Supreme Court dismisses appeal and additional grounds as inadmissible under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a contract dispute. The appellant argued that the lower court failed to consider specific defenses and misinterpreted facts, but the court ruled these were inadmissible. The court determined that the additional grounds attacked parts of the judgment already rejected in the original appeal, which were independent issues not connected to the main appeal points, and that the disputed arguments were merely factual assessments beyond the Supreme Court's review scope.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 562(2) of the Code of Civil Procedure; Additional appeal grounds are inadmissible if they attack independent parts of the judgment not connected to the appealed sections, or if they rely on factual assessments and evidence evaluation reserved for the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2093 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2093/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Σ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ψαρρό.
Της αναιρεσιβλήτου: της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ATTICA BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΤΤΙΚΗΣ Α.Ε."), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κουζουτζόγλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Φεβρουαρίου 2005 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 88/2010 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1 Ιουνίου 2010 αίτησή του και τους από 2 Οκτωβρίου 2012 πρόσθετους λόγους αναίρεσης.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 26 Οκτωβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι είναι απαράδεκτοι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττονται κεφάλαια της προσβαλλόμενης αποφάσεως,που είναι διάφορα και δεν συνέχονται αναγκαίως με κανένα από τα προσβληθέντα με την αναίρεση κεφάλαια. Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε τον τρίτο λόγο της ανακοπής, με αιτίαση από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος διότι με το δικόγραφο της αναίρεσης ουδόλως προσβάλλεται η απόφαση ως προς την απόρριψη του λόγου τούτου (τρίτου) της ανακοπής ο οποίος είναι αυτοτελής και δεν συνέχεται αναγκαίως με κανένα από τους λοιπούς λόγους ως προς την απόρριψη των οποίων και προσβάλλεται με την αναίρεση η απόφαση. Αυτά δε πέραν και ανεξάρτητα του ότι ο ίδιος λόγος είναι και ουσιαστικά αβάσιμος καθόσον η απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε ως αβάσιμο τον τρίτο λόγο της ανακοπής δεν στερείται νόμιμης βάσης .
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, "είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη".
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 559 ΚΠολΔ, από δε το συσχετισμό της με τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ.1 και 118 αριθ.4 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, πρέπει να μνημονεύεται στο αναιρετήριο, αν δεν πρόκειται για τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, έχει νόμιμα προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν αυτού η απόφαση προσβάλλεται με την αναίρεση, και συγκεκριμένα να έχει προταθεί νόμιμα και δη με λόγο εφέσεως ή με τις προτάσεις, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η με τον τρόπο αυτόν πρόταση επιτρέπεται (βλ.
σχ. Ολ.ΑΠ 43/1990, Α.Π. 6/2009). Εξάλλου οι λόγοι της ανακοπής προβάλλονται μόνο με το δικόγραφο της ανακοπής ή των πρόσθετων αυτής λόγων. Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται κατ' εκτίμηση αοριστία της αίτησης με βάση την οποία εκδόθηκε η προσβληθείσα με την ανακοπή διαταγή πληρωμής διότι δεν αναφέρονταν σ' αυτή: "αν στο αξιούμενο ποσό περιλαμβάνονται τόκοι ή όχι, το ύψος του κεφαλαίου επί του οποίου ενδεχομένως υπολογίστηκαν αυτοί και τα επιτόκια αυτών, αν υπήρξε καταβολή οιουδήποτε ποσού και συνυπολογίστηκε ή όχι" είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αόριστος διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν ο σχετικός ισχυρισμός προβλήθηκε νομίμως με σχετικό λόγο ανακοπής και επαναφέρθηκε παραδεκτά στο Εφετείο από τον ανακόπτοντα και εκκαλούντα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Σύμφωνα με το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης Α) ο πρώτος πρόσθετος λόγος της ανακοπής περί πλάνης του ανακόπτοντος κρίθηκε απορριπτέος διότι όπως δέχθηκε το Δικαστήριο δεν αποδείχθηκε ότι ο ανακόπτων τελούσε σε πλάνη όταν υπέγραφε την σύμβαση της εγγύησης, θεωρώντας ότι πρόκειται για σύμβαση εκχώρησης απαιτήσεων προς την καθής, από την εκτέλεση των έργων που είχε αναλάβει αυτός ως ανάδοχος και η πιστούχος εταιρία (πρωτοφειλέτρια) ως υπεργολάβος, με τον Δήμο Ορεστιάδος και Β) ο δεύτερος πρόσθετος λόγος της ανακοπής από το άρθρο 862 σε συνδυασμό με το άρθρο 332 παρ. 1 Α.Κ.
περί ελευθερώσεως του ανακόπτοντος εγγυητή παρά τη γενομένη παραίτηση του απορρίφθηκε διότι όπως δέχθηκε το Εφετείο δεν αποδείχθηκε ότι η καθής η ανακοπή από πταίσμα αυτής παρέλειψε να λάβει μέτρα για την ικανοποίηση της κατά της πρωτοφειλέτριας εταιρίας αποκρουσθείσης έτσι και της βαρείας αμελείας η οποία περιλαμβάνεται στην έννοια του πταίσματος.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης καθόσον διέλαβε σ' αυτή σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες που στηρίζουν το απορριπτικό διατακτικό ως προς τους ανωτέρω λόγους της ανακοπής και καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου χωρίς ν' απαιτούνται προς τούτο και άλλες αιτιολογίες .
Συνεπώς ο τρίτος λόγος της αναίρεσης και ο δεύτερος πρόσθετος κατά το σχετικό του μέρος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τους οποίους υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμοι. Ο τρίτος λόγος κατά το λοιπό μέρος του είναι απαράδεκτος διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ.γ' ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.
Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Κατ' ακολουθίαν ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 11 περ.γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο αυτής προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και όλα τα εις το λόγο αυτό αναφερόμενα έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέστηκε ο αναιρεσείων όπως και την υπ' αριθ. .../17-11-2006 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του συμβ/φου Αεξανδρούπολης Θεοδώρου Δημητρόπουλου της οποίας γίνεται και ειδική αναφορά στην απόφαση.
Ο ίδιος λόγος κατά το λοιπό μέρος του είναι απαράδεκτος διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση σ την έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός (Α.Π. 238/2008). Κατ' ακολουθίαν ο δεύτερος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό του μέρος από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
είναι αβάσιμος διότι από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός του αναιρεσείοντος που προβλήθηκε με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο της ανακοπής περί απαλλαγής από της ευθύνης κατ άρθρο 862 Α.Κ. λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1 Ιουνίου 2010 αίτηση του Κ. Σ. για αναίρεση της υπ'αριθ.88/2010 απόφασης του Εφετείου Θράκης και τους από 2 Οκτωβρίου 2012 πρόσθετους αυτής λόγους.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ