Legislator Case Law & Legislation
2094/2008 AI generated

Supreme Court quashes perjury verdict due to lack of specific reasoning on defendant's knowledge of falsity.

Case Number 2094/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece quashed the lower court's conviction for perjury because the judgment failed to provide specific and detailed reasoning regarding the defendant's knowledge of the falsity. The defendant argued he believed his testimony was true based on hearsay, while the prosecution claimed he knowingly lied. The court ruled that the lower court's failure to explicitly establish the subjective element of direct intent created a logical gap, necessitating a new trial before different judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 224 § 2, 93 § 3, 139, 510 § 1 D, E, 519 of the Code of Criminal Procedure; A criminal conviction for perjury requires specific and detailed reasoning establishing the objective falsity of the testimony and the subjective knowledge of that falsity by the defendant, and the absence of such reasoning constitutes a ground for appeal.

Keywords

AI generated
perjury conviction subjective intent lack of reasoning logical gap new trial Code of Criminal Procedure knowledge of falsity

Cited Legislation

AI generated
Article 224 § 2 of the Penal Code
Article 93 § 3 of the Constitution
Article 139 of the Code of Criminal Procedure
Article 510 § 1 D and E of the Code of Criminal Procedure
Article 519 of the Code of Criminal Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2094 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2094/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ειρήνη Αθανασίου (η οποία ορίσθηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως με την 54/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Απριλίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Μπουρμπούλη, περί αναιρέσεως της 1940/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κοραντζόπουλο. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαΐου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1029/2007.

Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Δια την κατ' άρθρον 224 § 2 Π.Κ., στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρος απαιτείται α) ο μάρτυς να καταθέσει ενώπιον αρμοδίας αρχής για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή, γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά τα οποία κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Η ένορκη κατάθεση του δράστου του εγκλήματος αυτού πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός εάν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες προς τα γεγονότα που κατέθεσε. Θεωρείται δε αντικειμενικώς ψευδές το περιστατικό που κατατίθεται, όχι μόνον όταν αυτό είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και προς εκείνα που ο μάρτυς αντελήφθη ή από διηγήσεις τρίτων επληροφορήθη και ως εκ τούτου γνώριζε.

Η καταδικαστική απόφαση έχει την υπό των διατάξεων των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως όταν αναφέρονται σ'αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη.

Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται κατά το άρθρο 26 § 1 Π.Κ. για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος δεν είναι κατ' αρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών.

Ειδικότερα όμως για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για ψευδορκία, όπου ο νόμος απαιτεί πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, την "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, απαιτείται η αναφορά των αληθών περιστατικών που εγνώριζεν ο εξετασθείς και αντ' αυτών κατέθεσε τα ψευδή και τα πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το δικαστήριο εδέχθη ότι αυτός είχε γνώση ότι ταύτα ήσαν ψευδή.

Και τούτο διότι η γνώση ως ενδιάθετη βούληση επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστου, εις τρόπον ώστε να συνάγεται σαφώς ότι το περιεχόμενο της καταθέσεως ήτο αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενεργείας του. Άλλως η απόφαση στερείται της άνω αιτιολογίας και υποπίπτει στην πλημμέλεια αυτή, τυγχάνουσα αναιρετέα κατ' άρθρον 510 § 1 στοιχ.

Δ' Κ.Π.Δ.

Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως η οποία αποτελεί λόγον αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού της προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, εδέχθη κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων σ'αυτή αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο κατηγορούμενος την 3-4-2002 εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον του Μ.Ο.Δ. Καλαβρύτων σε δίκη στην οποία ο νυν μηνυτής ήταν κατηγορούμενος για απόπειρα ανθρωποκτονίας κατά συρροή κλπ. κατέθεσε τα εξής "είχε κάνει και άλλα ποινικά παραπτώματα εναντίον κάποιου τσιγγάνου του κ. Α και μιάς Βουλγάρας την οποία βίασε και αυτή μετά εξαφανίστηκε".

Τα παραπάνω ήσαν ψευδή και ο κατηγορούμενος το γνώριζε και παρά ταύτα τα κατέθεσε στο προαναφερόμενο δικαστήριο. Ειδικότερα από κανένα αποδεικτικό στοιχείο προέκυψε ότι τα κατατεθέντα από τον κατηγορούμενο ήσαν αληθή. Ακόμη και ο κατηγορούμενος εμμέσως πλην σαφώς ομολογεί ότι ήσαν ψευδή. Ο ισχυρισμός του ότι πίστευε πως ήταν αληθή κρίνεται μη πειστικός αφού όπως ο ίδιος καταθέτει δεν είχε προσωπική αντίληψη αλλά τα είχε ακούσει από συγχωριανούς του.

Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως που κατηγορείται.

Μετά ταύτα εκήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι ο ίδιος στα ..... κατά την 3η Απριλίου 2002 ως μάρτυρας εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον αρχής αρμοδίας προς διενέργεια ενόρκου εξετάσεως κατέθεσε εν γνώσει του ψευδή και συγκεκριμένα αφού έδωσε επί του Ιερού Ευαγγελίου τον νενομισμένο (άρθρο 218 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.) όρκο του μάρτυρα, κατέθεσε ενώπιον του δημοσίας συνεδριάζοντος Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Καλαβρύτων όπου δικαζόταν ο άνω μηνυτής για α) απόπειρα ανθρωποκτονίας κατά συρροή, β) παράνομης οπλοφορίας κυνηγετικού όπλου, γ) οπλοχρησία κατά συρροή, δ) απειλή κατά συρροή και ε) εξύβριση κατά συρροή, μεταξύ των άλλων τα εξής: "Είχε κάνει και άλλα ποινικά παραπτώματα εναντίον κάποιου τσιγγάνου του κ.

Α και μιας Βουλγάρας την οποία βίασε και αυτή μετά εξαφανίστηκε", ενώ όλα αυτά είναι ψευδή όπως καλώς εγνώριζε ο κατηγορούμενος ο οποίος ενσυνειδήτως ψευδόρκησε. Με αυτά όμως που εδέχθη η προσβαλλομένη απόφαση δεν διέλαβε την κατά τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία διότι α) δεν αναφέρει τα αληθή περιστατικά, αφού τα ενόρκως κατατεθέντα είναι ψευδή και με επίγνωση τα κατέθεσε β) δεν αναφέρει τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά για το ότι ο αναιρεσείων είχε γνώση της αναληθείας των ενόρκων κατατεθέντων γεγονότων, καίτοι από όσα εκτίθενται στο σκεπτικό δεν είναι καθόλου αυτονόητη τοιαύτη γνώση.

Σε σχέση με το στοιχείο αυτό του αμέσου δόλου (γνώσεως) η προσβαλλομένη απόφαση περιορίζεται να παραθέσει στο σκεπτικό της τη φράση ότι "τα παραπάνω ήσαν ψευδή και ο κατηγορούμενος το γνώριζε και παρά ταύτα τα κατέθεσε" και στο διατακτικό της ότι "όλα αυτά είναι ψευδή, όπως καλώς εγνώριζε ο κατηγορούμενος ο οποίος ενσυνειδήτως ψευδόρκησε", χωρίς να αιτιολογεί πόθεν συνάγεται η γνώση του αυτή.

Τέλος στο σκεπτικό της η απόφαση για την ενοχή του κατηγορουμένου με το να διαλαμβάνει ότι "από κανένα αποδεικτικό στοιχείο προέκυψε ότι τα κατατεθέντα από τον κατηγορούμενο ήσαν αληθή, ακόμη και ο κατηγορούμενος εμμέσως πλην σαφώς ομολογεί ότι ήσαν ψευδή" περιέχει ασαφή αιτιολογία ως προς την ακριβή γνώση από τον κατηγορούμενο της αναληθείας των κατατεθέντων, ώστε να παρατηρείται λογικό κενό που δεν επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.

Συνεπώς είναι βάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ. και πρέπει, κατά παραδοχήν αυτών, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε που θα συγκροτηθεί όμως από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1940/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαΐου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1η Οκτωβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ