Legislator Case Law & Legislation
2093/2010 AI generated

2093/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2093/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.

Legislator headnote

AI generated

2093/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 386§1 του Π.Κ όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και εάν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2093 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2093/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Τ. του Σ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του με αριθμό 106/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δυτικής Μακεδονίας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ι. Κ. του Ν..

Το Συμβούλιο Εφετών Δυτικής Μακεδονίας με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουνίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 869/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 342/11.10.2010 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

"Εισάγων, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ την υπ' αριθμ. 31/9-6-2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Α. Τ. του Σ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ.106/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, εκθέτω τα ακόλουθα:

Ι) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Καστοριάς με το υπ' αριθμ. 63/2009 βούλευμά του αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του Α. Τ. του Σ., κατοίκου ..., για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, με σκοπό το περιουσιακό όφελος που υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ δια της προκλήσεως αντίστοιχης βλάβης σε τρίτο, απάτη ενώπιον δικαστηρίου κατ' εξακολούθηση, με σκοπό το περιουσιακό όφελος που υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, με την πρόκληση αντίστοιχης ζημίας σε τρίτο .Εναντίον του βουλεύματος αυτού άσκησε νομοτύπως και εμπροθέσμως έφεση ο δηλώσας κατά την προδικασία παράσταση πολιτικής αγωγής Ι.

Κ.. Η έφεση αυτή έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη με το υπ' αριθμ. 106/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Δυτικής Μακεδονίας. Ειδικότερα, με το πιο πάνω βούλευμα εξαφανίστηκε το πρωτοβάθμιο βούλευμα και παραπέμφθηκε ο Α. Τ. στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας, προκειμένου να δικαστεί για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, με σκοπό το περιουσιακό όφελος που συνολικά υπερέβαινε το ποσό των 73.000 ευρώ δια της προκλήσεως αντίστοιχης βλάβης σε τρίτο και απάτη ενώπιον δικαστηρίου κατ' εξακολούθηση, με σκοπό το περιουσιακό όφελος που συνολικά υπερέβαινε το ποσό των 73.000 ευρώ, με την πρόκληση αντίστοιχης ζημίας σε τρίτο.

Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο κατηγορούμενος Α. Τ. με την κρινόμενη υπ' αριθμ. 31/2010 αίτηση αναιρέσεως. Η αίτηση αυτή ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον ίδιο τον κατηγορούμενο την 2-6-2010 η δε αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε την 9-6-2010 (άρθρο 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ), ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, συντάχθηκε δε γι' αυτήν η υπ' αριθμ. 31/2000 έκθεση στις οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι άσκησής της και ειδικότερα:

α) η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και β) η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, με την μορφή της έλλειψης νόμιμης βάσης. Εξάλλου το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα για κακουργήματα. Κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και, ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.

ΙΙ) Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216§1 Π.Κ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει άλλον με τη χρήση του σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, ενώ σύμφωνα με το εδάφιο α της παραγράφου 3 του αυτού ως άνω άρθρου, όπως αυτό τροποποιήθηκε αρχικά με το άρθρο 1§7α Ν 2408/1996 και στη συνέχεια με το άρθρο 14§2α του Ν 2721/1999, αν ο υπαίτιος των πράξεων αυτών (των παρ. 1 και 2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ.

Από την διάταξη της παραγ.1 του άρθρου 216 του Π.Κ, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και της ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή τροποποίηση λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει την γνώση και την θέληση των πραγματικών περιστατικών τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει άλλον με την χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή την δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο.

Ως έγγραφο, εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει τέτοιο γεγονός (Α.Π 180/1990 σε ολομέλεια Ποιν Χρον. Μ 1002). Για την στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής μορφής της πλαστογραφίας κατά το εδάφιο α της τρίτης παραγράφου του άρθρου 216 του Ποινικού Κώδικα, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίηση και συμπλήρωσή του με το άρθρο 14§2 εδάφιο β του Ν 2721/1999, απαιτείται, εκτός από τα στοιχεία που ήδη αναφέρθηκαν για την θεμελίωση του βασικού εγκλήματος, ο επιπρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος ανώτερο των 73.000 ευρώ ή σκοπός αυτού να βλάψει άλλον κατά το αυτό ως άνω ποσό, αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε ή όχι (ολομ Α.Π 855/1978 Ποιν Χρον.

ΚΘ 43). Στην περίπτωση αυτή, δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να συνδέεται άμεσα με την πλαστογραφία , με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία, έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου, διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επόμενων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία(ολομ Α.Π 3/2008 Ποιν Χρον ΝΗ 404).

Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 386§1 του Π.Κ όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και εάν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.

Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) παράνομο περιουσιακό όφελος , έστω και αν δεν επιτεύχθηκε τούτο, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών , από την οποία ως παραγωγό αιτία, επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου, το οποίο προβαίνει σε πράξη παράλειψη ή ανοχή.

Το παραπλανώμενο πρόσωπο δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με το βλαπτόμενο, αλλ' αρκεί να μπορεί να προβεί στην επιζήμια για το τελευταίο πράξη ή παράλειψη (Α.Π 411/2007 Ποιν. Χρον ΝΗ 61). Λόγω της μη αναγκαίας ταύτισης παραπλανώμενου και βλαπτόμενου προσώπου, απάτη μπορεί να τελεσθεί και με παραπλάνηση του δικαστή, ο οποίος δικάζει σε πολιτική δίκη, όταν ο υπαίτιος, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, προβαίνει εν γνώσει του σε ψευδείς ισχυρισμούς, οι οποίοι υποστηρίζονται με την προσαγωγή και επίκληση ψευδών αποδεικτικών μέσων, παραπλανώντας έτσι τον δικαστή σε έκδοση ευνοϊκής γι' αυτόν αποφάσεως προς βλάβη της περιουσίας του αντιδίκου του (Α.Π 1452/2006 Ποιν.

Χρον.NZ 629) και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, με την έννοια της μειώσεως της υφισταμένης περιουσιακής καταστάσεως του βλαπτομένου, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη. Πρέπει δηλαδή η περιουσιακή βλάβη να είναι το αναγκαίο, άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της συμπεριφοράς αυτής του υπαιτίου (Α.Π 2098/2007 Ποιν Χρον ΝΗ 743).

Στην περίπτωση της απάτης με παραπλάνηση του δικαστή, ως βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 386 του Π.Κ θεωρείται η μείωση της πραγματικής αξίας της περιουσίας του βλαπτόμενου διαδίκου, η οποία οφείλεται στην προκαλούμενη από την έκδοση της αποφάσεως αβεβαιότητα της κυριότητας ή άλλου δικαιώματός του επί της περιουσίας του , καθώς και η δικαστική δαπάνη στην οποία θα υποβληθεί αυτός για την δικαστική άρση της αβεβαιότητας αυτής (Α.Π 1531/1995 σε συμβ.

Ποιν. Χρον. ΜΣΤ 872). Στην περίπτωση αυτή, δεν αρκεί να παρατίθεται στο βούλευμα ή την απόφαση το ποσό της βλάβης, αλλ' απαιτείται να προσδιορίζεται αν το ποσό αυτό παριστάνει την μείωση της αγοραίας αξίας της περιουσίας εξ αιτίας της αμφισβήτησης της κυριότητας του πραγματικού κυρίου, ή την δαπάνη στην οποία ασφαλώς θα υποβληθεί αυτός για την δικαστική άρση της αμφισβήτησης αυτής (Α.Π 10/1991 Ποιν Χρον.

ΜΑ 811). Εξάλλου, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του ιδίου πιο πάνω άρθρου, όπως αυτή αντικ. αρχικά με το άρθρο 1§11 του Ν 2408/1996 και στη συνέχεια με το άρθρο 14§4 του Ν 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, ή 73.000 ευρώ.

Στην περίπτωση μάλιστα κατά την οποία η βλάβη συνίσταται σε κίνδυνο της περιουσίας, όπως συμβαίνει και στην απάτη που τελείται ενώπιον δικαστηρίου, είναι επιβεβλημένη η ακριβής ποσοτική αποτίμηση της βλάβης που προκάλεσε η διακινδύνευση, προκειμένου να μπορεί να κριθεί αν αυτή υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ, οπότε η πράξη είναι κακούργημα, ή όχι, οπότε είναι πλημμέλημα (Μυλωνόπουλος, Εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας, έκδοση β σελίδα 511).

Ο σκοπός του παράνομου περιουσιακού οφέλους στο έγκλημα της απάτης, είναι υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου και συγκροτεί την έννοια του υπερχειλούς ή άμεσου δόλου α βαθμού, ο οποίος πρέπει να αιτιολογείται (Α.Π 737/2007 Ποιν. Χρον. ΝΗ 226). Επίσης από την παρ. 1 του άρθρου 98 του Π.Κ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της αποφάσεως για την τέλεσή τους και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα.

Στην παραπάνω διάταξη, προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν 2721/1999 δεύτερη παράγραφος, σύμφωνα με την οποία η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος, που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεψε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό.

Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως, προσδιορίζεται με βάση την συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος (ΑΠ 548/2008). Επί απάτης, κατά το άρθρο 386 του Π.Κ, τότε μόνο υπάρχουν περισσότερες πράξεις που αποτελούν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προηγήθηκε, από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του δράστη.

Αντίθετα τελείται μία μόνο πράξη απάτης, όταν γίνονται ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρι να καλλιεργηθεί στο εξαπατηθέν πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, εξαιτίας δε της άπαξ επελθούσας πλάνης, ο εξαπατώμενος προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις (Α.Π 967/2006 Ποιν.

Χρον. ΝΖ 334).

ΙΙΙ) Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ή έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ δ του ιδίου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει μη λήψη υπόψη των άλλων.

Υπό την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συγκριτικής στάθμισης και αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Α.Π 114/2004 Ποιν Χρον.

ΝΔ 29, Α.Π 1416/2009 Ποιν Χρον. Ξ 396, Α.Π 1504/2009 Ποιν Χρον. Ξ 410). β) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, όταν το τελευταίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού (ΑΠ 286/2006 ΠοινΧρον.

ΝΣΤ 819, ΑΠ 345/2006 Ποιν.Χρον. ΝΣΤ 829), και γ) είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, εφόσον σ' αυτήν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου (ΑΠ 1071/2005, ΑΠ 1364/2006, ΑΠ 1082/2009 Ποιν.Χρον.

Ξ 373, ΑΠ 784/2009 ΠοινΧρον. Ξ 202). Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ .β του Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμά του έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση.

Εξάλλου, από το άρθρο 178 του Κ.Π.Δ, το οποίο ορίζει τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία, προκύπτει ότι η πραγματογνωμοσύνη ως αποδεικτικό μέσο, αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσεως του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα το οποίο απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις. Το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 του ιδίου Κώδικα, με την έννοα ότι η πραγματογνωμοσύνη δεν είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, πλην όμως το δικαστήριο οφείλει, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους και να αντικρούει τα τυχόν αντίθετα πορίσματα αυτών.

Η απλή γνωμάτευση ή γνωμοδότηση, η οποία προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, τα οποία καλούνται να εκφέρουν κρίση, σε σχέση με γεγονότα που τίθενται υπόψη τους, δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο από το άρθρο 178 του Κ.Π.Δ αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του Κ.Π.Δ, συντρεχουσών ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, ανακριτή, το δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, λαμβάνεται όμως υποχρεωτικά υπόψη από το δικαστήριο ή το Συμβούλιο και συνεκτιμάται μαζί με τις άλλες αποδείξεις, για την διαμόρφωση της κρίσης τους, ως απλό έγγραφο.

Ως εκ τούτου, δεν είναι ανάγκη, εάν το δικαστήριο ή το Συμβούλιο καταλήγει σε διαφορετική κρίση από το πόρισμα της γνωμοδότησης, να αιτιολογήσει το αντίθετο προς αυτήν πόρισμά του (ΑΠ 384/2009 ΠοινΧρον Ξ 40, ΑΠ 921/2009, ΠοινΧρον Ξ 221). IV) Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Δυτικής Μακεδονίας με δικές του σκέψεις και αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων και του πολιτικώς ενάγοντος, τα έγγραφα της δικογραφίας, τις εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης των νομίμως διορισθέντων με την υπ' αριθμ.

Δ.Ο7/2116 παραγγελία του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Καστοριάς και υπ' αριθμ. 56/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς και τις εκθέσεις γραφολογικών γνωμοδοτήσεων των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων (κατηγορουμένου και πολιτικώς ενάγοντος), καθώς επίσης και από την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν, κατά πιστή μεταφορά "τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στην εισαγγελική πρόταση, στις ορθές και νόμιμες σκέψεις της οποίας το Συμβούλιο αναφέρεται.

Την περί των ανωτέρω κρίση του το Συμβούλιο την στηρίζει προεχόντως στις από 6-2-2008 και από 11-8-2008 εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης των ειδικών δικαστικών γραφολόγων Δ. Σ. και Π. Φ. αντίστοιχα, οι οποίο διορίστηκαν, ο μεν πρώτος από τον Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης, κατόπιν της υπ' αριθμ. Δ.Ο7/2116 παραγγελίας του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Καστοριάς, στα πλαίσια της προκαταρκτικής έρευνας, για την διαπίστωση των πιο πάνω πράξεων, η δε δεύτερη με την υπ' αριθμ. 56/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 50/2008 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.

Από τις εν λόγω εκθέσεις, προκύπτει ότι το συγκριτικό υλικό που εξετάσθηκε περιέχει δείγματα της γνήσιας και μη αμφισβητούμενης υπογραφής του πολιτικώς ενάγοντος που έχει τεθεί σ ανύποπτο χρόνο, τόσο προγενέστερα όσο και μεταγενέστερα της αντιδικίας, σε δημόσια κυρίως έγγραφα (διαβατήριο, άδεια παραμονής, εκθέσεις επιδόσεως, συμβάσεις, συμβολαιογραφικά έγγραφα κ.λ.π).

Σε κανένα όμως από τα εν λόγω έγγραφα δεν υπογράφει με την μορφή της μονογραφής ο εγκαλών, αλλά με πλήρεις υπογραφές συμβολικού τύπου, στις οποίες κατά τον γραφικό σχηματισμό δεν διακρίνονται τα γραμματικά στοιχεία του ονοματεπωνύμου, παρά μόνο, κάποια μεμονωμένα γράμματα (λατινικής γραφής), δεν παρουσιάζουν δε ομοιότητα με τις αμφισβητούμενες μονογραφές που έχουν τεθεί στη θέση του αποδέκτη των συναλλαγματικών και στις καρτέλες, οι οποίες (μονογραφές) είναι απλές και σύντομες, χαρακτηριζόμενες ως μονογραφές με περιορισμένα γραφολογικά στοιχεία που δεν εντάσσονται στην γραφική συνήθεια του εγκαλούντος.

Αντίθετα από τις γραφολογικές πραγματογνωμοσύνες των διορισθέντων από τον κατηγορούμενο ειδικών δικαστικών γραφολόγων, προκύπτει, ότι η μεν ειδική γραφολόγος Χ. Σ., υπό την κρίση της οποίας τέθηκαν οι επί των από 14-7-2006 και 17-7-2006 συναλλαγματικών, επί των οποίων εκδόθηκαν οι διαταγές πληρωμής, μονογραφές, τις οποίες φέρεται ότι έθεσε ο εγκαλών με την ιδιότητα του αποδέκτη των εν λόγω συναλλαγματικών, ταυτόχρονα με την έκδοσή τους, χρησιμοποίησε ως συγκριτικό υλικό και τις αμφισβητούμενες από τον εγκαλούντα μονογραφές επί των λοιπών συναλλαγματικών και καρτελών, για τις οποίες, μετά την υποβολή της δεύτερης από 8-11-2007 έγκλησης αυτού, ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου και αποτελούν μέρος της παρούσας δικογραφίας, οι δε γραφολόγοι Μ.

Μ. και Γ. Τ. υπό την κρίση των οποίων τέθηκαν οι φερόμενες ως υπογραφές (υπό την μορφή μονογραφών) του εγκαλούντος ως αποδέκτη, επί των λοιπών επιδίκων συναλλαγματικών και καρτελών, τέθηκε στην διάθεσή τους και χρησιμοποίησαν συγκριτικό υλικό αποτελούμενο από έγγραφα στα οποία έχουν χαραχθεί πλήρως αναπτυγμένες υπογραφές του τελευταίου, τις οποίες χαρακτηρίζουν ως διατυπούμενες με πολυπλοκότητα και αναπεπταμένο γραμμικό-γραφικό σχηματισμό "ποικιλοτρόπως ή άλλως κατά το δοκούν" και στη συνέχεια με ανάστροφη γραφική αυτών παρατήρηση, πιθανολογούν την γραφική προέλευση των επίμαχων υπογραφών από το χέρι του εγκαλούντος.

Τα χρησιμοποιηθέντα όμως ως άνω δείγματα, δεν είναι κατάλληλα για να οδηγήσουν στην εξαγωγή ασφαλούς γραφολογικού συμπεράσματος, αφού δεν είχαν οι εν λόγω γραφολόγοι στην διάθεσή τους μονογραφές του εγκαλούντος, τεθείσες σε ανύποπτο χρόνο και μη αμφισβητούμενες από τα διάδικα μέρη, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι δεν εντάσσεται στην γραφική του συνήθεια η χρήση μονογραφών και συνεπώς, οι επίμαχες μονογραφές δεν τέθηκαν από τον ίδιο.

Η κρίση του Συμβουλίου για τα ανωτέρω, ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο εγκαλών, κατά τους χρόνους που αναφέρονται στις χρεοπιστωτικές καρτέλες, ότι παρέλαβε στην Καστοριά τα αναφερόμενα σε αυτές εμπορεύματα (ουρές γούνας) και συγκεκριμένα στις 18-5-2006, 14-7-2006 και 17-7-2006, καθώς και κατά τον χρόνο που φέρεται ότι αποδέχθηκε τις επίδικες συναλλαγματικές, ήτοι κατά τους αμέσως παραπάνω αναφερόμενους χρόνους της 14ης -7ου -2006 και 17ης -7ου -2006, δεν βρισκόταν στον ως άνω τόπο.

Ειδικότερα, ο τελευταίος, ισχυριζόμενος ότι ουδέποτε έθεσε επί των ως άνω καρτελών και συναλλαγματικών τις επίμαχες υπογραφές (μονογραφές), προσκομίζει αεροπορικό εισιτήριο επ' ονόματί του εκδοθέν, καθώς και την από 16-8-2006 βεβαίωση του Υπουργείου Εσωτερικών του κράτους του Ισραήλ σε επίσημη μετάφραση, από την οποία προκύπτει ότι από την 17-5-2006 έως 29-5-2006 (συνεπώς και στις 18-5-2006) βρισκόταν στο Ισραήλ, καθώς και την υπ' αριθμ. 010227/18-7-2006 απόδειξη παροχής υπηρεσιών της ξενοδοχειακής επιχείρησης "Α.Κ.Μ.

και Σία Β.Ε.Τ.Τ Α.Ε", από την οποία προκύπτει ότι από 14-7-2006 έως και την 19-7-2006, συνεπώς και κατά τον χρόνο που φέρεται αποδεχθείς τις συναλλαγματικές στην Καστοριά, βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη. Ο κατηγορούμενος στην προανακριτική του απολογία ενώπιον της Πταισματοδίκου Καστοριάς, αναφέρει ότι στις 18-5-2006, ήτοι κατά τον αναγραφόμενο και στη συμπληρωθείσα από αυτόν καρτέλα χρόνο, ο εγκαλών μετέβη στο κατάστημα του στην Καστοριά, όπου συνήφθη μεταξύ τους αγοραπωλησία, στη συνέχεια όμως, ενόψει του ισχυρισμού του εγκαλούντος ότι απουσίαζε κατά τον επίδικο χρόνο, στην απολογία του ενώπιον της Ανακρίτριας Καστοριάς, τοποθετεί την συναλλαγή σε προγενέστερο χρόνο και δη στις 8-5-2006.

Η κρίση για τα ανωτέρω ενισχύεται ακόμη και από το γεγονός, ότι κανένα παραστατικό στοιχείο δεν έχει εκδοθεί για τις επικαλούμενες συναλλαγές, καθώς και από το ότι ο κατηγορούμενος μετέβη με τον εγκαλούντα στις 14-8-2006 στο Ισραήλ για την προώθηση των εμπορευμάτων στην εκεί αγορά, ενέργεια στην οποία δεν θα προέβαινε, εάν είχαν προηγηθεί οι συμβάσεις πωλήσεως των εμπορευμάτων προς τον τελευταίο, τις οποίες και επικαλείται ως αιτία εκδόσεως και αποδοχής των επίδικων συναλλαγματικών, επιδιώκοντας την είσπραξη των εις αυτές ποσών".

Εξάλλου, στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία επιτρεπτά το Συμβούλιο παραπέμπει συμπληρωματικά για την αιτιολόγηση της κρίσης του, διαλαμβάνονται, κατά πιστή μεταφορά της διατύπωσής της, τα εξής: "Την 25-7-2007 επιδόθηκαν στον εγκαλούντα τα εξής αντίγραφα εξ απογράφου εκτελεστού των παρακάτω διαταγών πληρωμής του δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς που εκδόθηκαν κατόπιν αιτήσεως του Α.

Τ., ήτοι: 1) της υπ' αριθμ. 48/13-6-2007 διαταγής πληρωμής για κεφάλαιο 90.375 ευρώ νομιμοτόκως από 15-10-2006, επιπλέον δε για νόμιμους τόκους 6.950,72 ευρώ, δικαστική δαπάνη 1508 ευρώ, και για έκδοση απογράφου και σύνταξη της επιταγής 1408 ευρώ, συνολικά δε για το ποσό των 100.241, 72 ευρώ. Η διαταγή αυτή πληρωμής αφορά σε μια συναλλαγματική που εκδόθηκε από τον Α.

Τ. την 14-7-2006 στην Καστοριά, ποσού 90.375 ευρώ, λήξεως 15-10-2006 πληρωτέα σε διαταγή του μηνυομένου (κατηγορουμένου) και την οποία φέρεται ότι αποδέχθηκε και υπέγραψε ο εκκαλών αυθημερόν, και 2) η υπ' αριθμ. 55/5-7-2007 διαταγή πληρωμής, για κεφάλαιο 44.553 ευρώ νομιμοτόκως από 15-11-2006, επιπλέον δε για νόμιμους τόκους 3.336,22 ευρώ, δικαστική δαπάνη 1050 ευρώ και για έκδοση απογράφου και σύνταξη της επιταγής αυτής 950 ευρώ και συνολικά ποσό 49.889,22 ευρώ.

Η διαταγή αυτή πληρωμής αφορά συναλλαγματική εκδόσεως του μηνυόμενου Α. Τ. την 17-7-2006 στην Καστοριά, ποσού 44.553 ευρώ, λήξεως 15-11-2006, πληρωτέα σε διαταγή του κατηγορούμενου, την οποία φέρεται να έχει αποδεχθεί και υπογράψει ο εκκαλών Ι. Κ., ο οποίος ισχυρίζεται ότι καμία εκ των δύο ως άνω συναλλαγματικών υπέγραψε, ότι τις αγνοούσε τελείως και καταμήνυσε τον εκδότη αυτών για πλαστογραφία μετά χρήσεως.

Στη συνέχεια και ενώ είχε αρχίσει η διερεύνηση των άνω καταγγελλομένων, με νέα μηνυτήρια αναφορά του ο Ι. Κ. κατήγγειλε ότι την 2-11-2007 κατά την συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς (ασφαλιστικά μέτρα) αιτήσεών του περί αναστολής εκτελέσεως των προαναφερθεισών υπ' αριθμ. 48/2007 και 55/2007 διαταγών πληρωμής, προσκομίσθηκαν από τον κατηγορούμενο προς αντίκρουση των ισχυρισμών του μηνυτή, τα εξής έγγραφα, στα οποία υπάρχουν υπογραφές που φέρονται ότι έχουν τεθεί από τον Ι.

Κ.: α) μια καρτέλα που φέρει τον τίτλο "ΠΩΛΗΣΗ ΕΠΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙ ΑΠΟ Τ. Α.", όπου υπάρχει καταχωρημένη μία συναλλαγή μεταξύ των δύο αυτών αντιδίκων, με ημερομηνία 14-7-2006 που αφορά πώληση 25 κιλών ουράς Καναδέζικης προς 3.613 ευρώ το κιλό. β) μία ακόμη όμοια καρτέλα, όπου με ημερομηνία 15-5-2006 και 17-7-2006 αναφέρονται δύο συναλλαγές μεταξύ τους, όπου φέρονται ότι πωλήθηκαν από τον κατηγορούμενο προς τον μηνυτή 2.000 κιλά και 4240 κιλά ουρές Β/ΜΑΡΤΕΝ αξίας 14.289 ευρώ και 30273 ευρώ αντίστοιχα, και γ) ακόμη μία όμοια προς τις πιο πάνω καρτέλα, όπου φέρεται κατά τον κατηγορούμενο συναλλαγή-πώληση προς τον μηνυτή 69 κιλών ουράς σεϊμπολ προς 8,00 ευρώ, συνολικής αξίας 555 ευρώ.

δ) μία απόδειξη πληρωμής με αριθμό 12, σύμφωνα με την οποία ο μηνυτής φέρεται να έλαβε από τον κατηγορούμενο 20.000 ευρώ. ε) μια συναλλαγματική από 17-7-2006 ποσού 55.200 ευρώ, λήξεως 30-12-2006, με τόπο εκδόσεως την Καστοριά, σε διαταγή του κατηγορουμένου, αποδοχής δε του μηνυτή. στ) δεύτερη συναλλαγματική, επίσης από 17-7-2006, ποσού 10.000 ευρώ, λήξης 25-1-2007, έκδοσης στην Καστοριά, σε διαταγή του κατηγορουμένου, αποδοχής του μηνυτή.

ζ) τρίτη συναλλαγματική σε διαταγή του κατηγορουμένου, έκδοσης επίσης 17-7-2006 ποσού 5.394 ευρώ, λήξης 25-1-2007, την οποία φέρεται να έχει αποδεχθεί ο μηνυτής. Αυτές τις τρεις συναλλαγματικές, δεν τις υπέγραψε ποτέ ως αποδέκτης ο μηνυτής, σύμφωνα με την καταγγελία του, αλλά ο ίδιος ο κατηγορούμενος, μιμούμενος την υπογραφή του μηνυτή, αλλά κατά τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, αυτό δεν είναι αληθινό, καθώς σε όλα αυτά τα έγγραφα, δηλαδή στις άνω τέσσερις καρτέλες πώλησης επί πιστώσει του Α.

Τ., στην υπ' αριθμ. 12 χωρίς ημερομηνία απόδειξη ποσού 20.000 ευρώ και στις ως άνω από 14-7-2006 και 17-7-2006 πέντε συνολικά συναλλαγματικές, φέρουν γνήσιες υπογραφές του μηνυτή. Από την από 10-9-2009 ένορκη κατάθεση της Ν. Ζ. του Κ., υπαλλήλου του κατηγορουμένου προκύπτει ότι ο μηνυτής και ο κατηγορούμενος είχαν εμπορικές δοσοληψίες και αρχές Μαΐου 2006 ο μηνυτής αγόρασε και παρέλαβε από τον κατηγορούμενο σε τέσσερις δόσεις κομμάτια ουράς κουναβιού Β/ΜΑΡΤΕΝ για να τα πωλήσει στο Ισραήλ αντί 7 ευρώ το κομμάτι.

Κατέθεσε επίσης ότι όλες τις συναλλαγματικές με ημερομηνία 17-7-2006 ο Κ. τις υπέγραψε μπροστά της και αυτή ετοίμασε τα σχετικά δελτία αποστολής και τα τιμολόγια για την εξαγωγή 69 κιλών συνολικά Ρώσικης ουράς. Τότε ο μηνυτής παρέλαβε και την τελευταία δόση των εμπορευμάτων και μεταξύ τους οι δύο, μηνυτής και κατηγορούμενος, ξεκαθάρισαν τον λογαριασμό της και γι' αυτό εκείνη την ημέρα υπεγράφησαν οι τέσσερις συναλλαγματικές και σημειώθηκαν από τον κατηγορούμενο στις σχετικές καρτέλες, αφού υπογράφηκαν από τον μηνυτή μπροστά στην μάρτυρα.

Στη συνέχεια και οι δύο συμβαλλόμενοι ταξίδεψαν στο Ισραήλ για να προωθήσουν τα εμπορεύματα. Την αγορά των ως άνω εμπορευμάτων από τον Κ. επιβεβαιώνει και ο άλλος υπάλληλος του κατηγορουμένου Β. Ν., σύμφωνα με την από 10-2-2009 ένορκη κατάθεση του οποίου, αυτό συνέβη τον Μάϊο και τον Ιούλιο του 2006. Επίσης ο συνεργάτης του κατηγορουμένου Π.

Μ. καταθέτει σχετικά με την απόδειξη για ποσό 20.000 ευρώ που αφορά σε μετρητά που έδωσε ο κατηγορούμενος στον μηνυτή να του φέρει εμπορεύματα από την Ιταλία. Σε αντίθεση με αυτές τις καταθέσεις, ευρίσκεται η από 29-1-2009 ένορκη κατάθεση του λογιστή του εκκαλούντα, ο οποίος καταθέτει ότι η μόνη συναλλαγή μεταξύ κατηγορουμένου και του μηνυτή, που εμφανίζεται σε τιμολόγιο, έγινε την 17-1-2006 και αφορούσε αποκόμματα αλεπούς αξίας 1200 ευρώ και εκδόθηκε από τον Τ.

προς τον Κ., ενώ από τον Κ. προς τον κατηγορούμενο υπάρχουν πέντε παραστατικά που αφορούν γούνες αξίας 27.650 ευρώ, για δε την συναλλαγή που αναφέρει ο κατηγορούμενος, δεν υπάρχει κανένα φορολογικό στοιχείο. Περί τα μέσα του 2006 η επιχείρηση του Κ. στην Ιταλία έστειλε προς τον κατηγορούμενο ουρές σαμούρι, αξίας 140.000 δολαρίων Η.Π.Α.

Κατά τον μάρτυρα αυτόν, όλες οι υπογραφές στη θέση του αποδέκτη, σε όλες τις ως άνω συναλλαγματικές, δεν είναι του Κ., ούτε ποτέ θα συναινούσε να υπογράψει τρίτο πρόσωπο αντί αυτού. Απολογούμενος ο κατηγορούμενος, υποστηρίζει ότι ο μηνυτής την 8-5-2006 αγόρασε και παρέλαβε επί πιστώσει 2.000 τεμάχια ουράς Β/ΜΑΡΤΕΝ προς 14 ευρώ το τεμάχιο και συνολικά 14.280 ευρώ με πίστωση μέχρι 15-11-2006 και την 17-7-2006 επίσης αγόρασε και παρέλαβε 4.230 τεμάχια ξυστών γουνοφόρων ουρών αντί 7,14 ευρώ το τεμάχιο, συνολικής αξίας 30.273 ευρώ και γι' αυτό ο μηνυτής αποδέχθηκε την συναλλαγματική αξίας 44.553 ευρώ και λήξης 15-11-2006, υπογράφοντας ταυτόχρονα και την αντίστοιχη χρεοπιστωτική καρτέλα.

Ομοίως την 14-7-2006 ο μηνυτής αγόρασε και παρέλαβε 25 κιλά "Καναδέζικα σέϊμπολ" αντί 3.615 ευρώ το κιλό και συνολικά 70.375 ευρώ που πιστώθηκαν μέχρι την 15-10-2006 και αποδέχθηκε την ανάλογη συναλλαγματική για το ποσό αυτό με λήξη 15-10-2006 και υπέγραψε την αντίστοιχη καρτέλα. Επίσης την 17-7-2006, πάντα κατά τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, ο μηνυτής αγόρασε και παρέλαβε 69 κιλά sable η σαμούρι (Ρώσικες) προς 800 ευρώ το κιλό και συνολικά 55.200 ευρώ και αποδέχθηκε την συναλλαγματική με αυτό το ποσό και λήξη την 30-12-2006 υπογράφοντας και την σχετική καρτέλα.

Τέλος την 17-7-2006 έκλεισαν τους μεταξύ τους λογαριασμούς και ο μηνυτής αποδέχθηκε 2 ακόμη συναλλαγματικές ποσού 10.000 ευρώ και 5.394 ευρώ που αφορούσαν χρήματα που του είχε δώσει ο κατηγορούμενος, για να αγοράσει εμπορεύματα που δεν παρέλαβε ποτέ. Στο σημείο αυτό πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο κατηγορούμενος στο ερώτημα του Ανακριτή, γιατί δεν εκδόθηκαν τα απαιτούμενα νόμιμα παραστατικά (τιμολόγια, δελτία αποστολής) για τις προαναφερόμενες αγοραπωλησίες, απαντά ότι αυτό συνέβη κατ' απαίτηση του εγκαλούντα, ο οποίος ήθελε να μεταφέρει στο Ισραήλ ιδιοχείρως τα 25 κιλά ουράς σεϊμπολ, έχοντας τον τρόπο του στο Τελωνείο και αυτό συνηθίζεται στην Καστοριά.

Σύμφωνα με την απολογία του, για τις δύο εξαγωγές προς το Ισραήλ, μειώθηκαν τα ποσά της εξαγωγής για να εκτελωνισθούν τα εμπορεύματα με χαμηλούς δασμούς". Εκτίθεται περαιτέρω στην πρόταση της Εισαγγελέως Εφετών ότι για την διερεύνηση των καταγγελλομένων του μηνυτή περί πλαστογράφησης των υπογραφών του στα επίμαχα έγγραφα (συναλλαγματικές, καρτέλες και απόδειξη), διενεργήθηκαν επτά γραφολογικές πραγματογνωμοσύνες και ειδικότερα:Α) η γραφολογική πραγματογνωμοσύνη της γραφολόγου Χ.

Σ., η οποία στην σχετική με ημερομηνία 10-10-2007 έκθεσή της αποφαίνεται ότι οι δύο υπογραφές του Κ. στη θέση του αποδέκτη των δύο συναλλαγματικών που φέρονται ότι εκδόθηκαν την 14-7-2006 και 17-7-2006, ποσών 90.375 και 44.553 ευρώ αντίστοιχα, έχουν τεθεί από τον Ι. Κ., ανήκουν στους συμβολικούς τύπους και είναι απλοποιημένης δομής .

Β) η γραφολογική πραγματογνωμοσύνη του γραφολόγου Π. Τ., ο οποίος στην σχετική με ημερομηνία 24-3-2008 έκθεσή του, αποφαίνεται ότι οι μονογραφές στη θέση του αποδέκτη, για τις ίδιες πιο πάνω συναλλαγματικές, πιθανολογείται ισχυρά ότι τέθηκαν από τον Ι. Κ. αφού εντάσσονται πλήρως στην μονογραφική του συνήθεια, όπως αυτή προέκυπτε από το υλικό που τέθηκε υπόψη του πραγματογνώμονα αυτού.

Γ) η πραγματογνωμοσύνη των γραφολόγων Γ. Τ. και Μ. Μ., οι οποίοι στην σχετική με ημερομηνία 31-3-2008 έκθεση γραφολογικών παρατηρήσεών τους, αποφαίνονται ότι οι αμφισβητούμενες από τον Ι. Κ. υπογραφές στις πέντε συναλλαγματικές, στις τέσσερις καρτέλες και την χωρίς ημερομηνία απόδειξη, έχουν τεθεί από τον Ι.

Κ. με ηθελημένη αλλοίωση ή απόκρυψη του υπογραφικού του τύπου στην υπογραφή ή την μονογραφή του. Δ) η γραφολογική πραγματογνωμοσύνη της Π. Φ., η οποία διορίστηκε με την υπ' αριθμ. 56/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 50/2008 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, η οποία στην σχετική με ημερομηνία 11-8-2008 έκθεσή της αποφαίνεται ότι η υπογραφή (μονογραφή) στη θέση του αποδέκτη της συναλλαγματικής που φέρεται ότι εκδόθηκε την 17-7-2006, ποσού 44.553 ευρώ, δεν χαράχθηκε από το χέρι του Ι.

Κ., όπως επίσης ότι δεν χαράχθηκε από το χέρι του κατηγορούμενου αλλά από άλλο πρόσωπο, γιατί διαπιστώθηκαν διαφορετικά γνωρίσματα και διαφορετικοί υπογραφικοί αυτοματισμοί κατά την σύγκρισή της με την γνήσια υπογραφή τόσο του μηνυτή όσο και του κατηγορούμενου. Ε) η γραφολογική πραγματογνωμοσύνη του Δ.

Σ., ο οποίος διορίστηκε από τον Πταισματοδίκη του Γ τμήματος Θεσσαλονίκης, μετά από παραγγελία του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Καστοριάς, στα πλαίσια της διενεργηθείσης επί της υποθέσεως προκαταρκτικής εξέτασης, ο οποίος στην σχετική με ημερομηνία 6-2-2008 έκθεσή του, αποφαίνεται ότι οι υπογραφές στις καρτέλες πώλησης επί πιστώσει με ημερομηνίες 14-7-2006 ποσού 1.016 ευρώ, 18-5-2006 και 17-7-2006 ποσών 44.553 και 55.200 αντίστοιχα και στην καρτέλα με ημερομηνία 25-1-2007 ποσού 11.000 ευρώ, πιθανολογείται ισχυρά ότι δεν έχουν τεθεί από τον Ι.

Κ.. ΣΤ) η πραγματογνωμοσύνη της γραφολόγου Ε. Α. η οποία με την σχετική με ημερομηνία 14-9-2007 έκθεση γραφολογικής της γνωμάτευσης, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι υπογραφές που αποδίδονται στον Ι. Κ. και βρίσκονται στη θέση αποδοχής των δύο συναλλαγματικών με ημερομηνίες έκδοσης 14-7-2006 και 17-7-2006 και λήξης 15-10-2006 και 15-11-2006 αντίστοιχα, που φέρονται ότι εκδόθηκαν σε διαταγή Α.

Τ. και αφορούν ποσά 44.553 και 90.375 ευρώ, είναι πλαστές, πιθανολογεί δε ότι αυτές τέθηκαν από το χέρι του εκδότη των συναλλαγματικών αυτών Α. Τ., αφού περιλαμβάνουν γραφικές τάσεις και σχηματισμούς που εντοπίζονται και στις γνήσιες υπογραφές του, και Ζ) η γραφολογική πραγματογνωμοσύνη της Μ. Φ. (για το αποτέλεσμα της οποίας δεν γίνεται λόγος στην εισαγγελική πρόταση).

Εν τέλει η πρόταση της Εισαγγελέως Εφετών καταλήγει ως εξής: "Τα εκ διαμέτρου αντίθετα αυτά συμπεράσματα των τεσσάρων τελευταίων πραγματογνωμόνων, οι δύο εκ των οποίων διορίστηκαν από τον Πταισματοδίκη ή το Δικαστήριο και δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με τους διαδίκους, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν πολύ σοβαρές ενδείξεις ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει κατ' εξακολούθηση το αδίκημα της πλαστογραφίας, για το οποίο κατηγορείται.

Η άποψη αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι για τις αγοραπωλησίες που αναφέρει (προδήλως εννοεί τον κατηγορούμενο), δεν έχει εκδώσει κανένα τιμολόγιο ή οποιοδήποτε παραστατικό στοιχείο (δελτία αποστολής κ.λ.π) και μάλιστα για εμπορεύματα προορισμένα να εξαχθούν με προορισμό το Ισραήλ. Χαρακτηριστική στο σημείο αυτό είναι και η κατάθεση του λογιστή του εκκαλούντα Κ.

Π., ο οποίος αναφέρει σειρά τιμολογίων του Κ. προς τον Τ. για πώληση γουνεμπορευμάτων, ενώ για αγορά υπάρχει μόνο ένα τιμολόγιο με ημερομηνία 17-1-2006. Αν πράγματι υπήρχαν οι πωλήσεις του κατηγορουμένου προς τον αγοραστή, γιατί άραγε δεν εξέδωσε τα άνω επίσημα φορολογικά στοιχεία; Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι αυτό έγινε κατ' απαίτηση του εκκαλούντα, δεν φαίνεται πειστικός".

Mε βάση τις προαναφερθείσες σκέψεις της εισαγγελικής πρότασης αλλά και τις δικές του σκέψεις, περί των οποίων έγινε ήδη λόγος ανωτέρω, το Συμβούλιο Εφετών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα έκρινε πως από τα στοιχεία της δικογραφίας προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις οι οποίες επέβαλαν την παραπομπή του κατηγορουμένου Α.

Τ. στο ακροατήριο, προκειμένου να δικαστεί για τις πράξεις: α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος και β) της απάτης κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος. Συνακόλουθα, αφού έκανε δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη της έφεση του πολιτικώς ενάγοντος, εξαφάνισε το πρωτοβάθμιο βούλευμα και παρέπεμψε τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας, προκειμένου να δικαστεί για τις πράξεις αυτές.

Όμως το διατακτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, διατυπώθηκε κατά τρόπο αντιφατικό, καθόσον: α) ενώ στην αρχή του περιλαμβάνει διάταξη περί παραπομπής του κατηγορουμένου για πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος, στη συνέχεια: αα) υπό τον αύξοντα αριθμό 1 του διατακτικού και ειδικότερα στον στίχο 9 του 14ου φύλλου εκτίθεται ότι το Συμβούλιο "αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία" για την ίδια πράξη, η οποία αφορά την πλαστογράφηση της υπογραφής του Ι.

Κ. στις συναλλαγματικές που φέρεται ότι αποδέχθηκε, τα στοιχεία των οποίων εξειδικεύονται στη συνέχεια από τον στίχο 10 του 14ου φύλλου, μέχρι τον στίχο 20 της δεύτερης σελίδας του αυτού φύλλου. ββ) υπό τον αύξοντα αριθμό 2 του διατακτικού και ειδικότερα στον στίχο 27 της δεύτερης σελίδας του 14ου φύλλου εκτίθεται ότι το Συμβούλιο "αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία" για την πράξη της πλαστογραφίας, η οποία αφορά την πλαστογράφηση της υπογραφής του πολιτικώς ενάγοντος Ι.

Κ. στην με αριθμό 12 απόδειξη και στις καρτέλες πώλησης επί πιστώσει, τα στοιχεία των οποίων εξειδικεύονται στη συνέχεια. Οι ίδιες αντιφατικές παραδοχές παρατηρούνται και στην διάταξη που αφορά το έγκλημα της απάτης κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος, καθόσον υπό το κεφάλαιο Β και τον αύξοντα αριθμό 1 στον στίχο 13 της δεύτερης σελίδας του 15ου φύλλου, εκτίθεται ότι το Συμβούλιο "αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία" για την πράξη της απάτης ενώπιον δικαστηρίου, η οποία φέρεται τελεσθείσα με την έκδοση των υπ' αριθμ. 48/2007 και 55/2007 διαταγών πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, δια της παραπλάνησης του πιο πάνω Δικαστή από τον κατηγορούμενο με την προσαγωγή και επίκληση των επίμαχων δύο συναλλαγματικών που φέρονται ότι εκδόθηκαν την 14-7-2006 και 17-7-2006 και αφορούσαν ποσά 90.375 και 44.553 ευρώ.

Με βάση αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις που έλαβε υπόψη του το Συμβούλιο και οι σκέψεις και συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήγαγε τα πραγματικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να στερείται έτσι το προσβαλλόμενο βούλευμα νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα: α) καμία αιτιολογία δεν διαλαμβάνεται σ' αυτό σε σχέση με το έγκλημα της απάτης ενώπιον δικαστηρίου κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος, για το οποίο το Συμβούλιο έκρινε παραπεμπτέο τον κατηγορούμενο. Στην εισαγγελική πρόταση στην οποία το Συμβούλιο παραπέμπει, διαλαμβάνεται ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας "προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει κατ' εξακολούθηση το αδίκημα της πλαστογραφίας, για το οποίο κατηγορείται", ενώ δεν γίνεται καμία αναφορά στο έγκλημα της απάτης ενώπιον Δικαστηρίου.

Η ίδια παράλειψη εντοπίζεται και σ' αυτές καθαυτές τις σκέψεις του Συμβουλίου, καθόσον και αυτό περιορίζεται στην αιτιολόγηση της συνδρομής των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της διακεκριμένης πλαστογραφίας μετά χρήσεως, που φέρεται τελεσθείσα από τον κατηγορούμενο κατ' εξακολούθηση, ενώ δεν κάνει καμία αναφορά στο έγκλημα της απάτης.

β) υπάρχει σοβαρή αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, αλλά και μεταξύ του ίδιου του διατακτικού, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Ειδικότερα ενώ με το σκεπτικό γίνεται δεκτό ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του κατηγορουμένου και για τις δύο πράξεις, ενδείξεις οι οποίες δικαιολογούν τον ακροαματικό έλεγχο της υποθέσεως, με το διατακτικό του το Συμβούλιο αποφαίνεται μεν κατ' αρχήν περί της παραπομπής του κατηγορουμένου, πλην όμως στη συνέχεια και εντελώς αντιφατικά, αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία για τις ίδιες πράξεις, εξειδικεύοντας μάλιστα αυτές κατά τόπο χρόνο και λοιπές περιστάσεις.

Οι υπόλοιπες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, καθόσον: αα) το Συμβούλιο, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα στοιχεία της δικογραφίας. Τούτο προκύπτει σαφώς από το ότι κατά τον κατ' είδος προσδιορισμό των αποδεικτικών μέσων τα οποία το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του, μεταξύ των άλλων αναφέρονται και όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στην δικογραφία.

Για την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν ήταν απαραίτητο το Συμβούλιο να παραθέσει αναλυτικά τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, το γεγονός δε ότι εξαίρει ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δεν έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα που επισημαίνει ο αναιρεσείων στην υπό κρίση αίτησή του. ββ) από το σύνολο των γραφολογικών πραγματογνωμοσυνών που διενεργήθηκαν επί της υποθέσεως, μόνο εκείνη που διενεργήθηκε από τον γραφολόγο Δ.

Σ. φέρει τον χαρακτήρα του αποδεικτικού μέσου της πραγματογνωμοσύνης των άρθρων 178 και 183 του Κ.Π.Δ, το πόρισμα δε αυτής είναι σύμφωνο με τις παραδοχές του Συμβουλίου. Οι υπόλοιπες πραγματοποιήθηκαν είτε μετά από αποφάσεις πολιτικών δικαστηρίων, είτε με πρωτοβουλία των διαδίκων και συνεπώς αποτελούν απλές γνωματεύσεις ή γνωμοδοτήσεις από πρόσωπα με ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο και συνεκτιμήθηκαν ως απλά έγγραφα, δεν υφίστατο δε υποχρέωση του Συμβουλίου να αιτιολογήσει την διαφορετική του κρίση, στις περιπτώσεις η κρίση του ήταν διαφορετική από το πόρισμα αυτών (ΑΠ 384/2009, ΑΠ 921/2009).

γ) το Συμβούλιο αιτιολογημένα απέρριψε το αίτημα του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του (ΑΠ 1724/2007 ΠοινΧρον ΝΗ 550, ΑΠ 960/2006 ΠοινΔικ 2006.1346, ΑΠ 292/2003 Ποιν.Δικ. 2003.844, 2.125/2002, Α.300/2001, παγία νμλ.). Μετά ταύτα και κατ' αποδοχή ως βάσιμων των πρώτου, δεύτερου, τέταρτου και εν μέρει του πέμπτου, των προβαλλόμενων λόγων αναιρέσεως, πρέπει το προσβαλλόμενο βούλευμα να αναιρεθεί στο σύνολό του και να παραπεμφθεί για νέα κρίση στο ίδιο συμβούλιο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: α) Να γίνει δεκτή η με αριθμό 31/9-6-2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Α. Τ. του Σ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 106/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δυτικής Μακεδονίας. β) Να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό στο σύνολό του, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, χωρίς την συμμετοχή των ίδιων δικαστών. Αθήνα 8 Οκτωβρίου 2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής".

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 216 παρ. 1,3 του Π.Κ., όπως το εδάφιο α' της παρ. 3 ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 14 παρ. 2 του ν.2721/1999, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλου, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.

Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Αν ο υπαίτιος των πράξεων των παραγράφων 1 και 2 σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό ήδη των 73.000 ευρώ.

Από τη διάταξη αυτή που αποβλέπει στην προστασία της ασφαλείας και της ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. Γ' του Π.Κ., από τον υπαίτιο που το εκδίδει στο όνομα άλλου ως εάν είχε από τον άλλον καταρτισθεί και εκδοθεί ή με την κατ' απομίμηση θέση της υπογραφής άλλου σε υπάρχον έγγραφο ή με την κατάχρηση της εν λευκώ υπογραφής άλλου, είτε η νόθευση εγγράφου με αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου με προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων.

Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος του δράστη, που περιλαμβάνει (έστω και με την έννοια της αμφιβολίας) τη γνώση των πραγματικών περιστατικών της αντικειμενικής υποστάσεώς της και τη θέληση ή αποδοχή να συντελέσει με την ενέργειά του στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και επιπροσθέτως το σκοπό του δράστη να παραπλανήσει άλλον με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση (ή κατάργηση) δικαιώματος ή εννόμου σχέσεως, δημοσίας ή ιδιωτικής φύσεως, όντος αδιαφόρου εάν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε, ενώ για τη θεμελίωση της προβλεπόμενης στην παράγραφο 3 εδαφ.

Α' του άρθρου 216 Π.Κ. βαρύτερης μορφής της πράξεως, που τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται πρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου ή να βλάψει άλλον, υπό την προϋπόθεση ότι το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ.

Η χρήση του πλαστού από τον πλαστογράφο μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο χρησιμοποιείται το έγγραφο είτε αμέσως είτε εμμέσως. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 Π.Κ., όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας άλλον, σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράστασης ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.

Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη ή παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη.

Δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται το πρόσωπο εκείνου που εξαπατήθηκε με εκείνου που ζημιώθηκε αρκεί να μπορεί από το νόμο ή από τα πράγματα να επιχειρήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη, παράλειψη ή ανοχή, το δε περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ο δράστης, πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτόμενου στη διάθεση της οποίας προέβη ο παραπλανηθείς, έτσι ώστε να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης.

Περαιτέρω μετά την αντικατάσταση της παρ. 3 του άρθρου 386 Π.Κ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν.2721/1999 η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και στην περίπτωση κατά την οποία το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ο δράστης ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει ήδη το ποσό των 73.000 ευρώ.

Στην πολιτική δίκη μπορεί ο δράστης να παραπλανήσει στον δικαστή, οπότε συντελείται αντικειμενικώς το έγκλημα της απάτης δια της προβολής ψευδούς ισχυρισμού, ο οποίος να υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσκομιδή ψευδών αποδεικτικών μέσων, όπως πλαστών ή γνησίων αλλά ψευδών κατά περιεχόμενο εγγράφων από τα οποία ο δικαστής παραπλανάται και εκδίδει οριστική απόφαση από την οποία επέρχεται βλάβη στα περιουσιακά συμφέροντα του αντιδίκου του παραπλανώνος.

Η βλάβη δεν απαιτείται να είναι οριστική, ούτε αίρεται εκ του ότι ο βλαπτόμενος κατέφυγε στο δικαστήριο και απεφεύχθη αυτή, ούτε απαιτείται όπως πραγματωθεί το επιδιωχθέν περιουσιακό όφελος που αποτελεί την ουσιαστική αποπεράτωση του εγκλήματος. Έτσι η πράξη της απάτης στο δικαστήριο τελείται και με την αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής με πλαστές ή νοθευμένες ή ψευδείς κατά περιεχόμενο συναλλαγματικές, το ποσό των οποίων δεν όφειλε ο παθών και ο δικαστής που παραπλανήθηκε από αυτές και εξέδωσε τη βλαπτική για τα συμφέροντα του αντιδίκου του διαταγή πληρωμής, συνεπεία της οποίας, αποτελούσης εκτελεστό τίτλο (άρθρο 631 Κ.Πολ.Δ.) επέρχεται βλάβη στην περιουσία ή και απειλή κατά της περιουσίας, όταν αυτή δημιουργεί χειροτέρευση της παρούσης περιουσιακής καταστάσεως του φερομένου ως οφειλέτη του αντιδίκου του δράστη.

Στην περίπτωση αυτή η διαταγή πληρωμής που εκδίδεται δεν απαιτείται να καταστεί απρόσβλητη, ολοκληρώνεται δε η διάθεση της ξένης περιουσίας με την εντολή προς το δικαστικό επιμελητή και την εκτέλεσή της. Από το συνδυασμό του άρθρου 17 Π.Κ. που ορίζει ότι χρόνος τελέσεως της πράξεως θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει και ότι ο χρόνος κατά τον οποίο επήλθε το αποτέλεσμα είναι αδιάφορος, εκτός αν ορίζεται άλλως και του άρθρου 112 ΠΚ που ορίζει ότι η προθεσμία της παραγραφής αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν άλλως ορίζεται, προκύπτει ότι επί των εγκλημάτων για την αντικειμενική υπόσταση των οποίων ως τετελεσμένων απαιτείται κατά νόμο ως στοιχείο η επέλευση ορισμένου αποτελέσματος, ως χρόνος τελέσεως της πράξεως και επομένως ως χρόνος ενάρξεως της προθεσμίας της κατά το άρθρο 111 Π.Κ.

παραγραφής αυτής, θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει, είναι δε αδιάφορος ο χρόνος κατά τον οποίο επήλθε το αποτέλεσμα, εκτός αν εξαιρετικώς ορίζεται άλλως στο νόμο, ότι δηλαδή η παραγραφή αρχίζει από την ημέρα επελεύσεως του αποτελέσματος. Επομένως, χρόνος τελέσεως της απάτης θεωρείται εκείνος, κατά τον οποίον ο δράστης με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις εξ αιτίας των οποίων παραπλανήθηκε (πείσθηκε) ο παθών ή τρίτος.

Είναι αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη του θύματος, δεδομένου ότι δεν ορίζεται άλλως στο νόμο. Οι μετά την εξαπάτηση ψευδείς παραστάσεις του δράστη προς διατήρηση του οφέλους που επέτυχε από την αρχική εξαπάτηση δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αξιόποινες πράξεις που συρρέουν αληθώς ούτε ως μερικότερες πράξεις του αυτού κατ' εξακολούθηση εγκλήματος που διατηρούν την αυτοτέλειά τους ως προς την ποινική δίωξη των και την παραγραφή εκτός εάν με αυτές προκαλείται νέα και διαφορετική ζημιά ή νέα βλάβη στην περιουσία του παθόντος.

Επί απάτης κατά το άρθρο 386 Π.Κ. τότε μόνον υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της αποφάσεως προς τέλεσή τους, θα αποτελούν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα, με την έννοια βλάβης (διαφοράς προς το χειρότερο) της συνολικής χρηματικής αξίας της περιουσίας του, πράξη του δράστη, που ενεργεί με σκοπό προσπορισμού παρανόμου περιουσιακού οφέλους είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος που προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου.

Μία πράξη απάτης τελείται όταν γίνονται ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατηθέν πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, εξ αιτίας δε της άπαξ επελθούσης πλάνης ο εξαπατώμενος προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις. Επί απάτης που διαπράττεται με παραπλάνηση του δικαστή που δικάζει σε πολιτική δίκη και στοιχειοθετείται όταν ο διάδικος σε πολιτική δίκη όχι μόνο προβάλλει ψευδή πραγματικό ισχυρισμό αλλά ταυτόχρονα προσκομίζει, προς υποστήριξή του, εν γνώσει του, ψευδή αποδεικτικά μέσα με τα οποία παραπλανά το δικαστήριο, σε περίπτωση κατά την οποία οι ψευδείς ισχυρισμοί που υποστηρίζονται από τα ψευδή αποδεικτικά μέσα επαναλαμβάνονται ενώπιον περισσοτέρων του ενός δικαστηρίου, θεμελιώνεται κατ' εξακολούθηση τέλεση της απάτης, έστω και αν προσβάλλεται η ίδια περιουσία, αφού σε καθεμιά περίπτωση εκδίδεται ή θα εκδιδόταν αυτοτελής απόφαση.

Μεταξύ των εγκλημάτων της πλαστογραφίας και της απάτης τετελεσμένης υφίσταται αληθής συρροή και δεν απορροφάται το ένα από το άλλο, έστω και αν ο δράστης της πλαστογραφίας χρησιμοποιεί τα πλαστά έγγραφα για να πείσει κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, δεδομένου ότι καθένα από αυτά τα εγκλήματα είναι αυτοτελές, η αντικειμενική υπόστασή των αποτελείται από διαφορετικά περιστατικά και η μια πράξη δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο άλλης.

Από τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 1 Π.Κ., προκύπτει, ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις διακρινόμενες μεταξύ τους χρονικά, οι οποίες προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως.

Από τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 2 Π.Κ. όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν.2721/1999 και ισχύει από 3.6.1999, προκύπτει ότι η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό.

Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ.

ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα και όταν αναφέρονται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, όταν το τελευταίο περιέχει εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τέτοια, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού.

Είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση εφόσον σ' αυτήν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα όρια προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπ' όψη όλα στο σύνολό τους και όχι μόνον ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται ειδικώς και να γίνεται μνεία του τι προέκυψε από το καθένα.

Δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους ούτε απαιτείται να προσδιορίζονται ποιό ή ποιά βάρυναν περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Αρκεί μόνο να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της κρίσεώς του όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως αυτό επιβάλλεται από τα άρθρα 177 παρ. 1 και 178 Κ.Ποιν.Δ.

και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει μη λήψη υπόψη των άλλων. Υπό την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου επί της ουσίας της υποθέσεως.

Η κατά το άρθρο 178 Κ.Ποιν.Δ. απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα, περιλαμβάνει δε ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, την πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται στην ποινική διαδικασία κατά το άρθρο 183 Κ.Ποιν.Δ. υπό την συνδρομή των οριζομένων προϋποθέσεων από ανακριτικό υπάλληλο ή το δικαστικό Συμβούλιο είτε αυτεπαγγέλτως είτε μετά από αίτηση του Εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους.

Η πραγματογνωμοσύνη αυτή, η οποία αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσεως του δικαστή όταν ανακύπτει ζήτημα που απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις, διακρίνεται από τα έγγραφα και ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο πρέπει δε να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη.

Για την πληρότητα όμως της αιτιολογίας δεν είναι απαραίτητη ειδική μνεία και αξιολόγηση της πραγματογνωμοσύνης όταν το συμπέρασμά της δεν είναι αντίθετο με το αποδεικτικό πόρισμα του βουλεύματος, οφείλει όμως το Συμβούλιο ή το δικαστήριο, που πάντοτε εκτιμά ελεύθερα την πραγματογνωμοσύνη, υπό την έννοια ότι δεν δεσμεύεται από τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων σε περίπτωση που δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτή συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του κρίση παραθέτοντας πραγματικά περιστατικά που αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες έθεσαν ως βάση της γνώμης τους και να αντικρούει τα τυχόν αντίθετα πορίσματα αυτών.

Δεν ταυτίζονται με το προβλεπόμενο από το άρθρο 178 Κ.Ποιν.Δ. αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης οι γνωματεύσεις ή γνωμοδοτήσεις που προκαλούνται από τους διαδίκους και συντάσσονται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης και καλούνται να εκφέρουν τη γνώμη τους σε σχέση με τα τιθέμενα υπόψη τους γεγονότα ή έγγραφα ούτε οι εκθέσεις που συντάσσονται από πραγματογνώμονες στα πλαίσια πολιτικής δίκης, αλλά λαμβάνονται αυτές υπ' όψη από το Δικαστικό Συμβούλιο ως έγγραφα και συνεκτιμώνται μαζί με τις άλλες αποδείξεις προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του το Συμβούλιο ή το δικαστήριο.

Τέλος, λόγος αναιρέσεως του βουλεύματος του δικαστικού συμβουλίου ιδρύεται κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Ποιν.Δ. σε περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει και σε περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής τέτοιας διατάξεως, που υπάρχει όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, δέχθηκε ότι από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα που συγκεντρώθηκαν κατά την προηγηθείσα κυρία ανάκριση, ήτοι τις καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων, του πολιτικώς ενάγοντος, τα έγγραφα, τις εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης των διορισθέντων με την Δ07/2116 παραγγελία της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Καστοριάς, πραγματογνωμόνων, καθώς και των διορισθέντων από τον πολιτικώς ενάγοντα και τον κατηγορούμενο αντίστοιχα, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση, στις σκέψεις της οποίας επιτρεπτώς αναφέρεται και αιτιολόγησε περαιτέρω το Συμβούλιο την περί αυτών κρίση του και με δικές του σκέψεις.

Στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση διαλαμβάνονται τα εξής: Την 25.7.2007 επιδόθηκαν στον εκκαλούντα πολιτικώς ενάγοντα τα αντίγραφα εξ απογράφου εκτελεστού των παρακάτω διαταγών πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς που εκδόθηκαν κατόπιν αιτήσεως του Α.

Τ. (κατηγορουμένου), ήτοι: α) της υπ' αριθμό 48/13.6.2007 διαταγής πληρωμής για κεφάλαιο 90.375 ευρώ νομιμοτόκως από 15.10.2006, επί πλέον δε για νόμιμους τόκους 6.950,72 ευρώ, για δικαστική δαπάνη 1.508 ευρώ, για έκδοση απογράφου και σύνταξη επιταγής, προς πληρωμή 1.408 ευρώ και συνολικά για ποσό 100.241,72 ευρώ, η οποία αφορούσε μια συναλλαγματική που εκδόθηκε από τον Α.

Τ. την 14.7.2006 στην Καστοριά, ποσού 90.375 ευρώ, λήξεως 15.10.2006, πληρωτέα στην Καστοριά σε διαταγή του μηνυομένου (κατηγορουμένου) και την οποία φέρεται ότι αποδέχθηκε και υπέγραψε ο εκκαλών αυθημερόν και β) της υπ' αριθμό 55/5.7.2007 διαταγής πληρωμής, για κεφάλαιο 44.553 ευρώ νομιμοτόκως από 15.11.2006, επί πλέον δε για νόμιμους τόκους 3.336,22 ευρώ, για δικαστική δαπάνη 1.050 ευρώ και για έκδοση απογράφου και σύνταξη της επιταγής προς πληρωμή 950 ευρώ και συνολικά για ποσό 49.889,22 ευρώ, η οποία αφορά σε συναλλαγματική εκδόσεως του μηνυομένου Τ.

την 17.7.2006 στην Καστοριά, ποσού 44.553 ευρώ, λήξεως 15.11.2006, πληρωτέα στην Καστοριά, σε διαταγή του κατηγορουμένου την οποία φέρεται να έχει αποδεχθεί και υπογράψει ο εκκαλών Ι. Κ., ο οποίος ισχυρίζεται ότι καμία εκ των δύο άνω συναλλαγματικών υπέγραψε ότι τις αγνοούσε τελείως και καταμήνυσε τον εκδότη αυτών για πλαστογραφία μετά χρήσεως και απάτη σε βαθμό κακουργήματος.

Στη συνέχεια και ενώ είχε αρχίσει η διερεύνηση των άνω καταγγελλομένων με νέα μηνυτήρια αναφορά του ο Ι. Κ. κατήγγειλε ότι την 2.11.2007 κατά τη συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων επί αιτήσεών του περί αναστολής εκτελέσεως των προαναφερθεισών υπ' αριθμ. 48/2007 και 55/2007 διαταγών πληρωμής, προσκομίσθηκαν από τον κατηγορούμενο προς αντίκρουση των ισχυρισμών του μηνυτή, τα εξής έγγραφα, στα οποία υπάρχουν υπογραφές που φέρονται ότι έχουν τεθεί από τον Ι.

Κ.: α) μία καρτέλα που φέρει τον τίτλο "ΠΩΛΗΣΗ ΕΠΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙ ΑΠΟ Τ. Α.." όπου υπάρχει καταχωρημένη μία συναλλαγή μεταξύ των δύο αυτών αντιδίκων με ημερομηνία 14.7.2006 που αφορά πώληση 25 κιλών ουράς καναδέζικης προς 3615 ευρώ το κιλό, β) μία ακόμη καρτέλα, όπου με ημερομηνίες 15.5.2006 και 17.7.2006 αναφέρονται δύο συναλλαγές μεταξύ τους,, όπου φέρονται ότι πωλήθηκαν από τον κατηγορούμενο προς τον μηνυτή 2000 κιλά και 4240 κιλ.

ουρές Β/MARTEN αξίας 14.289 ευρώ, 30273 ευρώ αντίστοιχα και γ) ακόμη μία όμοια προς τις άνω καρτέλα, όπου φέρεται κατά τον κατηγορούμενο συναλλαγή - πώληση προς τον μηνυτή 69 κιλών ουράς "σέϊμπολ" προς 800 ευρώ, συνολικής αξίας 555 ευρώ, δ) μία απόδειξη πληρωμής με αριθμό 12, σύμφωνα με την οποία ο μηνυτής φέρεται να έλαβε από τον κατηγορούμενο 20.000 ευρώ, ε) μία συναλλαγματική από 17.7.2006 ποσού 55.200 ευρώ, λήξεως 30.12.2006, εκδόσεως στην Καστοριά σε διαταγή του κατηγορουμένου αποδοχής δε του μηνυτή, στ) δεύτερη συναλλαγματική επίσης από 17.7.2006, ποσού 10.000 ευρώ, λήξεως 25.1.2007, εκδόσεως στην Καστοριά σε διαταγή του κατηγορουμένου αποδοχής (εννοεί του μηνυτή), ζ) τρίτη συναλλαγματική σε διαταγή του κατηγορουμένου, εκδόσεως επίσης 17.7.2006, ποσού 5394 ευρώ, λήξεως 25.1.2007, την οποία φέρεται να έχει αποδεχθεί ο μηνυτής.

Αυτές τις τρεις συναλλαγματικές δεν υπέγραψε ποτέ ως αποδέκτης ο μηνυτής, σύμφωνα με την καταγγελία του, αλλά ο ίδιος ο κατηγορούμενος μιμούμενος την υπογραφή του μηνυτή, αλλά κατά τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, αυτό δεν είναι αληθινό, καθώς σε όλα αυτά τα έγγραφα, δηλαδή στις άνω 4 καρτέλες πώλησης επί πιστώσει του Α.

Τ., στην υπ' αριθμ. 12 χωρίς ημερομηνία απόδειξη ποσού 20.000 ευρώ και στις ως άνω από 14.7.2006 και 17.7.2006 πέντε συνολικά συναλλαγματικές φέρουν γνήσιες υπογραφές του μηνυτή. Από την από 10.9.2009 ένορκη κατάθεση της Ν. Ζ. του Κ., υπαλλήλου του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι ο μηνυτής και ο κατηγορούμενος είχαν εμπορικές δοσοληψίες και αρχές Μαΐου 2006 ο μηνυτής αγόρασε και παρέλαβε από τον κατηγορούμενο σε τέσσερις δόσεις 2000 κομμάτια ουράς κουναβιού Β/MARTEN για να τα πωλήσει στο Ισραήλ, αντί 7 ευρώ το κομμάτι (η μάρτυς όμως δεν γνωρίζει αν μεταξύ των δύο αυτών συμβαλλομένων υπήρξε σύμβαση συνεργασίας ή μεσιτείας, παρότι για μεσιτεία δεν άκουσε κάτι σχετικό.

Κατέθεσε επίσης ότι όλες τις συναλλαγματικές με ημερομηνία 17.7.2006 ο Κ. τις υπέγραψε μπροστά της και αυτή ετοίμασε τα σχετικά δεκτία αποστολής - τιμολόγια, για την εξαγωγή 60 κιλών συνολικά ρωσικής ουράς. Τότε ο μηνυτής παρέλαβε και την τελευταία δόση εμπορευμάτων και μεταξύ τους οι δύο μηνυτής και κατηγορούμενος ξεκαθάρισαν το λογαριασμό τους και γι' αυτό εκείνη την ημέρα υπογράφτηκαν οι τέσσερις συναλλαγματικές και σημειώθηκαν από τον κατηγορούμενο στις σχετικές καρτέλες αφού υπογράφτηκαν από τον μηνυτή μπροστά στη μάρτυρα.

Στη συνέχεια και οι δύο συμβαλλόμενοι ταξίδευσαν στο Ισραήλ για να προωθήσουν τα εμπορεύματα). Την αγορά των άνω εμπορευμάτων από τον Κ. επιβεβαιώνει και ο άλλος υπάλληλος του κατηγορουμένου Β. Ν., σύμφωνα με την από 10.2.2009 ένορκη κατάθεση του οποίου αυτό συνέβη τον Μάιο και τον Ιούλιο 2006. Επίσης ο συνεργάτης του κατηγορουμένου Π.

Μ. καταθέτει σχετικά με την απόδειξη για ποσό 20.000 ευρώ που αφορά σε μετρητά που έδωσε ο κατηγορούμενος στο μηνυτή να του φέρει εμπορεύματα από την Ιταλία. Σε αντίθεση με αυτές τις καταθέσεις ευρίσκεται η από 29.1.2009 κατάθεση του λογιστή του εκκαλούντος ο οποίος καταθέτει ότι η μόνη συναλλαγή μεταξύ του κατηγορουμένου και του μηνυτή που εμφανίζεται σε τιμολόγιο είναι την 17.1.2006 και αφορά αποκόμματα αλεπούς αξίας 1.200 ευρώ και εκδόθηκε από τον Τ.

προς τον Κ., ενώ από τον Κ. προς τον κατηγορούμενο υπάρχουν πέντε παραστατικά που αφορούν γούνες αξίας 27.650 ευρώ, για δε συναλλαγή που αναφέρει ο κατηγορούμενος δεν υπάρχει κανένα φορολογικό στοιχείο. Περί τα μέσα 2206 η επιχείρηση του Κ. στην Ιταλία έστειλε προς τον κατηγορούμενο ουρές Σαμούρι αξίας 140.000 δολλαρίων ΗΠΑ.

Κατά τον μάρτυρα αυτόν όλες οι υπογραφές στη θέση του αποδέκτη, σε όλες τις άνω συναλλαγματικές δεν είναι του Κ., ούτε ποτέ θα συναινούσε να υπογράψει τρίτο πρόσωπο αντ' αυτού. Απολογούμενος ο κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι ο μηνυτής την 8.5.2006 αγόρασε και παρέλαβε επί πιστώσει 2000 τεμάχια ουρά B/MARTEN προς 7,14 ευρώ το τεμάχιο και συνολικά 14.280 ευρώ με πίστωση μέχρι 15.11.2006 και την 17.7.2006 επίσης αγόρασε και παρέλαβε 4230 τεμάχια ξυστών γουνοφόρων ουρών αντί 7,14 ευρώ το τεμάχιο, συνολικής αξίας 30.273 ευρώ και γι' αυτό ο μηνυτής αποδέχθηκε την συναλλαγματική αξίας 44.553 ευρώ και λήξεως 15.11.2006 και γι'αυτό ο μηνυτής αποδέχθηκε την συναλλαγματική αξίας 44.553 ευρώ και λήξεως 15.11.2006 υπογράφοντας ταυτόχρονα και την αντίστοιχη χρεωπιστωτική καρτέλα.

Ομοίως την 14.7.2006 ο μηνυτής αγόρασε και παρέλαβε 15 κιλά "Καναδέζικα Σέϊμπολ" αντί 3615 ευρώ το κιλό και συνολικά 70.375 ευρώ που πιστώθηκαν μέχρι την 15.112006 και αποδέχθηκε την ανάλογη συναλλαγματική για το ποσό αυτό με λήξη 15.10.2006 και υπέγραψε την αντίστοιχη καρτέλα. Επίσης την 17.7.2006, πάντα κατά τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, ο μηνυτής αγόρασε και παρέλαβε 69 κιλά "Sable" ή "Σαμούρι" (Ρώσικες) προς 800 ευρώ το κιλό και συνολικά 55.200 ευρώ και αποδέχθηκε τη συναλλαγματική με αυτό το ποσό και λήξη 30.12.2006, υπογράφοντας τη σχετική καρτέλα.

Τέλος την 17.7.2006 έκλεισαν τους μεταξύ τους λογαριασμούς και ο μηνυτής αποδέχθηκε δύο ακόμη συναλλαγματικές ποσού 10.000 ευρώ και 5394 ευρώ, που αφορούσαν χρήματα που του είχε δώσει ο κατηγορούμενος για να αγοράσει από την Ιταλία εμπορεύματα που δεν παρέλαβε ποτέ. Στο σημείο αυτό πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο κατηγορούμενος στο ερώτημα του Ανακριτή, γιατί δεν εκδόθηκαν τα απαιτούμενα νόμιμα παραστατικά (τιμολόγια, δελτία αποστολής) για τις προαναφερθείσες αγοραπωλησίες απαντά ότι αυτό συνέβη κατ' απαίτηση του εκκαλούντα, ο οποίος ήθελε να μεταφέρει στο Ισραήλ ιδιοχείρως τα 25 κιλά ουρά σέϊμπολ έχοντας τον τρόπο του στο Τελωνείο και αυτό συνηθίζεται στην Καστοριά σύμφωνα με την απολογία του, για τις δύο εξαγωγές προς το Ισραήλ καθ' υπόδειξη του Κ.

τέθηκαν τα ποσά της εξαγωγής για να εκτελωνισθούν τα εμπορεύματα με χαμηλούς δασμούς. Για την διερεύνηση των καταγγελλομένων από τον μηνυτή - εκκαλούντα σε ό,τι αφορά τις υπογραφές του στα επίδικα έγγραφα, πραγματοποιήθηκαν οι εξής γραφολογικές πραγματογνωμοσύνες: Α) η από 10.10.2007 γραφολογική πραγματογνωμοσύνη της γραφολόγου Χ.

Σ., η οποία αποφαίνεται ότι οι δύο υπογραφές στη θέση του αποδέκτη των δύο συναλλαγματικών με ημερομηνίες έκδοσης 14.7.2006 και 17.7.2006 ΠΟΣΏΝ 90.375 ευρώ και 44.553 ευρώ αντίστοιχα έχουν τεθεί από τον Ι. Κ., ανήκουν στους συμβολικούς τύπους και είναι απλοποιημένης δομής. Β) η από 24.3.2008 γραφολογική πραγματογνωμοσύνη του γραφολόγου Π.

Τ., ο οποίος αποφαίνεται ότι οι μονογραφές στη θέση του αποδέκτη, για τις ίδιες ως άνω δύο συναλλαγματικές, κατά υψηλή πιθανολόγηση τέθηκαν από τον Ι. Κ., αφού εντάσσονται πλήρως στη μονογραφική του συνήθεια όπως αυτή προκύπτει από το συγκριτικό υλικό που τέθηκε υπόψη του πραγματογνώμονα αυτού. Γ) Η από 31.3.2008 έκθεση γραφολογικών παρατηρήσεων των γραφολόγων Γ.

Τ. και Μ. Μ., οι οποίοι αποφαίνονται ότι όλες οι αμφισβητούμενες μονογραφές στις ως άνω πέντε συναλλαγματικές, τις τέσσερις καρτέλες και την απόδειξη υπ' αριθμό 12 τέθηκαν από τον Ι. Κ., με ηθελημένη αλλοίωση ή απόκρυψη του υπογραφικού τρόπου στην υπογραφή ή τη μονογραφή του. Δ) Αντίθετα η από 11.5.2008 γραφολογική πραγματογνωμοσύνη της Π.

Φ., η οποία διορίστηκε με την υπ' αριθμ. 56/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς σε συνδυασμό με την υπ' αριθμό 50/2008 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, αποφαίνεται ότι η υπογραφή (μονογραφή) στη θέση του αποδέκτη της συναλλαγματικής εκδόσεως 17.7.2006 ποσού 44.553 ευρώ, δεν χαράχθηκε από το χέρι του Ι. Κ. και επίσης δεν χαράχθηκε από το χέρι του κατηγορουμένου αλλά από άλλο πρόσωπο, γιατί διαπιστώθηκαν διαφορετικά γνωρίσματα και διαφορετικός υπογραφικός αυτοματισμός κατά τη σύγκριση με τη γνήσια υπογραφή τόσο του μηνυτή όσο και του κατηγορουμένου.

Ε) Η από 6.2.2008 γραφολογική πραγματογνωμοσύνη του Δ. Σ., ο οποίος διορίστηκε από τον Πταισματοδίκη Γ' Τμήματος Θεσσαλονίκης κατόπιν παραγγελίας του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Καστοριάς στα πλαίσια της προκαταρκτικής έρευνας της παρούσης δικογραφίας, που αποφαίνεται ότι οι υπογραφές στις καρτέλες πωλήσεως επί πιστώσει που διατηρεί ο κατηγορούμενος με ημερομηνίες 14.7.2006 ποσού 1.016 ευρώ, 18.5.2006 και 17.7.2006, ποσού 44.553 ευρώ και 55.200 ευρώ αντίστοιχα και ακόμη μια καρτέλα της 25.1.2007, ποσού 11.700 ευρώ κατά υψηλή πιθανολόγηση δεν έχουν χαραχθεί από τον Ι.

Κ.. ΣΤ) Η από 14.9.2007 έκθεση γραφολογικής γνωματεύσεως της γραφολόφου Ε. Α., η οποία συμπερασματικά καταλήγει στο ότι οι υπογραφές που αποδίδονται στον Ι. Κ. και βρίσκονται στη θέση αποδοχής δύο συναλλαγματικών με ημερομηνία εκδόσεως 14.7.2006 και 17.7.2006 αντίστοιχα και λήξεως 15.10.2006 και 15.11.2006 αντίστοιχα σε διαταγή Α.

Τ., ποσού 44.553 ευρώ και 90.375 ευρώ αντίστοιχα, είναι πλαστές και πιθανολογείται ότι οι δύο υπογραφές τέθηκαν από το χέρι του εκδότη Α. Τ., αφού περιλαμβάνουν γραφικές τάσεις και σχηματισμούς που εντοπίστηκαν στις γνήσιες υπογραφές του. Ζ). Η γραφολογική πραγματογνωμοσύνη της Μ. Φ.. Τα εκ διαμέτρου αντίθετα αυτά συμπεράσματα των τεσσάρων τελευταίων πραγματογνωμόνων, οι δύο εκ των οποίων διορίστηκαν από τον Πταισματοδίκη ή το δικαστήριο και δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με τους διαδίκους, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν πολύ σοβαρές ενδείξεις ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει κατ' εξακολούθηση το αδίκημα της πλαστογραφίας, για το οποίο κατηγορείται.

Η άποψη αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι για τις αγοραπωλησίες που αναφέρει, δεν έχει εκδώσει κανένα τιμολόγιο ή οποιοδήποτε παραστατικό στοιχείο (δελτίο αποστολής κ.λ.π.) και μάλιστα για εμπορεύματα προορισμένα να εξαχθούν με προορισμό το Ισραήλ. Χαρακτηριστική στο σημείο αυτό είναι και η κατάθεση του λογιστή του εκκαλούντα Κ.

Π., ο οποίος αναφέρει σειρά τιμολογίων του Κ. προς τον Τ. για πώληση γουνεμπορευμάτων ενώ για αγορά υπάρχει μόνο ένα τιμολόγιο με ημερομηνία 17.1.2006. Αν πράγματι υπήρχαν οι πωλήσεις του κατηγορουμένου προς τον αγοραστή, γιατί άραγε δεν εξέδωσε τα άνω επίσημα φορολογικά στοιχεία. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι αυτό έγινε κατ' απαίτηση του εκκαλούντα δεν φαίνεται πειστικός.

Κατ' ακολουθίαν αυτών στην εισαγγελική πρόταση αναφέρεται ότι κατά παραδοχή της εφέσεως του εκκαλούντος πρέπει να παραπεμφθεί στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας ο κατηγορούμενος Α. Τ. για να δικασθεί για κακουργηματική πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση και για κακουργηματική απάτη κατ' εξακολούθηση, ήτοι ως υπαίτιος του ότι A) Στην Καστοριά τον μήνα Ιούλιο 2006 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, κατήρτισε εξ υπαρχής πλαστά αξιόγραφα, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους, σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια έκανε χρήση των πλαστών αυτών αξιογράφων.

Με την πράξη του αυτή δε σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, το δε δικό του όφελος και η ζημία του τρίτου υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, προέβη στην κατάρτιση εξ υπαρχής πέντε 95) συναλλαγματικών με τη συμπλήρωση όλων των αναγκαίων στοιχείων των συναλλαγματικών αυτών, αναγράφοντας σ' αυτές κατά περίπτωση, τον τόπο, τις ημερομηνίες έκδοσης, το πρόσωπο σε διαταγή των οποίων φέρεται ότι εκδόθηκε η κάθε συναλλαγματική και τα χρηματικά ποσά αντίστοιχα και στη συνέχεια έθεσε στη θέση του αποδέκτη την υπογραφή του μηνυτή, κατ' απομίμηση της γνήσιας υπογραφής του, χωρίς τη συναίνεση ή την έγκριση του τελευταίου.

Πιο συγκεκριμένα κατάρτισε εξ υπαρχής τις ακόλουθες πλαστές συναλλαγματικές: 1) την με ημερομηνία εκδόσεως 14.7.2006 συναλλαγματική, που φέρεται ότι εξέδωσε στην Καστοριά, αξίας 90.375,00 ευρώ, λήξεως την 15.10.2006 πληρωτέα στην Καστοριά σε διαταγή του και την οποία φέρεται ότι δήθεν αποδέχθηκε κατά την ανωτέρω ημερομηνία ο μηνυτής Ι.

Κ., 2) την με ημερομηνία εκδόσεως 17.07.2006 συναλλαγματική, που φέρεται ότι εξέδωσε στην Καστοριά, αξίας 44.553 ευρώ λήξεως την 15.11.2006 πληρωτέα στην Καστοριά, σε διαταγή του και την οποία φέρεται ότι δήθεν αποδέχθηκε κατά την ανωτέρω ημερομηνία ο μηνυτής Ι. Κ., 3) Την με ημερομηνία εκδόσεως 17.7.2006 συναλλαγματική που φέρεται ότι εξέδωσε στην Καστοριά, αξίας 55.000 ευρώ, λήξεως την 30.12,2006 πληρωτέα στην Καστοριά, σε διαταγή του και την οποία φέρεται ότι δήθεν αποδέχθηκε κατά την ανωτέρω ημερομηνία ο μηνυτής Ι.

Κ.. 4) Την με ημερομηνία εκδόσεως 17.7.2006 συναλλαγματική που φέρεται ότι εξέδωσε στην Καστοριά, αξίας 10.000 ευρώ, λήξεως την 25.1.2007, πληρωτέα στην Καστοριά, σε διαταγή του και την οποία φέρεται ότι δήθεν αποδέχθηκε κατά την ανωτέρω ημερομηνία ο μηνυτής Ι. Κ. και 5) Την με ημερομηνία εκδόσεως 17.7.2006 συναλλαγματική, που φέρεται ότι εξέδωσε στην Καστοριά, αξίας 5.394 ευρώ, λήξεως την 251.2007 πληρωτέα στην Καστοριά, σε διαταγή του και την οποία φέρεται ότι αποδέχθηκε κατά την ανωτέρω ημερομηνία ο μηνυτής Ι.

Κ.. Προέβη δε στις πιο πάνω ενέργειες του με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση των πλαστών αυτών αξιογράφων τον μηνυτή και τρίτους, σχετικά με τη νομότυπη κατάρτιση και τη γνησιότητα των συναλλαγματικών αυτών και της, ως εκ τούτου, εγκύρου αναλήψεως υποχρεώσεως από αυτές, από το φερόμενο ως αποδέκτη τους, και ειδικότερα, από το μηνυτή.

Τις ανωτέρω δε υπό στοιχεία 1 και 2 ανωτέρω περιγραφόμενες πλαστές συναλλαγματικές χρησιμοποίησε, αφού με αυτές πέτυχε την έκδοση σε βάρος του μηνυτή Ι. Κ. των υπ' αριθμούς 48 και 54/2007 διαταγών πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς. Τις υπόλοιπες δε υπό στοιχεία 3, 4 και 5 συναλλαγματικές τις χρησιμοποίησε προσκομίζοντας αυτές κατά τη δικάσιμο της 2ας Νοεμβρίου 2007 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς κατά τη συζήτηση δύο αιτήσεων του μηνυτή με αίτημα την αναστολή εκτελέσεως των με αριθμούς 48/2007 και 55/2007 διαταγών πληρωμής του Δικαστή του ιδίου ως άνω δικαστηρίου, προκειμένου να αντικρούσει τις αιτήσεις του μηνυτή και τις αντίστοιχες ανακοπές του και να πετύχει με τον τρόπο αυτό την απόρριψη των αιτήσεών του, σκοπώντας με την πράξη αυτή να υποχρεώσει τον μηνυτή να του καταβάλλει τα ποσά των 90.375 και 44.553 ευρώ, αντίστοιχα και συνολικά το ποσό των 134.928 ευρώ, πλέον και λοιπών εξόδων, να προσπορίσει δηλαδή στον εαυτό του, παράνομο περιουσιακό όφελος, ίσο με τη συνολική αξία των ανωτέρω δύο συναλλαγματικών, βλάπτοντας αντίστοιχα την περιουσία του μηνυτή, και έτσι, το συνολικό του όφελος και η συνολική αντίστοιχη ζημία του τελευταίου υπερβαίνουν κατά τα προεκτεθέντα το ποσό των 73.000 ευρώ.

Β) Στην Καστοριά την 2.11.2007, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, κατάρτισε εξυπαρχής πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλους, σχετικά με γεγονός, που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια έκανε χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων. Με την πράξη του δε αυτή σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, το δε δικό του όφελος και η ζημία του τρίτου, υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ.

Ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο προέβη στην κατάρτιση εξ υπαρχής των παρακάτω εγγράφων, το περιεχόμενο των οποίων είναι καθ' όλα ψευδές και στη συνέχει έθεσε επ' αυτών την υπογραφή του μηνυτή, κατ' απομίμηση της γνησίας υπογραφής του, χωρίς τη συναίνεση ή την έγκριση του τελευταίου. Πιο συγκεκριμένα κατάρτισε εξ υπαρχής τα ακόλουθα έγγραφα:

α) την με αριθμό 12 απόδειξη πληρωμής, το περιεχόμενο της οποίας είναι καθ' όλα ψευδές, σύμφωνα με την οποία ο μηνυτής φέρεται να έλαβε από αυτόν (κατηγορούμενο), το ποσό των 20.000 ευρώ, γεγονός που δεν είναι αληθές, θέτοντας στη θέση του εισπράξαντος την υπογραφή του μηνυτή, κατ' απομίμηση της γνησίας υπογραφής του, χωρίς τη συναίνεση ή την έγκριση του τελευταίου, β) μια καρτέλα με τον τίτλο "ΠΩΛΗΣΗ ΕΠΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙ ΑΠΟ Τ.

Α..", το περιεχόμενο της οποίας είναι καθόλα ψευδές, καταχωρώντας σε αυτήν με ημεροχρονολογία 14.7.2007 μία δήθεν συναλλαγή, που κατ' αυτόν αφορά πώληση 25 κιλών ουράς "καναδέζικης" προς 3615 ευρώ προς τον μηνυτή, μετά δε την ένδειξη "25Χ" έθεσε μία κάθετη γραμμή ισχυριζόμενος ότι δήθεν είναι η υπογραφή του μηνυτή και ως εκ τούτου ότι δήθεν αναγνώριζε με αυτήν ως αληθές το περιεχόμενο της ανωτέρω καρτέλας, γ) μία όμοια με την ανωτέρω καρτέλα με τον τίτλο "ΠΩΛΗΣΗ ΕΠΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙ ΑΠΟ Τ.

Α.." το περιεχόμενο της οποίας είναι καθ' όλα ψευδές, καταχωρώντας σε αυτήν με ημεροχρονολογίες 15.5.2006 και 17.7.2006 δύο δήθεν συναλλαγές, που κατά αυτόν (κατηγορούμενο) αφορούν πώληση προς τον μηνυτή 2000 και 4240 ορυών "B/MARTEN" αντίστοιχα, αξίας 14.280 ευρώ και 30.273 ευρώ αντίστοιχα θέτοντας μία κάθετη γραμμή και ισχυριζόμενος ότι δήθεν είναι η υπογραφή του μηνυτή και ως εκ τούτου ότι δήθεν αναγνωρίζεται με αυτήν ως αληθές το περιεχόμενο της ανωτέρω καρτέλας, δ) μια όμοια με τις ανωτέρω καρτέλα με τον τίτλο "ΠΩΛΗΣΗ ΕΠΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙ ΑΠΟ Τ.

Α..", το περιεχόμενο της οποίας είναι καθ' όλα ψευδές, καταχωρώντας σε αυτήν μία δήθεν συναλλαγή που κατ' αυτόν (κατηγορούμενο) αφορά πώληση 69 κιλών ουράς "σέϊμπολ" προς 800 ευρώ, συνολικής αξίας 55.200 ευρώ, προς τον μηνυτή, θέτοντας κάτω από το συνολικό τίμημα της φερόμενης ως αληθούς πωλήσεως μία κάθετη γραμμή ισχυριζόμενος ότι δήθεν είναι η υπογραφή του μηνυτή και ως εκ τούτου ότι δήθεν αναγνώριζε με αυτήν ως αληθές το περιεχόμενο της ανωτέρω καρτέλας.

Προέβη δε στις πιο πάνω ενέργειές του, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων του μηνυτή και τρίτους σχετικά με τη γνησιότητα αυτών των εγγράφων. Τα ανωτέρω δε έγγραφα τα χρησιμοποίησε, προσκομίζοντάς τα κατά τη δικάσιμο της 2ας Νοεμβρίου 2007 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς κατά τη συζήτηση δύο αιτήσεων του μηνυτή με αίτημα την αναστολή εκτελέσεως των με αριθμούς 48/2007 και 55/2007 διαταγών πληρωμής του δικαστή του ίδιου ως άνω δικαστηρίου, προκειμένου να αντικρούσει τις αιτήσεις του μηνυτή και τις αντίστοιχες ανακοπές του και να πετύχει με τον τρόπο αυτό την απόρριψη των αιτήσεων του μηνυτή και την επικύρωση των ανωτέρω αναφερομένων διαταγών πληρωμής και περαιτέρω να υποχρεώσει τον μηνυτή να του καταβάλλει τα ποσά των 90.375 και 44.553 ευρώ αντίστοιχα, που αφορούσαν οι προαναφερόμενες διαταγές πληρωμής και να προσπορίσει με τον τρόπο αυτό στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, συνολικού ύψους 134.928 ευρώ, πλέον τόκων και λοιπών εξόδων, βλάπτοντας αντίστοιχα την περιουσία του μηνυτή και έτσι το συνολικό του όφελος και η συνολική ζημία του τελευταίου κατά τα προεκτεθέντα το ποσό των 73.000 ευρώ.

Γ) Στην Καστοριά στις 13.6.2007 και στις 5.7.2007 αντίστοιχα με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας άλλον σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και το όφελος του και η προξενηθείσα ζημία του παθόντος μηνυτή υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ.

Πιο συγκεκριμένα, στον ως άνω τρόπο και χρόνους παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στο Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, ότι, με βάση τις με ημερομηνίες έκδοσης 14.7.2006 και 17.7.2006 αντίστοιχα πλαστές συναλλαγματικές που φέρεται ότι εξέδωσε στην Καστοριά, αξίας 90.375 και 44.553 ευρώ αντίστοιχα, λήξεως την 15.10.2006 και 15.11.2006 αντίστοιχα, πληρωτέες στην Καστοριά, σε διαταγή του και τις οποίες φέρεται ότι δήθεν αποδέχθηκε κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες ο μηνυτής Ι.

Κ. και που προσκόμισε στο δικαστήριο, συνοδεύοντας τις αντίστοιχες αιτήσεις του για την έκδοση διαταγών πληρωμών, έχει δήθεν νόμιμη απαίτηση σε βάρος του προαναφερόμενου μηνυτή, ενώ, στην πραγματικότητα τις συναλλαγματικές αυτές ο κατηγορούμενος τις κατήρτισε εξ υπαρχής - κατά τα αναφερόμενα στη με στοιχείο Α' πράξη του - και δεν συνδεόταν με το μηνυτή με οποιαδήποτε έννομη σχέση και ούτε είχε πραγματοποιηθεί μεταξύ των οιαδήποτε συναλλαγή.

Με τον τρόπο αυτόν, πέτυχε να παραπλανήσει τον παραπάνω δικαστή, ο οποίος εξέδωσε σε βάρος του μηνυτή τις με αριθμούς 48/2007 και 55/007 διαταγές πληρωμής αντίστοιχα, δυνάμει των οποίων ο τελευταίος διατάχθηκε να καταβάλει στον κατηγορούμενο το συνολικό ποσό των 134.928 ευρώ, πλέον τόκων και λοιπών εξόδων, χωρίς να του το οφείλει πραγματικά.

Προέβη δε στην παραπάνω ενέργειά του με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, που ανέρχεται στο ποσό των 134.928 ευρώ, βλάπτοντας αντίστοιχα την περιουσία του μηνυτή και επομένως το όφελός του και η ζημία του παθόντος μηνυτή, υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Δ) Στην Καστοριά στις 2.22.2007 με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας άλλον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών.

Το δε όφελός του και η προξενηθείσα ζημία του παθόντος - μηνυτή υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Πιο συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στο δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς ότι δήθεν έγγραφα που αναφέρονται λεπτομερώς στην υπό στοιχείο Β' πράξη του και τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε κατά τη δικάσιμο της 2ας Νοεμβρίου 2007 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς κατά τη συζήτηση δύο αιτήσεων του μηνυτή με αίτημα την αναστολή εκτελέσεως των με αριθμούς 48/2007 και 55/2007 διαταγών πληρωμής του δικαστή του ιδίου ως άνω δικαστηρίου, είναι δήθεν αληθή ως προς το περιεχόμενό τους και ότι δήθεν αυτό το αποδέχθηκε ο μηνυτής Ι.

Κ. θέτοντας επί αυτών την υπογραφή του, ενώ στην πραγματικότητα τα έγγραφα αυτά ο κατηγορούμενος τα κατήρτισε εξ υπαρχής κατά τα αναφερόμενα στη με στοιχείο Β' πράξη του και το περιεχόμενο αυτών δεν είναι αληθές διότι δεν πραγματοποιήθηκα οι αναφερόμενες σε αυτά συναλλαγές μεταξύ του κατηγορουμένου και του μηνυτή και ο τελευταίος ουδέποτε έθεσε την υπογραφή επί αυτών.

Με αυτόν τον τρόπο πέτυχε να παραπλανήσει τον παραπάνω δικαστή ως προς τη γνησιότητα των εγγράφων αυτών, ο οποίος και εξέδωσε τις υπ' αριθμούς 976 και 977/2007 αποφάσεις (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, δυνάμει των οποίων απέρριψε τις αιτήσεις του μηνυτή και απομένοντας έτσι η υποχρέωση του μηνυτή να καταβάλλει στον κατηγορούμενο το ποσό των 134.928 ευρώ πλέον τόκων και λοιπών εξόδων, χωρίς να του το οφείλει πραγματικά.

Προέβη δε στην παραπάνω ενέργειά του με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, που ανέρχεται στο ποσό των 134.928 ευρώ βλάπτοντας αντίστοιχα την περιουσία του μηνυτή, και επομένως το όφελός του και η ζημία του παθόντος μηνυτή υπερβαίνουν, κατά τα προεκτεθέντα, το ποσό των 73.000 ευρώ. Περαιτέρω το Συμβούλιο Εφετών Δυτικής Μακεδονίας διαλαμβάνει στο προσβαλλόμενο βούλευμα δικές του σκέψεις ότι την κρίση του για το ότι προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στην εισαγγελική πρόταση από τα αναφερόμενα κατ' είδος ως άνω αποδεικτικά μέσα στηρίζει προεχόντως στις από 6.2.008 και από 11.8.2008 εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης των ειδικών γραφολόγων Δ.

Σ. και Π. Φ. αντίστοιχα, που διορίσθηκαν ο μεν πρώτος από τον Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης κατόπιν παραγγελίας της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Καστοριάς, στα πλαίσια προκαταρκτικής εξετάσεως για τη διαπίστωση των πιο πάνω πράξεων, η δε δεύτερη με την υπ' αριθμ. 56/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς σε συνδυασμό με την 50/2008 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.

Από τις εν λόγω εκθέσεις, προκύπτει ότι το συγκριτικό υλικό που εξετάσθηκε περιέχει δείγματα της γνήσιας και μη αμφισβητούμενης υπογραφής του πολιτικώς ενάγοντος που έχει τεθεί σε ανύποπτο χρόνο τόσο προγενέστερα όσο και μεταγενέστερα της αντιδικίας σε δημόσια κυρίως έγγραφα (διαβατήριο, άδεια παραμονής, εκθέσεις επιδόσεως, συμβάσεις, συμβολαιογραφικά έγγραφα).

Σε κανένα όμως από τα εν λόγω έγγραφα δεν υπογράφει υπό μορφή μονογραφής ο εγκαλών, αλλά με πλήρεις υπογραφές συμβολικού τύπου, στις οποίες, κατά το γραφικό σχηματισμό δεν διακρίνονται, τα γραμματικά στοιχεία του ονοματεπωνύμου, παρά μόνον κάποια μεμονωμένα γράμματα (λατινικής γραφής), δεν παρουσιάζουν δε ομοιότυπα με τις αμφισβητούμενες μονογραφές που έχουν τεθεί στη θέση του αποδέκτη των επίδικων συναλλαγματικών και στις καρτέλες, οι οποίες (μονογραφές) είναι απλές και σύντομες χαρακτηριζόμενες ως μονογραφές με περιορισμένα γραφολογικά στοιχεία που δεν εντάσσονται στη γραφική συνήθεια του εγκαλούντος.

Αντίθετα από τις γραφολογικές πραγματογνωμοσύνες των διορισθέντων από τον κατηγορούμενο ειδικών δικαστικών γραφολόγων, προκύπτει ότι η μεν ειδική γραφολόγος Χ. Σ., υπό την κρίση της οποία τέθηκαν οι επί των από 14.7.2006 και 17.7.2006 συναλλαγματικών επί των οποίων εκδόθηκαν οι διαταγές πληρωμής, μονογραφές, τις οποίες φέρεται ότι έθεσε ο εγκαλών με την ιδιότητα του αποδέκτη των εν λόγω συναλλαγματικών, ταυτόχρονα με την έκδοσή τους, χρησιμοποίησε ως συγκριτικό υλικό και τις αμφισβητούμενες από τον εγκαλούντα μονογραφές επί των λοιπών συναλλαγματικών και καρτελών, για τις οποίες, μετά την υποβολή της δεύτερης από 8.11.2007 έγκλησης αυτού ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου, και αποτελούν μέρος της παρούσης δικογραφίας.

Οι δε γραφολόγοι Μ. Μ. και Γ. Τ. υπό την κρίση των οποίων τέθηκαν οι φερόμενες ως υπογραφές (υπό μορφή μονογραφών) του εγκαλούντος ως αποδέκτου, επί των λοιπών επιδίκων συναλλαγματικών και καρτελών, τέθηκε στη διάθεσή τους και χρησιμοποίησαν συγκριτικό υλικό αποτελούμενο από έγγραφα στα οποία έχουν χαραχθεί πλήρως ανεπτυγμένες υπογραφές του τελευταίου, τις οποίες χαρακτηρίζουν ως διατυπούμενες με πολυπλοκότητα και αναπεπταμένο γραφικό - γραμμικό σχηματισμό "ποικιλοτρόπως και ποικιλομόρφως ή άλλως προς το δοκούν" και στη συνέχεια με ανάστροφη γραφική αυτών παρατήρηση πιθανολογούν τη γραφική προέλευση των επίμαχων υπογραφών από το χέρι του εγκαλούντος.

Τα χρησιμοποιηθέντα όμως ως άνω δείγματα, δεν είναι κατάλληλα να οδηγήσουν στην εξαγωγή ασφαλούς γραφολογικού συμπεράσματος, αφού δεν είχαν οι εν λόγω γραφολόγοι στη διάθεσή τους μονογραφές του εγκαλούντος, τεθείσες σε ανύποπτο χρόνο και μη αμφισβητούμενες από τα διάδικα μέρη, γεγονός, που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν εντάσσεται στη γραφική του συνήθεια η χρήση μονογραφών και συνεπώς, οι επίμαχες μονογραφές δεν τέθηκαν από τον ίδιο.

Η κρίση του Συμβουλίου για τα ανωτέρω ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο εγκαλών κατά τους χρόνους που αναφέρονται στις χρεωπιστωτικές καρτέλες ότι παρέλαβε στην Καστοριά τα εις αυτές αναφερόμενα εμπορεύματα (ουρές γούνας) και συγκεκριμένα στις 18.5.2006, 14.7.2006 και 17.7.2006, καθώς και κατά το χρόνο που φέρεται ότι αποδέχθηκε τις επίδικες συναλλαγματικές ήτοι κατά τους αμέσως παραπάνω αναφερόμενου της 14.7.2006 και 17.7.2006, δεν βρισκόταν στον ως άνω τόπο.

Ειδικότερα, ο τελευταίος ισχυριζόμενος ότι ουδέποτε έθεσε επί των άνω καρτελών και συναλλαγματικών τις επίμαχες υπογραφές (μονογραφές), προσκομίζει αεροπορικό εισιτήριο επ' ονόματί του εκδοθέν, καθώς και την από 16.8.2006 βεβαίωση του Υπουργείου Εσωτερικών του Κράτους του Ισραήλ σε επίσημη μετάφραση, από τα οποία προκύπτει ότι από την 17.5.2006 και ως την 29.5.2006 (συνεπώς και στις 18.5.2006) βρισκόταν στο Ισραήλ καθώς και την υπ' αριθμ. 010227/18.7.2006 απόδειξη παροχής υπηρεσιών της ξενοδοχειακής επιχειρήσεως "Α.Κ.Μ.

και ΣΙΑ και ΒΕΤΤ Α.Ε." από την οποία προκύπτει ότι από 14.7.2006 και έως 19.7.2006 και συνεπώς κατά το χρόνο που φέρεται ως αποδεχθείς τις συναλλαγματικές στην Καστοριά, βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη. Ο κατηγορούμενος στην προανακριτική του απολογία, ενώπιον της Πταισματοδίκου Καστοριάς, αναφέρει ότι στις 18.5.2006, ήτοι κατά τον αναγραφόμενο και στην συμπληρωθείσα απ' αυτόν καρτέλα χρόνο, ο εγκαλών, μετέβη στο κατάστημά του στην Καστοριά, όπου συνήφθη μεταξύ τους αγοραπωλησία, εν συνεχεία όμως, εν όψει του ισχυρισμού του εγκαλούντος ότι απουσίασε κατά τον επίδικο χρόνο, στην απολογία του ενώπιον της Ανακρίτριας Καστοριάς, τοποθετεί τη συναλλαγή σε προγενέστερο χρόνο και δή στις 8.5.2006.

Η κρίση για τα ανωτέρω ενισχύεται ακόμη και από το γεγονός ότι κανένα παραστατικό στοιχείο δεν έχει εκδοθεί για τις επικαλούμενες συναλλαγές, καθώς και από το ότι ο κατηγορούμενος μετέβη με τον εγκαλούντα στις 14.8.2006 στο Ισραήλ, για την προώθηση των εμπορευμάτων στην εκεί αγορά, ενέργεια στην οποία δεν θα προέβαινε, εάν είχαν προηγηθεί οι συμβάσεις πωλήσεως των εμπορευμάτων προς τον τελευταίο, τις οποίες και επικαλείται ως αιτία εκδόσεως και αποδοχής των επιδίκων συναλλαγματικών, επιδιώκοντας την είσπραξη των εις αυτές ποσών.

Με βάση τα ανωτέρω το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για τη στήριξη δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου, για τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας (υπό τη μορφή της καταρτίσεως και την επιβαρυντική της χρήσης) εγγράφου, από το οποίο σκόπευε ο υπαίτιος να προσπορίσει στον εαυτό του συνολικό όφελος που υπερβαίνει τις 73.000 ευρώ και της απάτης από την οποία προέκυψε συνολικό περιουσιακό όφελος στον υπαίτιο και αντίστοιχη ζημία στον παθόντα που υπερβαίνει τις 73.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση.

Συνακόλουθα δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση του εγκαλούντος - πολιτικώς ενάγοντος εξαφάνισε το προσβαλλόμενο βούλευμα του πρωτοβάθμιου Συμβουλίου που είχε αποφανθεί ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία για τις παραπάνω πράξεις και παρέπεμψε τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας προκειμένου να δικαστεί για τις πράξεις αυτές.

Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα με αναφορά και στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όσον αφορά την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας με χρήση με σκοπό να προσπορίσει ως δράστης ο ήδη αναιρεσείων περιουσιακό όφελος στον εαυτό του βλάπτοντας τον εγκαλούντα με μερικότερες ομοειδείς πράξεις κάθε μία από τις οποίες περιέχει τα συστατικά στοιχεία της ίδιας νομοτυπικής μορφής του εγκλήματος αυτού και επί πλέον όσον αφορά την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης επί δικαστηρίου με σκοπό το παράνομο περιουσιακό όφελος του κατηγορουμένου και με περιουσιακή ζημία του εγκαλούντος υπερβαίνουσα το ποσό των 73.000 ευρώ.

Ειδικότερα αναφέρονται ως πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις, από τις οποίες πείσθηκε το Συμβούλιο ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, οι πλαστές συναλλαγματικές που κατήρτισε ο τελευταίος με το αναφερόμενο περιεχόμενο και επί των οποίων έθεσε χωρίς τη γνώση και τη συγκατάθεση του εγκαλούντος την υπογραφή του ως αποδέκτη αυτών των αξιογράφων και τα λοιπά έγγραφα (απόδειξη πληρωμής ποσού 20.000 ευρώ και τρείς καρτέλες πωλήσεως επί πιστώσει για ψευδείς συναλλαγές πωλήσεως από τον ίδιο τον κατηγορούμενο προς τον μηνυτή των αναφερομένων εμπορευμάτων) επί των οποίων επίσης έθεσε, χωρίς τη συναίνεση ή έγκριση του μηνυτή, κατ' απομίμηση, την υπογραφή του τελευταίου με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους το μηνυτή και τρίτους σχετικά με τη νομότυπη κατάρτιση και γνησιότητα των συναλλαγματικών και των λοιπών εγγράφων το μηνυτή και τρίτων και την ανάληψη εγκύρως εξ αυτών υποχρεώσεων από τον μηνυτή ως αποδέκτη των συναλλαγματικών και ως αναγνωρίζοντα ότι είχε λάβει το ποσό που αναφερόταν στην απόδειξη πληρωμής καθώς και ως αναγνωρίζοντα ως αληθές το περιεχόμενο κάθε μίας από τις καρτέλες πωλήσεως επί πιστώσει στην οποία είχε τεθεί η υπογραφή του για τις καταχωρημένες σ'αυτές μεταξύ του κατηγορουμένου και αυτού συναλλαγές.

Γίνεται ακόμη δεκτό από το Συμβούλιο Εφετών ότι δεν υπήρξαν συναλλαγές μεταξύ του κατηγορουμένου και του εγκαλούντος που να δικαιολογούσαν ανάληψη από τον τελευταίο με υπογραφή του επί των άνω συναλλαγματικών και λοιπών εγγράφων, υποχρεώσεων έναντι του αντιδίκου του κατηγορουμένου και ότι έγινε χρήση εκ μέρους τούτου (ήδη αναιρεσείοντος) των από 14.7.2006 ποσού 90.375 ευρώ και από 17.7.2006 ποσού 44.553 ευρώ δύο από τις παραπάνω πλαστές συναλλαγματικές για την, κατόπιν αιτήσεών του στις οποίες επισύναψε αυτές, έκδοση από το δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς των 48/13.6.2007 και 55/5.7.2007 διαταγών πληρωμής με τις οποίες διατασσόταν ως υπόχρεος ο εγκαλών να καταβάλει στον κατηγορούμενο τα αναφερόμενα ποσά και ακόμη ότι έγινε χρήση από τον κατηγορούμενο των λοιπών πλαστών συναλλαγματικών καθώς και της πλαστής αποδείξεως εισπράξεως όπως και των πλαστών καρτελών πωλήσεως επί πιστώσει με την προσκόμισή των στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς στη δικάσιμο της 2.11.2007, προς ενίσχυση των ισχυρισμών του που κατέτειναν σε απόρριψη των συζητουμένων κατά την εν λόγω δικάσιμο αιτήσεων του εγκαλούντος περί αναστολής εκτελέσεως των προαναφερθεισών διαταγών πληρωμής.

Πέρα από τον προσδιορισμό των καταρτισθέντων και χρησιμοποιηθέντων από τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο ανωτέρω πλαστών εγγράφων ως προς το δόλο που απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος δεν ήταν αναγκαία ιδιαίτερη αιτιολογία αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της πλαστογραφίας με χρήση για την οποία κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί στο ακροατήριο.

Αιτιολογείται περαιτέρω ο σκοπός του δράστη να παραπλανήσει άλλον με τη χρήση των πλαστών εγγράφων και ειδικότερα του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου στον οποίο υπέβαλε τις αιτήσεις εκδόσεως διαταγών πληρωμής περί του ότι ήταν γνήσιες οι επισυναφθείσες στις αιτήσεις αυτές από 14.7.2006 και από 17.7.2006 συναλλαγματικές με την επ' αυτών τεθείσα κατ' απομίμηση υπογραφή του εγκαλούντος ως αποδέκτη που φερόταν ως οφειλέτης του ποσού κάθε μιας από τις συναλλαγματικές, καθώς και το Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς που δίκαζε τις αιτήσεις του εγκαλούντος για αναστολή εκτελέσεως των ως άνω διαταγών πληρωμής, για το ότι ήταν γνήσιες και οι υπόλοιπες συναλλαγματικές και η απόδειξη πληρωμής καθώς και οι καρτέλες πωλήσεως επί πιστώσει με την επ' αυτών υπογραφή του εγκαλούντος και που προσκόμισε ο κατηγορούμενος κατά τη δικάσιμο της 2.11.2007 προς υποστήριξη ισχυρισμών του που κατέτειναν στην απόκρουση των κρινομένων αιτήσεων.

Αναφέρονται ακόμη στο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών τα στοιχεία που προσέδιδαν χαρακτήρα κακουργήματος στην πράξη της πλαστογραφίας με χρήση με την μνεία ότι το περιουσιακό όφελος του ήδη αναιρεσείοντος ως υπαιτίου και η περιουσιακή βλάβη του εγκαλούντος - πολιτικώς ενάγοντος υπερέβαινε το ποσό των 73.000 ως ανερχόμενο στο από 134.928 ευρώ άθροισμα (90.335 + 44.553) των δύο πλαστών από ημερομηνίες εκδόσεως 14.7.2006 και 17.7.2006 συναλλαγματικών που χρησιμοποίησε για να πετύχει την έκδοση σε βάρος του εγκαλούντος φερομένου ως αποδέκτη αυτών την 48 και 54/2007 διαταγών πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς.

Προσδιορίζονται επί πλέον στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι ενέργειες του ήδη αναιρεσείοντος που στοιχειοθετούν τα έγκλημα της απάτης στο δικαστήριο με την συντέλεση του με την απατηλή συμπεριφορά του της παραστάσεως ψευδών γεγονότων ως αληθινών, συνισταμένης στη χρήση των πλαστών συναλλαγματικών που ο ίδιος κατήρτισε με την υποβολή των στο δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς και το ποσό των οποίων, κατά τις παραδοχές του Συμβουλίου Εφετών, δεν οφείλει ο φερόμενος ως αποδέκτης αυτών εγκαλών και από τις οποίες παραπλανηθείς ο δικαστής κατά παραδοχή των σχετικών αιτήσεών του εξέδωσε τις βλαπτικές για τα συμφέροντα του εγκαλούντος ανωτέρω διαταγές πληρωμής, συνεπεία των οποίων καθίστατο δυνατή αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της περιουσίας του τελευταίου, την οποία εκτίθεται ότι επιχείρησε ο ήδη αναιρεσείων και από την οποία εδημιουργείτο χειροτέρευση της περιουσιακής καταστάσεως του αντιδίκου του ως καθού αυτές οι διαταγές πληρωμής και καθού η αναγκαστική εκτέλεση οφειλέτου.

Οι παραδοχές του Συμβουλίου Εφετών ότι ενέχεται ο αναιρεσείων στην κατάρτιση εξυπαρχής των πλαστών άνω από 14.7.2006 και από 17.7.2006 συναλλαγματικών ποσού 90.375 και 44.553 ευρώ περιέχουν αιτιολογία για την εν γνώσει του προβολή στον δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς στον οποίο υπέρβαλε τις αιτήσεις για έκδοση αυτών των διαταγών πληρωμής ψευδών ισχυρισμών υποστηριζομένων από ψευδή αποδεικτικά μέσα όπως οι άνω πλαστές συναλλαγματικές, Γίνεται δεκτό περαιτέρω από το προσβαλλόμενο βούλευμα με αναφορά στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση ότι συνδέονταν οι παραπλανητικές ενέργειες του ήδη αναιρεσείοντος με την παραπλάνηση του δικαστή που εξέδωσε τις άνω διαταγές πληρωμής και την συνεπεία της βλαπτικής για τα συμφέροντα του εγκαλούντος - πολιτικώς ενάγοντος εκδόσεως αυτών των διαταγών πληρωμής επέλευση ως αμέσου συνεπείας περιουσιακής ζημίας στον εγκαλούντα.

Προσδιορίζεται ακόμη υπό τα προαναφερθέντα ότι παρατίθενται στοιχεία το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε να προσπορισθεί η ήδη αναιρεσείων ως το συνολικό ποσό των 134.928 ευρώ που διατάχθηκε να προκαταβάλει ο εγκαλών - πολιτικώς ενάγων χωρίς πράγματι να του το οφείλει και που αποτελεί και την αντίστοιχη ζημία του τελευταίου ως παθόντος και το οποίο υπερβαίνει το τιθέμενο από το άρθρο 386 παρ. 3 εδαφ.

β' Π.Κ., όπως ισχύει, όριο και προσδίδει στην πράξη αυτή της απάτης επί δικαστηρίου κακουργηματικό χαρακτήρα. Διηγηματικώς αναφέρει το βούλευμα οφειλή τόκων και εξόδων που δεν προσδιορίζονται κατά ποσό, αλλά μετά την τέλεση της απάτης επί δικαστηρίου με βάση τις πλαστές συναλλαγματικές το ποσό των οποίων δεν οφειλόταν γίνεται μνεία περί των ποσών αυτών, στην επιταγή προς πληρωμής που κοινοποιήθηκε κάτω από αντίγραφο εξ απογράφου κάθε μίας από τις άνω διαταγές πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς.

Δεν είναι ασαφείς ούτε ελλιπείς ούτε αντιφατικές οι αιτιολογίες του προσβαλλομένου βουλεύματος αφού με βάση τις παραδοχές και την αναφορά στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση για τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν στοιχειοθετούνταν αντικειμενικώς και υποκειμενικώς οι αξιόποινες πράξεις της κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση και της απάτης επί δικαστηρίου με σκοπό το παράνομο περιουσιακό όφελος το οποίο και η προξενηθείσα ζημία υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και αναφέρεται τόσο στο τέλος του σκεπτικού όσο και στην αρχή του διατακτικού του ότι ο ήδη αναιρεσείων πρέπει να παραπεμφθεί και παραπέμπεται αντίστοιχα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων για να δικασθεί για τις παραπάνω πράξεις, που συνιστούν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτών.

Σε προφανή παραδρομή κατά την καθαρογραφή του βουλεύματος αυτού οφείλεται η αναφορά στο διατακτικό του υπό τον αύξοντα αριθμό 1 και ειδικότερα στον ένατο από την αρχή της πρώτης σελίδας του 14ου φύλλου στίχο 1 υπό τον αύξοντα αριθμό 2 και ειδικότερα στον εικοστό έβδομο από την αρχή της δεύτερης σελίδας του 14ου φύλλου στίχο των λέξεων "αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία" όσον αφορά την εξειδίκευση των επί μέρους πράξεων πλαστογραφίας μετά χρήσεως για τις οποίες έκρινε παραπεμπτέο τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, καθώς επίσης και των ιδίων λέξεων "αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία" στον δεκατοτρίτο στίχο από την αρχή της δεύτερας σελίδας του 15ου φύλλου του ως άνω βουλεύματος όσον αφορά την εξειδίκευση της αναφερόμενης στο κεφάλαιο 3 υπό τον αύξοντα αριθμό 1 πράξη της απάτης ενώπιον δικαστηρίου που φέρεται τελεσθείσα με την έκδοση από το δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς κατόπιν παραπλανήσεώς του των υπ' αριθμούς 48/2007 και 55/2007 διαταγών πληρωμής.

Συνεπώς είναι αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως ότι στερείται το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών της επιβαλλόμενης αιτιολογίας ως προς την κρίση του περί υπάρξεως επαρκών ενδείξεων για την παραπομπή του αναιρεσείοντος για τις αξιόποινες πράξεις που του αποδίδονται στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου.

Περαιτέρω στο σκεπτικό του ως άνω βουλεύματος και στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση γίνεται μνεία κατά το είδος τους στα αποδεικτικά μέσα από εκείνα του άρθρου 178 ΚΠοινΔ και τα οποία έλαβε υπόψη του και εκτίμησε προκειμένου να στηρίξει την κρίση του. Δεν ήταν απαραίτητη η αναλυτική παράθεση των αποδεικτικών μέσων στο σκεπτικό και η μνεία του τι προέκυψε από καθένα από αυτά καθώς και η διαδοχική συσχέτισή τους, η αναφορά δε από το Συμβούλιο σε ορισμένα από αυτά και η αξιολόγηση των δεν υποδηλώνει ότι δεν έλαβε υπόψη του τα υπόλοιπα και ότι δεν αξιολόγησε αυτά που αναφέρει ο ήδη αναιρεσείων.

Δεν στήριξε το Συμβούλιο την παραπεμπτική κρίση του μόνο σε όσα από τα αποδεικτικά μέσα εξαίρονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα. Δεν ήταν υποχρεωμένο το Συμβούλιο να αναφέρει από ποίο από τα αποδεικτικά μέσα πείσθηκε για την άνω κρίση του και γιατί δεν πείσθηκε περί του αντιθέτου από κάποιο άλλο, αρκούσε δε ο πραγματοποιηθείς λειτουργικός συσχετισμός της λήψεως υπόψη και συνεκτιμήσεως του συνόλου των αποδεικτικών μέσων που επιβάλλεται από τα άρθρα 177 παρ.1 και 178 ΚΠοινΔ και δεν εχώρησε σε επιλεκτική εκτίμηση μόνον κάποιων από τις αποδείξεις.

Εξάλλου στα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στο ως άνω βούλευμα ότι ελήφθησαν υπόψη περιλαμβάνονται όλες οι εκθέσεις των γραφολόγων που εξέτασαν τις επίμαχες από ημερομηνία εκδόσεως 14-7-2006 και 17-7-2006 συναλλαγματικές ποσού 90375 και 44553 ευρώ αντίστοιχα καθώς και η από 31-3-2008 έκθεση γραφολογικών παρατηρήσεων των γραφολόγων Γ.

Τ. και Μ. Μ. και επί πλέον συμφωνεί το Συμβούλιο Εφετών με το συμπέρασμα της από 6-2-2008 γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Δ. Σ., που διορίστηκε από τον Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης κατόπιν της Δ07/2116 παραγγελίας του Εισαγγελέως Πλημ/κών Καστοριάς και φέρει τον χαρακτήρα του αποδεικτικού μέσου της πραγματογνωμοσύνης των άρθρων 178 και 183 ΚΠοινΔ της από 11-5-2008 εκθέσεως γραφολογικής γνωμάτευσης της γραφολόγου Π.

Φ. που διορίσθηκε με την 56/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς για το ότι δεν έχουν χαραχθεί στις επίμαχες άνω συναλλαγματικές και στα λοιπά φερόμενα ως πλαστά έγγραφα από τον εγκαλούντα πολιτικώς ενάγοντα οι αμφισβητούμενες από αυτόν υπό τύπο μονογραφής υπογραφές. Δεν ήταν υποχρεωμένο το Συμβούλιο, που δεν έκρινε πειστικές όσες από τις λοιπές εκθέσεις συντάχθηκαν είτε μετά από αποφάσεις πολιτικών δικαστηρίων είτε με πρωτοβουλία των διαδίκων να αιτιολογήσει για ποιο λόγο δεν είναι πειστικές αυτές που κατέληγαν σε διαφορετικό συμπέρασμα από τις προαναφερθείσες και συνεκτιμήθηκαν ως έγγραφα.

Οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέες. Επομένως είναι αβάσιμος από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.δ' ΚΠοινΔ για έλλειψη της από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και του αρθρ.132 ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και κατά το μέρος που αναφέρεται στην παράλειψη παραθέσεως και συνεκτιμήσεως του συνόλου των αποδεικτικών μέσων και στην μη αιτιολόγηση της διαφοροποιήσεως του Συμβουλίου από τα συμπεράσματα των λοιπών εκθέσεων και γνωμοδοτήσεων των γραφολόγων.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 309 παρ.2 και 318 εδ.α' ΚΠοινΔ προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών, αν υποβληθεί σ' αυτό σχετική αίτηση του κατηγορουμένου είναι υποχρεωμένο να διατάξει την ενώπιόν του εμφάνιση του αιτούντος καθώς και των λοιπών διαδίκων προς παροχή οποιασδήποτε διευκρινίσεως που αφορά την υπόθεση, δυνάμενο να απορρίψει την αίτηση μόνον με την συνδρομή ορισμένων λόγων που πρέπει ειδικώς να αναφέρονται στο βούλευμα.

Στην προκειμένη περίπτωση υποβλήθηκε στο Συμβούλιο Εφετών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα η από 5-3-2010 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος να εμφανισθεί αυτοπροσώπως ενώπιον του προς παροχή διευκρινίσεων. Το αίτημα αυτό απερρίφθη με το προσβαλλόμενο βούλευμα με την αιτιολογία ότι ο κατηγορούμενος κατά την απολογία του ενώπιον του Πταισματοδίκου και ενώπιον της Ανακρίτριας ανέπτυξε διεξοδικά τις θέσεις του και τους ισχυρισμούς του, σύμφωνα με όσα αναφέρονται και στην εισαγγελική πρόταση, ώστε να παρέλκει η εκ νέου παράθεση, αυτών.

Με την αιτιολογία αυτή το Συμβούλιο Εφετών εκθέτει τους λόγους που δικαιολογούν την άρνηση του Συμβουλίου για την αυτοπρόσωπη ενώπιον του εμφάνιση του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου , που δεν ήταν εκείνος που είχε ασκήσει έφεση κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Καστοριάς. Έτσι δεν στερείται της από το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας επιβαλλόμενης αιτιολογίας ως προς την ζητούμενη εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ως άνω Συμβούλιο και δεν διαπιστώνεται παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 309 παρ.2 και 318 εδ.α' του ιδίου Κώδικα που αποβλέπουν στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που ανήκουν σ'αυτόν, προβλεπόμενα από το άρθρο 20 του Συντάγματος και το άρθρο 6 παρ.3 της ΕΣΔΑ.

Συνεπώς δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ.1 περ.δ' του ΚΠοινΔ που να ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.α' ΚΠοινΔ και είναι απορριπτέες οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και ο σχετικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως αυτού.

Όσον αφορά την πράξη της απάτης κατά τις παραδοχές του βουλεύματος η κατά εξαπάτηση του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς επίτευξη εκδόσεως των επίμαχων 48/13-6-2007 και 55/5-7-2007 διαταγών πληρωμής με βάση τις πλαστές από 14-7-2006 και από 17-7-2006 συναλλαγματικές σε βάρος του εγκαλούντος-πολιτικώς ενάγοντος για ανύπαρκτα χρέη του ήταν αποτέλεσμα διαδοχικών επί μέρους πράξεων παραπλανήσεως του υπαίτιου και όχι επαναλήψεως ψευδών παραστάσεων μέχρι να προέλθει ο δικαστής δια της εφάπαξ παραπλανήσεως του σε έκδοση των εν λόγω διαταγών πληρωμής και έτσι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης ήταν η έκδοση κάθε διαταγής πληρωμής που είχε επιζήμιες συνέπειες για τον παθόντα έτσι ώστε να στοιχειοθετείται κατ' εξακολούθηση τέλεση της απάτης επί δικαστηρίου με επιδιωχθέν παράνομο όφελος από τον ήδη αναιρεσείοντα και αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του εγκαλούντος πολιτικώς ενάγοντος που συνολικώς υπερέβαινε το ποσό των 73.000 ευρώ.

Σε σχέση με τις επί μέρους πράξεις απάτης με χρόνο τελέσεως 2-11-2007 με την επίκληση και προσκόμιση των αναφερομένων ως πλαστών τριών συναλλαγματικών ποσού 55200, 10000 και 5394 ευρώ και τις τρεις καρτέλες για πώληση επί πιστώσει καθώς και της υπ' αριθμό 12 αποδείξεως πληρωμής 20000 ευρώ που φέρεται ότι χρησιμοποίησε ο αναιρεσείων και παραπλάνησε το δικαστή που συγκροτούσε το Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς για την αλήθεια του περιεχομένου και τη γνησιότητα των και εξέδωσε τις απορριπτικές επί αιτήσεων του εγκαλούντος πολιτικώς ενάγοντος για αναστολή εκτελέσεως των 48/2007 και 55/2007 διαταγών πληρωμής αναφερόμενες 976 και 977/2007 αποφάσεις, γίνεται μνεία στο προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών για επιζήμιες συνέπειες σε βάρος της περιουσίας του εγκαλούντος πολιτικώς ενάγοντος από αυτές τις επί μέρους ψευδείς παραστάσεις του κατηγορουμένου ότι απέμεινε η υποχρέωση του μηνυτή να καταβάλει στον κατηγορούμενο το συνολικό ποσό των 134928 ευρώ πλέον τόκων και λοιπών εξόδων χωρίς να το οφείλει πραγματικά.

Το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε ότι αυτές οι μεταγενέστερες πράξεις απάτης επί δικαστηρίου τελέσθηκαν προκειμένου να διατηρήσει τα οφέλη που είχε αποκτήσει ήδη ο υπαίτιος από την κατόπιν εξαπατήσεως του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς επίτευξη εκδόσεως κάθε μιας των άνω διαταγών πληρωμής.

Όμως κατά τις παραδοχές του Συμβουλίου Εφετών κατόπιν αυτών των μεταγενεστέρων πράξεων απάτης παραπλανήθηκε διαφορετικό δικαστήριο που εξέδωσε ξεχωριστές από τις διαταγές πληρωμής δικαστικές αποφάσεις που είχαν και άλλες περιουσιακής φύσεως δυσμενείς για τον εγκαλούντα συνέπειες. Είναι αυτονόητο ότι θα επιβαρυνόταν με επί πλέον έξοδα με την απόρριψη των αιτήσεων αναστολής και την αναγκαστική εκτέλεση που θα επιχειρείτο με βάση τις ως άνω διαταγές πληρωμής.

Δεν δύναται συνεπώς να θεωρηθεί ότι αυτές οι μεταγενέστερες επί μέρους πράξεις απάτης στερούνται αυτοτέλειας και ότι εμπίπτουν σε αυτές με τις οποίες ενιαίως σκόπευε ο ήδη αναιρεσείων να περιποιήσει μετά από παραπλάνηση του αρμοδίου δικαστή παράνομο περιουσιακό όφελος με την έκδοση των προαναφερομένων διαταγών πληρωμής προς βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος-πολιτικώς ενάγοντος.

Δεν έσφαλε το Συμβούλιο Εφετών που δέχθηκε ότι η πράξη της απάτης επί δικαστηρίου τελέσθηκε με περισσότερες πράξεις που συνιστούν κατ' εξακολούθηση τέλεση του και όχι με εφάπαξ παραπλάνηση του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς και από τις παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος δεν αποκλείεται από ελλείψεις, ασάφειες και αντιφάσεις που επικαλείται ο αναιρεσείων ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ.1, 98, 216 παρ.1,3, 386 παρ.1,3 του ΠΚ ως προς τις ως άνω αξιόποινες πράξεις για τις οποίες έκρινε το Συμβούλιο που το εξέδωσε ότι πρέπει να παραπεμφθεί αυτός στο ακροατήριο ούτε στερείται το βούλευμα νομίμου βάσεως.

Είναι απορριπτέες οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και ο από το άρθρο 484 παρ.1 περ.β' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ.583 παρ.1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9 Ιουνίου 2010 αίτηση του Α. Τ. του Σ. για αναίρεση του 106/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δυτικής Μακεδονίας. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2010. Και

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Δεκεμβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ