείς, χωρίς, ωστόσο, ν' αποδεικνύεται ότι έπραξαν τούτο με πρόθεση, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, ώστε να στοιχειοθετείται ευθύνη τους και εκ του άρθρου 919 ΑΚ.
Τα όσα λοιπόν αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούσες, με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους, περί της απαλλαγής τους εκ της όποιας ευθύνης τους δυνάμει του άρθρου 138 ΚΙΝΔ, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα. Ακολούθως πρέπει να απορριφθούν οι δεύτερος και τρίτος λόγος έφεσης, δια των οποίων οι εκκαλούσες βάλλουν κατά της εκκαλουμένης απόφασης, ισχυριζόμενες ότι δεν συντρέχουν λόγοι περί της ύπαρξης αδικοπρακτικής ευθύνης τους και ότι το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο λανθασμένα κατέληξε στην ύπαρξη παραβάσεων στο πλοίο εκ μέρους τους, προκειμένου να καταφανθεί υπέρ της ευθύνης τους.
Συνεχόντων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί και ο τέταρτος λόγος έφεσης, δια του οποίου οι εκκαλούσες παραπονούνται για την επιβολή σε βάρος τους της δικαστικής δαπάνης. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε τα ίδια, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε. Με διόρθωση λοιπόν και συμπλήρωση των σχετικών αιτιολογιών της εκκαλούμενης απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι ο πρώτος έως και τέταρτος λόγος της κρινόμενης έφεσης.".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, το Εφετείο απέρριψε τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης των αναιρεσειουσών, επικυρώνοντας έτσι την με αριθ. 5001/2018 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και ως ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενες να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των 10.296 ευρώ, ως αποζημίωση για την καταστροφή του άνω φορτίου.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 138 εδάφ. δ' Κ.Ι.Ν.Δ, καθόσον τα ανελέγκτως ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, συνδυαστικά λαμβανόμενα υπόψη, συγκροτούν την νομική έννοια του ιδίου πταίσματος, υπό τη μορφή της αμέλειας, της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, θαλάσσιας μεταφορέα, για την πρόκληση της πυρκαϊάς, ήτοι προσωπικού πταίσματος των προσώπων που την εκπροσωπούν και ασκούν τη διοίκηση της, και συνεπώς πληρούν το πραγματικό της άνω διάταξης, αφού, ειδικότερα, σύμφωνα με τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης α) εστία της πυρκαϊάς που εκδηλώθηκε στο άνω πλοίο και είχε ως συνέπεια, μεταξύ άλλων, την ολοσχερή καταστροφή των εμπορευμάτων της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, αποτέλεσε φορτηγό ψυγείο που βρισκόταν στο κατάστρωμα 4 του πλοίου, το οποίο δεν ήταν συνδεδεμένο με την ηλεκτρική παροχή ρεύματος του πλοίου και είχε αναμμένο τον κινητήρα της μηχανής του, προκειμένου η ψύξη του να είναι σε λειτουργία και να μην αλλοιωθεί το εμπόρευμα, προκλήθηκε δε η ανάφλεξη, το πιθανότερο, από τη δυσλειτουργία ενός βοηθητικού συστήματος που διατηρήθηκε σε λειτουργία, β) τούτο δε συνέβη, διότι η πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα κοινοπραξία, ως θαλάσσια μεταφορέας, δεν μερίμνησε για την παράδοση στον αρμόδιο αξιωματικό ενός ολοκληρωμένου καταλόγου όλων των φορτηγών ψυγείων που είχαν ανάγκη να συνδεθούν στο ηλεκτρικό ρεύμα, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να διανείμει το φορτίο ανομοιογενώς, κατευθύνοντας περισσότερα από τα φορτηγά ψυγεία που ήταν δυνατό να τροφοδοτηθούν από τις υπάρχουσες στο κατάστρωμα 4 παροχές ρεύματος σε αυτό και αφήνοντας ανεκμετάλλευτες αρκετές από τις ηλεκτρικές πρίζες του καταστρώματος 3, και γ) ομοίως η ναυλώτρια παρέδωσε στο πλοίο ένα "cargo report" ημιτελές, από το οποίο δεν ήταν δυνατόν να εξαχθεί καμία πληροφορία για την ασφάλεια του ταξιδιού, ενώ και το προσωπικό της δεν απαγόρευσε τη λειτουργία των κινητήρων των φορτηγών ψυγείων μετά την ολοκλήρωση των διαδικασιών στοιβασίας, ούτε την είσοδο των οδηγών τους στους χώρους γκαράζ κατά τη διάρκεια της πλεύσης προκειμένου να ελέγξουν τα οχήματά τους ή και να κοιμηθούν στο εσωτερικό της καμπίνας τους, με αποτέλεσμα, συνεπεία των πιο πάνω πράξεων και παραλείψεων της πρώτης αναιρεσείουσας να εκδηλωθεί στο πλοίο η πυρκαϊά, να επέλθει συνεπεία αυτής η ολοσχερής καταστροφή των εμπορευμάτων της αναιρεσίβλητης και να δικαιολογείται έτσι η παραδοχή της αγωγής της.
Εξάλλου, από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και συγκεκριμένα την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής ιδίου πταίσματος της πρώτη εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας ναυλώτριας εταιρεία (…) για την πρόκληση της άνω πυρκαϊάς, διότι καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό της εν λόγω εφαρμοστέας διατάξεως, την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων και δη συγκεκριμένη αναφορά των στοιχείων των προσώπων που εκπροσωπούν την πρώτη αναιρεσείουσα και ασκούν τη διοίκησή της.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα και δη προσδιορίζει με σαφήνεια και πληρότητα τα περιστατικά που στοιχειοθετούν την ύπαρξη ιδίου πταίσματος της πρώτης των εναγομένων και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας κοινοπραξίας, η οποία δεν έλαβε τα ανωτέρω μέτρα που απαιτούνταν για να αποτραπεί η εκδήλωση της πυρκαγιάς, με συνέπεια την ευθύνη της ιδίας αλλά και των λοιπών εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών μελών της για την απoκατάσταση της ζημίας της αναιρεσίβλητης, με τις επιστηρίζουσες το πόρισμα αυτό παραπάνω παραδοχές της.
Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες αφενός μεν προβάλλουν αιτιάσεις περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ανωτέρω διατάξεως, αφετέρου δε προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος. Κατόπιν όλων αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, οι αναιρεσείουσες, που χάνουν τη δίκη, πρέπει να καταδικαστούν και στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11 Ιουνίου 2020 αίτηση των: 1) … και 3) … για αναίρεση της με αριθ. 778/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022 .
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ