Supreme Court reverses appeal court ruling on tax debt justification, remanding case for proper legal reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the State's appeal against a regional court decision regarding a tax debt dispute. The State argued the lower court failed to properly justify the administrative act by ignoring the appellant's explanations and relying on unproven assumptions about delivered timber quantities. The court held that the lower court erred in law by not providing sufficient reasoning to justify the debt calculation, thereby violating substantive legal requirements for administrative acts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 68 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court established that a lower court's failure to provide adequate reasoning for an administrative act constitutes a violation of substantive law, necessitating the annulment of the decision and remand for proper justification.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2094 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2094/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, εν προκειμένω δε από τον Προϊστάμενο της ..., που κατοικοεδρεύει στην …, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσιά του Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", νομίμως εκπροσωπουμένης, που κατοικοεδρεύει στην … και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Ζευκιλή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-10-2007 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ροδόπης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 83/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 508/2010 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-10-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αβροκόμη Θούα ανέγνωσε την από 20-1-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του δεύτερου και την απόρριψη του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.ΙΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ολΑΠ7/2006). Περαιτέρω, το έννομο συμφέρον και η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου περί του αν συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ25/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ.1 (και όχι και 14) ΚΠολΔ, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι απέρριψε τον λόγο έφεσής του κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστήριο, με τον οποίο επεκαλείτο έλλειψη παθητικής του νομιμοποίησης στην κρινόμενη ανακοπή, ασκηθείσα κατά τη διάταξη του άρθρου 73 παρ.1 του ν.δ/τος 356/1974 (ΚΕΔΕ), από την αναιρεσίβλητη.
Το Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα σε σχέση με τον αναιρετικό αυτό λόγο: "Με την προσβαλλόμενη με την ανακοπή Ταμειακή Βεβαίωση βεβαιώθηκε σε βάρος της ανακόπτουσας, (ήδη αναιρεσίβλητης), το ποσό των 656.195,27 ευρώ, ποσό το οποίο είχε προηγουμένως βεβαιωθεί με την υπ’ αριθ....21-6-2007 απόφαση του Διευθυντή Δασών Ν.
Ροδόπης και αφορούσε στην εξόφληση του τιμήματος ποσότητας ξυλείας χονδρής λεύκης, την οποία είχε αγοράσει μετά από δημοπρασία εκποίησης δασικών προϊόντων και δυνάμει της συναφθείσας σχετικώς σύμβασης μεταξύ αυτής (ανακόπτουσας) και του Ελληνικού Δημοσίου, (ήδη αναιρεσείοντος). Η επίδικη συναλλαγή, ως αφορώσα σε μη ετοιμοπαράδοτα προϊόντα, διενεργήθηκε με βάση τις διατάξεις του άρθρου 13 του π.δ 963/1979 που φέρει τον τίτλο "Συμβάσεις μη ετοιμοπαράδοτων προϊόντων".
Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού αναφέρει το περιεχόμενο των παραγράφων 1 και 11 του ανωτέρω π/τος, συνεχίζει, "...
Εν προκειμένω η κρίσιμη σχέση απορρέει από τη σχετική σύμβαση που συνήφθη μεταξύ μόνο του Δημοσίου και της ανακόπτουσας. Το Κεντρικό Ταμείο Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών ουδόλως εμπλέκεται και καθ’ οιονδήποτε τρόπο στον κρίσιμο συμβατικό δεσμό, είναι δε αδιάφορο το γεγονός ότι μεταξύ των πόρων του εν λόγω ταμείου είναι και τα έσοδα του Δημοσίου από την εκποίηση δασικών προϊόντων κλπ (αρθρ.8ν.3208/2003). Επομένως, η ένδικη διαφορά απορρέουσα από την κρίσιμη σύμβαση νομιμοποιεί το αντισυμβαλλόμενο μέρος που είναι το Ελληνικό Δημόσιο".Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθώς απέρριψε τον ανωτέρω λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, εφόσον με βάση το ανελέγκτως δεκτό γενόμενο πραγματικό περιστατικό ,ότι το τελευταίο και μόνο συμβλήθηκε με την αναιρεσίβλητη και στα πλαίσια εκτέλεσης αυτής της σύμβασης προέκυψε ο επίδικος νόμιμος τίτλος του οποίου διώκεται η ακύρωση, με την άσκηση της ένδικης ανακοπής, νομιμοποιείται παθητικά το αναιρεσείον και όχι το Κεντρικό Ταμείο Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών και ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Στη δίκη, που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 § 1 ν.δ. 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 583 έως 585 ΚΠολΔ (η οποία μπορεί να ασκείται και κατά του νομίμου τίτλου, όσο και κατά της ταμειακής βεβαίωσης) ο μεν ανακόπτων επέχει, κατ’ αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθού (Δημόσιο) θέση ενάγοντος και γι’ αυτό βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη των γεγονότων, των οποίων το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμα του με αγωγή.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 § 2 του ΚΕΔΕ (όπως ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, πριν την αντικατάστασή του με το νόμο 4224/2013, άρθρο 7παρ.2), νόμιμο τίτλο προς εκτέλεση για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων αποτελεί: α) η νόμιμη βεβαίωση, που εκδίδεται από τις αρμόδιες Αρχές στο Δημόσιο Ταμείο (Δ.Ο.Υ.) για τον προσδιορισμό του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας για την οποία οφείλεται, ανεξάρτητα από το αν αυτό οφείλεται ευθέως από το νόμο ή από σύμβαση, β) η οφειλή, που αποδεικνύεται από δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα και γ) η πιθανολογούμενη κατά την έννοια του άρθρου 347 ΚΠολΔ οφειλή.
Επίσης, νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού σε βάρος του διοικουμένου, που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή, απ’ αυτόν δε (τον τίτλο), με την συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων, που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βέβαιη και εκκαθαρισμένη η απαίτηση, της οποίας επιδιώκεται η ικανοποίηση.
Σε κάθε περίπτωση, πρέπει από τον τίτλο, δηλαδή από το σύνολο των εγγράφων που τον συγκροτούν, να προκύπτει η ακριβής νομική και πραγματική αιτία της οφειλής, έτσι ώστε σε περίπτωση αμφισβήτησης αυτού από τον οφειλέτη να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε, διότι με βάση το νόμιμο τίτλο, είναι δυνατό να επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη για την απαίτηση και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους (ΑΠ 434/2015, ΑΠ 1898/2014, ΑΠ 2284/2009).
Περαιτέρω, αν ούτε η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής ούτε η ατομική ειδοποίηση, που εκδίδει κατά το άρθρο 4 παρ. 1 ΚΕΔΕ η αρμόδια φορολογική αρχή και κοινοποιείται επίσης στον οφειλέτη, δεν περιέχει τα καθοριζόμενα στην ως άνω διάταξη στοιχεία, προκειμένου ο οφειλέτης να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του, τη χρονολογία βεβαίωσης και γενικά να κατατοπίζεται επαρκώς για την οφειλή του, τότε η έλλειψη αυτή, μπορεί να οδηγήσει, κατόπιν ασκήσεως ανακοπής κατά το άρθρο 73 § 1 ΚΕΔΕ, στην ακύρωση αυτών, αλλά μόνο με τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων του άρθρου 75 του ΚΕΔΕ σχετικά με το στοιχείο της βλάβης του οφειλέτη του Δημοσίου, δηλαδή αν και εφόσον η έλλειψη αυτή επέφερε στον οφειλέτη αδυναμία ουσιαστικής ή δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο αν κηρυχθεί η ακυρότητα της ατομικής ειδοποιήσεως (ΑΠ 1645/2010,ΣτΕ 3214/1999).
Βλάβη, με την ανωτέρω έννοια, τελικά δεν υφίσταται ο οφειλέτης, τόσο στην περίπτωση που η επίδοση της ταμειακής βεβαιώσεως και της ατομικής ειδοποιήσεως συνοδεύεται με τα αναγκαία δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, που προσδιορίζουν επαρκώς την οφειλή, όσο και στην περίπτωση, που αυτά γνωστοποιούνται στον οφειλέτη με οποιοδήποτε τρόπο;
με ή χωρίς αίτησή του, αλλά πάντως πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής κατά της εκτελέσεως (έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβάλλει με δικονομικά παραδεκτό τρόπο τους κατά της οφειλής ισχυρισμούς του (ΑΠ394/2017,1247/2015,175/2015,2284/2009 βλ. όμως και ΑΠ340/2017 και 273/2016 που θεωρούν ότι η δικονομική βλάβη του οφειλέτη αίρεται ακόμη και αν τα αναγκαία για τον προσδιορισμό της απαίτησης έγγραφα προσκομισθούν και ενώπιον του δικαστηρίου ακόμη και του δευτεροβαθμίου).
Εξάλλου, οι διαχειριστικές πράξεις που εκδίδονται από το Ελληνικό Δημόσιο ή άλλο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, στο πλαίσιο της διαχείρισης της περιουσίας τους και με τις οποίες δεν επιδιώκουν την ικανοποίηση δημόσιου σκοπού ή τη θεμελίωση δημόσιου συμφέροντος, αλλά στηρίζονται σε διαχειριστικά κριτήρια, δεν απαιτούν για την εγκυρότητα της έκδοσής τους την προηγούμενη άσκηση του προβλεπόμενου από το άρθρο 20 παρα.2 του Συντάγματος δικαιώματος ακρόασης, ούτε την προβλεπόμενη από το άρθρο 17 του ΚΔΔ/σίας (ν.2690/1999) αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας συνεπάγεται το ακυρώσιμο αυτών από τα αρμόδια διοικητικά όργανα (ΑΠ1626/2010,1002/2003).
Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΟλΑΠ 15/2006).Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) το Εφετείο, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία, μέρος, τα ακόλουθα: "Το έτος 1997 η ανακόπτουσα εταιρεία, (ήδη αναιρεσίβλητη), συμμετείχε σε δημοπρασία εκποίησης μη ετοιμοπαράδοτων δασικών προϊόντων, που προκήρυξε η Διεύθυνση Δασών Νομού Ροδόπης, ανακηρύχθηκε δε ως ένας από τους πλειοδότες του διαγωνισμού.
Προς τούτο συντάχθηκαν από τη Διεύθυνση Δασών και υπογράφηκαν μεταξύ αυτής και της ανακόπτουσας δύο δηλοποιήσεις (συμφωνητικά πώλησης) για την αγορά ξυλείας λεύκης συνολικής αξίας 84.733.335 δραχμών, εκδόθηκε δε σχετικώς η υπ’ αριθ. .../22.5.1997 εγκριτική διαταγή του Περιφερειακού Δ/ντή Δασών Ν. Ροδόπης. Η διαδικασία πώλησης και παράδοσης, καθώς και εξόφλησης του τιμήματος, έπρεπε να γίνουν σύμφωνα με τους όρους που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθ. 13 του ΠΔ963/1979 ("Περί εκποιήσεως δια δημοπρασίας δασικών προϊόντων") και η υπ’ αριθ. .../5.5.19971 Διακήρυξη.
Μεταξύ αυτών προβλέπεται ότι προηγείται ειδοποίηση του δικαιούχου για την ετοιμότητα της υπηρεσίας προς παράδοση κάθε μερικότερης ποσότητας και σύνταξη πρωτοκόλλου διαθέσεως και παραλαβής, μετά δε και εντός δέκα ημερών καταβάλλεται το τίμημα. Το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα η ανακόπτουσα παρέλαβε τμηματικά ορισμένες ποσότητες ξυλείας, το ακριβές μέγεθος των οποίων δεν είναι διακριβωμένο, προέβη δε και σε διάφορες καταβολές χρημάτων για την αξία της ξυλείας, συνολικού ύψους 10.769.553 δρχ..
Το Νοέμβριο του 2000 η Διεύθυνση Δασών Ν. Ροδόπης, προσδιόρισε το υπόλοιπο της οφειλής της ανακόπτουσας σε 33.276.182 δρχ., όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. .../30.11.2000 Βεβαίωση που υπογράφει ο τότε Διευθυντής της παραπάνω υπηρεσίας, το ποσό δε αυτό κατέβαλε η ανακόπτουσα τμηματικά σε μηνιαίες δόσεις. Δηλαδή συνολικά η ανακόπτουσα κατέβαλε για την αγορά της ξυλείας, 44.045.735δρχ. (10.769.553 + 33.276.182).
Ακολούθησε, μετά πάροδο ικανού χρόνου, η έκδοση της υπ’ αριθ. ...21.6.2007 απόφασης του Διευθυντή Δασών Ν. Ροδόπης, με την οποία βεβαιώθηκε εν ευρεία εννοία σε βάρος της ανακόπτουσας οφειλή της ύψους 656.195,276, από το τίμημα της πωληθείσης το έτος 1997 ξυλείας, αυτή δε η απόφαση αποτέλεσε το νόμιμο τίτλο με βάση τον οποίο συντάχθηκε η προσβαλλόμενη με την ανακοπή ταμειακή βεβαίωση.
Στην ανωτέρω απόφαση του Διευθυντή Δασών Ν. Ροδόπης (υπ’ αριθ. ...21.6.2007), αναγράφονται τα ακόλουθα: "Εγκρίνουμε τον καταλογισμό του ποσού των 656.195,27 ευρώ σε βάρος της εταιρίας ... Ε.Π.Ε.". Το ποσό αφορά την κύρια οφειλή και τις προσαυξήσεις λόγω εκπροθέσμου καταβολής από 01-7-1998 έως 30-6-2007, συν ΦΠΑ που αντιστοιχεί τόσο στην κύρια οφειλή όσο και στις προσαυξήσεις, για την αγορά ξυλείας λεύκης.".
Είναι πρόδηλο ότι με την ανωτέρω αναφορά στο σώμα της διοικητικής πράξης, δεν υφίσταται νόμιμη αιτιολογία, καθόσον αναγράφεται μόνο το συνολικό ποσό της οφειλής καθώς και ότι το ποσό αυτό αφορά την κύρια οφειλή και τις προσαυξήσεις, συν ΦΠΑ, χωρίς εξειδίκευση και ανάλυση των μερικότερων ποσών, δηλαδή της κύριας οφειλής, των τόκων, προσαυξήσεων και λοιπών κονδυλίων αυτής, ως αιτία δε της οφειλής αναγράφεται η "αγορά ξυλείας λεύκης", χωρίς αναφορά της ποσότητας ξυλείας, ή της σχετικής σύμβασης και της κίνησης του λογαριασμού, ώστε να προκύπτει το ανωτέρω ύψος της οφειλής.
Η ανωτέρω ασαφής και ατελής αιτιολογία της προαναφερθείσης διοικητικής πράξεως, δεν αναπληρώνεται ούτε από τα στοιχεία του φακέλλου και δη την από 21.12.2004 πορισματική έκθεση της Οικονομικής Επιθεώρησης Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, που συνέταξε η Α. Κ., όπως υποστηρίζει το καθ’ ου η ανακοπή, Ελληνικό Δημόσιο (ήδη αναιρεσείον).
Η έκθεση αυτή μνημονεύεται στο προοίμιο της υπό κρίση απόφασης του Διευθυντή Δασών Ν. Ροδόπης (υπ’ αριθ. ...21.6.2007) με τον αριθμό (9) και συντάχθηκε από την ανωτέρω Οικονομική Επιθεωρήτρια κατόπιν εντολής της αρμόδιας Διεύθυνσης του Υπουργείου Οικονομικών για την έρευνα των διαδικασιών που τηρήθηκαν αναφορικά με τη δημοπράτηση ξυλείας από τη Δ/ση Δασών Ν.
Ροδόπης στις 21-5-1997. Στην έκθεση αυτή, η οποία έλαβε υπόψη της και το πόρισμα προηγηθείσης, για τον ίδιο λόγο, Ε.Δ.Ε., καθώς και το πόρισμα τριμελούς επιτροπής που είχε συγκροτηθεί από το Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης, με σκοπό τον έλεγχο της εν γένει λειτουργίας της παραπάνω υπηρεσίας (Δ/νση Δασών Ν.
Ροδόπης) από το 1995 έως τις 17.5.2004, καταγράφηκαν οι εξής, μεταξύ άλλων, διαπιστώσεις: οι υπάλληλοι και οι Διευθυντές της Δ/νσης Δασών Ν. Ροδόπης δεν εφάρμοζαν, ως όφειλαν, τις διατάξεις του Π.Δ. 963/79 όσον αφορά την πώληση των δασικών προϊόντων αλλά και την είσπραξη των εσόδων του Δημοσίου. Συγκεκριμένα για την περίοδο από 1997 μέχρι και 2003 δεν βρέθηκαν, και δεν είναι γνωστό αν ετηρούντο, τα ετήσια προσωρινά απολογιστικά στοιχεία Δημοσίων Δασών για τη διαπίστωση συμφωνίας αυτών με τα βιβλία καταχώρησης πρωτοκόλλων παραλαβής, καταχώρησης πρωτοκόλλων διάθεσης και αποθήκης δασικών προϊόντων, δεν υπάρχουν δελτία προσήμανσης, τα βιβλία καταχώρησης των δημοπρατήσεων ήταν ελλιπώς ενημερωμένα και οι υπάρχουσες εγγραφές δεν συμφωνούσαν με τις αντίστοιχες των βιβλίων διάθεσης των δασικών προϊόντων, το βιβλίο καταχώρησης δελτίων μεταφοράς δασικών προϊόντων ήταν ελλιπώς ενημερωμένο κλπ.
Αναφορικά με την ανακόπτουσα εταιρία, πλειοδότρια στη δημοπρασία της 21-5-1997 για την αγορά ξυλείας λεύκης, διαπιστώνονται μεν παράτυπες ενέργειες, όπως η επιστροφή των εγγυητικών επιστολών, πλην όμως, ως προς το ζήτημα της παράδοσης ή όχι όλης της ποσότητας ξυλείας, στην έκθεση αναφέρεται επί λέξει: "λόγω έλλειψης στοιχείων δεν μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε ποια ποσότητα διατέθηκε και σε ποιον...
Δεν μπορεί να προσδιορισθεί ο χρόνος που συνέβη αυτό καθώς και ποιος πήρε τις επιπλέον ποσότητες που λείπουν, ελλείψει παραστατικών στοιχείων (σελ. 18).. Δεν υπάρχουν στην Υπηρεσία οι φάκελοι δημοπρασιών λεύκης και των καυσόξυλων δρυός, για την περίοδο πριν τα μέσα του 1999, καθώς και τα βιβλία για τα είδη αυτά δεν είναι πλήρως ενημερωμένα και ως εκ τούτου δεν γνωρίζουμε σε ποιον και πότε αυτές οι ποσότητες διατέθηκαν και αν καταβλήθηκαν τα χρήματα.
Από τους φακέλους που βρέθηκαν διαπιστώνουμε πολλές παρατυπίες και μη σύννομες ενέργειες, καθώς επίσης και έλλειψη παραστατικών στοιχείων απαραίτητων για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων (σελ. 27)...ο υπολογισμός του υπολοίπου ποσού της οφειλής γίνεται επί του ποσού των δηλοποιήσεων ελλείψει στοιχείων (σελ. 29)".
Συνεπώς, στην εν λόγω πορισματική έκθεση, δεν περιέχονται τα στοιχεία εκείνα τα οποία θα μπορούσαν να συμπληρώσουν την αιτιολογία της υπό κρίση υπ’ αριθ. ...2007 απόφασης του Διευθυντή Δασών Ν. Ροδόπης, ως προς την παραδοθείσα ξυλεία, το χρόνο παράδοσης, το χρόνο που έπρεπε να καταβληθεί το τίμημα, ώστε να προκύπτει βέβαιη και εκκαθαρισμένη οφειλή της ανακόπτουσας από την αιτία αυτή. Ο υπολογισμός της οφειλής με την παραδοχή ως δεδομένου του γεγονότος ότι έχει παραδοθεί στην ανακόπτουσα εταιρία όλη η πωληθείσα ποσότητα και μάλιστα εντός του 1997, χωρίς αυτό να αποδεικνύεται αλλά αντιθέτως παρότι γίνεται δεκτό, στην ίδια την έκθεση, ότι δεν υπάρχουν στοιχεία για τις παραδοθείσες ποσότητες, δεν συνιστά νόμιμη αιτιολογία. Ενόψει όλων αυτών, η υπ’ αριθ. ...2007 απόφαση του Διευθυντή Δασών Ν. Ροδόπης, που εν προκειμένω συνιστά το νόμιμο τίτλο κατ’ άρθ. 2 παρ. 1 του Κ.Ε.Δ.Ε., στερείται νομίμου αιτιολογίας (χωρίς τούτο να συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας εκδόσεώς της), παρότι η αιτιολογία της επιβάλλεται από τη φύση της ως δυσμενούς, για το διοικούμενο, διοικητικής πράξεως καταλογισμού και ως εκ τούτου είναι άκυρη. Σύμφωνα δε με όσα εκτέθηκαν σε προηγούμενη νομική σκέψη, η ακυρότητα αυτή του νομίμου τίτλου, συνεπάγεται αναγκαίως την ακυρότητα και της βάσει αυτού εκδοθείσης και προσβαλλόμενης με την ανακοπή ταμειακής βεβαίωσης.
Συνεπώς, οι υπό κρίση δύο λόγοι της ανακοπής, που αφορούν, αμφότεροι, στην έλλειψη αιτιολογίας του νομίμου τίτλου, (ανεξαρτήτως του ότι με τον πρώτο εξ αυτών η ανακόπτουσα ομιλεί για παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας), αποδεικνύονται βάσιμοι νομικά και ουσιαστικά. Η εκκαλουμένη απόφαση, επομένως, η οποία απέρριψε τους δύο αυτούς λόγους της ανακοπής, δεχθείσα ότι η ελλείπουσα στο σώμα της διοικητικής πράξεως αιτιολογία, αναπληρώνεται από τα στοιχεία του φακέλλου και δη την παραπάνω πορισματική έκθεση, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων.
Έσφαλε επίσης η εκκαλουμένη με το να δεχθεί, κατ’ αυτεπάγγελτη κρίση και προς απόρριψη του ιδίου λόγου ανακοπής, ότι η ελλείπουσα στο σώμα της πράξεως αιτιολογία, όσον αφορά τον υπολογισμό των προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων, αναπληρώνεται από τον από 22.6.2007 Πίνακα Υπολογισμού, ο οποίος ναι μεν δεν περιλαμβάνεται στα δεκαπέντε έγγραφα που ελήφθησαν υπόψη για την έκδοση της πράξης βεβαίωσης του Διευθυντή Δασών, πλην όμως έλαβε γνώση αυτού η ανακόπτουσα κατά την άσκηση εκ μέρους της του δικαιώματος ακροάσεώς της από τη Διοίκηση.
Και τούτο διότι, η άσκηση του δικαιώματος ακροάσεως (άρ. 20 § 2 Συντ.), εκ μέρους του διοικουμένου, όχι μόνον δεν απαλλάσσει την Διοίκηση από την υποχρέωση αιτιολογίας των πράξεων από εκεί και στο εξής, αλλά αντιθέτως επιβάλλει πλέον ειδική και συγκεκριμένη αιτιολογία για την περίπτωση που οι εξηγήσεις του διοικούμενου απορριφθούν.
Άλλως, το σχετικό συνταγματικό δικαίωμα αναιρείται στην πράξη και η κλήση του διοικούμενου σε προηγούμενη ακρόαση αποδεικνύεται απλός αυτοσκοπός και εντελώς προσχηματική. Έτσι, για την πληρότητα της αιτιολογίας απαιτείται και σχολιασμός τουλάχιστον των ουσιωδών ισχυρισμών του διοικουμένου ... Κατά συνέπεια, η άσκηση από την ανακόπτουσα του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης στο πλαίσιο του οποίου έλαβε γνώση και του παραπάνω Πίνακα Υπολογισμού και κατέθεσε υπόμνημα αντικρούοντας αυτόν, όχι μόνον δεν αναπληρώνει την υποχρέωση της Διοίκησης για αιτιολογία της εκδοθείσας στη συνέχεια πράξεώς της, αλλά αντιθέτως την υποχρεώνει, έτι περαιτέρω, να αιτιολογήσει, εκτός των λοιπών κρίσεών της, και την απόρριψη των ουσιωδών ισχυρισμών, που προέβαλε η ανακόπτουσα με το σχετικό υπόμνημα".".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, αφού απέρριψε, ως άνευ αντικειμένου, την από 10-9-2009 έφεση του αναιρεσείοντος με την οποία παρεπονείτο για την μερική αποδοχή της από 18-10-2007 ανακοπής της αναιρεσίβλητης, έκανε δεκτή την από 7-5-2009 έφεση της τελευταίας, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κρίνει αντιθέτως και ακύρωσε στο σύνολο της την προσβληθείσα .../2007 ταμειακή βεβαίωση του Προϊσταμένου της ....
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε όμως το Εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας στον υπαγωγικό του συλλογισμό ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ασαφές το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς το αν δηλαδή ως "έλλειψη αιτιολογίας" θεώρησε την, μη επιβαλλόμενη στην προκειμένη περίπτωση, από το άρθρο 17 του ΚΔΔ/σιας, αιτιολογία, εφόσον κατά τις παραδοχές της, ο επίδικος νόμιμος τίτλος εκδόθηκε στα πλαίσια της διαχείρισης της ιδιωτικής περιουσίας του αναιρεσείοντος ,ή την πράγματι επιβαλλόμενη να προκύπτει από αυτόν βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση, για την αποτροπή της δικονομικής βλάβης της αναιρεσίβλητης.
Ειδικότερα, το Εφετείο, α)ενώ δέχεται ότι δεν συνιστά λόγο ακύρωσης του νόμιμου τίτλου η έλλειψη αιτιολογίας ως "παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας έκδοσής του",στη συνέχεια τον ακυρώνει με μόνη την παραδοχή ότι "η αιτιολογία του επιβάλλεται από τη φύση του ως δυσμενούς για το διοικούμενο διοικητικής πράξεως καταλογισμού" και β) καίτοι δέχεται, ότι, ως προς τον υπολογισμό των προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων, η ανακόπτουσα ήδη αναιρεσίβλητη είχε ήδη λάβει γνώση του από 22-6-2007 Πίνακα Υπολογισμού πριν από την άσκηση της ένδικης ανακοπής, κατά την άσκηση του δικαιώματος ακρόασης της από την Διοίκηση (μη επιβαλλόμενο εν προκειμένω, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν), δεν αξιολόγησε την γνώση της αυτή, η οποία καλύπτει πλήρως την οφειλόμενη εξειδίκευση του νόμιμου τίτλου, αποτρέποντας οιαδήποτε δικονομική της βλάβη, για την ύπαρξη ή μη της οποίας, δεν διέλαβε παραδοχή, αλλά έκρινε, ότι "η άσκηση του δικαιώματος ακροάσεως (αρθρ.20&2 Συντ.), εκ μέρους του διοικουμένου, όχι μόνον δεν απαλλάσσει την Διοίκηση από την υποχρέωση αιτιολογίας των πράξεων από εκεί και στο εξής, αλλά αντιθέτως επιβάλλει πλέον ειδική και συγκεκριμένη αιτιολογία για την περίπτωση που οι εξηγήσεις του διοικούμενου απορριφθούν.
Άλλως, το σχετικό συνταγματικό δικαίωμα αναιρείται στην πράξη και η κλήση του διοικουμένου σε προηγούμενη ακρόαση αποδεικνύεται απλός αυτοσκοπός και εντελώς προσχηματική. Έτσι, για την πληρότητα της αιτιολογίας απαιτείται και σχολιασμός τουλάχιστον των ουσιωδών ισχυρισμών του διοικουμένου".Επιπλέον καθίσταται ασαφές το αποδεικτικό της πόρισμα, ότι "η ασαφής και ατελής αιτιολογία της διοικητικής πράξεως δεν αναπληρώνεται ούτε ....και από τα στοιχεία του φακέλλου και δη την από 21-12-2004 πορισματική έκθεση της Οικονομικής Επιθεώρησης Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης", διότι, ενώ εκθέτει διάφορες επισημάνσεις της εν λόγω πορισματικής έκθεσης, τελικώς καταλήγει η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι "ο υπολογισμός της οφειλής με την παραδοχή (από την έκθεση) ως δεδομένου του γεγονότος ότι έχει παραδοθεί στην ανακόπτουσα εταιρία (ήδη αναιρεσίβλητη) όλη η πωληθείσα ποσότητα και μάλιστα εντός του 1997,χωρίς αυτό να αποδεικνύεται αλλά αντιθέτως παρότι γίνεται δεκτό, στην ίδια την έκθεση, ότι δεν υπάρχουν στοιχεία για τις παραδοθείσες ποσότητες, δεν συνιστά νόμιμη αιτιολογία".
Έτσι όμως το Εφετείο, χωρίς και πάλι να περιλαμβάνει στο αποδεικτικό του πόρισμα παραδοχή για τη δυνατότητα ή μη δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων της αναιρεσίβλητης και από το περιεχόμενο της εν λόγω έκθεσης, καίτοι δέχεται ότι αναφέρονται σ’ αυτή ο χρόνος και η ποσότητα της παραδοθείσας στην αναιρεσίβλητη ξυλείας και συνεπώς περιλαμβάνονται σ’ αυτή τα στοιχεία από τα οποία θα μπορούσε να λάβει επαρκή γνώση του είδους και του ύψους οφειλής της, εκφεύγει από την ανάγκη ύπαρξης αιτιολογίας, προκειμένου να αποτραπεί η δικονομική αυτή βλάβη της, εκλαμβάνοντας εσφαλμένα, ότι από το εν λόγω έγγραφο θα έπρεπε και να αποδεικνύεται πλήρως η διωκόμενη με τον προσβαλλόμενο νόμιμο τίτλο ικανοποίηση της επίμαχης απαίτησης του αναιρεσείοντος.
Επομένως, με όσα δέχθηκε κατά τα άνω το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 2 παρ.2 ,σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 73 και 75 του ΚΕΔΕ. Πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. (κατ’ εκτίμηση) 19 ΚΠολΔ, όπως είχε συμπληρωθεί με την εισήγηση (αρθρ. 562 παρ.4 ΚΠολΔ).
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Θράκης και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που την εξέδωσαν (αρθρ.580παρ.3ΚΠολΔ).Τέλος πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (αρθρ.176,183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά τη διάταξη του άρθρου 22 του ν.3693/1957, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 508/2010 απόφαση του Εφετείου Θράκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Δεκεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ