Supreme Court dismisses appeal for inadmissible arguments regarding facts not raised in first instance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by an anonymous company and an individual against a Third Instance Court decision. The appellants argued that the lower court failed to examine specific defense arguments regarding the purpose of the defendant and the cancellation of a European Commission decision. The court ruled these arguments were inadmissible as they constituted a denial of the plaintiff's claim rather than a new legal ground, and were already implicitly considered by the lower court.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(8) KPolD; Art. 559(1) KPolD: Arguments constituting a denial of the plaintiff's claim are inadmissible under Art. 559(8) KPolD even if raised as appeal grounds, as they do not constitute a new ground for review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2093 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2093/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Γ. Γ. του Ε., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σπυρόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 21-2-2022 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. Φ., το γένος Γ. Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Όλγα Σαββίδου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-10-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1382/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 899/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-9-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ολΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει το δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, επιπλέον δε, κατά το άρθρο 59 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί να καταδικάσει τον υπαίτιο και σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του προσβληθέντος και ειδικότερα να τον υποχρεώσει (τον υπαίτιο) σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε ο,τιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις.
Προστατεύεται έτσι με τα παραπάνω άρθρα η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας.
Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του.
Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων είναι: α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης είτε ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια των άρθρ. 281 ΑΚ και 25 § 3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προσβολέα όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (ΟλΑΠ 2/2008).
Στην περίπτωση αυτή η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ιδίως για την αποκατάσταση της τυχόν υλικής ζημίας του προσβληθέντος (άρθρο 57 παρ. 2 ΑΚ), ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.
Συνεπώς παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρων 361-363 ΠΚ. Ειδικότερα, κατά τα άρθρα αυτά εξύβριση διαπράττει όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμισης.
Ως γεγονός κατά τις ανωτέρω διατάξεις νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφ` όσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά αποδείξεως. Ισχυρισμό δε του γεγονότος συνιστά κάθε σχετική μ` αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου.
Αντίθετα, διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοινώσεως που έγινε από άλλον. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της δυσφημήσεως απαιτείται γνώση του δράστη, ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ` αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές (ΑΠ 129/2020, ΑΠ 15/2018, ΑΠ 257/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Στις 3/4/2012, ο δεύτερος εκκαλών, με την ιδιότητα του, ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εκκαλούσας, η οποία τυγχάνει ιδιοκτήτρια του … και πλειοψηφούσα μέτοχος της εταιρείας "…", η οποία, με τη σειρά της, κατέχει το 51% των μετοχών της εταιρείας "…", απέστειλε στους τότε Υπουργούς Επικρατείας και Οικονομικών και τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Οικονομικών, την ακόλουθη, κατά λέξει, επιστολή: "Αξιότιμε κύριε Υπουργέ, Με έκπληξη πληροφορηθήκαμε την κατάθεση τροπολογίας στην Ελληνική Βουλή από την βουλευτή…, κα Α.
Φ., με την οποία ζητά να μειωθεί το ισχύον εισιτήριο στο … (Νομός ….!!!) από €15 σε €12, με παράλληλη αύξηση των εισιτηρίων των … των … και της… . Για την επιλογή της χρονικής στιγμής και την εν γένει πρακτική να κατατίθενται νύχτα τροπολογίες, εγράφησαν και ακούστηκαν ήδη αρκετά ώστε οποιαδήποτε άλλη κριτική εκ μέρους μας παρέλκει.
Ως Έλληνες πολίτες, ευχόμεθα να μην επαναληφθούν τέτοια φαινόμενα. Είναι όμως αξιοπερίεργο πως η κα … αντιλαμβάνεται το νομοθετικό της λειτούργημα όταν με αυτή την πράξη της: 1. Προτείνει να ευνοηθεί συγκεκριμένη, αλλοδαπών συμφερόντων, επιχείρηση εις βάρος δύο άλλων Ελληνικών επιχειρήσεων (…) όπου απασχολούνται πάνω από 3.000 άτομα.
Θα ήταν καλύτερο αν η κυρία βουλευτής ενημέρωνε τα αρμόδια Υπουργεία κατά πόσον η προστατευόμενη από αυτήν επιχείρηση εκπληρώνει τις οικονομικές της υποχρεώσεις προς το Ελληνικό Δημόσιο, όπως συμβαίνει με τις δύο επιχειρήσεις που εμείς εκπροσωπούμε. 2. Αγνοεί παντελώς και σκοπίμως όλες τις νομικές πλευρές της θεσπίσεως του εισιτηρίου εισόδου στα Ελληνικά …, αφού ήδη αυτό το θέμα εξετάζεται στην Κοινότητα με κατηγορούμενη την χώρα μας και με προσφυγή κατά της Κοινότητας από το Ελληνικό Υπουργείο Οικονομικών. 3.
Προφανώς στην περίπτωση του … της … επιθυμεί, ζητώντας να αυξηθεί το ήδη υπάρχον εισιτήριο, την εξασφάλιση της μέγιστης δυνατής πελατείας στα γειτονικά … των …, όπου δεν υφίσταται εισιτήριο και συνεπώς την απώλεια όχι μόνο των θέσεων 1.300 εργαζομένων στο … της … αλλά και την απώλεια 60 εκατ. ευρώ από το Ελληνικό Δημόσιο. 4.
Επιθυμεί την πλήρη απαξίωση του … και την απαξίωση του 49% που κατέχει το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο ποσοστό ήδη ιδιωτικοποιείται. Η εξάσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας από βουλευτή μέσω της προαγωγής συμφερόντων μίας μόνο εταιρείας και με μανδύα το βουλευτικό λειτούργημα, είναι ένα από τα φαινόμενα που πρέπει να εκμηδενισθούν στην ταλαίπωρη Ελλάδα του 2012".
Με την ως άνω επιστολή, η οποία κοινοποιήθηκε προς τους τότε προέδρους του … και της …, τον Αναπληρωτή Υπουργό Οικονομικών, τον διευθύνοντα σύμβουλο της "…", τον πρόεδρο της Επιτροπής Εποπτείας και Ελέγχου … και τον προϊστάμενο της Διεύθυνσης Εποπτείας …. του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού, οι εναγόμενοι επιχείρησαν να αποτρέψουν την ψήφιση, από το Ελληνικό Κοινοβούλιο, τροπολογίας, που είχε καταθέσει τέσσερις (4) ημέρες νωρίτερα (στις…) η ενάγουσα, βουλευτής τότε του…, εκλεγείσα στο Νομό…, με την οποία θα επιβαλλόταν ενιαίο εισιτήριο, ποσού 12 ευρώ, σε όλα τα … της χώρας, ώστε να επιτευχθεί η εξάλειψη της υφιστάμενης διαφοράς ανάμεσα στα κρατικά … ….
όπου ίσχυε μειωμένο εισιτήριο 6 ευρώ, και στα υπόλοιπα έξι (6) … (ανάμεσα τους και αυτό του …), των οποίων το εισιτήριο ανερχόταν στο ποσό των 15 ευρώ, καθόσον η θέσπιση του ως άνω μειωμένου εισιτηρίου στα κρατικά …. θεωρήθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ως παράνομη κρατική ενίσχυση, που στρέβλωνε τον ανταγωνισμό (βλ…..).
Από το συνολικό περιεχόμενο, όμως, της επίδικης επιστολής και τις ειδικότερες φράσεις, που παρατίθενται στη συνέχεια, οι εναγόμενοι φέρεται να εμφανίζουν την ενάγουσα, ως ιδιοτελή πολιτικό, που με την εν λόγω τροπολογία αποσκοπούσε να εξυπηρετήσει τα επιχειρηματικά συμφέροντα του…, που βρίσκεται στην εκλογική της περιφέρεια (βλ.
τις φράσεις... "Προτείνει να ευνοηθεί συγκεκριμένη, αλλοδαπών συμφερόντων, επιχείρηση εις βάρος δύο άλλων Ελληνικών επιχειρήσεων (…)..." και "Η εξάσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας από βουλευτή μέσω της προαγωγής συμφερόντων μίας μόνο εταιρείας, και με μανδύα το βουλευτικό λειτούργημα, είναι ένα από τα φαινόμενα που πρέπει να εκμηδενισθούν στην ταλαίπωρη Ελλάδα του ….") αλλά και των… …., αναπτύσσοντας με τον τρόπο αυτό αντεθνική δράση, σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος (βλ.
τις φράσεις "Προφανώς στην περίπτωση του … της …. επιθυμεί, ζητώντας να αυξηθεί το ήδη υπάρχον εισιτήριο, την εξασφάλιση της μέγιστης δυνατής πελατείας στα γειτονικά …. Των …, όπου δεν υφίσταται εισιτήριο και συνεπώς την απώλεια όχι μόνο των θέσεων 1.300 εργαζομένων στο …. της … αλλά και την απώλεια 60 εκατ.
ευρώ από το Ελληνικό Δημόσιο.... Επιθυμεί την πλήρη απαξίωση του … … και την απαξίωση του 49% που κατέχει το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο ποσοστό ήδη ιδιωτικοποιείται..."), παραγνωρίζοντας σκόπιμα τις νομικές πτυχές του υπό εξέταση ζητήματος και επιλέγοντας αδιαφανείς κοινοβουλευτικές διαδικασίες (βλ. τις φράσεις "Αγνοεί παντελώς και σκοπίμως όλες τις νομικές πλευρές της θεσπίσεως του εισιτηρίου εισόδου στα Ελληνικά … ...
Για την επιλογή της χρονικής στιγμής και την εν γένει πρακτική να κατατίθενται νύχτα τροπολογίες, εγράφησαν και ακούστηκαν, ήδη, αρκετά, ώστε οποιαδήποτε άλλη κριτική εκ μέρους μας παρέλκει. Ως Έλληνες πολίτες, ευχόμεθα να μην επαναληφθούν τέτοια φαινόμενα"). Οι ως άνω ισχυρισμοί των εναγομένων είναι πρόδηλα ψευδείς, απορριπτομένων σχετικά των, 1ου, 2ου και 3ου λόγων εφέσεως και συκοφαντικοί σε βάρος της ενάγουσας, σε καμμία, δε, περίπτωση δεν αποτελούν αξιολογικές κρίσεις, οι οποίοι (ισχυρισμοί) έπληξαν την προσωπικότητα της, αφού, εύλογα, προκάλεσαν στους αποδέκτες της επιστολής, αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής της αξίας, από όλο, δε, το ύφος της προκύπτει ότι συντάχθηκε από τους εναγομένους εν γνώσει της αναλήθειας τους, προκειμένου να θιγεί η τιμή και η υπόληψη της, γεγονός, που ενισχύεται, αφενός από το ότι δεν παρατίθεται κανένα πραγματικό γεγονός, που να δικαιολογεί τους ισχυρισμούς αυτούς και αφετέρου από το ότι στην επιστολή δεν περιέχονταν οι λόγοι, που κατά την άποψη των εναγομένων, η επίμαχη ρύθμιση ήταν άδικη ή προτάσεις για την υιοθέτηση άλλων δυνατών λύσεων, παρά, μόνον, η προσπάθεια των εναγομένων να ταυτίσουν την ενάγουσα με τα οικονομικά συμφέροντα του, ανταγωνιστικού προς την εναγομένη, … …, απορριπτομένων σχετικά των 4ου και 5ου λόγων εφέσεως.
Περαιτέρω, ορθά η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την απορρέουσα από τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1γ ΠΚ, ένσταση περί δικαιολογημένου ενδιαφέροντος που αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης, αφού αυτή δεν τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωση της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρο 367 παρ.2α ΠΚ), ως, δε, προελέχθη, τα καταγγελλόμενα από τους εναγόμενους ήταν σαφώς ψευδή, απορριπτομένου, σχετικά και του 6ου λόγου εφέσεως.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι, η συγκεκριμένη τροπολογία ήταν, μεν, ευνοϊκή για το… …, όμως στις … είχε προηγηθεί κατάθεση νομοσχεδίου, που περιελάμβανε διάταξη με παρόμοιο περιεχόμενο, η οποία, τελικά, δεν τέθηκε σε ψηφοφορία. Ακόμη, η υπ' αριθ. …. απόφαση της…, εκδόθηκε κατόπιν καταγγελίας του … …, ενώ δύο (2) και πλέον έτη αργότερα (στις…) ακυρώθηκε από το Γενικό Δικαστήριο της Ε.Ε (βλ.
την απόφαση επί της …. υπόθεσης, Ελληνική Δημοκρατία κατά Επιτροπής), κάνοντας δεκτή την από … προσφυγή της Ελλάδας (η, δε, αναίρεση της Επιτροπής απορρίφθηκε με την από … διάταξη του … επί της υπόθεσης…). Τα ανωτέρω, σε καμμία περίπτωση δεν αναιρούν τις παραδοχές της εκκαλουμένης απόφασης και δεν αποδεικνύουν, ότι η ενάγουσα ενήργησε με αποκλειστικό σκοπό την προάσπιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας του … …, αδιαφορώντας για τις δυσμενείς επιπτώσεις στα δημόσια έσοδα και αναπτύσσοντας αντεθνική δράση, αλλά αυτή κατέθεσε την εν λόγω τροπολογία, προκειμένου να εξαλειφθεί η υφιστάμενη διαφορά εισιτηρίων στα κρατικά … στην Ελλάδα και στα υπόλοιπα …, λαμβανομένου υπόψη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θεωρούσε τη θέσπιση μειωμένου εισιτηρίου στα κρατικά …, ως παράνομη κρατική ενίσχυση, που στρέβλωνε τον ανταγωνισμό, απορριπτομένου σχετικά και του 7ου λόγου έφεσης.
Ορθώς, επίσης, δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, ότι, αν και τα όρια της αποδεκτής κριτικής προς ένα πολιτικό είναι ευρύτερα από εκείνα έναντι ενός απλού ιδιώτη, αφού ο πολιτικός εκτίθεται αναπόφευκτα και συνειδητά σε προσεκτικό έλεγχο των πράξεων και κινήσεων του, τόσο από τους δημοσιογράφους όσο και από το σύνολο των πολιτών, πρέπει, συνεπώς, να επιδεικνύει μεγαλύτερη ανοχή στην κριτική (βλ.
απόφαση ΕΔΔΑ της…, Κ., Π. κατά Ελλάδας, προσφυγές…, σκέψη … πλην, όμως, η κριτική δεν φτάνει στο σημείο να δικαιολογεί την διάπραξη ποινικώς κολασίμων αδικημάτων και δη με ιδιαίτερη απαξία, όπως αυτό της συκοφαντικής δυσφήμησης (βλ. άρθρο 10 παρ.2 ΕΣΔΑ, όπου τίθενται σαφώς περιορισμοί στην ελευθερία της έκφρασης), απορριπτομένου, σχετικά και του 8ου λόγου εφέσεως ...".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, το Εφετείο απέρριψε τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας έτσι την με αριθ. 1382/2017 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή και ως ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίησή της λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη αυτή από την προσβολή της προσωπικότητάς της.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 914, 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρου 362-363 του ΠΚ, καθόσον τα ανελέγκτως ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με τα οποία οι αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν εις βάρος της αναιρεσίβλητης ψευδή περιστατικά εν γνώσει της αναλήθειάς τους, προκειμένου να θιγεί η τιμή και η υπόληψη της, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της προσβολής της προσωπικότητας της αναιρεσίβλητης με συμπεριφορά που συνιστά το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, ώστε να δικαιολογείται η παραδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλητης.
Περαιτέρω, από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και συγκεκριμένα την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα της τέλεσης της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρο 363 του ΠΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 362 του ΠΚ) εκ μέρους των αναιρεσειόντων σε βάρος της αναιρεσίβλητης, διότι καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εν λόγω εφαρμοστέων διατάξεων, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα και δη προσδιορίζει με σαφήνεια και πληρότητα τα περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης, που συνιστά προσβολή της προσωπικότητας της αναιρεσίβλητης, με τις επιστηρίζουσες το πόρισμα αυτό παραδοχές:
α) ότι οι αναιρεσείοντες με την από … επιστολή τους προς τους Υπουργούς Επικρατείας και Οικονομικών και τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Οικονομικών ισχυρίσθηκαν για την αναιρεσίβλητη, βουλευτή τότε… …, με αφορμή τροπολογία που κατέθεσε αυτή για μείωση του ισχύοντος εισιτηρίου στο … … από 15 σε 12 ευρώ, ότι αυτή με την εν λόγω τροπολογία 1) προτείνει να ευνοηθεί συγκεκριμένη, αλλοδαπών συμφερόντων, επιχείρηση εις βάρος δύο άλλων Ελληνικών επιχειρήσεων (…), 2) αγνοεί παντελώς και σκοπίμως όλες τις νομικές πλευρές της θεσπίσεως του εισιτηρίου εισόδου στα Ελληνικά …, 3) προφανώς στην περίπτωση του … της … επιθυμεί, ζητώντας να αυξηθεί το ήδη υπάρχον εισιτήριο, την εξασφάλιση της μέγιστης δυνατής πελατείας στα γειτονικά … των …, όπου δεν υφίσταται εισιτήριο και συνεπώς την απώλεια όχι μόνο των θέσεων 1.300 εργαζομένων στο … της … αλλά και την απώλεια 60 εκατ.
ευρώ από το Ελληνικό Δημόσιο και 4) επιθυμεί την πλήρη απαξίωση του … … και την απαξίωση του 49% που κατέχει το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο ποσοστό ήδη ιδιωτικοποιείται, β) ότι από το συνολικό περιεχόμενο της επιστολής και τις άνω ειδικότερες φράσεις οι αναιρεσείοντες φέρεται να εμφανίζουν την αναιρεσίβλητη, ως ιδιοτελή πολιτικό, που με την εν λόγω τροπολογία αποσκοπούσε να εξυπηρετήσει τα επιχειρηματικά συμφέροντα του… …, που βρίσκεται στην εκλογική της περιφέρεια, εξασκώντας επιχειρηματική δραστηριότητα μέσω της προαγωγής συμφερόντων μίας μόνο εταιρείας, και με μανδύα το βουλευτικό λειτούργημα, αλλά και των ….
των …, παραγνωρίζοντας σκόπιμα τις νομικές πτυχές του υπό εξέταση ζητήματος και επιλέγοντας αδιαφανείς κοινοβουλευτικές διαδικασίες, και γ) ότι οι άνω ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων είναι ψευδείς και συκοφαντικοί, περιλήφθηκαν δε στην άνω επιστολή εν γνώσει της αναλήθειάς τους, προκειμένου να θιγεί η τιμή και η υπόληψη της αναιρεσίβλητης, με συνέπεια να μην ασκεί επιρροή ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι προέβησαν στην αποστολή της επίμαχης επιστολής από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και στα πλαίσια της ενάσκησης του δικαιώματος του αναφέρεσθαι και της ελευθερίας της έκφρασης (άρθρα 10 και 14 του Σ.), προς υποστήριξη των οικονομικών συμφερόντων των επιχειρήσεών τους, καθόσον ο άδικος χαρακτήρας της επιστολής ως προς τους άνω ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, αφού πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως του άρθρου 363 ΠΚ.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αφενός μεν προβάλλουν αιτιάσεις περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, αφετέρου δε προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης (Ολ.
ΑΠ 2/2008, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 931/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με το οικείο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1β ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, κατ` εσφαλμένη εφαρμογή των διδαγμάτων της κοινής πείρας και της κοινής λογικής, δέχθηκε ότι από όλο το ύφος της επιστολής τους προκύπτει ότι συντάχθηκε από αυτούς εν γνώσει της αναλήθειας των σ' αυτήν διαλαμβανομένων, προκειμένου να θιγεί η τιμή και η υπόληψη της αναιρεσίβλητης, διότι από το ύφος της επιστολής δεν μπορεί να συναχθεί ούτε το ψεύδος των ισχυρισμών ούτε η γνώση του ψεύδους εκ μέρους τους.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με την επίφαση αυτού οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να πλήξουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου αναφορικά με την εκ μέρους τους γνώση της αναλήθειας των άνω διαλαμβανομένων στην επίμαχη επιστολή και τον σκοπό τους να θιγεί η τιμή και η υπόληψη της αναιρεσίβλητης, καθόσον οι επικαλούμενες πλημμέλειες αναφέρονται στην απόδειξη σχετικά με τη διακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης και όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ` αυτούς των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης.
Σε κάθε δε περίπτωση, είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του σχετικά με τη γνώση εκ μέρους των αναιρεσειόντων της αναλήθειας των άνω διαλαμβανομένων στην επιστολή τους και τον σκοπό τους να θιγεί η τιμή και η υπόληψη της αναιρεσίβλητης, όχι μόνο λαμβάνοντας υπόψη του το όλο ύφος της επιστολής αλλά σε συνδυασμό και με το ότι αφενός μεν στην επιστολή δεν παρατίθεται κανένα πραγματικό γεγονός, που να δικαιολογεί τους ισχυρισμούς αυτούς, αφετέρου δε στην επιστολή δεν περιέχονταν οι λόγοι, που κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, η επίμαχη ρύθμιση ήταν άδικη ή προτάσεις για την υιοθέτηση άλλων δυνατών λύσεων.
Ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης"), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τα δύο πρώτα σκέλη του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε κατ' ουσίαν το περιεχόμενο της επίμαχης από 3.4.2012 επιστολής τους, δεχόμενο α) ότι αυτοί εμφανίζουν την αναιρεσίβλητη ως ιδιοτελή πολιτικό που με την εν λόγω τροπολογία αποσκοπούσε να εξυπηρετήσει τα επιχειρηματικά συμφέροντα του … … και β) ότι αυτοί προσήψαν στην αναιρεσίβλητη αντεθνική δράση για την περίπτωση των …των ….
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν ισχυρίζονται ότι το Εφετείο υπέπεσε ως προς το έγγραφο αυτό σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εν λόγω εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, σε κάθε δε περίπτωση είναι αβάσιμος και απορριπτέος γιατί το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του πιο πάνω εγγράφου, το περιεχόμενο του οποίου άλλωστε παρέθεσε αυτολεξεί, αλλά, αφού το ανέγνωσε σωστά, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό και δη ότι οι τελευταίοι εμφανίζουν την ενάγουσα, ως ιδιοτελή πολιτικό, που με την εν λόγω τροπολογία αποσκοπούσε να εξυπηρετήσει τα επιχειρηματικά συμφέροντα του… …., που βρίσκεται στην εκλογική της περιφέρεια, αλλά και των …των …, αναπτύσσοντας με τον τρόπο αυτό αντεθνική δράση, σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος.
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη με το πρώτο σκέλος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, αφού δέχθηκε αρχικά ότι η επίμαχη τροπολογία ήταν ευνοϊκή για το … …και μετά ότι ο σχετικός ισχυρισμός τους ήταν ψευδής, είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο δέχθηκε ότι η συγκεκριμένη τροπολογία ήταν, μεν, ευνοϊκή για το..
…, όμως στις … είχε προηγηθεί κατάθεση νομοσχεδίου, που περιελάμβανε διάταξη με παρόμοιο περιεχόμενο, η οποία, τελικά, δεν τέθηκε σε ψηφοφορία, ακολούθως δε δέχθηκε ότι τα ανωτέρω, σε καμία περίπτωση δεν αποδεικνύουν, ότι η ενάγουσα ενήργησε με αποκλειστικό σκοπό την προάσπιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας του… …, αδιαφορώντας για τις δυσμενείς επιπτώσεις στα δημόσια έσοδα και αναπτύσσοντας αντεθνική δράση, αλλά αυτή κατέθεσε την εν λόγω τροπολογία, προκειμένου να εξαλειφθεί η υφιστάμενη διαφορά εισιτηρίων στα κρατικά … στην Ελλάδα και στα υπόλοιπα…, λαμβανομένου υπόψη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θεωρούσε τη θέσπιση μειωμένου εισιτηρίου στα κρατικά…, ως παράνομη κρατική ενίσχυση, που στρέβλωνε τον ανταγωνισμό, αιτιολογώντας έτσι την κρίση του ότι οι αναιρεσείοντες εμφανίζουν την αναιρεσίβλητη ως ιδιοτελή πολιτικό που με την εν λόγω τροπολογία αποσκοπούσε να εξυπηρετήσει τα επιχειρηματικά συμφέροντα του… …., σε τρόπο ώστε να μη δημιουργείται καμία αντίφαση μεταξύ των άνω αιτιολογιών της προσβαλλόμενης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (ΑΠ 194/2021, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 536/2019). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 250/2014) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο και τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση, ότι αυτοί με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της έφεσής τους προέβαλαν ότι δεν προσήψαν αντεθνική δράση στην αναιρεσίβλητη, ενώ με τις προτάσεις τους στο Εφετείο προέβαλαν ότι οι εμπεριεχόμενοι στην άνω επιστολή τους ισχυρισμοί για αγνόηση από την αναιρεσίβλητη όλων των νομικών πλευρών της υπόθεσης και περί κατάθεσης της τροπολογίας τη νύχτα, δεν είναι ψευδείς και συκοφαντικοί, πλην όμως το Εφετείο, δεχόμενο τα αντίθετα, δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς τους αυτούς, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι με τον πέμπτο λόγο της έφεσής τους προσέβαλαν την κρίση της πρωτόδικης απόφασης ότι από το ύφος της επιστολής τους προκύπτει σκοπός τους να θιγεί η τιμή και υπόληψη της αναιρεσίβλητης, λόγο τον οποίο απέρριψε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, πλην όμως από τις αιτιολογίες της τελευταίας προκύπτει ότι δεν τον έλαβε καθόλου υπόψη, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Τέλος, με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι με τον έβδομο λόγο της έφεσής τους προέβαλαν α) ότι αυτοί δεν ισχυρίσθηκαν πρωτοδίκως ότι ο σκοπός της αντιδίκου της προκύπτει από το ότι ένα έτος πριν την επίμαχη τροπολογία είχε προηγηθεί σχετική διάταξη νόμου που αποσύρθηκε, αλλά αναφέρθηκαν στο γεγονός αυτό προς υποστήριξη της αλήθειας του ισχυρισμού τους ότι η αντίδικος αγνοούσε παντελώς και σκοπίμως όλες τις νομικές πτυχές του ζητήματος του εισιτηρίου, β) ότι δεν υποστήριξαν πρωτοδίκως ότι ο σκοπός της αντιδίκου να προστατεύσει τα συμφέροντα του … … προκύπτει από το ότι η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ακυρώθηκε στη συνέχεια από το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αλλά αναφέρθηκαν στα σχετικά γεγονότα για να καταδείξουν το μέγεθος της άδικης απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έναντι των επιχειρήσεών τους και γ) ότι ο σκοπός της αντιδίκου να προστατεύσει τα συμφέροντα του … … μπορεί να μην προκύπτει μόνο από το ότι η επίμαχη τροπολογία ήταν ευνοϊκή για το… …, προκύπτει όμως σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία που τέθηκαν υπό του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, πλην όμως το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον λόγο αυτό της έφεσής τους, καθόσον με την προσβαλλόμενη απόφασή του τυπικώς μεν τον απέρριψε, στην πραγματικότητα όμως δεν τον εξέτασε, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Όλες οι ανωτέρω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίες περιέχονται στον δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους άνω λόγους της έφεσής τους και τους σχετικούς ισχυρισμούς τους περί μη προσβολής της προσωπικότητας της αναιρεσίβλητης, είναι απαράδεκτες, καθόσον οι ισχυρισμοί αυτοί, έναντι της αγωγικής βάσεως που θεμελιώνεται στην αδικοπραξία, συνιστούν (αιτιολογημένη) άρνηση και επομένως δεν είναι πράγμα κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, έστω και αν προβάλλονται με λόγους έφεσης.
Σε κάθε δε περίπτωση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς και τους απέρριψε ευθέως αλλά και εκ των πραγμάτων, αφού δέχθηκε τους αντίθετους αγωγικούς ισχυρισμούς περί προσβολής της προσωπικότητας της αναιρεσίβλητης.
Κατόπιν όλων αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, οι αναιρεσείοντες, που χάνουν τη δίκη, πρέπει να καταδικαστούν και στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Σεπτεμβρίου 2020 αίτηση των 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "… και …" και 2) Γ. Γ., για αναίρεση της με αριθ. 899/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ