Supreme Court dismisses appeal on grounds that photos were sufficiently identified and exhibited to the accused in court proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance conviction for negligent homicide. The appellant argued that the trial court erred by relying on photographs whose identity was not sufficiently specified in the minutes, violating the right to cross-examine. The court held that the term 'read' in the minutes implied the photos were exhibited and inspected by all parties, thereby satisfying the requirement for the accused to have knowledge of their content and opportunity to comment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 28 and 302 of the Penal Code; Article 510(1)(A) of the Code of Criminal Procedure: The requirement for specific identification of documentary evidence in court minutes is satisfied if the text states the documents were read, as this implies their exhibition and inspection by the parties, granting the accused the opportunity to make statements and explanations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2094 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 2094/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Γρηγόριο Μάμαλη, Αιμιλία Λίτινα και Θεοδώρα Γκοϊνη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Μπατσολάκη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3504/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον....
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιουνίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1213/2005.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28 και 302 ΠΚ προκύπτει ότι για την θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται να διαπιστωθεί αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα και τη λογική και αφετέρου ότι αυτός είχε τη δυνατότητα, με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο, πρέπει, να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη του δράστη.
ΙΙ. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή ή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Ειδικότερα, τέτοια έλλειψη δεν υπάρχει και στην περίπτωση που η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, το οποίο όμως περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά αναλυτικά και με πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού.
ΙΙΙ. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 520 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ ΚΠοινΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης 3504/2005 αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, κατά της 37801/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, απολογία του κατηγορουμένου), προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο κατηγορούμενος (ήδη αναιρεσείων), στο ..., στις 27.11.2001, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, με τις ικανότητες που διέθετε ως έμπειρος μηχανικός, δεν προέβλεψε το επελθόν από την πράξη του αποτέλεσμα και επέφερε τον θάνατο άλλου προσώπου και συγκεκριμένα, τυγχάνων νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "...
ΟΕ" και επιβλέπων μηχανικός της επί της οδού ... νεοανεγειρόμενης πολυκατοικίας, που κατασκεύαζε η ανωτέρω εταιρία, εξαιτίας της ανωτέρω αμελείας του, επέτρεψε την κατασκευή στην εξωτερική πλευρά της οικοδομής μεταλλικού ικριώματος, αποτελουμένου από δυο παράλληλες σειρές ορθοστατών, συνδεδεμένων μεταξύ τους με οριζόντια μεταλλικά σωληνωτά στοιχεία, χωρίς αυτό να είναι πιστοποιημένου τύπου και να έχει συνταχθεί μελέτη για την κατασκευή του και χωρίς να είναι εξασφαλισμένη ή σταθερότητά του.
Έτσι, όταν στις 27.11.2001 ο ..., ο οποίος εργαζόταν στο συνεργείο βαφής της οικοδομής, χρησιμοποίησε ως δάπεδο εργασίας το ως άνω ικρίωμα στο ύψος του μπαλκονιού του τρίτου ορόφου για την εκτέλεση εργασίας που του είχε αναθέσει ο επικεφαλής του ως άνω συνεργείου..., το ικρίωμα κατέρρευσε, λόγω της ανωτέρω ακαταλληλότητάς του, με συνέπεια να καταπέσει στο έδαφος ο ως άνω εργαζόμενος, να τραυματισθεί βαρύτητα, υποστάς βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, και εξαιτίας των τραυμάτων να επέλθει ο θάνατός του, γεγονός που μπορούσε να το προβλέψει ο κατηγορούμενος και να μην επιτρέψει τη χρησιμοποίηση του ικριώματος.
Ακολούθως το δικάσαν Εφετείο κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα ανθρωποκτονίας από αμέλεια και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που προπαρατέθηκαν, τις οποίες εφήρμοσε ορθώς και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, από τις ανωτέρω παραδοχές προκύπτει ότι το δικάσαν δικαστήριο δέχθηκε ανελέγκτως όχι ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος παρέλειψε να απαγορεύσει την κατασκευή στην εξωτερική πλευρά της οικοδομής του ανωτέρω ικριώματος, αλλά ότι επέτρεψε την κατασκευή του, δηλαδή δέχθηκε ότι αυτό κατασκευάσθηκε με την άδειά του.
Συνεπώς, δεν υπάρχει ασάφεια ως προς το ότι η αμέλεια του κατηγορουμένου συνίστατο σε πράξη και όχι σε παράλειψη και κατ' ακολουθίαν δεν ετίθετο ζήτημα υπαγωγής των δεκτών γενομένων περιστατικών στη διάταξη του άρθρου 15 ΠΚ και ανάγκη διαπιστώσεως συνδρομής των όρων του τελευταίου. Επίσης δεν υπάρχει ασάφεια από το γεγονός, οφειλόμενο σε προφανή παραδρομή, ότι ο αναιρεσείων στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως φέρεται ως "δεύτερος" κατηγορούμενος, ενώ στο προοίμιό της το όνομα του αναγράφεται πρώτο, με δεύτερο εκείνο του ..., καθόσον η έφεση του τελευταίου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη και συνεπώς δεν δημιουργείται αμφιβολία, ότι το σκεπτικό της αποφάσεως αφορά στον αναιρεσείοντα.
Ούτε, περαιτέρω, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας από το ότι το σκεπτικό της αποφάσεως επαναλαμβάνει το διατακτικό της, διότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ήταν αναγκαία η διαφοροποίηση τούτων, ενόψει του ότι το διατακτικό περιέχει με πληρότητα και πραγματικά περιστατικά, πέραν των τυπικών στοιχείων του κατηγορητηρίου.
Τέλος, από την αναφορά της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι έλαβε υπόψη "τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο", ενόψει του ότι οι εξετασθέντες μάρτυρες ήταν δυο, όπως διαπιστώνεται από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της ανωτέρω αποφάσεως, προκύπτει ότι το δικάσαν Εφετείο έλαβε υπόψη τις καταθέσεις και των δυο αυτών μαρτύρων, ο δεύτερος εκ των οποίων, ..., χαρακτηρίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως μάρτυρας κατηγορίας με την έννοια ότι κλήθηκε στη δίκη από τον Εισαγγελέα Εφετών, όπως αυτό προκύπτει, πράγματι, από την παρά το όνομά του ένδειξη "κληθεί" επί της ως άνω πρωτόδικης αποφάσεως, παραδεκτώς επισκοπούμενης, όπου ο εν λόγω μάρτυρας είχε προταθεί και εξετασθεί ως μάρτυρας υπερασπίσεως του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα προς τα ανωτέρω είναι αβάσιμοι.
IV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 358, 364 παρ. 1 και 369 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, για το σχηματισμό της κρίσεώς του εν σχέσει με την ενοχή ή αθωότητα του κατηγορουμένου, έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ. 1δ ΚΠοινΔ η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις για το αποδεικτικό αυτό μέσο, κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι, ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε.
Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη. Έτσι, εφόσον στα πρακτικά βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που το έγγραφο αναφέρεται στα πρακτικά, αλλά από το αν αυτό αναγνώσθηκε.
Φωτογραφίες ή άλλες απεικονίσεις δεν "αναγιγνώσκονται" κατά κυριολεξία, αλλά επισκοπούνται από τους παράγοντες της δίκης, στους οποίους επιδεικνύονται για το σκοπό αυτό από τον διευθύνοντα τη συζήτηση.
Συνεπώς, όταν στα πρακτικά αναγράφεται ότι αναγνώσθηκαν και τέτοια έγγραφα, είναι προφανές ότι η αναγραφή αυτή τίθεται με την πρόδηλη έννοια ότι επισκοπήθηκαν από τους διαδίκους, οι οποίοι έτσι έλαβαν γνώση του περιεχομένου τους και τους παρασχέθηκε η δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με το περιεχόμενό τους.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του περί ενοχής του αναιρεσείοντος και στα αναγνωσθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων αναφέρονται στα πρακτικά και "φωτογραφίες". Με την αναφορά αυτή των εν λόγω φωτογραφιών επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, ούτε μνεία του αριθμού τους, αφού υπό τον όρο ανάγνωση των φωτογραφιών νοεί η απόφαση την επίδειξη και επισκόπησή τους από τους παράγοντες της δίκης, και τον αναιρεσείοντα, ο οποίος έτσι έλαβε γνώση του περιεχομένου τους και είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους.
Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, προς στήριξη της περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίσεώς του, και φωτογραφίες, των οποίων, όμως, δεν προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά τους και δεν διαλαμβάνεται στα πρακτικά ότι έγινε επίδειξή τους στον κατηγορούμενο και τους λοιπούς παράγοντες της δίκης, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, πρέπει, να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7 Ιουνίου 2005 αίτηση του ..., περί αναιρέσεως της 3504/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ