Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling that substantive arguments regarding contract breach are inadmissible.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's rejection of the plaintiffs' claim. The appellant argued that the First Instance Court failed to consider specific facts regarding work delays and contract performance. The court ruled that such arguments are inadmissible because the First Instance Court had already examined and rejected them based on the evidence presented.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 § 2, 568 § 1, 498 § 1, 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine sua sponte whether the absent defendant was summoned in time, but arguments regarding the substantive assessment of evidence or the rejection of claims by the court of first instance are inadmissible grounds for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2094 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2094/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Λεοντή, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα, Χρήστο Βρυνιώτη, και Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "Κ. ΜΕΤΑΛΛΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΑΕ" με έδρα τον ..., που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιάκωβο Βενιέρη και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων:1. Δ. Ά. του Σ., 2. Ν. Β. του Μ., 3. Π. Β. του Ε., 4. Α. Β. του Δ., 5. Π. Β. του Ν., 6. Κ. Ζ. του Γ., 7. Σ. Κ. του Ι., 8. Σ. Κ. του Γ., 9. Γ. Κ. του Δ., 10. Ν. Λ. του Ι., 11. Β. Λ. του Ι., 12.Ν. Μ., 13. Ι. Ν. του Γ., 14. Ι. Π. του Χ., 15. Σ. Π. του Γ., 16. Ι. Π. του Α., 17. Δ. Σ. του Γ., 18. Π. Σ. του Ε.υ, 19.Α. Τ. του Κ., 20. Ε. Τ. του Κ., 21 Β. Τ. του Κ., 22. Δ. Τ. του Κ., 23.Ι. Τ. του Π., 24 Ν. Τ. του Δ., 25. Ε. συζ. Ε. Φ. και 26. Γ. Χ. του Β., κατοίκων ..., εκ των οποίων οι με α.α αναίρεσης: 4, 6, 8, 12, 13, 17, 20, 23, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Εμμανουηλίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις οι λοιποί των αναιρεσιβλήτων, δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθ. Καταθ. 16/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 19/2013 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-10-2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 24-3-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 576 § 2, 568 § 1 και 498 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.
Αν όμως, ο απολειπόμενος διάδικος δεν έχει κλητευθεί εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Από την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 576, όπως το εδάφιο τούτο προστέθηκε με το άρθρο 62 του νόμου 4139/2013, και ισχύει από τις 23-3-2013, ενώ (σύμφωνα με το άρθρο 98 του αυτού νόμου) καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, ορίζεται "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς".
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δε χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δε χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.
Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο.
Στην προκειμένη περίπτωση, την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η κρινόμενη αίτηση, προσδιορίστηκε για συζήτηση με επίσπευση του αναιρεσείοντος για τη δικάσιμο της 1ης -4-2014. Κατά τη δικάσιμο αυτή, η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης. Στη τελευταία δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι εκ αναιρεσίβλητων, με τους αντίστοιχους στο αναιρετήριο αριθμούς 1, 2, 3, 5, 7, 9, 10,11, 14,15,16, 18,19, 21, 22, 24, 25 και 26.
Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες, όμως, εκ μέρους της αναιρεσείουσας εκθέσεις επιδόσεως: Α) υπ' αρ. ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... ..., και ..., του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βόλου Π. Κ., Β) υπ' αρ. ..., ..., ..., ...,..., ... και ... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βόλου Δ. Ν. και Γ) υπ' αρ. ... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λάρισας Ν.
Κ., προκύπτει ότι οι ως άνω απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι, είχαν κλητευθεί νομίμως και προσηκόντως κατά την αρχική δικάσιμο (1-4-2014), οπότε για την μετ' αναβολή δικάσιμο, δεν απαιτείτο η εκ νέου επίδοση, αφού η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση για όλους τους διαδίκους. Πρέπει λοιπόν να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία των, ως άνω, αναιρεσίβλητων.
2. Κατά το άρθρο 648 του ΑΚ ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να πληρώσει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές του, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της συμβάσεως, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 325 του ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στα πλαίσια της εργασιακής συμβάσεως, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, όταν ο μισθωτής έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ' εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του, όσο δεν καταβάλει δηλαδή τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά. Όμως, το δικαίωμα επισχέσεως της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ.
Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για το οποίο θεσπίσθηκε. Διαφορετικά, η άσκηση του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη.
Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη δυσπραγία του ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι' αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, δηλ. αν το δικαστήριο της ουσίας, απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση δίκης. Από την τελευταία διάταξη προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όταν δηλ.
δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμα της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο Λαρίσης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κρίνοντας μετά από έφεση των αναιρεσίβλητων, επί αγωγής των τελευταίων, για τις αξιώσεις για την καταβολή των αποδοχών τους, από την υπερημερία της αναιρεσείουσας-εργοδότριάς τους, στην οποία περιήλθε, κατά το χρονικό διάστημα της επίσχεσης εργασίας τους, εξαιτίας της μη καταβολής ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων τους, δέχτηκε όπως απ' αυτήν προκύπτει τα εξής: " Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες (26), προσλήφθηκαν από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου για να προσφέρουν στο εργοστάσιο μεταλλικών και μηχανουργικών κατασκευών που διατηρεί αυτή στην Α' Βιομηχανική περιοχή ...υ, ο καθένας τις συμφωνημένες υπηρεσίες αντί της αμοιβής που θα καθόριζαν για τον κλάδο του οι σχετικές σ.σ.ε.
και δ.α. "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των μισθωτών επιχειρήσεων παραγωγής και επεξεργασίας μετάλλων όλης της χώρας>. Συγκεκριμένα προσλήφθηκαν Ο πρώτος Δ. Ά. στις 27.09.1999 αρχικά ως εργάτης καις τη συνέχεια ως τεχνίτης. Ο δεύτερος Ν. Β. στις 03.03.2008 ως βοηθός χειριστή ανυψωτικού μηχανήματος. Ο τρίτος Π.
Β. στις 19.02.2001 ως τεχνίτης. Ο τέταρτος Α. Β. στις 20.03.1989 ως ηλεκτροσυγκολλητής. Ο πέμπτος Π. Β. στις 30.07.1974 ως χειριστής μηχανήματος. Ο έκτος Κ. Ζ. στις 14.03.1988 ως τεχνίτης, Ο έβδομος Σ. Κ. στις 05.10.1999 ως ηλεκτροσυγκολλητής. Ο όγδοος Σ. Κ. στις 15.10.1986 ως τεχνίτης. Ο ένατος Γ. Κ. στις 03.02.2003 ως τεχνίτης. Ο δέκατος Ν. Λ. στις 02.04.2001 ως τεχνίτης.
Ο ενδέκατος Β. Λ. στις 06.10.1981 ως τεχνίτης. Ο δωδέκατος Ν. Μ. στις 12.05.1999 ως τεχνίτης. Ο δέκατος τρίτος Ι. Ν. στις 09.05.2005 ως τεχνίτης. Ο δέκατος τέταρτος Ι. Π. στις 01.09.1998 ως ηλεκτροσυγκολλητής. Ο δέκατος πέμπτος Σ. Π. στις 02.01.2006 ως βαφέας. Ο δέκατος έκτος Ι. Π. στις 17.05.1999 ως χειριστής μηχανήματος. Ο δέκατος έβδομος Δ.
Σ. στις 01.08.1983 ως ηλεκτροσυγκολλητής .0 δέκατος όγδοος Π. Σ. στις 11.03.1992 ως τεχνίτης Ο δέκατος ένατος Α. Τ. στις 19.05.1986 ως τεχνίτης. Ο εικοστός Ε. Τ. στις 17.08.1989 ως χειριστής κλαρκ. Ο εικοστός πρώτος Β. Τ. στις 19.03.1990 ως τεχνίτης. Ο εικοστός δεύτερος Δ. Σ. στις 19.05.1987 ως χειριστής μηχανήματος. Ο εικοστός τρίτος Ι. Τ. στις 16.09.1999 ως τεχνίτης.
Ο εικοστός τέταρτος Ν. Τ. στις 01.08.1988 ως τεχνίτης. Η εικοστή πέμπτη Ε. Φ. στις 15.06.1998 ως υπάλληλος γραφείου, και ο εικοστός έκτος Γ. Χ. στις 01.10.1994 ως τεχνίτης. Από την αρχή προσέφεραν συνεχώς τις υπηρεσίες τους χωρίς μέχρι και το Νοέμβριο του έτους 2008 να υπάρχει οποιαδήποτε καθυστέρηση στην πληρωμή των νόμιμων αποδοχών τους (μισθών, δώρων, αδείας κ.λπ.), και αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι δεν υπήρξε διαμαρτυρία των εργαζομένων για τη μη καταβολή εκ μέρους της των νομίμων ως άνω αποδοχών τους.
Για πρώτη φορά, η εναγομένη δεν κατέβαλε, όπως όφειλε, μέρος των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγόντων και των λοιπών εργαζομένων της του μηνός Νοεμβρίου 2008, ενώ, επίσης, δεν τους κατέβαλε καθόλου τις δεδουλευμένες αποδοχές του μηνός Δεκεμβρίου 2008, τις αποδοχές και το επίδομα αδείας του ίδιου έτους. Για το λόγο αυτό οι τελευταίοι προσέφυγαν στις 09.01.2009 στην Επιθεώρηση Εργασίας Μαγνησίας, συνταχθέντος σχετικά του 8/2009 δελτίου εργατικής διαφοράς, όπου ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης δήλωσε ότι οι καθυστερούμενες ως άνω αποδοχές τους, πλην αυτών του Νοεμβρίου 2008, που έχουν ήδη εξοφληθεί, θα καταβληθούν σε αυτούς, κατά τις αναφερόμενες από αυτόν διακρίσεις, το αργότερο έως τις 31.01.2009, όπως και πράγματι έγινε.
Ωστόσο, η εναγομένη εξακολούθησε να είναι ασυνεπής ως προς την καταβολή των συμφωνημένων αποδοχών των εναγόντων και των λοιπών εργαζομένων στην επιχείρηση της. Ειδικότερα δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα σε αυτούς τις δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2009, όπως, επίσης, μέρος των δεδουλευμένων αποδοχών του μηνός Μαρτίου και το σύνολο των μηνών Απριλίου και Μαΐου 2009.
Για την ικανοποίηση των ως άνω αξιώσεων τους οι εργαζόμενοι οι οποίες απέρρεαν από την σύμβαση εργασίας τους προέβησαν σε δύο επισχέσεις εργασίας που έλαβαν χώρα τον Μάρτιο και τον Μάιο του 2009, διάρκειας εκάστης τριών ημερών. Ενώ πραγματοποιήθηκαν και σχετικοί έλεγχοι στην επιχείρηση από την Επιθεώρηση Εργασίας Μαγνησίας στις 18.3.2009 και 11.5.2009.
Έτσι η εναγομένη προέβη στην εξόφληση μέρους των ως άνω υποχρεώσεων της, μετά από τμηματικές καταβολές στις 20.03.2009 και 27.08.2009, αντίστοιχα. Ακολούθως η εναγομένη δεν κατέβαλε, όπως όφειλε, στους ενάγοντες και λοιπούς εργαζομένους τις δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Ιουνίου και Ιουλίου 2009 και μέρος του επιδόματος αδείας.
Έτσι στις 20.08.2009 καταρτίστηκε μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, της Εργοστασιακής Επιτροπής των εργαζομένων της και του Προέδρου του Συνδικάτου Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου Ν. Μαγνησίας "Μ. Π." χρονοδιάγραμμα πληρωμών, με το οποίο συμφωνήθηκε ότι η εναγομένη θα κατέβαλε στους τελευταίους στις 25.08.2009 το υπόλοιπο των αποδοχών Μαΐου και το επίδομα αδείας 2009, στις 28.08.2009 μέρος (ποσοστό 30%) των αποδοχών Ιουνίου 2009, στις 04.09.2009 μέρος (ποσοστό ομοίως 30%) των αποδοχών του ίδιου μήνα, στις 11.9.2009 το υπόλοιπο των αποδοχών του ίδιου μήνα και στις 30.09.2009 τις αποδοχές Ιουλίου 2009, πλην, όμως, αυτό δεν τηρήθηκε από την εναγομένη.
Τούτο διότι αυτή προέβη σε εξόφληση του μηνός Μαΐου 2009 στις 27.08.2009, και μέρος του επιδόματος αδείας 2009, αντί στις 25.08.2009, όπως προαναφέρθηκε, ενώ δεν τους κατέβαλε κανένα ποσό για τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο στις καθορισθείσες ως άνω προθεσμίες. Σύμφωνα με τα ανωτέρω οι ως άνω ενάγοντες αφού η εναγομένη δεν τήρησε τα ως άνω συμφωνηθέντα της κοινοποίησαν στις 28.08.2009 την από 24.08.2009 έγγραφη δήλωσή τους, με την οποία δήλωσαν πως ασκούν από την 28.08.2009 το δικαίωμα επισχέσεως και για το λόγο αυτό παύουν να παρέχουν την εργασία τους από την ημέρα εκείνη μέχρι να καταβάλει στον καθένα τους τις καθυστερούμενες αποδοχές των μηνών Ιουνίου, Ιουλίου και Αυγούστου 2009 και επί πλέον στους εκ των εναγόντων Δ.
Ά., Ν. Β., Π. Β., Π. Β., Σ. Κ., Σ. Κ., Γ. Κ., Ε. Τ., Β. Τ., Δ. Τ. και Ε. Φ. υπόλοιπο επιδόματος αδείας του ίδιου έτους. Όμως, το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας των προαναφερόμενων εναγόντων δεν ασκήθηκε νόμιμα ως προς την αξίωση δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Αυγούστου 2009, καθώς αυτή, κατά το χρόνο επισχέσεως, δεν ήταν ληξιπρόθεσμη, δοθέντος ότι ήταν τέτοια (ληξιπρόθεσμη) από την τελευταία ημέρα του μήνα (άρθρο 655 εδ.
α' ΑΚ), ήτοι από 31 Αυγούστου 2009, οι δε ενάγοντες δεν επικαλούνται ούτε πολύ περισσότερο αποδεικνύουν ότι κατά τη μεταξύ αυτών και της εναγομένης συμφωνία η τελευταία είχε υποχρέωση να καταβάλει τις συμφωνημένες αποδοχές τους κάθε μήνα στην αρχή του. Οι ίδιοι βέβαια με τις προτάσεις τους ισχυρίζονται είχε συμφωνηθεί να τους καταβάλλεται προκαταβολή στην αρχή και εξόφληση στο τέλος εκάστου μηνός, όμως και πάλι αφού στην δήλωσή τους δεν προσδιορίζουν το χρόνο και το ποσό της προκαταβολής που όφειλε να τους καταβάλλει η εναγομένη καθιστά μη νόμιμη ως προς αυτό την αξίωση τους καθόσον η άσκηση του δικαιώματος της επισχέσεως προϋποθέτει ορισμένη κατά ποσό είδος και αιτία ληξιπρόθεσμη αξίωση η ικανοποίηση της οποίας επιδιώκεται δια του τρόπου αυτού.
Εξάλλου με την αγωγή τους οι ίδιοι αιτούνται τις αποδοχές του μηνός Αυγούστου 2009 από 1.8.2009 μέχρι 28.8.2009 ως δεδουλευμένες και από 29.8.2009 έως 31.8.2009 λόγω υπερημερίας. Έτσι για τις αποδοχές του Αυγούστου 2009 που ήταν απαιτητές στην 31η ημέρα του μήνα δεν ασκήθηκε νόμιμα το δικαίωμα επισχέσεως εργασίας. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του δέχθηκε το ίδιο δεν έσφαλε και οι περί του αντιθέτου λόγοι έφεσης των εκκαλούντων πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.
Ακολούθως αποδείχθηκε ότι η δήλωση ως προς την αξίωση μερικών εκ των εργαζομένων για διαφορά επιδόματος αδείας 2009, είναι νόμιμη ως ληξιπρόθεσμη και εκκαθαρισμένη. Δεδομένου ότι οι αποδοχές μετά του επιδόματος αδείας προκαταβάλλονται στο μισθωτό κατά την έναρξη της αδείας του (άρθρο 3παρ 8 ν 539/1945) και η χρονική περίοδος χορήγησης της αδείας κανονίζεται μεταξύ του εργοδότη και μισθωτή του πρώτου υποχρεουμένου να χορηγήσει την αιτηθείσα άδεια το πολύ εντός διμήνου από της υπό του δευτέρου διατυπώσεως της σχετικής αιτήσεως.
Πάντως το ήμισυ τουλάχιστον των κατ" έτος εν εκάστη επιχειρήσει δικαιουμένων αδείας δέον να ικανοποιούνται εντός του από 1ης Μαΐου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου χρονικού διαστήματος (άρθρο 4 παρ 1 του ν 539/1945 περί χορηγήσεως κανονικών αδειών μετ' αποδοχών). Στην προκειμένη περίπτωση η αξίωση του επιδόματος αδείας του έτους 2009, κατά το χρόνο επισχέσεως (στις 28.8.2009), ήταν ληξιπρόθεσμη, γεγονός που συνομολογεί εξωδίκως η εναγομένη αφού με το ως άνω χρονοδιάγραμμα πληρωμών υπόσχεται την καταβολή του επιδόματος αδείας στις 25.8.2009.
Συνεπώς η δήλωση επισχέσεως εργασίας ως προς την αξίωση επιδόματος αδείας 2009 είναι νόμιμη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε διαφορετικά έσφαλε και ο σχετικός λόγος έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός. Επίσης η δήλωση επισχέσεως είναι νόμιμη ως προς την αξίωση των δεδουλευμένων αποδοχών Ιουνίου και Ιουλίου 2009, αφού η αξίωση αυτή είναι ληξιπρόθεσμη από την τελευταία ημέρα (άρθρο 655 εδ.
α' ΑΚ) κάθε μήνα (30π Ιουνίου και 31η Ιουλίου 2009), ασκήθηκε δε νομότυπα με την ως άνω σαφή και ορισμένη δήλωση. Εξάλλου ως προς το νόμιμο της δήλωσης επίσχεσης ως προς την αξίωση των δεδουλευμένων αποδοχών Ιουνίου και Ιουλίου 2009 δεν υφίσταται παράπονο από τους διαδίκους με λόγο έφεσης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι προκειμένου λοιπόν οι ενάγοντες να εξασφαλίσουν τις ανωτέρω ληξιπρόθεσμες αξιώσεις τους κατά της εναγομένης εργοδότριας εταιρίας από την παροχή της εργασίας τους νόμιμα αρνήθηκαν την εκπλήρωση της δικής τους παροχής και προχώρησαν στις 28.8.2009 σε επίσχεση εργασίας απέχοντας από την εργασία τους μέχρι η εργοδότρια εταιρία να εκπληρώσει την υποχρέωση που την βάρυνε με την καταβολή των οφειλόμενων ποσών.
Ζήτησαν δε με την υπό κρίση αγωγή να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να τους καταβάλει τις δεδουλευμένες και μη καταβληθείσες αποδοχές ως και μισθούς υπερημερίας για το χρόνο της επισχέσεως από 28.8.2009 μέχρι Φεβρουάριο του 2010. Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι το δικαίωμα της επισχέσεως ασκήθηκε από τους ενάγοντες καταχρηστικά και άρα δεν περιήλθε σε υπερημερία γιατί α) έγινε απροειδοποίητα και β) τα προς αυτούς χρέη της οφείλονται όχι σε κακοβουλία αλλά σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία της, γεγονός που γνώριζαν οι ενάγοντες και παρά ταύτα προέβησαν σε επίσχεση.
Ειδικότερα η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η καθυστέρηση στην πληρωμή των αποδοχών οφείλετο στο ότι η εδρεύουσα στη Γερμανία εταιρία με την επωνυμία "NISBAU GMBH.", που ήταν και ο κύριος πελάτης της, και με την οποία είχε σε εξέλιξη συναλλαγή ύψους 1.920.612,88 ευρώ, σταμάτησε τις πληρωμές προς τρίτους με αποτέλεσμα να μην εκπληρώνει και τις οικονομικές υποχρεώσεις της προς την ίδια και έτσι να περιέλθει αυτή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία.
Οι ως άνω ισχυρισμοί της όμως είναι ουσιαστικά αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Ειδικότερα αποδείχθηκε, όπως άλλωστε ήδη προαναφέρθηκε, ότι οι ενάγοντες, που άσκησαν το δικαίωμα επισχέσεως εργασίας, εργάζονταν στην εναγομένη επί πολλά έτη, χωρίς μέχρι το Νοέμβριο του 2008 να υπάρχει καμία καθυστέρηση ή διαμαρτυρία τους στην πληρωμή των οποιονδήποτε αποδοχών τους από την εργοδοσία.
Για πρώτη φορά οι ενάγοντες διαμαρτυρήθηκαν για καθυστέρηση στην καταβολή των νόμιμων αποδοχών τους (υπόλοιπο αποδοχών μηνός Νοεμβρίου, αποδοχές Δεκεμβρίου, αποδοχές και επίδομα αδείας 2008), προσφεύγοντας στην Επιθεώρηση Εργασίας Μαγνησίας στις 09.01.2009, ότε και συντάχθηκε σχετικά το υπ' αριθμ. 8/2009 δελτίο εργατικής διαφοράς, όπου ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης δήλωσε ότι οι καθυστερούμενες ως άνω αποδοχές τους, πλην αυτών του Νοεμβρίου 2008, που έχουν ήδη εξοφληθεί, θα καταβληθούν σε αυτούς, κατά τις αναφερόμενες από αυτόν διακρίσεις, το αργότερο έως τις 31.01.2009, όπως και πράγματι έγινε.
Ωστόσο, η εναγομένη εξακολούθησε να είναι ασυνεπής ως προς την καταβολή των συμφωνημένων αποδοχών των εναγόντων και των λοιπών εργαζομένων στην επιχείρηση της. Ειδικότερα δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα σε αυτούς τις δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2009, όπως, επίσης, μέρος των δεδουλευμένων αποδοχών του μηνός Μαρτίου και το σύνολο των μηνών Απριλίου και Μαΐου 2009, τις οποίες και τους εξόφλησε, μετά από τμηματικές καταβολές, στις 20.03.2009 και 27.08.2009, αντίστοιχα, ενώ για την ικανοποίηση των αξιώσεων τους αυτών οι ενάγοντες και λοιποί εργαζόμενοι προέβησαν σε δύο επισχέσεις της εργασίας τους το Μάρτιο και το Μάιο του 2009, διάρκειας εκάστης τριών ημερών, πραγματοποιήθηκαν δε και σχετικοί έλεγχοι στην επιχείρηση από την Επιθεώρηση Εργασίας Μαγνησίας στις 18.03.2009 και 11.05.2009 όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. 202/11.5.2009 δελτίο ελέγχου της Επιθεώρησης Εργασίας Μαγνησίας η οποία διενήργησε και τον σχετικό έλεγχο, και από το υπ' αριθμ.
πρωτ. ... έγγραφο Επιθεώρησης Εργασίας Μαγνησίας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη δεν κατέβαλε, όπως όφειλε, στους ενάγοντες και τις δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Ιουνίου και Ιουλίου 2009.και το επίδομα αδείας. Για το λόγο αυτό προέβη στις 20.08.2009 στην κατάρτιση μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της, της Εργοστασιακής Επιτροπής των εργαζομένων της και του Προέδρου του Συνδικάτου Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου Ν.
Μαγνησίας "Μ. Π." χρονοδιάγραμμα πληρωμών, στο οποίο αναφέρεται εκτός των άλλων κατά λέξη "κατέληξαν στο παρακάτω χρονοδιάγραμμα πληρωμών προκειμένου ο πρώτοι να συνεχίσουν να εργάζονται απρόκλητα". Με το χρονοδιάγραμμα αυτό συμφωνήθηκε ότι η εναγομένη θα κατέβαλε στους τελευταίους στις 25.08.2009 το υπόλοιπο των αποδοχών Μαΐου και το επίδομα αδείας 2009, στις 28.08.2009 μέρος (ποσοστό 30%) των αποδοχών Ιουνίου 2009, στις 04.09.2009 μέρος (ποσοστό ομοίως 30%) των αποδοχών του ίδιου μήνα, στις 11.09.2009 το υπόλοιπο των αποδοχών του ίδιου μήνα και στις 30.09.2009 τις αποδοχές Ιουλίου 2009, πλην, όμως, αυτό δεν τηρήθηκε από την εναγομένη.
Τούτο διότι η εναγομένη προέβη σε εξόφληση του μηνός Μαΐου 2009. Επίσης κατάβαλε στις 27-8-2009 αντί 25-8-2009 όπως συμφωνηθεί ολόκληρο το επίδομα αδείας σε μερικούς των εναγόντων και μέρος στους αναφερόμενους ανωτέρω, ενώ δεν τους κατέβαλε κανένα ποσό για τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο στις καθορισθείσες ως άνω προθεσμίες.
Στην ως άνω συμφωνία (χρονοδιάγραμμα) η εναγομένη κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής προέβη γνωρίζοντας ότι αυτή ήταν σε θέση να καταβάλει τις ληξιπρόθεσμες αξιώσεις των εναγόντων ενώ δεν αποδείχθηκε ότι τις ημέρες αυτές έλαβε χώρα κάτι αιφνίδιο και απρόσμενο που την απέτρεψε από την εκπλήρωση της ως άνω συμφωνίας.
Ακολούθως οι άνω ενάγοντες αφού η εναγομένη δεν τήρησε τα ως άνω συμφωνηθέντα της κοινοποίησαν στις 28.08.2009 την από 24.08.2009 έγγραφη δήλωση τους, για άσκηση επίσχεσης εργασίας με την οποία δήλωσαν πως ασκούν από την 28.08.2009 το δικαίωμα επισχέσεως και για το λόγο αυτό παύουν να παρέχουν την εργασία τους από την ημέρα εκείνη μέχρι να καταβάλει στον καθένα τους τις καθυστερούμενες αποδοχές των μηνών Ιουνίου, Ιουλίου και Αυγούστου 2009 και επιπλέον, και το υπόλοιπο επιδόματος αδείας στους αναφερόμενους ειδικά του ίδιου έτους.
Η δήλωσή τους αυτή ασκήθηκε νομότυπα όπως έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και δεν υφίσταται σχετικό παράπονο από τους διαδίκους με λόγο έφεσης. Ενώ ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι οι ενάγοντες καταχρηστικώς προέβησαν χωρίς προειδοποίηση της στην επίσχεση εργασίας πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος αφού δεν προβλέπεται από το νόμο εκ των προτέρων σχετική προειδοποίηση της εργοδότριας.
Εξάλλου η εναγομένη γνώριζε ότι οι ενάγοντες για να επιτύχουν την καταβολή των δεδουλευμένων και ληξιπροθέσμων οφειλών της θα προέβαιναν σε επίσχεση εργασίας, όπως είχαν πράξει και στο παρελθόν. Τούτο επιβεβαιώνεται από το κείμενο του ως άνω χρονοδιαγράμματος στο οποίο αναφέρεται κατά λέξη "κατέληξαν στο παρακάτω χρονοδιάγραμμα πληρωμών προκειμένου ο πρώτοι να συνεχίσουν να εργάζονται απρόκλητα".
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι οικονομικές δυσκολίες της εναγομένης είχαν ήδη εμφανιστεί στα τέλη Νοεμβρίου του 2008 και δεν προέκυψαν αιφνιδίως τον Αύγουστο του 2009, όπως ή ίδια ισχυρίζεται. Επίσης προέκυψε ότι η εναγομένη όφειλε και σε τρίτους μάλιστα στις 10.04.2009, η εταιρία με την επωνυμία "Μ. ΜΕΤΑΛΛΟΥΡΓΙΚΗ Α.Ε.Β.Ε." κατάσχεσε αναγκαστικά διάφορα κινητά πράγματα αυτής (αυτοκίνητα, μηχανήματα και εξοπλισμό) για την ικανοποίηση απαίτησης της ύψους 368.544,88 ευρώ, ενώ, όπως αποδεικνύεται, είχε και άλλες μεγάλου ύψους ληξιπρόθεσμες και απαιτητές οφειλές στο Ι.ΚΑ, το οποίο, επίσης, προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση σε βάρος της.
Και ναι μεν η εταιρεία NISBAU GMBH έπαυσε να της καταβάλει τα οφειλόμενα, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη και γι' αυτό ευρέθη σε δεινή οικονομική κατάσταση πλην όμως όπως αποδείχθηκε η εκτέλεση της παραγγελίας της ως άνω εταιρείας είχε σχεδόν ολοκληρωθεί και είχαν μείνει μόνο δύο μήνες για την περαίωση της έργου, για την εκτέλεση του μεγαλύτερου μέρους της παραγγελίας, ενώ οι ενάγοντες είχαν εργαστεί και η εναγομένη είχε πληρωθεί, για την παραγγελία αυτή.
Εξάλλου η ως άνω εταιρεία δεν ήταν η μοναδική πελάτης της εναγομένης. Τούτο προκύπτει σαφώς από το από 24.8.2009 χρονοδιάγραμμα που η ίδια προσκόμισε και αποδέχθηκε ότι είχε αναλάβει την εκτέλεση παραγγελιών στους α/ Κ/Ξ IMPREGILO SpA- SGF INC SpA 21 Τ. Α.Τ.Ε.Β.Ε. (καινούργια 42 τεμ.-πέρας εργασιών 30.9.2009), 3/ Χ. Ν., πέρας εργασιών 4.9.2009 4/ Δ.Ε.Υ.Α.Μ.Β., πέρας εργασιών 4.9.2009 5/ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ ΛΙΜΕΝΟΣ ΒΟΛΟΥ, πέρας εργασιών 1.9.2009 6/ΘΕΩΝ O.E. πέρας εργασιών 11.9.2009 71 Τ.
ΑΤΕΒΕ υπόλοιπα εντός εργοστασίου 27.8.2009 και 8/CaO Hellas έως 28.8.2009. Από τις ανωτέρω παραγγελίες οι ημερομηνίες παράδοσης ήταν οι περισσότερες τον Σεπτέμβριο του 2009 γεγονός που αποδεικνύει, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ότι για τις παραγγελίες αυτές είχε λάβει σχετικές προκαταβολές, με τις οποίες θα μπορούσε να καταβάλει στους ενάγοντες τους δεδουλευμένους μισθούς τους.
Μάλιστα οι εργασίες, τις οποίες ανέθεσε στην εναγομένη η ως άνω εταιρία Τ. Α.Τ.Ε.Β.Ε. ήταν ποσού 182.000,00 ευρώ. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι πρόθεση των εναγόντων δεν ήταν να δημιουργήσουν μεγαλύτερο οικονομικό πρόβλημα στην εναγομένη, αλλά να τους καταβληθούν τα δεδουλευμένα, για το λόγο αυτό οι ενάγοντες της πρότειναν να λάβουν δάνειο από τράπεζα με εγγύηση της ίδιας για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της και οι ίδιοι να επιβιώσουν, αφού ο μισθός τους αποτελούσε το μόνο μέσο επιβίωσής τους, ή να περιέλθουν εκ περιτροπής σε διαθεσιμότητα.
Η εναγομένη όμως αρνήθηκε. Επίσης της πρότειναν να μην τους καταβάλλεται το γάλα και φόρμες για να μειωθούν τα έξοδα της. Η ανωτέρω πρόθεση τους ενισχύεται από το γεγονός ότι ενώ ευρίσκοντο σε επίσχεση εργασίας πρότειναν στην επιθεώρηση εργασίας να μην επιβληθεί διοικητικό πρόστιμο στην εναγομένη, για την μη καταβολή των δεδουλευμένων (βλ.
το υπ' αριθμ. ... έγγραφο της Επιθεώρησης Εργασίας Μαγνησίας). Η εναγομένη με την από 29.9.2009 εξώδικη δήλωσή της κάλεσε αυτούς να επανέλθουν στην εργασία τους χωρίς όμως να προβεί και στην καταβολή των ληξιπροθέσμων οφειλών της όπως όφειλε, ώστε να παύσει και η υπερημερία της. Ενώ με το υπ' αριθμ. πρωτ. 16/4478/ 13.11.2009 έγγραφο της Επιθεώρησης Εργασίας ασκήθηκε μήνυση κατά του Ε.
Α., ως νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης για παράβαση του ν 690/45 όπως τροποποιήθηκε, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος με την υπ' αριθμ. 2363/2011 απόφαση το Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Στις 4.12.2009 έλαβε χώρα στο Υπουργείο Εργασίας και κοινωνικής ασφάλισης μεταξύ των εκπροσώπων των διαδίκων μερών (η εναγομένη εκπροσωπήθηκε από το νόμιμο εκπρόσωπο της πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο) πρακτικό συμφιλίωσης.
Με αυτό ζητήθηκε από την επιχείρηση να καταβάλει ως την 11.12.2009 στους εργαζομένους από ένα μισθό έναντι των δεδουλευμένων και εντός δεκαπενθημέρου να ορίσει χρονοδιάγραμμα για την καταβολή των υπόλοιπων δεδουλευμένων. Ζητήθηκε επίσης η καταβολή των αποδοχών των εργαζομένων στο εξής να γίνεται κανονικά ως αυτονόητη υποχρέωση της επιχείρησης.
Και οι εργαζόμενοι δήλωσαν όπως αναφέρεται και στο ως άνω πρακτικό ότι θα επιστρέψουν στην εργασία τους. Το ως άνω πρακτικό η εναγομένη αποδέχθηκε όπως συνομολογείται στις προτάσεις της. Το γεγονός ότι αποδέχθηκε η εναγομένη το ως άνω πρακτικό συμφιλίωσης κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής αποδεικνύει ότι είχε τη δυνατότητα να ανταποκριθεί σ' αυτό.
Εν τούτοις στις 8.12.2009 πρότεινε στους ενάγοντες να δώσει από ένα μισθό στο μισό δυναμικό για ξεκίνημα και μετά από 15 ημέρες και σε όλο το προσωπικό. Η πρόταση αυτή όμως αφενός ήταν αντίθετη με το πρακτικό συμφιλίωσης στο οποίο αναφερόταν ότι θα καταβαλλόταν ένας μισθός σε όλους τους εργαζόμενους και σύμφωνα με το οποίο οι τελευταίοι συμφώνησαν την επιστροφή τους στην εργασία τους και αφετέρου ήταν αόριστη αφού δεν απευθυνόταν σε συγκεκριμένους εργαζόμενους με την καταβολή σ' αυτούς των συμφωνηθέντων ώστε να παύσει η υπερημερία της εναγομένης ως προς αυτούς.
Έτσι αφού η εναγομένη δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα, αρνήθηκαν να προσέλθουν στην εργασία τους οι ενάγοντες, συνεχίζοντας έτσι η εναγομένη να είναι υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας των εναγόντων. Χωρίς η άρνησή τους να θεωρείται οικειοθελής αποχώρηση από την εργασία, και να θεωρείται από την εναγομένη λυμένη η σύμβαση εργασίας όπως ισχυρίζεται η τελευταία, χωρίς μάλιστα να έχει προβεί σε νόμιμη καταγγελία των συμβάσεων με έγγραφη καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης.
Σύμφωνα λοιπόν με τα ανωτέρω εκτεθέντα αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες-εκκαλούντες με την επίσχεση εργασίας επιδίωκαν την καταβολή των ληξιπροθέσμων μισθών τους από την εναγομένη που λόγω μη καταβολής αυτών κινδύνευε η διαβίωση τους. Η οικονομική δυσπραγία της εναγομένης δεν αίρει την υπερημερία της, ενώ θα μπορούσε νόμιμα να καταγγείλει τις συμβάσεις των εναγόντων ικανοποιώντας συγχρόνως και τις απαιτήσεις τους.
Εξάλλου η οικονομική της δυσπραγία δεν ήταν αιφνίδια όπως απαιτείται για να χαρακτηρισθεί ως καταχρηστική διότι δεν αποδείχθηκε ότι η καθυστέρηση καταβολής των μισθών των εναγόντων οφείλετο σε απρόβλεπτες περιστάσεις και ιδιαίτερα σε δυσχερή οικονομική κατάσταση αυτής, η οποία εμφανίστηκε αιφνίδια τον Ιούνιο του 2009, αφού η καθυστέρηση καταβολής δεδουλευμένων μισθών των εργαζομένων είχε ήδη αρχίσει από τον Νοέμβριο του 2008.
Και οι καταβολές των ληξιπροθέσμων μισθών εγένοντο από τον Ιανουάριο του 2009 κατόπιν πιέσεων των εργαζομένων με επισχέσεις εργασίας. Μάλιστα με την υπ' αριθμ. 41/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...υ, έγινε δεκτή αίτηση της για υπαγωγή στο άρθρο 99 ΠτΚ και διατάχθηκε το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής και διορίστηκε μεσολαβητής ο οποίος σημειωτέον μέχρι σήμερα δεν έχει καταθέσει εάν έχει επιτευχθεί και με ποιο τρόπο η συνδιαλλαγή.
Συνεπώς κατά τα ανωτέρω η ένδικη επίσχεση εργασίας δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως καταχρηστική διότι η άσκησή της δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Στη συνέχεια, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτοβάθμια απόφαση, δέχτηκε κατ' ουσίαν την αγωγή και επιδίκασε μισθούς υπερημερίας, για το διάστημα της επίσχεσης εργασίας των αναιρεσίβλητων-εναγόντων.
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία, τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, και ορθώς δεν εφάρμοσε αυτές. Τούτο διότι, από τις ανέλεγκτες παραδοχές της δεν επιβεβαιώνονται οι αναγκαίες, για την εφαρμογή της, προϋποθέσεις και συγκεκριμένα ότι: 1) δεν υπήρξε χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων της, 2) η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις, αντιξοότητες, πρόσκαιρη δυσπραγία της και σε εξαιρετικά δυσμενείς γι' αυτήν περιστάσεις και 3) η επίσχεση εργασίας προξένησε στην αναιρεσείουσα δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία.
Με τις προεκτεθείσες δε παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού από το αιτιολογικό της απόφασης προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στην προκειμένη περίπτωση περί μη συνδρομής των όρων της διάταξης, που δεν εφαρμόσθηκε, ενώ έχει σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος.
Τα περιστατικά αυτά ήταν επαρκή και δικαιολογούσαν, χωρίς να απαιτείται καμιά οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, τη μη εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως. Ειδικότερα, τα ως άνω, ανελέγκτως, δεκτά γενόμενα με σαφήνεια πραγματικά περιστατικά ότι: 1) η αναιρεσείουσα, κατά το χρόνο (28-8-2009) άσκησης της, εκ μέρους των αναιρεσειόντων, επίσχεσης εργασίας δεν βρισκόταν σε πρόσκαιρη οικονομική αδυναμία, αλλά σε διαρκή και μάλιστα από το Σεπτέμβριο του 2008, όταν το πρώτον εκδηλώθηκε αυτή, 2) η αδυναμία της αυτή ήταν γενική (έναντι όλων των πιστωτών της) και όχι μόνο απέναντι στους εργαζόμενους, γεγονός που την υποχρέωσε, προκειμένου να αποφύγει την πτώχευση να προσφύγει στην προπτωχευτική διαδικασία του άρθρου 99 ΠτΚ, με την υποβολή σχετικής αιτήσεως, για τη εξυγίανσή της και αφού προηγουμένως ιδιώτες πιστωτές της και το ΙΚΑ είχαν προβεί για οφειλές, εξαιρετικά μεγάλων ποσών, σε κατάσχεση του μηχανολογικού της εξοπλισμού. 3) Η στάση των εργαζομένων της, μέχρι τότε (Αύγουστος 2009), δεν συνέτεινε στην ως άνω κατάσταση της, αλλά και μετέπειτα, με την αποχή τους (με την επίσχεση εργασίας τους) από 28-8-2009 δεν προκάλεσαν δυσβάστακτη και δυσανάλογη ζημία στην τελευταία, αφού η αδυναμία της αυτή, ήδη από τον Αύγουστο 2008, ήταν γενική, 4) Η αναιρεσείουσα, αν και κατ επανάληψη, από τον Οκτώβριο 2008, ήρθε σε διαπραγματεύσεις, με τους εργαζομένους της, με τη μεσολάβηση, μάλιστα, των αρμοδίων οργάνων της Επιθεώρησης Εργασίας, και υποσχέθηκε ότι σε ορισμένο χρονικό διάστημα θα ικανοποιούσε τμηματικά τις ήδη οφειλόμενες αποδοχές των εργαζομένων της, οι οποίοι συνέχισαν να εργάζονται, ουδέποτε εμφανίστηκε συνεπής και δεν ικανοποίησε εγκαίρως τις απαιτήσεις των τελευταίων, μέχρι τον Αύγουστο 2009, συμπεριφορά την οποία επέδειξε και το Δεκέμβριο 2009, μετά από την διαπραγμάτευση που έλαβε χώρα στο Υπουργείο Εργασίας, δεν πληρούν, συνεκτιμώμενα, στο σύνολο τους, το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.
Το ότι η αναιρεσείουσα, προσερχόταν στις διαπραγματεύσεις και υποσχόταν την καταβολή των δεδουλευμένων, χωρίς όμως να τηρήσει, ουδέποτε τις δεσμεύσεις της, δεν αίρουν την υπερημερία της. Εξάλλου, τα γεγονότα που, δέχεται το Εφετείο, ότι οδήγησαν στην οικονομική της αδυναμία, έστω και αν, κατά τις απόψεις της, είναι τυχαία, ενόψει του μακρού χρόνου που μεσολάβησε από την εμφάνιση τους και μέχρι την αποχή των εργαζομένων της, σχετίζονται με ήδη διαμορφωμένες συνθήκες, που μπορούσε να ελέγξει, αλλά και με τους γενικότερους καθώς και τους ειδικότερους κινδύνους της εν γένει πορείας της επιχείρησης της και συνακόλουθα δεν αίρουν την υπαιτιότητά της, Τα διαλαμβανόμενα σε περικοπή της απόφασης περί του τρόπου άρσης της υπερημερίας της και ειδικότερα ". . .Η οικονομική δυσπραγία της εναγομένης δεν αίρει την υπερημερία της, ενώ θα μπορούσε νόμιμα να καταγγείλει τις συμβάσεις των εναγόντων ικανοποιώντας συγχρόνως και τις απαιτήσεις τους.
Εξάλλου η οικονομική της δυσπραγία δεν ήταν αιφνίδια όπως απαιτείται για να χαρακτηρισθεί ως καταχρηστική...", αποτελούν επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης, για να υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξάλλου η χρήση, στην περικοπή του όρου "αιφνίδια" κατ' ορθή νοηματική της απόδοση, λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών αναφερόμενων στη απόφαση, έχει την έννοια της "απρόβλεπτης" με συνέπεια το δικαστήριο της ουσίας να μην απαίτησε περισσότερα, στοιχεία από εκείνα που ήταν αναγκαία για τη θεμελίωση της εν λόγω διάταξης.
Επομένως, οι συναφείς από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, 1ος και 2ος λόγοι της κρινόμενης αίτησης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Τέλος οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, ως προς τις υπόλοιπες αιτιάσεις τους που αναφέρονται σε αυτούς, κατά το άλλο μέρος τους, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και 561 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών, σχετικά με ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντα, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ.
I του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντα, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
3. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 1102 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικό έγγραφα (άρθρ. 561 2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Συνεπώς δεν είναι πράγματα, με την πιο πάνω έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ή τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που αντλούν οι διάδικοι από το νόμο ή την αξιολόγηση των αποδείξεων. Δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, ον το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα ον δεν έγινε δεκτός, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν.
Δεν ιδρύεται δε, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ον το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να απαντήσει σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας. Εξάλλου, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, προς εκείνες των άρθρων 262, 269 και 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν για τη στήριξη ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά, "πράγματα", η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
β' του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αποτελούν το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά που έχουν παραδεκτά προβληθεί, εφόσον με την προσθήκη και αυτών, ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται βάσιμος. Η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο, της κρινόμενης αίτησης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι εξαιτίας της επίσχεσης της εργασίας των αναιρεσειόντων, απώλεσε τα αναμενόμενα από την εκτέλεση της παραγγελίας της "Τ. ΑΤΕΒΕ", και συνακόλουθα ζημιώθηκε, αφού η παραγγελία αυτή δεν εκτελέστηκε. Ο ισχυρισμός της αυτός είναι αβάσιμος αφού από τις αιτιολογίες της απόφασης προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός, λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, και με τις περί αντιθέτου παραδοχές του περί του ότι η επίσχεση εργασίας τους ήταν δικαιολογημένη και δεν ήταν αντίθετη στις επιταγές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, με αποτέλεσμα οι αναιρεσίβλητοι να μην ευθύνονται για την περαιτέρω ζημία της αναιρεσείουσας, απορρίφθηκε εκ των "πραγμάτων".
Τέλος οι λοιπές αιτιάσεις που προβάλλονται με τον ίδιο λόγο και σχετίζονται με τα νομικά και πραγματικά επιχειρήματα που αντλεί η αναιρεσείουσα από το νόμο και την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και βρίσκονται σε αντίθεση με αυτά που δέχτηκε τι δικαστήριο, δεν αποτελούν πράγματα, με την προεκτεθείσα έννοια και συνεπώς είναι απαράδεκτες.
Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση. Τέλος η δικαστική δαπάνη, των παρισταμένων αναιρεσίβλητων, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της ηττηθείσας αναιρεσείουσας (άρθρο 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-10-2013 αίτηση αναιρέσεως της υπ' αρ. 19/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσίβλητων την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2014.
Και Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ