Legislator Case Law & Legislation
2094/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on oil storage seizure execution impossibility.

Case Number 2094/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by an Italian agricultural company against a final judgment regarding the execution of a seizure order. The lower court ruled that the seizure could not be executed immediately because the oil was not yet ready, a fact the Supreme Court found to be objectively true and not attributable to the bank. Consequently, the court upheld the lower court's decision that the seizure was not overdue and rejected the appellant's claims of procedural violation.

Legislator headnote

AI generated

Art. 561 para. 2 KPolD; Art. 342 AC: The Supreme Court may dismiss an appeal if the lower court's assessment of procedural documents is based on objective facts not attributable to the respondent, rendering the appeal inadmissible.

Keywords

AI generated
supreme court appeal seizure execution objective facts procedural documents non-attributable fault agricultural storage execution impossibility

Cited Legislation

AI generated
Art. 561 para. 2 KPolD
Art. 342 AC
Art. 559 no. 1 and 19 KPolD
Art. 559 no. 8 KPolD
Art. 731 KPolD
Art. 183 KPolD
Law 3077/1954

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2094 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2094/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας με την επωνυμία "SOCIETA AGRICOLA FATTORIA SRL" (S.A.F.A. SRL), που εδρεύει στη Ρώμη Ιταλίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Νικολιδάκη.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, δι' εαυτήν και ως οιονεί καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΕΩΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΣ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΠΟΘΗΚΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" - "ΕΘΝΙΚΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΑΕ", όπως μετονομάσθηκε η πρώην "ΠΡΟΝΟΜΙΟΥΧΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΠΟΘΗΚΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" (Π.Α.Ε.Γ.Α.Ε) που εδρεύει στην Αθήνα, κατόπιν συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεώς της, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σπηλιόπουλο, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις, από 11 Αυγούστου 1993 κύρια και 13 Ιανουαρίου 1994 παρεπίμπουσα, αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9407/1994 μη οριστική, 2260/2002 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4624/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1 Ιουνίου 2006 αίτησή της ως και με το ιδιαίτερο από 2 Απριλίου 2008 δικόγραφο προσθέτων αυτής λόγων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 1 Δεκεμβρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 731/1.6.2006 αιτήσεως, με τους, με ιδιαίτερο 80/2.4.2008, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθ. 4624/4.6.2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ως και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 731/1-6-2006 αίτηση, και με τους με ιδιαίτερο, 80/2-4-2008, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους διώκεται η αναίρεση της 4624/4.6.2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με τις, 9543/ 11.8.1993 κύρια και 403/13.1.1994 παρεμπίπτουσα, αγωγές εφέροντο προς διάγνωση, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία αντικείμενο αυτών, αξιώσεις της δι' αυτής ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, στην δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε μετά την δι' απορροφήσεως της συγχωνεύσεως τους η "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", απορρέουσες από τη συνδέουσα τις διαδίκους σύμβαση παρακαταθήκης και ειδικότερα από την αποδιδόμενη στην τελευταία υπερημερία ως προς την απόδοση του αποτελούντος αντικείμενο της εν λόγω συμβάσεως εμπορεύματος (ελαιολάδου).

Επί των εν λόγω αγωγών, συνεκδικαζομένων, εκδόθηκε αρχικά η 9407/1994 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αναφορικά με τα αιτήματα των αγωγών, που αξιολογήθηκαν ως ορισμένα και νόμιμα, τάχθηκε το οικείο σε βάρος των διαδίκων θέμα αποδείξεων, μετά τη νομότυπη διεξαγωγή των οποίων επανήλθε η υπόθεση προς συζήτηση, της οποίας επακολούθησε η έκδοση της απορριπτικής αυτών 2260/2002 αποφάσεως αυτού, κατ' αποδοχή της κατά την έννοια του άρθρου 342 ΑΚ ενστάσεως της εναγομένης και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 5911/10.7.2002 έφεση της ενάγουσας, η 4624/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές αυτής παραδοχές: "Από το έτος 1969 και με βάση τις διατάξεις του Ν.Δ. 3077/1954 (άρθρο 15) η εναγομένη Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "Προνομιούχος Ανώνυμος Εταιρεία γενικών αποθηκών της Ελλάδος", λειτουργούσε ιδιωτικά παραρτήματα μέσα στις εγκαταστάσεις της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΜΕΛΒΑ Α.Ε" στο Νιπιδιτό Πεδιάδος Ηρακλείου Κρήτης, για την αποθήκευση εμπορευμάτων της τελευταίας και την έκδοση τίτλων αποθηκεύσεως.

Στα παραρτήματα αυτά, που αντιστοιχούσαν σε σιδηρές κυλινδρικές δεξαμενές του χώρου του εργοστασίου - αποθήκης, η πιο πάνω ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΜΕΛΒΑ Α.Ε" είχε εναποθέσει ποσότητες ελαιολάδου, που τιτλοποιήθηκαν με τίτλους της εναγομένης, και άλλα μεν από αυτά μεταβιβάσθηκαν με οπισθογράφηση των αποθετηρίων κατά κυριότητα, άλλα δε συνεστήθησαν ως ενέχυρα με οπισθογράφηση των ενεχυρογράφων υπέρ της πιστοδοτούσης την εταιρία Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, κλπ.

Περί τα μέσα Ιουνίου 1993 η ενάγουσα αγόρασε ποσότητες διάφορων τύπων ελαιολάδου και κατέστη νόμιμη κομίστρια με οπισθογράφηση των αντίστοιχων τίτλων (αποθετηρίων) της εναγομένης. Ειδικότερα, εκτός άλλων, στις 18-6-1993 με οπισθογράφηση των υπ' αριθ.... και ... αποθετηρίων, η ενάγουσα αγόρασε αντίστοιχα 39.000 και 262.000 χιλιόγραμμα ελαιολάδου από την εταιρεία με την επωνυμία "ΑΣΤΙΓΞ Α.Ε ΕΛΑΙΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ", η οποία την ίδια μέρα είχε αποκτήσει με οπισθογράφηση από την Τράπεζα "CREDIT LΥΟΝΝΑΙS (SUISSE) Α.Ε".

Τα ελαιόλαδα αυτά είχαν αποτεθεί αντίστοιχα από τις 20-9-1991 και στις 29-2-1992 στις μεταλλικές δεξαμενές με τους αριθμούς 201, 203 και 7 των πιο πάνω ιδιωτικών παραρτημάτων που λειτουργούσαν στις εγκαταστάσεις της εταιρείας με την επωνυμία "ΟΜΕΛΒΑ Α.Ε". Στο μεταξύ, την προτεραία της αγοράς των πιο πάνω ελαιολάδων, δηλαδή την 17.6.1993, δημοσιεύθηκε η υπ' αριθ. 505/5727/1993 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου Κρήτης, με την οποία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως ύστερα από αίτηση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΜΕΛΒΑ Α.Ε.Β.Ε" που προήλθε από συγχώνευση άλλων τεσσάρων εταιρειών, μεταξύ των οποίων και η αρχική αποθέτρια των πιο πάνω ελαιολάδων ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΜΕΛΒΑ Α.Ε - ΟΜΑΔΑ ΕΛΑΙΟΠΑΡΑΓΩΓΩΝ Ν.

ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ", και εκτός άλλων διατάχθηκε και η σφράγιση των εγκαταστάσεων της. Σε εκτέλεση της αποφάσεως εκείνης, ο αρμόδιος Ειρηνοδίκης Καστελλίου Πεδιάδος στις 25 Ιουνίου 1993 με την υπ αριθ. 25/25-6-1993 έκθεση του προέβη στη σφράγιση των εγκαταστάσεων της πτωχεύσασας εταιρείας για τη διασφάλιση της πτωχευτικής περιουσίας, η σφράγιση δε περιελάμβανε αναγκαίως, εκτός των άλλων, και την κεντρική είσοδο των εγκαταστάσεων του εργοστασίου, όπως και των ενδιαμέσων θυρών επικοινωνίας.

Από την ίδια έκθεση δεν αποδεικνύεται ότι η πιο πάνω σφράγιση επεκτάθηκε ειδικά στις δεξαμενές των ιδιωτικών παραρτημάτων της εναγομένης, αντίθετα δε ρητά εξαιρέθηκαν της σφραγίσεως οι ίδιες δεξαμενές, αφού ήταν σφραγισμένες από την εναγομένη και εφυλάσσοντο από δικό της φύλακα. Και ναι μεν είναι γεγονός ότι η προαναφερθείσα σφράγιση της κεντρικής εισόδου των εγκαταστάσεων του εργοστασίου της πτωχευσάσης εταιρείας παρακώλυε και καθιστούσε αδύνατη την ελεύθερη επικοινωνία μέσω οχημάτων με τις δεξαμενές - ιδιωτικά παραρτήματα της εναγομένης ως και τη διαχείριση τους από την εναγομένη.

Μόνο όμως το γεγονός αυτό, δεν παρείχε το δικαίωμα στον προστηθέντα από την εναγομένη πιο πάνω φύλακα της, που παρίστατο κατά τη σφράγιση, να αντιταχθεί σ' αυτήν αυτοδικώντας, πολύ περισσότερο γιατί η σφράγιση της κεντρικής εισόδου των εγκαταστάσεων δεν αφορούσε αυτή καθ' εαυτή τις δεξαμενές των παραρτημάτων, ο δε τρόπος ελεύθερης επικοινωνίας θα μπορούσε να καθορισθεί μελλοντικά κατά περίπτωση από τα αρμόδια όργανα δικαστικά και σύνδικο σε συνδυασμό με την αναγκαιότητα διατηρήσεως της σφραγίσεως της κεντρικής εισόδου των εγκαταστάσεων.

Την επομένη ημέρα της πιο πάνω σφραγίσεως, δηλαδή στις 26 Ιουνίου 1993, η ενάγουσα, ως αγοράστρια των πιο πάνω ποσοτήτων ελαιολάδου και νόμιμη κομίστρια των αντίστοιχων δύο αποθετηρίων της εναγομένης, εγχείρισε στην Αθήνα, στα κεντρικά γραφεία της εναγομένης, τις από 25 Ιουνίου 1993 δύο αιτήσεις της, με τις οποίες ζητούσε να της αποδώσει η εναγομένη την πιο πάνω αποθηκευμένη ποσότητα των 31 μετρικών τόνων παρθένου ελαιολάδου, που είχε ήδη πωλήσει στην εδρεύουσα στη Μαλάγα Ισπανίας εταιρεία με την επωνυμία "ΑCΕΙΤΕS ΜΟΝΤΕRRΕΑL S.Α.".

Αμέσως μετά την υποβολή των πιο πάνω αιτήσεων, μετέβη στο Ηράκλειο η νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας Ε1 για να ρυθμίσει τις λεπτομέρειες της παραδόσεως του ελαιολάδου, εκεί όμως αντιμετώπισε όχι μόνο την υφιστάμενη σφράγιση με τις πιο πάνω συνθήκες των εγκαταστάσεων, αλλά και την εξέγερση των ελαιοπαραγωγών της περιοχής Νομού Ηρακλείου.

Ειδικότερα, μετά την κήρυξη της πτώχευσης οι πιστωτές της εταιρείας "ΟΜΕΛΒΑ Α.Ε.Β.Ε", και κυρίως οι ελαιοπαραγωγοί της περιοχής του Ν. Ηρακλείου, οι οποίοι είχαν παραδώσει ελαιόλαδο στην τελευταία επί πιστώσει, και δεν είχαν εξοφληθεί, κατέλαβαν το χώρο πέριξ των εγκαταστάσεων της εν λόγω εταιρείας και προέβαιναν σε κάθε είδους διαμαρτυρίες και διαδηλώσεις, με σκοπό να αποτρέψουν την εξαγωγή από τις εγκαταστάσεις της πτωχευσάσης οποιασδήποτε ποσότητας ελαιολάδου.

Εν όψει αυτών, η εκπρόσωπος της ενάγουσας επέστρεψε στην Αθήνα, ενώ στις 30 Ιουνίου 1993 με την ταυτόχρονη αίτηση της στρεφόμενη κατά του συνδίκου της πτωχεύσασας η εναγομένη ζήτησε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου τη λήψη των αναγκαίων ασφαλιστικών μέτρων προκειμένου να αποκατασταθεί η ελεύθερη επικοινωνία με τα ένδικα παραρτήματα της, ώστε να καταστεί δυνατή η παραλαβή του ελαιολάδου από την ενάγουσα.

Μετά την υποβολή εκείνης της αιτήσεως, η ενάγουσα με την από 5-7-1993 εξώδικη δήλωση της (βλ. την υπ' αριθ. ... έκθεση επίδοσης της Δικ. Επιμελήτριας Αθηνών ...) ζήτησε την παράδοση του ελαιολάδου από την εναγομένη. Η αίτηση εκείνη συζητήθηκε στις 23 Ιουλίου 1993 και δημοσιεύθηκε στις 6 Αυγούστου 1993 η υπ' αριθ. 6177 4195/1993 απόφαση, με την οποία διατάχθηκε η αποσφράγιση του χώρου προσπελάσεως προς τα ιδιωτικά παραρτήματα της εναγομένης, ώστε να καταστεί δυνατή η παραλαβή του ελαιολάδου και η επανατοποθέτηση των σφραγίδων κατά τρόπο διασφαλίζοντα την πτωχευτική περιουσία.

Σε εκτέλεση εκείνης της αποφάσεως, ο Ειρηνοδίκης Καστελλίου Πεδιάδας με την υπ' αριθ. 38/1993 έκθεση του προέβη στις 24 Σεπτεμβρίου 1993 στην άρση των σφραγίδων της κυρίας εισόδου των εγκαταστάσεων της πτωχευσάσης εταιρείας "ΟΜΕΛΒΑ Α.Ε.Β.Ε", ώστε να αποκατασταθεί η ελεύθερη επικοινωνία με τα ιδιωτικά παραρτήματα της εναγομένης και να καταστεί δυνατή η παραλαβή του ελαιολάδου από την ενάγουσα.

Η εναγομένη ειδοποίησε αμέσως τηλεφωνικά την ενάγουσα για το γεγονός της αποσφραγίσεως, επακολούθησε δε στις 27 Σεπτεμβρίου 1993 και η αποστολή του σχετικού υπ' αριθ. 9398/1993 εγγράφου της εναγομένης με το ίδιο περιεχόμενο, με το οποίο η εναγομένη ζητούσε από την ενάγουσα να καθορίσουν από κοινού τον τρόπο παραδόσεως και παραλαβής των εμπορευμάτων.

Ύστερα από σχετική συνεννόηση, μετέβη στις 30 Σεπτεμβρίου 1993 στο Ηράκλειο ο εκπρόσωπος της ενάγουσας Ε2 με 12 βυτιοφόρα, για την παραλαβή του ελαιολάδου και μαζί με τα αρμόδια όργανα της εναγομένης έφθασαν στις εγκαταστάσεις του ιδιωτικού παραρτήματος στο Νιπιδιτό Πεδιάδος Ηρακλείου. Εκεί όμως διαπιστώθηκε ότι ήταν αδύνατη η προσπέλαση των βυτιοφόρων προς τον χώρο των ιδιωτικών παραρτημάτων, αφού αριθμός 50-60 ελαιοπαραγωγών είχαν αποκλείσει με τα αγροτικά αυτοκίνητα τους την προσπέλαση προς το χώρο των δεξαμενών, παράλληλα δε απειλούσαν τόσο τον Διευθυντή του υποκαταστήματος της εναγομένης στο ...

Ι1, όσο και τον εκπρόσωπο της ενάγουσας Ε2 ότι θα τους καταστρέψουν τα οχήματα εάν επιχειρήσουν να εισέλθουν στο χώρο. Εν όψει αυτής της καταστάσεως, ο Ι1 και ο Ε2 απευθύνθηκαν στο Αστυνομικό Τμήμα .... και ζήτησαν τη συνδρομή της Αστυνομίας, συνοδευόμενοι και από την εκπρόσωπο της ενάγουσας Ε1. Εκεί, αφού έγινε σχετική εγγραφή παραπόνων στα βιβλία συμβάντων και δεν κατέστη δυνατή η παροχή σχετικής βοήθειας, αναχώρησαν και οι τρεις πιο πάνω εκπρόσωποι των αντιδίκων και μετέβησαν στο Ηράκλειο στην έδρα της Αστυνομικής Διευθύνσεως, όπου ο αρμόδιος Διευθυντής τους πληροφόρησε ότι δεν μπορεί να δοθεί δύναμη αστυνομική για την υποβοήθηση παραλαβής του ελαιολάδου, για το λόγο ότι υπήρχαν πολλοί ελαιουργοί και παραγωγοί και υπήρχε κίνδυνος να δημιουργηθούν έκτροπα.

Μετά από αυτά αναχώρησαν και οι τρεις και μετέβησαν στο Αστυνομικό τμήμα ..., όπου η Ε1 κατέθεσε μήνυση εναντίον των ιδιοκτητών των αυτοκινήτων που παρεμπόδιζαν την είσοδο των βυτιοφόρων στο χώρο των εγκαταστάσεων της πτωχευσάσης εταιρείας. Στη μήνυση εκείνη περιελήφθησαν οι αριθμοί κυκλοφορίας όλων των αυτοκινήτων που παρεμπόδιζαν την είσοδο και προτάθηκαν ως μάρτυρες ο Ι1 και ο Ε2 από την πλευρά της εναγομένης.

Η μήνυση εκείνη ύστερα από δύο αναβολές εκδικάσθηκε τελικά τον Ιούνιο του 1996 και κρίθηκε απαράδεκτη η δίωξη γιατί η μηνύτρια Ε1 δεν προσκόμισε τα αναγκαία νομιμοποιητικά έγγραφα της ως αντιπροσώπου και πληρεξουσίου της ενάγουσας εταιρείας. Με τις πιο πάνω προϋποθέσεις, η προσπάθεια της 30 Σεπτεμβρίου 1993 αλλά και των επόμενων ημερών κατέστη τελικά άκαρπη, με αποτέλεσμα στις 6 Οκτωβρίου 1993 ο ίδιος πιο πάνω Ειρηνοδίκης, ύστερα από αίτηση του προσωρινού συνδίκου της πτωχεύσεως, να επανατοποθετήσει τις σφραγίδες στην κεντρική είσοδο των εγκαταστάσεων της πτωχευσάσης εταιρείας με την υπ' αριθ. 42/5-10-1993 έκθεση του.

Ύστερα από δύο ημέρες από την επανασφράγιση, η ενάγουσα με την από 8-10-1993 εξώδικη δήλωση της, που επιδόθηκε αυθημερόν στην εναγομένη (βλ. την υπ' αριθ. ... έκθεση επιδόσεως του Δικ. Επιμελητή Πειραιά ...), ζήτησε την παράδοση των ελαιολάδων το αργότερο μέχρι τις 12 Οκτωβρίου 1993 και ώρα 09.30 π.μ., δηλώνοντας συγχρόνως ότι, μετά την παρέλευση της πιο πάνω προθεσμίας, απέκρουε την παροχή.

Η εναγομένη προθυμοποιήθηκε να τηρήσει την ταχθείσα πιο πάνω προθεσμία, πλην όμως αυτό κατέστη τελικά ανέφικτο από το γεγονός ότι ήταν αδύνατη η αναγκαία σύμπραξη του συνδίκου της πτωχεύσεως, αφού εν όψει των εθνικών εκλογών της 10.10.1993 είχε ορισθεί ως δικαστικός αντιπρόσωπος εκτός του Ηρακλείου Κρήτης και δεν επέστρεψε μέχρι τη λήξη της ταχθείσης προθεσμία, γεγονός που γνωστοποιήθηκε στην ενάγουσα από την εναγομένη τηλεφωνικά, αλλά και με το υπ' αριθ. 9838/11-10-1993 έγγραφο της.

Με τις πιο πάνω προϋποθέσεις και καταστάσεις, η καθυστέρηση της εναγομένης να παραδώσει στην ενάγουσα το αποθηκευμένο στο ιδιωτικό παράρτημα στο Νιπιδιτό Πεδιάδος Ηρακλείου ελαιόλαδο κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 26 Ιουνίου 1993 μέχρι της 12 Οκτωβρίου 1993 οφείλεται σε αντικειμενικά γεγονότα για τα οποία δεν υπέχει ευθύνη, κείμενα εκτός της σφαίρας δράσεως των οργάνων της, με αποτέλεσμα να μην περιέλθει σε κατάσταση υπερημερίας ως προς την εκπλήρωση της συγκεκριμένης ένδικης παροχής της προς την ενάγουσα.

Περαιτέρω, ναι μεν η ενάγουσα ισχυρίζεται για τη θεμελίωση αμελούς συμπεριφοράς της εναγομένης, ως λόγου άρσεως της προαναφερθείσας αντικειμενικής αδυναμίας της, ότι η τελευταία είχε υποχρέωση αφενός μεν να ζητήσει την έκδοση προσωρινής διαταγής για την παράδοση των εμπορευμάτων της αφετέρου δε να επιδιώξει την παράδοση με τη εκτέλεση αποσπάσματος της υπ' αριθ. 617/1993, αποφάσεως χωρίς να αναμένει την καθαρογραφή της και τη λήψη επίσημου αντιγράφου.

Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί της ενάγουσας κρίνονται προεχόντως μη νόμιμοι και απορριπτέοι, ο μεν πρώτος γιατί η προσωρινή διαταγή στη εγκεκριμένη περίπτωση, ως αίτηση κατ' ουσίαν παραδόσεως πράγματος θα ισοδυναμούσε με οριστική παράδοση πράγματος στην ενάγουσα αγοράστρια ανεπίτρεπτη, στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 691, παρ. 2, 692 παρ. 4 και 731 ΚΠολΔ, ο δε δεύτερος γιατί στη συγκεκριμένη περίπτωση, εν όψει της φύσεως του ληφθέντος ασφαλιστικού μέτρου στο πλαίσιο της διατάξεως του άρθρου 731 ΚπολΔ, δεν αρκούσε κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 700 παρ. 2 ΚΠολΔ για την εκτέλεση ή επίδοση αποσπάσματος, αλλά ήταν αναγκαία η επίδοση επιταγής κάτω από κεκυρωμένο αντίγραφο της αποφάσεως.

Ανεξάρτητα όμως από αυτά, οι ίδιοι ισχυρισμοί κρίνονται αβάσιμοι και από ουσιαστική άποψη από το γεγονός ότι, και αν ακόμη η εναγομένη προέβαινε σε αποσφράγιση του ιδιωτικού παραρτήματος με βάση προσωρινή διαταγή του Δικαστηρίου ή απόσπασμα της ανωτέρω αποφάσεως, μετά την 5 Αυγούστου 1993 που δημοσιεύθηκε η απόφαση, και πάλι αυτό θα ήταν αλυσιτελές λόγω της έκρυθμης καταστάσεως που είχαν δημιουργήσει από τότε οι ελαιοπαραγωγοί, συνεπεία της οποίας ήταν ανέφικτη η προσπέλαση στο ιδιωτικό παράρτημα της εναγομένης.

Είναι δε χαρακτηριστικό και το γεγονός ότι την προαναφερθείσα έκρυθμη κατάσταση, δεν αρνείται ούτε η έχουσα προσωπική αντίληψη μάρτυρας της ενάγουσας Ε1, η οποία όμως την αποδίδει σε δήθεν συμπαιγνία, ανύπαρκτη όμως, της εναγομένης με τους παραγωγούς και τους τοπικούς παράγοντες. Πέρα όμως από αυτά, χαρακτηριστικό είναι και το γεγονός ότι η ίδια έκρυθμη κατάσταση συνεχίστηκε και μετά τη λήξη του ένδικου-αγωγικού χρονικού διαστήματος της προβαλλόμενης υπερημερίας της εναγομένης, δηλαδή μετά και την 12-10-1993,και μέχρι τον Μάρτιο του 1995, όταν τελικά τοελαιόλαδο παραδόθηκε σε ισπανική εταιρεία, που είχε πωληθεί από την ενάγουσα, μετά την μεσολάβηση άλλης ανεπιτυχούς απόπειρας παραλαβής τον Φεβρουάριο του 1994.

Τα προαναφερθέντα, που αποτελούν αποτέλεσμα της δέουσας συνεκτίμησης όλων των παραδεκτά προσκομιζομένων αποδεικτικών στοιχείων, μαρτυρικών καταθέσεων και εγγράφων, δεν αναιρούνται μεμονωμένα από κανένα αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο. Επομένως, οι κρινόμενες αγωγές, κατά παραδοχή της ενστάσεως της εναγομένης, από τη διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ, πρέπει νααπορριφθούν ως αβάσιμες κατ' ουσίαν".

Κατά της τελευταίαςαυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατά αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής και του προσθέτου αυτής δικογράφου λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα δικαίου αν αυτός, δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, Η παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας ιδρύει τον λόγο αυτό αναιρέσεως, μόνον αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή εις αυτούς των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει εις αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν, κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου, που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία ή έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως .

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 27, 28, 30, 33, 34 και 42 του ν.δ. 3077/1954 "περί Γενικών Αποθηκών", οι Γενικές Αποθήκες (Προνομιούχος Ανώνυμη Εταιρία Γενικών Αποθηκών της Ελλάδος) έχουν ως σκοπό να αποδέχονται τη φύλαξη και συντήρηση των αποτιθεμένων σ' αυτές εμπορευμάτων ή προϊόντων και να εκδίδουν υποχρεωτικώς υπέρ των αποθετών ειδικούς εμπορεύσιμους τίτλους εις διαταγή (αξιόγραφα), καλούμενα αποθετήρια και ενεχυρόγραφα, τα οποία παραδίδονται στον αποθέτη και μεταβιβάζονται εις διαταγή ή εις λευκό, μαζί ή χωριστά, και απολαμβάνουν όλων των εγγυήσεων και πλεονεκτημάτων που απονέμονται από το νόμο.

Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 και 25 του ίδιου ν.δ., "ο διαχειριζόμενος γενική αποθήκη υποχρεούται να αποδώσει το αποθηκευθέν αυτούσιο, όπως παρέλαβε αυτό. Οι ανάδοχοι γενικών αποθηκών υπέχουν ευθύνη έναντι παντός έχοντος νόμιμο δικαίωμα επί τη φυλάξει και συντηρήσει των εμπιστευθέντων αυτοίς εμπορευμάτων και προϊόντων και υποχρεούνται εις αποζημίωσιν πάσης ζημίας, προελθούσης είτε εκ πλημμελούς ενεργείας ή αμελείας των υπαλλήλων και υπηρετών, είτε εξ ελαττώματος της οικοδομής και των μηχανημάτων των αποθηκών.

Απαλλάσσονται όμως πάσης ευθύνης δι' ελλείψεις, ζημίας ή βλάβας, οφειλομένας μεταξύ άλλων εις την τύχην ή αιτίαν μη οφειλομένην εις υπαιτιότητα του αναδόχου ή των υπαλλήλων αυτού". Από τις διατάξεις αυτές του ν.δ. 3077/1954 προκύπτει ότι βασική υποχρέωση των αναδόχων των γενικών αποθηκών είναι η φύλαξη των αποτιθεμένων σ' αυτές εμπορευμάτων και η απόδοση απ' αυτούς αυτούσιων στον αποθέτη ή στον ενεχυρόγραφο δανειστή ή η εκποίηση τους με πλειστηριασμό.

Η οποιαδήποτε τυχόν αδυναμία αποδόσεως των εναποτιθεμένων εμπορευμάτων και προϊόντων, η οποία μπορεί να οφείλεται σε κλοπή ή αφαίρεση αυτών, συνιστά περίπτωση μη εκπλήρωσης της υποχρεώσεως απόδοσης αυτών. Στην περίπτωση αυτή της αδυναμίας αποδόσεως των εμπορευμάτων, το πταίσμα των αναδόχων των γενικών αποθηκών για τη μη εκπλήρωση της υποχρεώσεως τους για απόδοση των εναποτιθεμένων, κατά τη σύμβαση της παρακατάθεσης, τεκμαίρεται κατ' άρθρο 335 ΑΚ, των γενικών αποθηκών, ως οφειλετών, εχόντων την υποχρέωση, προκειμένου να απαλλαγούν από την ευθύνη τους, να επικαλεστούν και να αποδείξουν ότι η αδυναμία προς εκπλήρωση οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχουν ευθύνη (άρθρο 336 ΑΚ Πλειοψ.

ΑΠ 419/2003). Αντίθετα, σε περίπτωση υπερημερίας της αναδόχου των εμπορευμάτων αναιρεσείουσας εταιρείας προς απόδοση τους, αγωγικό ισχυρισμό στον οποίο θεμελιώνονται οι φερόμενες προς διάγνωση αξιώσεις της αναιρεσείουσας, κατά την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου των αγωγών, εφαρμογή έχει το άρθρο 342 ΑΚ, κατά τους ορισμούς του οποίου ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη, πραγματικά περιστατικά τα οποία οφείλει να επικαλεσθεί κατ' ένσταση και αποδείξει ως εναγομένη υπερήμερος οφειλέτιδα η ανάδοχος των εμπορευμάτων αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία.

Κατά τις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως (α) ότι σε εκτέλεση της περί πτωχεύσεως 505/5727/1993 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου Κρήτης ο αρμόδιος Ειρηνοδίκης Καστελλίου Πεδιάδας προέβη στην σφράγιση των εγκαταστάσεων της πτωχεύσασας εταιρείας για την διασφάλιση της πτωχευτικής περιουσίας, κατά τη συνταχθείσα προς τούτο 25/25-6-1993 έκθεση του, η σφράγιση δε περιελάμβανε αναγκαίως, εκτός των άλλων, και την κεντρική είσοδο των εγκαταστάσεων του εργοστασίου, όπως και των ενδιάμεσων θυρών επικοινωνίας, (β) ότι της σφραγίσεως εξαιρέθηκαν οι δεξαμενές της αναιρεσείουσας, οι οποίες ήταν σφραγισμένες από την τελευταία και εφυλάσσοντο από προστηθέντα από εκείνη φύλακα, πλην η σφράγιση της πτωχευσάσης εταιρείας καθιστούσε αδύνατη την επικοινωνία με τις δεξαμενές-ιδιωτικά παραρτήματα της αναιρεσίβλητης, ως και την διαχείρισή τους από την τελευταία, (γ) ότι επί σχετικής από 30-6-1993 αιτήσεως της αναιρεσίβλητης, που συζητήθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου στις 23-7-1993, εκδόθηκε, κατά παραδοχή της, η 617/4195/6-8-1993 απόφασή του, σε εκτέλεση της οποίας ο Ειρηνοδίκης Καστελλίου Πεδιάδας προέβη, κατά τη συνταχθείσα προς τούτο 38/1993 έκθεσή του, στις 24-9-1993 στην άρση των σφραγίδων της κυρίας εισόδου των εγκαταστάσεων της πτωχευσάσης εταιρείας "ΟΜΕΛΒΑ Α.Ε.Β.Ε", ώστε να αποκατασταθεί η ελεύθερη επικοινωνία με τα ιδιωτικά παραρτήματα της αναιρεσίβλητης και να καταστεί δυνατή η παραλαβή του ελαιολάδου από την αναιρεσείουσα, (δ) ότι για την αποσφράγιση η αναιρεσίβλητη ειδοποίησε αμέσως τηλεφωνικά την αναιρεσείουσα, με παράλληλη αποστολή στις 27-9-1993 του σχετικού 9398/1993 εγγράφου της, με το οποίο ζητούσε από την αναιρεσείουσα να καθορίσουν από κοινού τον τρόπο παραδόσεως και παραλαβής του ελαιολάδου, (ε) ότι τούτο δεν κατέστη δυνατό λόγω της έκρυθμης καταστάσεως που είχαν δημιουργήσει διαμαρτυρόμενοι ελαιοπαραγωγοί, που καθιστούσε αδύνατη την προσπέλαση στο παράρτημα της αναιρεσίβλητης και την εντεύθεν παράδοση του ελαιολάδου, (στ) ότι λόγω της αποτυχίας προσπελάσεως στο παράρτημα της αναιρεσίβλητης ο αυτός Ειρηνοδίκης, κατά παραδοχή σχετικής αιτήσεως του προσωρινού συνδίκου της πτωχεύσεως, επαναπόθεσε τις σφραγίδες στην κεντρική είσοδο των εγκαταστάσεων της πτωχευσάσης εταιρείας, συνταχθείσης προς τούτο της 42/5-10-1993 εκθέσεώς του και (ζ) ότι η αναιρεσίβλητη δεν κατέστη δυνατό να ανταποκριθεί στην ταχθείσα από την αναιρεσείουσα προθεσμία παραδόσεως ελαιολάδου μέχρι 12-10-1993, δηλώνοντας παράλληλα ότι μετά την παρέλευση της εν λόγω προθεσμίας αποκρούει την παροχή, για τον λόγο ότι ήταν αδύνατη η αναγκαία σύμπραξη του συνδίκου της πτωχεύσεως, ο οποίος είχε ορισθεί ως δικαστικός αντιπρόσωπος εκτός του Ηρακλείου Κρήτης για τις εθνικές εκλογές της 10-10-1993, γεγονός που γνωστοποιήθηκε από την αναιρεσίβλητη στην αναιρεσείουσα τηλεφωνικά και με την αποστολή στη συνέχεια του σχετικού 9838/11-10-1993 εγγράφου.

Οι πλήρεις και σαφείς αυτές αιτιολογίες δικαιολογούσαν την καταληκτική περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι πρόκειται για αντικειμενικά γεγονότα, για τα οποία δεν υπέχει ευθύνη η αναιρεσίβλητη, κείμενα εκτός της σφαίρας δράσεως των οργάνων της, με αποτέλεσμα να μην είναι υπερήμερη ως προς την εκπλήρωση της επίμαχης παροχής της προς την αναιρεσείουσα, πραγματικά περιστατικά τα οποία εντεύθεν κατ' ορθή εφαρμογή του άρθρου 342 ΑΚ υπήγαγε στο πραγματικό του εν λόγω κανόνα δικαίου και με την έννοια αυτή δικαιολογούσαν την παραδοχή της θεμελιούμενης επ' αυτού ενστάσεως της αναιρεσίβλητης προς απόκρουση της αποδιδόμενης εις αυτήν υπερημερίας, αγωγικό ισχυρισμό στον οποίο θεμελιώνονται οι φερόμενες προς διάγνωση αξιώσεις της αναιρεσείουσας, κατά την από το δικαστήριο της ουσίας μη προσβαλλόμενη κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου των αγωγών.

Η κρίση αυτή δεν διαφοροποιείται από την αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι η αποσφράγιση δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί με την έκδοση προσωρινής διαταγής, ως ισοδυναμούσα με οριστική απόδοση πράγματος, και με εκτέλεση της περί αποσφραγίσεως 617/1993 αποφάσεως με απόσπασμα, χωρίς να αναμένει την καθαρογραφή της και τη λήψη αντιγράφου αυτής για την εκτέλεσή της, σε συνέπεια με την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση της ότι επρόκειτο περί ασφαλιστικού μέτρου διαταχθέντος στα πλαίσια της κατά την έννοια του άρθρου 731 Κ.Πολ.Δ., προσωρινής ρυθμίσεως καταστάσεως (Κ.Πολ.Δ. 700§1).

Επομένως οι προβαλλόμενες με τον πρώτο και δεύτερο λόγο του κυρίου δικογράφου και εκείνους του προσθέτου αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως του ν.δ. 3077/1954 και 342 ΑΚ, αρνητικά αξιολογούνται ως αβάσιμες. Η κύρια αυτή αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, χωρίς παράλληλα να πλήττεται επιτυχώς, με άμεση δικονομική συνέπεια η εξέταση του τρίτου κατά σειρά λόγου αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση ότι με την επικουρική επάλληλη αιτιολογία της ότι και μετά την έκδοση της περί αποσφραγίσεως αποφάσεως (5-8-1993) δεν ήτο δυνατή η εκτέλεση αυτής λόγω της έκρυθμης καταστάσεως που είχαν δημιουργήσει οι ελαιοπαραγωγοί, η οποία διατηρήθηκε μέχρι τον Μάρτιο του έτους 1995, όταν παραδόθηκε τελικά το ελαιόλαδο, έλαβε υπόψη μη προταθέντα από την αναιρεσίβλητη ισχυρισμό (Κ.Πολ.Δ. 559 αρ.8), υποστηρίζουσα ότι η πραγματική αυτή κατάσταση δημιουργήθηκε μόνο κατά τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1993, να καθίσταται αλυσιτελής.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1800,00 Ευρώ (Κ.Πολ.Δ. 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 731/1-6-2006 αίτηση, με τους με ιδιαίτερο, 80/2-4-2008, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, της εταιρείας με την επωνυμία "SOCIETA AGRICOLA FATTORIA SRL" (S.A.F.A. SRL) για αναίρεση της 4624/4-6-2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και,

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800,00)

Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ