Supreme Court remands appeal to Full Bench due to conflicting precedents on objective liability of electricity distributor.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the first supplementary appeal argument regarding the objective liability of the electricity distributor. The court found that existing precedents on this fundamental issue were contradictory, necessitating a ruling by the Full Bench to ensure legal unity. Consequently, the proceedings were suspended pending the Full Bench's final decision on the remanded issue.
Legislator headnote
AI generatedArticles 249, 560, 563, 27 of the Code of Civil Procedure; When conflicting precedents exist on a fundamental issue of objective liability, the court must remand the case to the Full Bench to ensure the unity of case law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2093 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2093/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο (Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. Α.Ε.)", που εδρεύει στην Αθήνα, ως Καθολικής Διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "Δ.Ε.Η.Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ελευθέριο Καστρήσιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και από την πληρεξούσια δικηγόρο Ειρήνη Κούρου, η οποία ανακάλεσε την από 09-10-2025 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Μ. του Γ., 2) Π. Μ. του Γ. και 3) Θ. Μ. του Γ., απάντων κατοίκων ... Άπαντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Στυλιανό Τσολάκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-08-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλαυρίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 46/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 2620/2021 και 3127/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-10-2022 αίτησή της και τους από 12-03-2024 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η παραστάσα πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, υπ' αριθ. 3127/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων:
Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την από 16-8-2017 αγωγή τους, την οποία άσκησαν στο Ειρηνοδικείο Καλαυρίας, ισχυρίζονται ότι από αμέλεια των υπαλλήλων της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, κατόχου και διαχειρίστριας των δικτύων διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, εκδηλώθηκε στις ...-2012 πυρκαγιά σε υποσταθμό μέσης τάσης διανομής ηλεκτρικού ρεύματος, στην περιοχή Δάριζα Τροιζηνίας, με αποτέλεσμα να καεί εδαφική έκταση συνολικής επιφανείας άνω των 10.000 στρεμμάτων και να προκληθούν οι λεπτομερώς αναφερόμενες ζημίες στις καλλιέργειες των αναφερομένων στην αγωγή ελαιοπεριβόλων, τα οποία είχαν μισθώσει νόμιμα και, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, ζητούν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει νομιμοτόκως τα ποσά των 658.800, 288.000 και 288.000 ευρώ αντιστοίχως σε έκαστο τούτων, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν και ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Επικουρικώς ζητούν τα παραπάνω ποσά, ισχυριζόμενοι ότι η ευθύνη της εναγομένης είναι αντικειμενική, εδραζόμενη στην αρχή της διακινδύνευσης, ως κατόχου και εξουσιαστή πηγής ιδιαίτερων κινδύνων για τους τρίτους, από την οποία αντλεί οφέλη η ίδια. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 46/2018 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Καλαυρίας, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατά την κύρια βάση της, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, χωρίς να εξετάσει την επικουρική της βάση.
Την απόφαση αυτή, προσέβαλε η εναγομένη με την από 10-7-2018 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς αρχικά η υπ' αριθ. 2620/2021 μη οριστική απόφαση του, η οποία ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και διέταξε α) την συμπλήρωση της έλλειψης της νόμιμης πληρεξουσιότητας του παρασταθέντος ενώπιόν του δικηγόρου των εναγόντων-εφεσιβλήτων και β) τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης προκειμένου οι διορισθέντες παγματογνώμονες να γνωμοδοτήσουν για τα αίτια της πυρκαϊάς και ακολούθως η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η οποία δέχθηκε την έφεση κατά το τυπικό της μέρος και ακολούθως , αφού απέρριψε την κυρία βάση της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμη, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του Ειρηνοδικείου Καλαυρίας, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή, δέχθηκε την επικουρική βάση αυτής ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη.
Την απόφαση αυτή προσβάλλει η εναγομένη- αναιρεσείουσα με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Η αίτηση αυτή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Παραδεκτά επίσης ασκήθηκαν και οι από 12-3-2024 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 15-3-2024 και επιδόθηκε στους αναιρεσιβλήτους στις ...-2024 (βλ. αντιστοίχως τις υπ' αριθ. ..., ... και ...-2024 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Κ.
Μ.), δηλαδή 30 πλήρεις ημέρες πριν την ημερομηνία συζήτησης της αίτησης αναίρεσης στις 13-10-2025, αφού αφορά στα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, που πλήττονται και με την αναίρεση (άρθρο 569 ΚΠολΔ). Επομένως και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης πρέπει να εξετασθούν για το παραδεκτό και βάσιμο αυτών (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.
Πολ. Δ.).
Από τις διατάξεις του άρθρου 254 του ΚΠολΔ (όπως η παρ.1 τροποποιήθηκε, η παρ.3 συμπληρώθηκε και το άρθρο 254, όπως είχε αντικατασταθεί από 1.1.2016 με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 Ν.4335/2015, διαμορφώθηκε με το άρθρο 15 Ν.4842/2021, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 120 αυτού, ισχύει από την 1η.1.2022 και κατά την παρ.1β άρθρου 116 του αυτού νόμου, όπως διορθώθηκε με το άρθρο 65 παρ.1 Ν.4871/2021 , οι τροποποιηθείσες παρ. 1 και 3 εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις), προκύπτει ότι το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να διατάξει, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, με απόφασή του η οποία δεν έχει το χαρακτήρα προδικαστικής απόφασης, την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν, κατά την μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη, παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση.
Στην περίπτωση αυτή, η συζήτηση θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης και η υπόθεση εκδικάζεται από την ίδια σύνθεση του δικαστηρίου, εκτός αν αυτό είναι αδύνατον για νομικούς ή φυσικούς λόγους. Επομένως, η διαφορετική σύνθεση του δικαστηρίου, κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, χωρίς να συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι, όπως προαγωγή, μετάθεση, θάνατος, παραίτηση, απόλυση του δικαστή, θεωρείται κακή σύνθεση και ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 2 των άρθρων 559 και 560 του ΚΠολΔ (ΑΠ 110/2025, ΑΠ 111/2025, ΑΠ 661/2015, ΑΠ 871/2011).
Περίπτωση, όμως, εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 254 του ΚΠολΔ και ίδρυση του οικείου λόγου αναίρεσης για κακή σύνθεση του δικαστηρίου δεν υπάρχει, όταν, μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, διατάσσονται, με μη οριστική (προδικαστική) απόφαση του, συμπληρωματικές αποδείξεις, όπως λ.χ. πραγματογνωμοσύνη, γιατί στην περίπτωση αυτή γίνεται όχι επανάληψη, αλλά ανασυζήτηση της υπόθεσης και συνεπώς στη σύνθεση του δικαστηρίου μπορεί να μετέχουν και άλλοι δικαστές (ΑΠ 110/2025, ΑΠ 111/2025, ΑΠ 187/2023, ΑΠ 712/2021).
Συνεπώς, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, το οποίο, κατά την ανασυζήτηση της έφεσης, μετά τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης, που διατάχθηκε με την η υπ' αριθ. 2620/2021 μη οριστική-προδικαστική απόφαση του, δίκασε με διαφορετική σύνθεση και εξέδωσε την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη υπ'αριθ. 3127/2022 οριστική απόφασή του, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 2 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. για κακή σύνθεση του Δικαστηρίου και συνεπώς ο πρώτος πρόσθετος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Από τη βασική, γενικού περιεχομένου, διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ., που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνάγεται ότι στο ισχύον δίκαιο η αδικοπρακτική ευθύνη έχει ως βάση την υπαιτιότητα, προϋποθέτει δηλαδή, κατά κανόνα, δόλο ή αμέλεια του ζημιώσαντος και γι` αυτό χαρακτηρίζεται ως υποκειμενική ευθύνη.
Παράλληλα με τη διάταξη αυτή όμως καθιερώνονται, είτε στον Αστικό Κώδικα, είτε σε ειδικούς νόμους και συγκεκριμένες περιπτώσεις εξωδικαιοπρακτικής ευθύνης ανεξάρτητα από πταίσμα του ζημιώσαντος, που χαρακτηρίζονται ως περιπτώσεις αντικειμενικής ευθύνης ή ευθύνης από διακινδύνευση. Η δικαιολογητική βάση της αντικειμενικής ευθύνης διαφέρει σε κάθε περίπτωση και επιβάλλεται, είτε γιατί κρίνεται ότι αυτός που δημιουργεί ή εξουσιάζει πηγές κινδύνων για την πρόκληση ζημιών από αυτές πρέπει να ευθύνεται και για την αποκατάσταση των ζημιών, που προκαλούνται, καθόσον λόγοι δικαιοσύνης επιβάλλουν, οι ζημιές που πηγάζουν από τους κινδύνους αυτούς, να βαρύνουν όχι τους ζημιωθέντες, αλλά αυτούς που δημιούργησαν ή εξουσιάζουν τους κινδύνους ανεξάρτητα από πταίσμα τους, όπως η ευθύνη για ζημιές από τα αυτοκίνητα (Ν.
ΓΠΝ/1911), η ευθύνη από την πτώση κτίσματος ή άλλου έργου συνεχόμενου με το έδαφος (άρθρο 925 Α.Κ.) και η ευθύνη για ζημία που προξένησε μη κατοικίδιο ζώο (άρθρο 924 παρ. 1 Α.Κ.), είτε γιατί κρίνεται ότι εκείνος που χρησιμοποιεί πρόσωπα και πράγματα για να αυξήσει την οικονομική του δραστηριότητα και να αποκομίσει κέρδος, εφ` όσον απολαμβάνει τα πλεονεκτήματα από τη χρησιμοποίηση αυτών, πρέπει να φέρει και το βάρος των συναφών κινδύνων, όπως στην ευθύνη του προστήσαντος (άρθρο 922 Α.Κ.) και στην ευθύνη του εργοδότη για τα εργατικά ατυχήματα του προσωπικού του (Ν. 551/1915), είτε γιατί η αντικειμενική ευθύνη δικαιολογείται από λόγους επιείκειας, όπως στην ευθύνη του ανίκανου για καταλογισμό για εύλογη ικανοποίηση του παθόντος (άρθρο 918 Α.Κ.) ή στην ευθύνη για εύλογη αποζημίωση αυτού που προκάλεσε ζημία ευρισκόμενος σε κατάσταση ανάγκης (άρθρο 286 παρ. 1 Α.Κ.).
Ειδικότερα, ο νομοθέτης, υλοποιώντας το πνεύμα των συνταγματικών διατάξεων για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του κάθε ανθρώπου, για τη συμμετοχή του στην κοινωνική και οικονομική ζωή, για την προστασία της ζωής και της υγείας του (άρθρο 5 παρ. 1 και 5 Συντ.) και για την προστασία της ιδιοκτησίας του (άρθρο 17 παρ. 1 Συντ.), στην ευρύτητα μάλιστα που η έννοια της ιδιοκτησίας προστατεύεται από την ΕΣΔΑ στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της, μετά και την ρητή καθιέρωση της αρχής της τριτενέργειας των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων (άρθρο 25 παρ. 1 Συντ.), που αποβλέπει στην κατοχύρωση και προστασία των σχετικών έννομων αγαθών όχι μόνο απέναντι σε κυριαρχικές κρατικές επεμβάσεις, αλλά και απέναντι σε προσβολές τους από φορείς ιδιωτικής εξουσίας στο πλαίσιο των διαπροσωπικών σχέσεων, δεν καθιέρωσε ένα γενικό κανόνα (ρήτρα) για την ευθύνη από διακινδύνευση, αλλά ρύθμισε περιπτωσιολογικά κάποιες περιπτώσεις ευθύνης από διακινδύνευση.
Αυτές είναι: α) Η ευθύνη για ζημίες από τα αυτοκίνητα (ν. ΓΠΝ/1911). β) Η ευθύνη του εκμεταλλευόμενου αεροσκάφος για ζημίες κατά την αεροπορική μεταφορά (ν. 1815/1988). γ) Η ευθύνη για ζημίες από πυρηνική ενέργεια (ν. 1758/1988, όπως συμπληρώθηκε από το ν. 1897/1990). δ) Η ευθύνη για ζημίες από ρύπανση ή υποβάθμιση του περιβάλλοντος (ν. 1650/1986, όπως συμπληρώθηκε από το ν. 1892/1990).
ε) Η ευθύνη για ζημίες από αντικείμενα που εκτοξεύονται στο διάστημα (ν. 563/1977). στ) Η ευθύνη για ρύπανση με πετρέλαιο (ν. 314/1976). ζ) Η ευθύνη παραγωγού από ελαττωματικά προϊόντα (ν. 2251/1994), η) η ευθύνη για εργατικά ατυχήματα που ρυθμίζεται στο ν. 551/1915. Κατά κανόνα, οι ρυθμισμένες από το ελληνικό δίκαιο περιπτώσεις ευθύνης από διακινδύνευση υπάγονται στο πεδίο της αδικοπρακτικής ευθύνης, αλλά όμως υπάρχουν και περιπτώσεις, που προϋφίσταται συμβατική σχέση μεταξύ του κατόχου της πηγής κινδύνων και του ζημιωθέντος, όπως οι ανωτέρω αναφερόμενες περιπτώσεις ευθύνης του αεροπορικού μεταφορέα και του εργοδότη επί εργατικού ατυχήματος.
Έχει γίνει δεκτό ότι η περιπτωσιολογική ρύθμιση των περιπτώσεων αντικειμενικής ευθύνης δημιουργεί ορισμένες φορές αξιολογική αντινομία, αφού είναι δυνατόν να υπάρχουν περιπτώσεις, που δεν ρυθμίζονται ειδικά, ενώ ρυθμίζονται άλλες περιπτώσεις με ίση ή μικρότερη ανάγκη ρύθμισης αυτών(ΑΠ 1503/2023, ΑΠ 1904/2022, πλειοψ.
ΑΠ 110/2025, 111/2025, 1669/2025) και συνεπώς είναι εξεταστέο σε κάθε περίπτωση, αν κατ' εφαρμογή των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων, θα πρέπει να γίνει δεκτό, προς άρση τη αντινομίας αυτής, ότι ο κάτοχος ή εξουσιαστής μιας πηγής ιδιαίτερων κινδύνων είναι υποχρεωμένος, αφού άλλωστε αντλεί τα οφέλη από την κινδυνώδη για τους τρίτους λειτουργία της, να αποκαταστήσει κάθε ζημία που προκαλείται από την πραγμάτωση των ιδιαίτερων αυτών κινδύνων, ανεξάρτητα από το αν η πρόκληση της ζημίας οφείλεται ή όχι σε υπαιτιότητα του (ΑΠ 1503/2023, ΑΠ 1904/2022, πλειοψ.
ΑΠ 110/2025, 111/2025, 1669/2025), ενώ, κατά την γνώμη της μειοψηφίας στις ανωτέρω ΑΠ 110/2025, 111/2025, 1669/2025 αποφάσεις, κρίθηκε ότι, το γεγονός ότι ο νομοθέτης δεν έχει καθιερώσει ρητώς γενικό κανόνα αντικειμενικής ευθύνης από διακινδύνευση, που να καταλαμβάνει όλες τις δραστηριότητες που δημιουργούν ιδιαίτερη και μη επαρκώς ελέγξιμη πηγή κινδύνου, ικανή να προκαλέσει σοβαρές ζημίες, αλλά αντιθέτως ρύθμισε την ευθύνη αυτή με τρόπο περιπτωσιολογικό, είναι αποτέλεσμα συνειδητής επιλογής, για την οποία αυτός και μόνο είναι αρμόδιος με βάση την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, έχοντας όχι απλώς τη σχετική συνταγματική αρμοδιότητα για τη θέσπιση κανόνων διανεμητικής δικαιοσύνης μετά από στάθμιση των συμφερόντων των ιδιωτών, αλλά και τη δυνατότητα να εκτιμήσει τις κοινωνικές διαστάσεις της ευθύνης από διακινδύνευση και την έκταση της επιρροής της στην οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα της χώρας, και να προκρίνει με βάση τις εκτιμήσεις αυτές τη ρύθμιση που ικανοποιεί καλύτερα τις γενικότερες δικαιοπολιτικές επιλογές του και συνεπώς η περιπτωσιολογική ρύθμιση της ευθύνης από διακινδύνευση έχει αποκλειστικό χαρακτήρα και δεν δημιουργεί ακούσιο νομοθετικό κενό, δεκτικό συμπλήρωσης με αναλογία από τον δικαστή, ούτε μπορεί να συναχθεί γενική ευθύνη από διακινδύνευση και συνακόλουθα αγώγιμο δικαίωμα αποζημίωσης από τις διατάξεις των άρθρων 5 §§ 1 και 5, και 17 § 1 του Συντάγματος.
Περαιτέρω, με το Ν. 4001/22-8-2011 " Για τη λειτουργία Ενεργειακών Αγορών Ηλεκτρισμού και Φυσικού Αερίου, για Έρευνα, Παραγωγή και δίκτυα μεταφοράς Υδρογονανθράκων και άλλες ρυθμίσεις", όπως αναφέρεται στο άρθρο 1 αυτού, σκοπήθηκε, μεταξύ άλλων και η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των διατάξεων της Οδηγίας 2009/72/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 2009 "Σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και για την κατάργηση της Οδηγίας 2003/54/ΕΚ" (ΕΕ L 211 της 14.8.2009) και ορίστηκε ότι και οι δραστηριότητες της παραγωγής, της προμήθειας, της αγοράς, της μεταφοράς και της διανομής και της ηλεκτρικής ενέργειας, ασκούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, είναι κοινής ωφέλειας και τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους.
Στο άρθρο 2 του ως νόμου με υπότιτλο "ορισμοί", όπως ίσχυε κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο, για την εφαρμογή του ως άνω νόμου, οι όροι που χρησιμοποιούνται στις διατάξεις αυτού έχουν την ακόλουθη έννοια: παρ. 1 ..... (στ) Διαχειριστής Δικτύου Διανομής: Τα νομικά πρόσωπα που ασκούν, κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου, καθήκοντα Διαχειριστή Δικτύου Διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, ή Φυσικού Αερίου, περιλαμβανομένων των Διαχειριστών των Κλειστών Δικτύων Διανομής ηλεκτρικής ενέργειας ή Φυσικού Αερίου...
παρ. 3. Ορισμοί που αναφέρονται ιδίως στην ηλεκτρική ενέργεια: ... (ζ) Διανομή ηλεκτρικής ενέργειας: η μεταφορά μέσω δικτύου διανομής υψηλής, σε περίπτωση που έχει ειδικά καθορισθεί ότι ανήκουν στο δίκτυο διανομής, μέσης και χαμηλής τάσης της ηλεκτρικής ενεργείας που εγχέεται σε αυτό από το διασυνδεδεμένο με αυτό σύστημα μεταφοράς και τις μονάδες παραγωγής που συνδέονται άμεσα στο δίκτυο διανομής με σκοπό την παράδοση της σε πελάτες, μη συμπεριλαμβανομένης όμως της προμήθειας. (η) διασυνδεδεμένο σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας:
ένα σύνολο συστημάτων μεταφοράς και δικτύων διανομής ηλεκτρικής ενέργειας τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με μία ή περισσότερες διασυνδέσεις. (θ) διασύνδεση: είναι οι γραμμές, οι εγκαταστάσεις και οι μετρητές που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας μέσω του Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς από ή προς την Ελληνική Επικράτεια, καθώς και με το Δίκτυο Διανομής. (ι) Διαχειριστής δικτύου διανομής:
κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο είναι υπεύθυνο για τη λειτουργία, τη συντήρηση, την παροχή πρόσβασης σε πελάτες και παραγωγούς που συνδέονται σε αυτό και, αν είναι αναγκαίο, την ανάπτυξη του δικτύου διανομής σε μία δεδομένη περιοχή και, κατά περίπτωση, των διασυνδέσεων του με άλλα δίκτυα διανομής και συστήματα μεταφοράς, και για τη μακροπρόθεσμη ικανότητα του δικτύου να ανταποκρίνεται στην εύλογη ζήτηση υπηρεσιών διανομής ηλεκτρικής ενέργειας.
Με τις διατάξεις του άρθρου 122 του ν. 4001/2011, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίστηκε ότι η κυριότητα του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΔΔΗΕ) ανήκει αποκλειστικά στη ΔΕΗ ΑΕ, και χορηγήθηκε σ` αυτήν η άδεια αποκλειστικής κυριότητας του δικτύου και μελλοντικής επέκτασης αυτού. Με τις διατάξεις του άρθρου 123 του ν. 4001/2011, όπως επίσης ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, προβλέφθηκε η υποχρέωση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΕΗ Α.Ε." να προβεί στο νομικό και λειτουργικό διαχωρισμό της δραστηριότητας της διαχείρισης του Ελληνικού Δικτύου Διαχείρισης Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΔΔΗΕ) από τις λοιπές δραστηριότητες της κάθετα ολοκληρωμένης επιχείρησής της, με την εισφορά του Κλάδου Διανομής στη θυγατρική της εταιρεία με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας ΑΕ" (ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ) και ότι η απόσχιση του ως άνω κλάδου πραγματοποιείται με τη διαδικασία και τους όρους του παρόντος νόμου, των άρθρων 68 έως 79 του κ.ν. 2190/1920, καθώς και των άρθρων 1 έως και 5 του ν. 2166/1993, με αναλογική εφαρμογή των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στο άρθρο 98, ορίστηκε δε ότι η ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ υποκαθίσταται, ανεξαρτήτως του χρόνου γενέσεώς τους, σε όλα εν γένει τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τις έννομες σχέσεις της ΔΕΗ ΑΕ, που αφορούν τον εισφερόμενο κλάδο, και εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από τη ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ, χωρίς να διακόπτονται βιαίως και να απαιτείται για τη συνέχιση ή την επανάληψη τους οποιαδήποτε διατύπωση ή δήλωση εκ μέρους της.
Επίσης, με τις διατάξεις του άρθρου 127 του ιδίου ως άνω νόμου, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, με υπότιτλο "αρμοδιότητες του διαχειριστή του ΕΔΔΗΕ", προβλέφθηκε στην παρ. 1 ότι "Η ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ είναι υπεύθυνη για την ανάπτυξη, τη λειτουργία και τη συντήρηση, υπό οικονομικούς όρους του ΕΔΔΗΕ ώστε να διασφαλίζεται η αξιόπιστη, αποδοτική και ασφαλής λειτουργία του, καθώς και η μακροπρόθεσμη ικανότητα του να ανταποκρίνεται σε εύλογες ανάγκες ηλεκτρικής ενέργειας, λαμβάνοντας τη δέουσα μέριμνα για το περιβάλλον και την ενεργειακή αποδοτικότητα, καθώς και για τη διασφάλιση, κατά τον πλέον οικονομικό, διαφανή, άμεσο και αμερόληπτο τρόπο, της πρόσβασης των χρηστών στο ΕΔΔΗΕ, προκειμένου να ασκούν τις δραστηριότητές τους, σύμφωνα με την Άδεια Διαχείρισης του ΕΔΔΗΕ που της χορηγείται κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου και σύμφωνα με τον Κώδικα Διαχείρισης του ΕΔΔΗΕ" και στην παρ. 5 ότι "5.
Για την παραχώρηση της διαχείρισης του ΕΔΔΗΕ, η ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ καταβάλλει ετήσιο αντάλλαγμα στον κύριο του ΕΔΔΗΕ, που εγκρίνεται από τη ΡΑΕ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22" (ΑΠ 132/2023). Κατά την πλειοψηφήσασα άποψη στις ανωτέρω αποφάσεις του Αρείου Πάγου με αριθμούς 1669/2025, 111/2025 και 110/2025 κρίθηκε ότι από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς συνάγεται ότι ο νομοθέτης, στην δημιουργηθείσα με απόσχιση από την ΔΕΗ ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας ΑΕ" (ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ), στην οποία ανατέθηκε η ανάπτυξη, η λειτουργία και η συντήρηση, υπό οικονομικούς όρους του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΔΔΗΕ), ώστε να διασφαλίζεται η αξιόπιστη, αποδοτική και ασφαλής λειτουργία του, καθώς και η μακροπρόθεσμη ικανότητα του να ανταποκρίνεται σε εύλογες ανάγκες ηλεκτρικής ενέργειας, λαμβάνοντας τη δέουσα μέριμνα για το περιβάλλον και την ενεργειακή αποδοτικότητα, η κυριότητα του οποίου Δικτύου ανήκει αποκλειστικά στη ΔΕΗ ΑΕ, προέβλεψε ευθύνη της ΔΕΔΔΗΕ μόνο από υπαιτιότητά της για την λειτουργία και συντήρηση του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας, του οποίου έχει την διαχείριση και συνεπώς δεν υπάρχει ακούσιο κενό, ώστε να είναι δυνατόν να θεμελιωθεί, κατ' αναλογία των ανωτέρω ειδικών διατάξεων, ευθύνη της από διακινδύνευση, ανεξαρτήτως της υπαιτιότητας των προστηθέντων από αυτήν προσώπων για την συντήρηση του δικτύου, τέτοια δε ευθύνη δεν γεννάται ούτε κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 4,5,17 και 25 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφού η ΔΕΔΔΗΕ, κατά τον κρίσιμο χρόνο, είναι απλός διαχειριστής του δικτύου, ο οποίος δεν αντλεί καμία ωφέλεια από την κινδυνώδη λειτουργία του.
Αντίθετα έκριναν οι αποφάσεις του Αρείου Πάγου με αριθμούς 1200/2025, 1197/2025, 1196/2025 και 1194/2025, οι οποίες δέχθηκαν ότι από τις ανωτέρω διατάξεις γεννάται αντικειμενική ευθύνη από διακινδύνευση της ήδη αναιρεσείουσας ΔΕΔΔΗΕ.
Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ (όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 26 του ν. 5134/2024), η οποία είναι εννοιολογικά ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, ορίζεται ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Οι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναίρεσης, μπορεί να περιλαμβάνονται και στο Σύνταγμα (ΟλΑΠ 10/2017, ΟλΑΠ 46/2005), καθώς και στις κυρωμένες με νόμο διεθνείς συμβάσεις, όπως είναι η ΕΣΔΑ και τα πρόσθετα πρωτόκολλά της (ΟλΑΠ 7/2006). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 249 εδ. α' ΚΠολΔ, "Αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί".
Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη. Διότι, παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 § 1 ΚΠολΔ, όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μιας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του ΚΠολΔ, που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια, που παρέχεται από το άρθρο 249 ΚΠολΔ, να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του ως άνω σκοπού.
Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, όπου και εκκρεμεί, είτε διότι τούτο εμφανίζει γενικότερο ενδιαφέρον είτε διότι η παραπομπή είναι αναγκαία για την ενότητα της νομολογίας (άρθ. 563 § 2β ΚΠολΔ ,ΑΠ 1527/2025, ΑΠ 1528/2025, ΑΠ 1625/2023, ΑΠ 347/2021).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος αυτής, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: '' Σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Ν. 4001/22-8-2011 και ειδικότερα, στα άρθρα 122 επ. και 123 παρ. 1, 2, 3...και σε συμμόρφωση με την Οδηγία 2009/72/ΕΚ της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με την οργάνωση των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας, η λειτουργία συντήρησης και ανάπτυξης του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας ανατέθηκε στην εναγόμενη, έχει δε συντελεσθεί με τη διαδικασία της απόσχισης και εισφοράς κλάδου ο νομικός και λειτουργικός διαχωρισμός των δραστηριοτήτων, που υπάγονταν στη Γενική Διεύθυνση Διανομής και τη Διεύθυνση Διανομής Νήσων της "ΔΕΗ ΑΕ", από τις λοιπές δραστηριότητες αυτής, συγχωνευθέντος του κλάδου αυτού δι' απορροφήσεως από την εναγόμενη και, ως εκ τούτου, η τελευταία υποκατέστησε τη "ΔΕΗ ΑΕ", ως καθολική διάδοχος αυτής, σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της. Η εναγόμενη τυγχάνει κάτοχος και διαχειρίστρια των δικτύων διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ κυρία και εξουσιαστής εξακολουθεί να παραμένει η "ΔΕΗ ΑΕ".
Περαιτέρω, στις 20 Αυγούστου του έτους 2012 και περί ώρα 14:00" εκδηλώθηκε πυρκαγιά σε δασική έκταση με ελαιόδεντρα, ξερά χόρτα και θάμνους, στη θέση "Δάριζα" Τροιζηνίας του Δήμου Πόρου. Μετά την εκδήλωσή της, η πυρκαγιά επεκτάθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα σε απόσταση τουλάχιστον δέκα χιλιομέτρων δυτικά, βόρεια και βορειοδυτικά, σε άλλες αγροτικές περιοχές και δασικές εκτάσεις, καθώς και σε οικίες διαφόρων ιδιοκτητών, μέχρι και την περιοχή "Βλαχέϊκα", καταστρέφοντας ολοσχερώς περί τα 7.000 στρέμματα δασικής έκτασης με ξερά χόρτα, θάμνους, πουρνάρια, βένια, σχοίνα, όπως και 3.000 στρέμματα αγροτικής καλλιέργειας και σχετικών υποδομών (αρδευτικών συστημάτων και περιφράξεων).
Η ανωτέρω πυρκαγιά κατασβήσθηκε από την Πυροσβεστική Υπηρεσία (Π.Υ. Τροιζηνίας) με τη συνδρομή και άλλων Πυροσβεστικών υπηρεσιών, των Δήμων Τροιζηνίας, Πόρου, Ερμιονίδας, εθελοντών πυροσβεστών, εναέριων μέσων, καθώς και με τη συνδρομή της Νομαρχίας Πειραιά και ιδιωτών.... Μετά την κατάσβεση της πυρκαγιάς, πραγματοποιήθηκε προανάκριση από την πυροσβεστική υπηρεσία, στο πλαίσιο της οποίας συντάχθηκε η από ...-2021 έκθεση αυτοψίας από τον Υποπυραγό Α.
Κ. και τον Πυρονόμο Γ. Μ. (ως β' ανακριτικό υπάλληλο). Δυνάμει δε της ανωτέρω έκθεσης αυτοψίας, η εστία της πυρκαγιάς εντοπίζεται "πλησίον - κάτω" διστύλου υποσταθμού της "ΔΕΗ" (δύο στύλοι εκ των οποίων ο ένας φέρει τα στοιχεία 138-ΡΝ, C1-81, E1 και μετασχηματιστή, ο οποίος φέρει τα στοιχεία Α 1600, 183 31, 11-82), ο οποίος ευρίσκεται εντός αγροκτήματος ιδιοκτησίας της Π.
Π. ..., σε απόσταση 40-50 εκατοστών από την περίφραξη του ανωτέρω ακινήτου και ανατολικά της επαρχιακής οδού ... (Στη συνέχεια το Δικαστήριο ερευνά τα αντικρουόμενα κατ' αυτό στοιχεία για την αιτία πρόκλησης της πυρκαϊάς και καταλήγει ως ακολούθως)... Κατά την κρίση του δικαστηρίου, αποδεικνύεται ότι η αρχική εστία της φωτιάς ήταν πλησίον - κάτωθι του επιδίκου υποσταθμού.
Τούτο, προκύπτει από το σύνολο των ανωτέρω στοιχείων, ιδιαίτερα όμως από τα ακόλουθα :... Συνοψίζοντας, από όλες τις ανωτέρω παραδοχές, και κυρίως με βάση το σημείο έναρξης της φωτιάς πλησίον - κάτωθι του επιδίκου υποσταθμού και τα ως άνω ευρήματα θερμικής αιτιολογίας, σε συνδυασμό με τις συνθήκες που επικρατούσαν στον επίδικο χρόνο και τόπο ήτοι υψηλές θερμοκρασίες, ισχυροί βόρειοι - βορειοανατολική άνεμοι της τάξεως των 8 μποφόρ και ξερά χόρτα κάτωθι του επίδικο(υ) υποσταθμού, το δικαστήριο σχημάτισε ασφαλή δικανική πεποίθηση ότι στην υπό κρίση περίπτωση οπωσδήποτε έλαβε χώρα, είτε φαινόμενο υπερπήδησης υψηλής τάσης στη χαμηλότερη τάση με εμφάνιση ηλεκτρικού τόξου είτε βραχυκύκλωμα, είτε σφάλμα υψηλής αντίστασης, είτε κάποιο άλλο θερμικό ή ηλεκτρικό φαινόμενο...με αποτέλεσμα σε κάθε περίπτωση την πρόκληση πυρακτώσεως ενός ή περισσοτέρων στερεών σωμάτων τα οποία με την πτώση τους στο έδαφος, προκάλεσαν ανάφλεξη στα ξερά χόρτα κάτωθι του επίδικου υποσταθμού και ξέσπασε η επίδικη φωτιά ...Παρ' όλα ταύτα, δεν προέκυψε ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο (ή αλλιώς ο λόγος για τον οποίο) προκλήθηκε η φωτιά στον επίδικο υποσταθμό, ήτοι εάν οφείλεται σε φαινόμενο "υπερπήδησης υψηλής τάσης στη χαμηλότερη τάση με εμφάνιση ηλεκτρικού τόξου, λόγω"" ρύπανσης ή φθοράς των μονωτήρων σε συνδυασμό και με ατμοσφαιρική ρύπανση λόγω εγγύτητας με τη θάλασσα (1755,07μ.) ή τήξεως μεταλλικών στοιχείων λόγω κακής κατάστασης ηλεκτρικών επαφών - συνδέσμων (χαλαρών ή οξειδωμένων) ή, διαρροής ηλεκτρικού ρεύματος λόγω ακατάλληλης γείωσης της εγκατάστασης σε-συνδυασμό με χαλαρούς ή οξειδωμένους ηλεκτρικούς συνδέσμους ή βραχυκυκλώματος ή σφάλματος υψηλής αντίστασης κατόπιν επαφής μεταξύ των -αγωγών ή σε περίπτωση περιδίνησης των αγωγών λόγω έλλειψης τάνυσης τους πρόκληση επαφής τους με ξένο σώμα (σταθερό ή μετακινούμενο από τον αέρα) ή εισέλευσης του ξένου σώματος στο μονωτικό στρώμα αέρα μεταξύ των αγωγών ή σε κάποιο άλλο θερμικό η ηλεκτρικό φαινόμενο-με αποτέλεσμα τη βροχής τηγμάτων αγωγού με τη μορφή ομπρέλας, αφού, με βάση τα ως άνω ευρήματα της υπό κρίση περίπτωσης, οιοδήποτε από τα ως άνω φαινόμενα ήταν πιθανόν να έλαβαν χώρα εν προκειμένω....
Παρ' όλα ταύτα, η απουσία συμπεράσματος περί του ακριβούς τρόπου με τον οποίο προξενήθηκε η φωτιά, δεν αναιρεί τη διαπίστωση της πρόκλησης αυτής από τον επίδικο υποσταθμό, αφού για την παραδοχή αυτή αρκούν όλα τα ως άνω παρατιθέμενα στοιχεία, όπως συνεκτιμώνται μεταξύ τους...Ωστόσο, η απουσία συμπεράσματος περί του ακριβούς τρόπου με τον οποίο προξενήθηκε η φωτιά από τον ως άνω υποσταθμό δεν επιτρέπει τη διαπίστωση υπαιτιότητας της εναγόμενης, αφού ακόμη και εάν υφίσταται πλημμέλεια στη συμπεριφορά της αναφορικά με την υποχρέωση της συντηρήσεως του υποσταθμού, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα σύμφωνα με την Οδηγία 9 - ΔΚΣΔ/ΤΕΣΔ του πίνακα 3 για τον προγραμματισμό και την παρακολούθηση της προληπτικής συντήρησης δικτύων Μέσης Τάσης, δεν θα μπορούσε να διαπιστωθεί εν προκειμένω εάν τελεί αυτή σε αιτιώδη συνάφεια με το συγκεκριμένο θερμικό" - ηλεκτρικό φαινόμενο που επισυνέβη στον επίδικο υποσταθμό και προκάλεσε την επίδικη φωτιά.
Εξαίρεση στην ανωτέρω παραδοχή αφορά η μομφή που αποδίδεται στην εναγομένη αναφορικά με την παραβίαση της υποχρέωση της για αποψίλωση της βλάστησης γύρω από τον υποσταθμό σε ακτίνα 2μ. πέριξ του υποσταθμού, αφού τέτοια πλημμέλεια θα συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση της φωτιάς εκ του υποσταθμού όποιο και εάν ήταν το ηλεκτρικό - θερμικό φαινόμενο που έλαβε χώρα στον υποσταθμό, δεδομένου ότι η εστία της φωτιάς εντοπίζεται στο σημείο ακριβώς που υπήρχαν ξερά χόρτα πλησίον - κάτωθι του υποσταθμού.
Από τη διαπίστωση από την πραγματογνώμονα Χ. Λ. (όπως μνημονεύει στην πραγματογνωμοσύνη της) αλλά και από προσκομιζόμενες φωτογραφίες αποδεικνύεται ότι υπήρχαν ξερά χόρτα στη βάση του υποσταθμού τον κρίσιμο χρόνο της πρόκλησης της φωτιάς, με την ανάφλεξη εξάλλου τον οποίων ξεκίνησε η φωτιά. Ωστόσο, όπως προκύπτει από το υπ' αρ. ...-2012 ημερήσιο δελτίο εργασίας κλαδεμάτων ή κοπής δένδρων και καθαρισμού αποζευκτικών σημείων (αποψιλώσεως) της αρμόδιας περιοχής του Ναυπλίου ΔΕΔΔΗΕ, που προσκομίζει η εναγομένη, μόλις περίπου 2 μήνες πριν τη φωτιά, δια αναθέσεως της σχετικής εργασίας σε εργολάβο, η εναγομένη εκπλήρωσε την αμέσως προαναφερόμενη υποχρέωση της σύμφωνα με την οδηγία 9 - ΔΚΣΔ/ΤΕΣΔ του πίνακα 3 για τον προγραμματισμό και την παρακολούθηση της προληπτικής συντήρησης δικτύων Μέσης Τάσης.
Συνεπώς, ανεξαρτήτως της αιτίας για την οποία αναπτύχθηκε εκ νέου, στο διαδραμόν διάστημα από την αποψίλωση, τέτοια βλάστηση στη βάση του υποσταθμού, δεν μπορεί να αποδοθεί η ύπαρξη αυτής σε αμέλεια της εναγομένης. Επομένως, έσφαλε το δικαστήριο, κατά την κρίση του ότι η επίδικη αγωγή τυγχάνει ουσία βάσιμη ως προς την κύρια βάση της και θα πρέπει να εξαφανιστεί κατά παραδοχή του 1ου λόγου έφεσης, το δε παρόν δικαστήριο αφού κρατήσει την υπόθεση θα πρέπει να ερευνήσει την επικουρική βάση της αγωγής, ενόψει του ότι αυτή δεν εξετάστηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο...
Περαιτέρω, η επικουρική βάση της αγωγής είναι παραδεκτή... και εν μέρει νόμιμη, θεμελιούμενη στις διατάξεις που αναφέρονται στην 2η μείζονα σκέψη(εκεί αναφέρονται οι διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 5, 17 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 924 παρ. 1, 925 ΑΚ, και οι νόμοι ΓΠΝ/2011,1815/1988, 1758/1988, 1650/1986563/1977. 314/1976 και 2251/1994) και εκείνες των άρθρων 297, 298, 346, 914, 932 ΑΚ, 176, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ κατ' απόρριψη των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της εναγομένης.
Σημειώνεται ότι από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έχει ήδη απορριφθεί ως μη νόμιμο το αίτημα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης(διάταξη, που καταλαμβάνει κατ' ερμηνεία της εκκαλουμένης και την επικουρική βάση)...Ακολούθως, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη η υπό κρίση αγωγή ως προς την επικουρική βάση της πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσία.
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, αφού αποδείχτηκε η πρόκληση της_φωτιάς από τον επίδικο υποσταθμό της εναγομένης, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας της, προκύπτει, σύμφωνα και με τα προεκτιθέμενα στην ανωτέρω 2η μείζονα σκέψη, το παράνομο της συμπεριφοράς της εναγομένης και τυγχάνει εξεταστέο το ζήτημα εάν υφίσταται και αιτιωδώς συνδεόμενη προξενηθείσα σε βάρος της περιουσίας των εναγόντων ζημία.
Αποτέλεσμα της ως άνω πυρκαγιάς ήταν η υλική ζημία...(ακολουθεί η παράθεση της ζημίας των μισθωθέντων από τους αναιρεσιβλητους ακινήτων με ελαιόδεντρα και ο υπολογισμός αυτής)." Ακολούθως το Εφετείο έκανε εν μέρει δεκτή την επικουρική βάση της αγωγής και αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει νομιμοτόκως στους αναιρεσιβλητους τα ποσά των 174.355,53 -76.221 και 76.221 ευρώ αντιστοίχως σε έκαστο τούτων.
Η αναιρεσείουσα εταιρία (ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ), με τον μοναδικό λόγο του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 560 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4, 5, 17 και 25 του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 924 παρ. 2 και 925 του ΑΚ, 4 ν. ΓπΝ/1911, καθώς και των άρθρων του ν. 314/1976 για την ρύπανση της θάλασσας με πετρέλαιο,
ΙΙ του ν. 563/1977 περί ευθύνης για ζημίες από αντικείμενα που εκτοξεύονται στο διάστημα, 29 ν. 1650/1986 περί ευθύνης για ζημίες από τη ρύπανση του περιβάλλοντος, 106-121 ν. 1815/1988 περί ευθύνης για ζημίες κατά την αεροπορική μεταφορά, 6 ν. 2251/1994 περί ευθύνης για ζημίες από ελαττωματικά προϊόντα και 127 ν. 4001/2011 περί ευθύνης της ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ, δεχόμενο την αγωγή, κατά την επικουρική της βάση την στηριζόμενη στην ευθύνη αυτής (αναιρεσείουσας) από διακινδύνευση, ως νόμιμη, ενώ, αν ορθά ερμήνευε και εφάρμοζε τις ανωτέρω διατάξεις, έπρεπε να δεχθεί ότι αυτή είναι μη νόμιμη και συνεπώς απορριπτέα.
Το Α3 Τμήμα του Αρείου Πάγου με την υπ'αριθ. 1951/2025 απόφασή του, δικάζοντας επί ομοίας αιτήσεως αναιρέσεως της και νυν αναιρεσείουσας εταιρείας (ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ), η οποία στρέφεται κατά άλλου φυσικού προσώπου, που υπέστη ζημία από την ίδια ανωτέρω πυρκαϊά και είχε ασκήσει αγωγή αποζημίωσης κατ' αυτής, δέχθηκε και τα ακόλουθα: "Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου κρίθηκε ότι η επικουρική βάση (περί ευθύνης από διακινδύνευση) της ως άνω αγωγής είναι νόμιμη, στηριζόμενη ευθέως στις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και αναλογικώς στις προαναφερόμενες ειδικές διατάξεις που ρυθμίζουν συγκεκριμένες περιπτώσεις ευθύνης από διακινδύνευση και, στη συνέχεια, αυτή κρίθηκε και εν μέρει ουσιαστικά βάσιμη...
Η αναιρεσείουσα εταιρία (ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ), με τον πρώτο λόγο του κυρίως δικογράφου της αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 560 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4, 5, 17 και 25 του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 924 παρ. 2 και 925 του ΑΚ, 4 ν.
ΓπΝ/1911, καθώς και των άρθρων του ν. 314/1976 για την ρύπανση της θάλασσας με πετρέλαιο,
ΙΙ του ν. 563/1977 περί ευθύνης για ζημίες από αντικείμενα που εκτοξεύονται στο διάστημα, 29 ν. 1650/1986 περί ευθύνης για ζημίες από τη ρύπανση του περιβάλλοντος, 106-121 ν. 1815/1988 περί ευθύνης για ζημίες κατά την αεροπορική μεταφορά, 6 ν. 2251/1994 περί ευθύνης για ζημίες από ελαττωματικά προϊόντα και 127 ν. 4001/2011 περί ευθύνης της ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ, δεχόμενο την αγωγή, κατά την επικουρική της βάση την στηριζόμενη στην ευθύνη αυτής (αναιρεσείουσας) από διακινδύνευση, ως νόμιμη... Από τις διατάξεις των άρθρων 563 παρ. 2 στοιχ. β', εδ. β' του ΚΠολΔ και 27 παρ. 2 εδ. γ', στοιχ. β' και εδ. δ' του ν. 4938/2022 (ΦΕΚ Α' 109/6.6.2022) "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών και λοιπές διατάξεις", προκύπτει ότι δύναται το δικάζον την αίτηση αναίρεσης Τμήμα του Αρείου Πάγου, με ομόφωνη απόφασή του, να παραπέμψει όλους ή ορισμένους μόνο λόγους αναίρεσης ενώπιον της Πλήρους Ολομέλειας, αν σε κάθε περίπτωση κριθεί ότι δημιουργούνται ζητήματα με γενικότερο ενδιαφέρον. Με τις διατάξεις αυτές εξασφαλίζεται ο κύριος σκοπός της δικαιοδοτικής αρμοδιότητας της Ολομέλειας, που είναι η αναγκαία, για την ομαλή λειτουργία της Πολιτείας, ασφάλεια δικαίου, η οποία επιτυγχάνεται και με την ομοιόμορφη επίλυση ζητημάτων γενικότερου ενδιαφέροντος.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων στις προηγούμενες παραγράφους, ανακύπτει ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, το οποίο αφορά τη νομική βασιμότητα της ένδικης αγωγής ως προς την επικουρική βάση της περί ευθύνης της εναγόμενης (ήδη αναιρεσείουσας) εταιρίας ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ από διακινδύνευση και συγκεκριμένα, ανακύπτει το ζήτημα, αν με βάση τα περιστατικά ότι η εταιρία αυτή είναι κάτοχος και διαχειρίστρια του δικτύου διανομής ηλεκτρικής ενέργειας της ΔΕΗ, έχουσα την ευθύνη της συντήρησης και λειτουργίας του και αποκομίζοντας από τη λειτουργία του σημαντικό κέρδος, δύναται να θεμελιωθεί (ευθέως με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ ή/και αναλογικώς με βάση τις προαναφερόμενες ειδικές διατάξεις που ρυθμίζουν συγκεκριμένες περιπτώσεις ευθύνης από διακινδύνευση) ευθύνη αυτής για αποκατάσταση κάθε ζημίας προξενηθείσας σε τρίτους από την ως άνω πηγή κινδύνου, ανεξάρτητα αν η πρόκληση της ζημίας οφείλεται ή όχι σε υπαιτιότητα αυτής.
Κρίνεται δε το ζήτημα τούτο ως γενικότερου ενδιαφέροντος, ενόψει του ότι: α) έχει ασκηθεί μεγάλος αριθμός αγωγών (τουλάχιστον 19) στρεφόμενων κατά της αναιρεσείουσας εταιρίας ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ για επικαλούμενες ζημίες προκληθείσες από την συγκεκριμένη πυρκαγιά, που εκδηλώθηκε την 20.8.2012 στην περιοχή "Δάριζα" Τροιζηνίας, β) επί δύο μόνο εκ των ανωτέρω αγωγών έχει περατωθεί αμετάκλητα η δίκη με την έκδοση των προαναφερόμενων υπ' αριθ. 110/2025 και 111/2025 αποφάσεων του Αρείου Πάγου, ενώ οι λοιπές υποθέσεις εκκρεμούν προς εκδίκαση είτε ενώπιον Τμημάτων του Αρείου Πάγου, είτε ενώπιον των δευτεροβάθμιων δικαστηρίων ουσίας και γ) η νομολογία των δευτεροβάθμιων δικαστηρίων ουσίας έχει διχασθεί για το νομικό αυτό ζήτημα, όπως τούτο αναφέρεται και από την ίδια την αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της.
Κατόπιν αυτών, ο από τον αριθ. 1 εδ. α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ πρώτος λόγος του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο φέρεται προς κρίση το ανωτέρω ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, πρέπει, κατά την ομόφωνη γνώμη των μελών του Δικαστηρίου τούτου, να παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, κατ' εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων του άρθρου 563 παρ. 2 στοιχ.
β', εδ. β' ΚΠολΔ και του άρθρου 27 παρ. 2, εδ. γ' στοιχ. β' και εδ. δ' του ν. 4938/2022 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών και λοιπές διατάξεις", όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, το παρόν Τμήμα επιφυλάσσεται να αποφανθεί για τους λοιπούς αναιρετικούς λόγους, μετά την έκδοση απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου για τον παραπεμπόμενο σ' αυτήν αναιρετικό λόγο".
Κατόπιν αυτού το ανωτέρω Α3 Τμήμα παρέπεμψε στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον αναφερόμενο στο σκεπτικό της απόφασης του πρώτο λόγο του κυρίως δικογράφου της από 10.10.2023 αίτησης της εταιρίας με την επωνυμία "Διαχειριστής του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας ΑΕ" (ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ) για αναίρεση της υπ' αριθ. 552/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (δικάσαντος ως Εφετείου).
Επειδή εν προκειμένω, πέραν της ανωτέρω απόφασης, έχουν εκδοθεί, όπως προαναφέρθηκε, αντίθετες μεταξύ τους αποφάσεις του Αρείου Πάγου αναφορικά με το ανωτέρω θεμελιώδους σημασίας ζήτημα, για το οποίο πλέον καλείται να αποφανθεί η Πλήρης Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, κρίνεται ότι θα πρέπει, για την ενότητα της νομολογίας και προς αποφυγή περαιτέρω εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, να εφαρμοστεί η διάταξη του άρθ. 249 ΚΠολΔ, όσον αφορά τον μοναδικό λόγο του κυρίως δικογράφου της ένδικης αίτησης αναίρεσης και να αναβληθεί η πρόοδος της παρούσας δίκης για το λόγο αυτόν, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προς την οποία η τυχόν παραπομπή και της υπόθεσης αυτής θα επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την εκδίκασή της.
Περαιτέρω, θα πρέπει να αναβληθεί η συζήτηση και των λοιπών, μη απορριφθέντων με την παρούσα απόφαση, προσθέτων λόγων αναίρεσης, αφού αυτοί συνέχονται άμεσα με την κρίση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου σχετικά με την ύπαρξη ή όχι αντικειμενικής ευθύνης της αναιρεσείουσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
- Απορρίπτει τον από 12-3-2024 πρώτο πρόσθετο λόγο της από 24-10-2022 αίτησης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ""Διαχειριστής του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας ΑΕ" (ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ) για την αναίρεση της υπ' αριθ. 3127/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
- Αναβάλλει την έρευνα των λοιπών λόγων της αναίρεσης και του δικογράφου των προσθέτων λόγων αυτής, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, στην οποία έχει παραπεμφθεί όμοια υπόθεση με την υπ'αριθ. 1951/2025 απόφαση του Α3 Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, σχετικά με το, στο σκεπτικό της παρούσας αναφερθέν, κρίσιμο για την ενότητα της νομολογίας ζήτημα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ