Legislator Case Law & Legislation
2093/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming oral stock orders violate mandatory written contract rule under Greek Civil Procedure Code.

Case Number 2093/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a securities dispute. The appellant argued that the lower court erred by accepting oral stock orders and witness testimony instead of a mandatory written contract under Article 12 § 5 of Law 3632/1928. The court ruled that this provision is a rule of civil procedure, making the appeal inadmissible for violating it.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure; Art. 12 § 5 of Law 3632/1928: An appeal based on the violation of a rule of civil procedure is inadmissible.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal rule of civil procedure securities trading orders oral evidence admissibility Greek Civil Procedure Code

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 12 § 5 of Law 3632/1928
Art. 559 no. 11 para. a of the Code of Civil Procedure
Law 2396/1996
Law 3632/1928

Cited Case Law

AI generated
OL AP 19/2007
OL AP 5/2009
Decision of the Minister of Education 23832/B. 451/29-5-1992
Decision of the Exchange of Athens 18/15-1-1999

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2093 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2093/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τομαρά.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΤΕ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΏΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Καρχιμάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Οκτωβρίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6109/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3538/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18 Οκτωβρίου 2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 19 Νοεμβρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 1413/18-10-2006 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 3538/9-5-2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 155175/9692/21-11-2002 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος από την εκτέλεση, κατόπιν εντολής του τελευταίου, κατά το οποίο 25-10-1999 έως 15-12-2003 χρονικό διάστημα των διαλαμβανομένων στο εν λόγω δικόγραφο χρηματιστηριακών συναλλαγών, με βάση τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που διατυπώνονται στην εγγράφως συνομολογηθείσα μεταξύ αυτών από 25-10-1999 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε κατά παραδοχή της, ερήμην του εναγομένου, η 6109/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, κατά παραδοχή της 7367/1-9-2005 εφέσεως του τελευταίου και εξαφάνιση της προσβαλλόμενης διάταξης πρωτοβάθμιας αποφάσεως, η 3538/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εναγόμενος με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια.

Ειδικότερα, προκειμένου να ιδρυθεί ο προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως πρέπει η παράβαση του δικαστηρίου της ουσίας να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ως τοιούτου νοουμένου εκείνου που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποιο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από απόψεως ιεραρχίας των πηγών του δικαίου.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αποκλείεται σε παραβάσεις κανόνων δικονομικού δικαίου, στον οποίο υπάγονται οι κανόνες που ρυθμίζουν τον τρόπο, τα όργανα και την μορφή της ένδικης προστασίας. Είναι αδιάφορο για τη φύση των κανόνων δικαίου ως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου αν περιέχονται σε νόμο ουσιαστικού ή δικονομικού χαρακτήρα.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 15§1 του ν. 3632/1928, χρηματιστηριακές συναλλαγές είναι οιδικαιοπραξίες που συνάπτονται χρηματιστηριακώς και έχουν ως αντικείμενο χρηματιστηριακά πράγματα, μεταξύ των οποίων, κατά το άρθρο 17§§ 1-3 του ν. 3632/1928, συγκαταλέγονται χρεόγραφα, μετοχές και ομολογίες. Στο άρθρο 16 του ιδίου νόμου καθορίζονται οι χρηματιστηριακές συναλλαγές μεταξύ των οποίων αναφέρονται οι αγοραπωλησίες χρηματιστηριακών πραγμάτων, καθώς και όλες οι παρεπόμενες δικαιοπραξίες, που σχετίζονται με τις κύριες χρηματιστηριακές συμβάσεις (άρθρο 16 περ.

ε' του ν. 3632/1928). Με το άρθρο 20 § 1 του ν.

1806/1988, που αντικατάστησε το εν λόγω άρθρο 16 του ν. 3636/1938 ορίστηκε ότι χρηματιστηριακή συναλλαγήθεωρείται κάθε αγοραπωλησία που καταρτίζεται σύμφωνα με τηνομοθεσία περί χρηματιστηρίων, καθώς (περ. γ') και κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και την εκτέλεση αγοραπωλησίας χρηματιστηριακών πραγμάτων και αξιών.

Στην τελευταία αυτή κατηγορία των χρηματιστηριακών συναλλαγών (παρεπόμενων - συναφών) υπάγεται και η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας. Η ανωτέρω σύμβαση (χρηματιστηριακή παραγγελία) έχει ως αντικείμενο αφενός την ανάληψη από τον χρηματιστή της υποχρεώσεως να εκτελέσει, με την κατάρτιση κύριας χρηματιστηριακής συμβάσεως, την παραγγελία (εντολή) του πελάτη για αγορά ήπώληση χρεογράφων (χρηματιστηριακών πραγμάτων) και αφετέρου την ανάληψη από τον πελάτη της υποχρεώσεως να καταβάλει στο χρηματιστή τη συμφωνηθείσα αμοιβή (προμήθεια) για την εκτέλεση της Χρηματιστηριακής συναλλαγής, καθώς και το τίμημα των χρεογράφων που απετέλεσαν το αντικείμενο της συναλλαγής.

Η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής αποτελεί σύμβαση εμπορικής παραγγελίας κατά τα άρθρα 90 επ. του ΕΝ, επί της οποίας έχουν ευθεία εφαρμογή οι περί εντολής διατάξεις των άρθρων 713 επ. ΑΚ, της οποίας αποτελεί ειδικότερη μορφή. Κατά δε το άρθρο 710 ΑΚ ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα ό,τι έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεση της Επιπρόσθετα κατά το άρθρο 721 ΑΚ ο εντολέας έχει υποχρέωση να προκαταβάλει τις δαπάνες που απαιτούνται για την εκτέλεση της εντολής.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 12 § 5 του ν. 3632/1928, όπως ίσχυε πριν καταργηθεί με το άρθρο 18 παρ. 1 ν. 3152/2003, η παραγγελία προς τον χρηματιστή (εντολή) για να ενεργήσει νόμιμη χρηματιστηριακή συναλλαγή για λογαριασμό του μπορεί να αποδεικνύεται από έγγραφο σημείωμα που φέρει την υπογραφή του τελευταίου, το δε άρθρο 27 §§ 1,2 του ν. 1806/1988 προβλέπει ότι όλες οι εντολές προς μέλος του χρηματιστηρίου και όλες οι χρηματιστηριακές συμβάσεις καταγράφονται με πλήρη στοιχεία, ώστε τα αρμόδια όργανα να μπορούν να ελέγχουν την τήρηση των σχετικών διατάξεων.

Για το σκοπό αυτό με απόφαση του Υπουργού, ύστερα από γνώμη του ΔΣ της ΧΑΑ και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, μπορούν να τροποποιούνται οι διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας για τα βιβλία και τα στοιχεία των χρηματιστών και να καθορίζονται αυτά κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα. Μέλος του ΧΑΑ δεν μπορεί να επικαλεστεί χρηματιστηριακή συναλλαγή, η οποία δεν αποδεικνύεται από τα παραπάνω νόμιμα τηρούμενα βιβλία και τα εκδιδόμενα και παραδιδόμενα όπου ο νόμος ορίζει στοιχεία.

Το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 59 § 1 του ν. 2533/1997, σύμφωνα με το οποίο οι εντολές προς κάθε ΕΠΕΥ που διενεργεί συναλλαγές στο ΧΑΑ, καθώς και όλες οι χρηματιστηριακές συμβάσεις, τις οποίες η ΕΠΕΥ, που συμμετέχει στο ΧΑΑ, συνάπτει για δικό της λογαριασμό, καταγράφονται με πλήρη στοιχεία, ώστε τα αρμόδια για την εποπτεία όργανα να ελέγχουν την τήρηση των σχετικών διατάξεων.

Για το σκοπό αυτό τηρούνται τα βιβλία και στοιχεία που προσδιορίζονται από το παραπάνω άρθρο, κατά τροποποίηση των προβλεφθέντων με το άρθρο 27 § 1 βιβλίων και στοιχείων. Στη δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου, όπως αυτό τροποποιήθηκε, επαναλαμβάνεται ουσιαστικά και πάλι η προγενέστερη ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία μέλος του ΧΑΑ ή άλλη ΕΠΕΥ που συμμετέχει στο ΧΑΑ δεν δικαιούται να επικαλεσθεί χρηματιστηριακή συναλλαγή, η οποία δεν αποδεικνύεται από τα νομίμως τηρούμενα βιβλία και νομίμως παραδιδόμενα στοιχεία.

Σε εκτέλεση δε νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως που χορηγήθηκε με το άρθρο 27 § 1 περ. α' του ν.δ 1806/1988, εκδόθηκε η 6280/β508/17-5-1989 υ.α του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, με την οποία υποχρεούντο οι Χρηματιστές να τηρούν τριπλότυπο βιβλιάριο εντολών (πινακίδια συναλλαγών) και να αναγράφουν σε αυτό τις προς αυτούς διδόμενες από τους πελάτες του εντολές και καθορίσθηκαν και τα παρακάτω:

Το πρώτο αντίγραφο υπογράφεται από το Χρηματιστή και παραδίδεται στον παραγγελέα ενώ ο τελευταίος υπογράφει μόνο αν το ζητήσει ο Χρηματιστής. Το δεύτερο αντίγραφο συμπληρώνεται με τα στοιχεία της συναλλαγής εκτός από το ονοματεπώνυμο και την υπογραφή του παραγγελέα και ρίπτεται σφραγισμένο με την ώρα ρίψης του σε ειδική κάλπη τοποθετημένη στο Χρηματιστήριο.

Το τρίτο αντίγραφο παραμένει στο στέλεχος του βιβλιαρίου. Από τις εν λόγω διατάξεις συνάγεται ότι η απόδειξη της καταρτίσεως της συμβάσεως εντολής από τον χρηματιστή με έγγραφο υπογεγραμμένο από τον εντολέα πελάτη του είναι δυνητική, πράγμα που δεν θα συνέβαινε αν ο σκοπός του νομοθέτη ήταν η καθιέρωση του έγγραφου αποδεικτικού τύπου αμφιμερώς και γενικώς.

Ειδικότερα ο νομοθέτης απέκλεισε την απόδειξη χρηματιστηριακών συναλλαγών μη καταχωρισμένων στα καθοριζόμενα βιβλία και στοιχεία, ειδικά και μόνο για την περίπτωση της επικλήσεως τους από τον χρηματιστή ή τις ΑΧΕ και τις ΕΠΕΥ, προς διασφάλιση της δυνατότητας ελέγχου αυτών από τα αρμόδια για την εποπτεία τους όργανα ως προς την τήρηση της χρηματιστηριακής νομοθεσίας, χωρίς, πάντως, σε κάθε περίπτωση να παραβιάζεται η αρχή της ισότητας των δικονομικών όπλων μεταξύ των διαδίκων. (Ολ.

ΑΠ 19/2007). Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το ότι με την νεότερη 23832/Β. 451/29-5-1992 απόφαση ΥΠΕΘΟ και στη συνέχεια με την 18/15-1-1999 απόφαση του δ. σ. του ΧΑΑ, εισήχθη υποχρεωτικά στο ΧΑΑ το σύστημα αυτοματοποιημένων συναλλαγών με μαγνητοφώνηση των συναλλαγών για λόγους ασφαλείας, ταχύτητας διεκπεραιώσεως και μειώσεως του κόστους των συναλλαγών στο ΧΑΑ και με το ν. 2396/1996 καθιερώθηκε ο θεσμός των Εταιριών Λήψης και Διαβίβασης Εντολών (ΕΛΔΕ).

Ο παραπάνω νόμος καθορίζει τη λειτουργία των ΕΛΔΕ και το πλαίσιο συνεργασίας τους με τις ΑΧΕ, σε κανένα όμως σημείο του δεν ρυθμίζει την διαδικασία καταγραφής των εντολών, ήτοι δεν προβλέπει το γραπτό τύπο για την χορήγηση των εντολών από τους επενδυτές στις ΕΛΔΕ ή από τις ΕΛΔΕ προς τις ΑΧΕ. Επομένως οι εντολές αγοραπωλησίας μετοχών από τους επενδυτές προς τους Χρηματιστές μπορεί να είναι και προφορικές και η χρηματιστηριακή παραγγελία μπορεί ν' αποδειχθεί με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και συνεπώς και με μάρτυρες (Β' ΟλΑΠ 5/2009).

Με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, ευθεία παραβίαση του άρθρου 12 § 5 του ν. 3632/1928, που προβλέπει ότι για την κατάρτιση της χρηματιστηριακής παραγγελίας καθιερώνεται αμφιμερώς έγγραφος αποδεικτικός τύπος, με την έννοια της κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του παραδοχής της αγωγής, παρά την έλλειψη άμεσου έγγραφου αποδεικτικού της συμβάσεως (εντολής) τύπου, με αποδεικτικά στοιχεία μόνο τα πινακίδια εκτέλεσης παραγγελιών και τις χρηματικές καρτέλες, (εμπορικά βιβλία) που τηρούσε η αναιρεσίβλητη, καθώς και την κατάθεση του μάρτυρά της.

Η φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη αποτελεί κανόνα δικονομικού δικαίου, με άμεση δικονομική συνέπεια ο λόγος αυτός αναιρέσεως να είναι απαράδεκτος. Όμοια αρνητικά, δηλαδή ως αλυσιτελής, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αξιολογείται και ο επόμενος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 11 περ.

α' Κ.Πολ.Δ, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη για την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής συμβάσεων χρηματιστηριακής παραγγελίας το μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο των μαρτύρων. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1800,00 Ευρώ (Κ.Πολ.Δ. 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 1413/18-10-2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 3538/9-5-2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και,

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800,00) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ